Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Aleksejs Aleksejevs κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3746/06, 31 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3746/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Aleksejs Aleksejevs
- Anatoliz Jevdokimoy Κατηγορουμένων __________________ 31 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χριστοδούλου. (Ο Κατηγορούμενος 1 είναι παρών). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής (τη 2η,3η και 4η κατηγορία). Η 2η κατηγορία αφορά την κλοπή ποσού £2,02 σεντ (συναποτελούμενου από διάφορα κέρματα) από το ταξί ΤΒΑΤ
- Η 3η κατηγορία αφορά την κλοπή μιας φωτογραφικής μηχανής μάρκας Canon αξίας £120, ενός κινητού τηλεφώνου μάρκας Eriksson αξίας £20 και ενός διαβατηρίου και δελτίου εγγραφής αλλοδαπού από το ταξί ΤΕΖΒ
- H 4η κατηγορία αφορά την κλοπή ενός ραδιοκασετόφωνου μάρκας Shaft αξίας £20 από το ταξί TCAE
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), δηλαδή των κλοπών που αναφέρονται στην 2η, 3η και 4η κατηγορία αντιστοίχως. Όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 18 Φεβρουαρίου
- Αξίζει να σημειωθεί πως ο συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου 1 (εφεξής ο Anatoliz) με τον οποίο φέρονται να έδρασαν από κοινού παραδέχθηκε σε προηγούμενο στάδιο ενοχή. Τουναντίον ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση σε σχέση με αυτόν προχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη των εναντίον του κατηγοριών κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής συνολικά εννέα μάρτυρες. Πρόκειται για τους αστ. 2478 Αντώνη Μουστάκα (Μ.Κ.1), αστ. 1165 Βάσο Νικολάου (Μ.Κ.2), Anatoliz Jevdokimoy (Μ.Κ.3, πρώην κατηγορούμενος 2), Γιώργο Μάμα (Μ.Κ.4), Ανδρέα Παύλου (Μ.Κ.5), Παύλο Τζωνή (Μ.Κ.6), αστ. 2068 Πραξιτέλη Πραξιτέλους (Μ.Κ.7), Παναγιώτη Άσπρου (Μ.Κ.8) και Λοΐζο Ευγενίου (Μ.Κ.9). Από πλευράς κατηγορουμένου 1 δεν υπήρξε αντίλογος αφού μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε, ως είχε το αναφαίρετο και απόλυτο δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό εγχείρημα της καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας. Αντ' αυτού θα προχωρήσω απευθείας στα ουσιώδη ζητήματα που χρήζουν εξέτασης. Νοείται βέβαια και αυτό μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Κάνω αρχή από τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κλοπή που είναι το αντικείμενο τριών εκ των τεσσάρων κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό στο βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: "
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Δεν είναι απαραίτητος για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος ο ακριβής προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου. Φτάνει να καταδειχθεί πως αυτό που κλάπηκε δεν ήταν άχρηστο, αλλά είχε κάποια αξία, έστω και μικρή. Τα συστατικά στοιχεία που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή, παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Πέραν των γενεσιουργών αδικημάτων της κλοπής, η Κατηγορούσα Αρχή ως συνηθίζει, έχει συμπεριλάβει στο κατηγορητήριο και κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα. Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R [1868] L.R.3 H.L 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R [1957] A.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen [1995] 1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson [1986] A.C. 27, H.L, η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων επισήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ενός η περισσοτέρων των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιονδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. Walker [1962] Crim.L.R.458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice, Έκδοση
(2003), παρ.Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί ("wheel" και "chain" conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt [1996] Crim. L.R. 495). Στην Κύπρο δεν εξαιρείται κανείς της ποινικής ευθύνης που δυνατό να υπέχει για αυτό το αδίκημα ένεκα της σχέσης που διατηρεί με τον άλλο. Αντίθετα στην Αγγλία, σύζυγοι για παράδειγμα, δεν μπορεί να καταδικασθούν για νομοθετική συνωμοσία (statutory conspiracy) μεταξύ τους (βλ. s.2
(2)Criminal Law Act 1977) εκτός εάν στη συνωμοσία συμμετάσχει και τρίτο πρόσωπο (βλ. Chratny [1991] 1 W.L.R. 1381). Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές επιστρέφω στα της παρούσας υπόθεσης, συνεχίζοντας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Τα λεγόμενα των εννέα μαρτύρων κατηγορίας, με εξαίρεση κάποιων υποβολών που έγιναν σε μερικούς εξ αυτών, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 1 ως διαφάνηκε από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, εδράζεται κατά κύριο λόγο στη μη απόδειξη των συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων και όχι στην ειλικρίνεια ή ανειλικρίνεια των μαρτύρων κατηγορίας. Όπως και να έχουν τα πράγματα επισημαίνω πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας πλην του Anatoliz (Μ.Κ.3) μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Όλοι ήσαν ευθείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους μη αφήνοντας κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας τους. Αντιθέτως ο Μ.Κ.3 ήταν αμφίλογος και με ένα γενικό και αόριστο τρόπο επιχείρησε ανεπιτυχώς να αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τα αδικήματα, απαλλάσσοντας την ίδια ώρα τον κατηγορούμενο
- Η μεσοβέζικη αυτή προσπάθεια ουδόλως με έπεισε και έτσι απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του. Από την άλλη όμως, ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, κρατώ τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Από τη μαρτυρία τους ξεχωρίζω ιδιαιτέρως τα εξής σημεία: M.K.1 - Την κατάθεση των επιδίκων αντικειμένων ως τεκμήρια και την αναφορά ότι τα κατατεθέντα κέρματα τα βρήκε στην κατοχή και των δύο κατηγορουμένων. Μ.Κ.2 - Την κατάθεση ως τεκμήριο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου
- Σε αυτή ο κατηγορούμενος 1 παραδέχεται πως κατείχε το ραδιοκασετόφωνο και το κινητό τηλέφωνο και ισχυρίζεται πως τόσο αυτά όσα και τα υπόλοιπα πράγματα τα βρήκαν σε στάση λεωφορείου μέσα σε μια τσάντα. Τα εν λόγω αντικείμενα συνεχίζει, τα μοιράστηκαν με τον Anatoliz. Μ.Κ.4 - Την αναγνώριση της φωτογραφικής του μηχανής (την αξία της οποίας προσδιόρισε στις £120), του κινητού του τηλεφώνου, του διαβατηρίου και του δελτίου εγγραφής αλλοδαπού ως αυτά που κλάπηκαν από το ταξί ΤΕΖΒ
- Μ.Κ.5 - Την αναγνώριση του ραδιοκασετόφωνου (του) ως αυτού που κλάπηκε από το ταξί TCAE 023 και ο προσδιορισμός της αξίας του σε £
- Ομοίως την αναφορά ότι είδε την αστυνομία να ερευνά τους κατηγορούμενους και να εντοπίζει κάτω από τη ζώνη του κατηγορουμένου 1 (φορούσε από πάνω τρικό και μπουφάν), το ραδιοκασετόφωνο. Μ.Κ.6 - Την αναφορά ότι μισή ώρα περίπου πριν το συμβάν είδε δύο πρόσωπα μέσα στο ταξί-λεωφορείο ΤΒΑΤ 040, τα οποία μολονότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την ημέρα της ακρόασης, τα ταύτισε με αυτούς που αργότερα ερεύνησε η αστυνομία (δηλαδή τους κατηγορούμενους). Ομοίως σημαντική ήταν και η αναφορά πως τον ένα εξ αυτών τον είδε να κρατά το ραδιοκασετόφωνο και με πρόφαση να τους κεράσει καφέ τους δελέασε να μπουν στο γραφείο ταξί και συγχρόνως να ειδοποιήσει την αστυνομία. Μ.Κ.7 - Την αναφορά ότι ερεύνησε τους κατηγορούμενους και βρήκε στην μεν κατοχή του κατηγορουμένου 1 το ραδιοκασετόφωνο κρυμμένο κάτω από το τρικό του και στη δε κατοχή του Anatoliz τα υπόλοιπα κλοπιμαία. Κατόπιν τούτου συνέλαβε και τους δύο, τους υπέστησε την προσοχή στον Νόμο και δεν έδωσαν καμία απάντηση. Μ.Κ.8 - Την αναφορά ότι κλάπηκαν από το ταξί (του) ΤΒΑΤ 040 διάφορα κέρματα άγνωστης αξίας και ένα πακέτο τσιγάρα. Μ.Κ.9 - Την αναφορά ότι 30-40 λεπτά πριν το συμβάν, είδε τους κατηγορούμενους να βρίσκονται εντός του ταξί-λεωφορείου ΤΒΑΤ
- Τότε τους είπε να περιμένουν να έρθει η αστυνομία και αυτοί φεύγοντας τους είπαν "No, no police". Πέραν των πιο πάνω, πολλοί μάρτυρες ανέφεραν πως οι κατηγορούμενοι μύριζαν αλκοόλ και γενικά φαίνονταν μεθυσμένοι. Τόσο οι πιο πάνω αναφορές όσο και η μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων γενικότερα αποτελούν συνάμα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση. Έρχομαι τώρα στο τελευταίο ζήτημα που είναι και το πλέον ουσιαστικό, στο κατά πόσο δηλαδή στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- Κατ' αρχάς να σημειώσω πως όντως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία υπό την έννοια της ύπαρξης αυτόπτων μαρτύρων που να είδαν τον κατηγορούμενο 1 να κλέβει σε συνεργασία με τον Anatoliz (κατηγορείται και με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα) τα επίδικα αντικείμενα. Ωστόσο το ερώτημα είναι αν υπάρχει περιστατική μαρτυρία για κάτι τέτοιο. Η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή μαρτυρίας. Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας, αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης κ.α ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Chima v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2006, ημερ. 20.11.2007). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι για δύο εκ των τεσσάρων υπό εξέταση αδικημάτων υπάρχει περιστατική μαρτυρία που καταδεικνύει χωρίς ίχνος αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου
- Πρόκειται για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και
- Για τις κλοπές δηλαδή της φωτογραφικής, του τηλεφώνου, του ραδιοκασετόφωνου και των εγγράφων. Η εν λόγω μαρτυρία είναι κατ' ουσία αυτή που έχω παραθέσει πρωτύτερα. Μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος 1 μαζί με το τον Anatoliz περιφέρονταν μεθυσμένοι από αρκετή ώρα προηγουμένως στο σημείο όπου βρίσκονταν τα τρία ταξί από τα οποία κλάπηκαν τα διάφορα αντικείμενα. Σε κάποια μάλιστα στιγμή θεάθηκαν να βρίσκονται μέσα σε ένα εξ αυτών, ήτοι του λεωφορείου-ταξί ΤΒΑΤ
- Από το ταξί αυτό διαπιστώθηκε αργότερα πως είχαν κλαπεί διάφορα κέρματα. Τη στιγμή αυτή τους πλησίασε ο Μ.Κ.9 και τους είπε να περιμένουν να έρθει η αστυνομία και αυτοί φεύγοντας του είπαν "No, no police". Μετά πάροδο μισής περίπου ώρας ο Μ.Κ.6 είδε τον κατηγορούμενο 1 συνοδευόμενο από τον Anatoliz να κρατά το ραδιοκασετόφωνο που κλάπηκε από το ταξί TCAE 023 και με πρόφαση να τους κεράσει καφέ κατάφερε να τους δελεάσει να μπουν στο γραφείο ταξί. Τότε κλήθηκε και έφτασε στο μέρος ο αστυφύλακας Μ.Κ.7, ο οποίος στην παρουσία και άλλων μαρτύρων, τους ερεύνησε σωματικά και βρήκε στην κατοχή του κατηγορουμένου 1, κρυμμένο κάτω από το τρικό και μπουφάν του, το ραδιοκασετόφωνο. Στην κατοχή του Anatoliz βρήκε τα άλλα κλοπιμαία αντικείμενα. Τους συνέλαβε, τους υπέστησε την προσοχή στον Νόμο και δεν έδωσαν καμία απολύτως απάντηση. Αργότερα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και ψευδώς ισχυρίστηκε ότι τα κλοπιμαία τα βρήκαν σε κάποια στάση λεωφορείου μέσα σε μια τσάντα (βλ. Κακογιάννης παρ. 12-23, σελ. 298). Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία είναι συντριπτική εναντίον του κατηγορουμένου 1 και δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο δικό μου μυαλό πως σε συνεργασία με τον Anatoliz διέπραξαν τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και
- Παρενθετικά να σημειώσω πως δεν έχει καμία απολύτως σημασία ποιος αφαίρεσε τι από το κάθε ταξί. Οι κινήσεις και πράξεις των κατηγορουμένων ταυτίζονται σε τέτοιο βαθμό που καθίσταται αδύνατο να διαχωριστούν για σκοπούς ποινικής ευθύνης. Σε ότι αφορά την 2η κατηγορία δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη για τον απλούστατο λόγο πως ουδείς ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσα ακριβώς χρήματα κλάπηκαν από το ταξί ΤΒΑΤ
- Ούτε καν ο ιδιοκτήτης Μ.Κ.8 δεν ήξερε. Συνεπώς είναι αδύνατο για το Δικαστήριο, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, να καταλήξει στο συμπέρασμα πως όλα τα κέρματα που βρέθηκαν στην κατοχή των δύο κατηγορουμένων κλάπηκαν από το εν λόγω ταξί. Ως εκ τούτου και παρά τις έντονες υποψίες πως έτσι έχουν τα πράγματα, παραμένει μια αμφιβολία η οποία θα πρέπει να επενεργήσει προς όφελος του κατηγορουμένου 1 και να οδηγήσει σε αθώωση του. Σε σχέση με την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνομωσίας και πάλι δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη. Ο λόγος είναι διότι η δοθείσα μαρτυρία αφορούσε αυτές καθαυτές τις πράξεις των κατηγορουμένων και όχι το τι συμφώνησαν προηγουμένως να πράξουν. Δεν υπάρχει μαρτυρία, ιδιαίτερα ενόψει της κατάστασης μέθης στην οποία προφανώς βρισκόντουσαν οι κατηγορούμενοι, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξαγάγει με ασφάλεια συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι με συγκροτημένη σκέψη, εκ των προτέρων, κατάστρωσαν σχέδιο ή συμφώνησαν κατά τρόπο συνωμοτικό να εκτελέσουν τις εγκληματικές τους πράξεις. Έτσι και αλλιώς η συγκεκριμένη κατηγορία δεν προσθέτει οτιδήποτε στο κατηγορητήριο. Στην Αγγλία υπάρχει μια ενδιαφέρουσα οδηγία πρακτικής (Practice Direction (criminal:consolidated)
(2002)3 All. E.R. 904, par.34), βάσει της οποίας το Δικαστήριο δικαιούται στην περίπτωση που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο κατηγορίες τόσο για τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων όσο και συνδεδεμένες κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων, να ζητήσει από την Κατηγορούσα Αρχή να δικαιολογήσει αυτή τη συμπερίληψη. Σε περίπτωση που αποτύχει να το πράξει, οφείλει να επιλέξει ποιες κατηγορίες θα προωθήσει. Αναμφίβολα, κατηγορία συνωμοσίας που δεν προσθέτει οτιδήποτε στην κατηγορία του γενεσιουργού αδικήματος δεν έχει θέση στο κατηγορητήριο (βλ. Jones 1974 59 Cr. App. R.120). Στη βάση λοιπόν όλων των προαναφερθέντων ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και 2η κατηγορία αλλά κρίνεται ένοχος στην 3η και 4η κατηγορία. (Υπ.)......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο