Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξης Θεμιστοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 15596/06, 4.2.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15596/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αλέξης Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4.2.2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Λάμπρου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2520 Στέλιο Ορφανίδη και την κα Σύλβια Αντωνιάδου. Ο Αστυφύλακας 2520 κ. Ορφανίδης ανέφερε ότι την 4.7.2005 επισκέφτηκε την σκηνή ατυχήματος που επεσυνέβη στην συμβολή των οδών Ανδρέα Ζάκου και Μεσοκελέως. Ενεχόμενα ήσαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής QH 505 το οποίο οδηγείτο από την Μ.Κ.2 και η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΖ 173 η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ετοίμασε σχεδιάγραμμα με το οποίο συμφώνησε ο Κατηγορούμενος, ενώ η Μ.Κ.2 υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το Χ
- Η κα Σύλβια Αντωνιάδου ανέφερε ότι την 4.7.2005 και περί ώρα 17.30 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής QH 505 στην οδό Ανδρέα Ζάκου με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Σοπάζ. Την ακολουθούσε πίσω της η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΖ 173 με οδηγό τον Κατηγορούμενο σε πολύ κοντινή απόσταση από την ίδια, ούτε καν ½ μέτρο πιο πίσω, με αναμμένα τα φώτα της, τα οποία και την ενοχλούσαν. Η ίδια ήθελε να στρίψει δεξιά σε μία χωμάτινη δίοδο, και σε απόσταση 50 - 60μ από την δίοδο αυτή, ακριβώς λόγω του ότι η μοτοσικλέτα ήταν τόσο κοντά της, άναψε τον δεξιό της δείκτη, ειδικά αφού ο Κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει και προηγουμένως να την προσπεράσει. Σταμάτησε και ανέμενε να περάσουν τα αυτοκίνητα από απέναντι, και εκκίνησε να στρίψει. Την ώρα όμως που ετοιμαζόταν να στρίψει άκουσε θόρυβο στην δεξιά πίσω πόρτα του αυτοκινήτου της και είδε την μοτοσικλέτα πεσμένη στην άσφαλτο, ο δε μπροστινός τροχός αυτής ήταν κολλημένος στην πόρτα του οδηγού της Μ.Κ.
- Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία. Στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την 4.8.2005 και περί ώρα 17.30 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΖ 173 στην οδό Ανδρέα Ζάκου, και ακολουθούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής QH 505 από απόσταση περίπου 20μ. Σε ένα σημείο παρά την συμβολή με την οδό Μεσοκελέως είδε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο που έδειξε αριστερά και άρχισε να βγαίνει στο αριστερό παγκέτο. Επίσης πρόσεξε ότι υπήρχε ελεύθερος χώρος εντός της λωρίδας του ώστε να περάσει, και κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου. Όταν, όμως, πλησίασε το αυτοκίνητο και βρισκόταν σχεδόν δίπλα του, αυτό έστριψε ξαφνικά δεξιά χωρίς προειδοποίηση ότι θα ξανάμπαινε στον δρόμο και του κτύπησε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Αστυφύλακας 2520 Στέλιος Ορφανίδης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και πιστεύω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει ο Μ.Κ.1 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε αφού η αντεξέταση περιορίστηκε στην διευκρίνιση μέρους της μαρτυρίας του. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου ν. Δημητρίου, Π. Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ, Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997). Η κα Σύλβια Αντωνιάδου περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την μαρτυρία της. Είναι γεγονός ότι το σημείο Χ1 που αυτή υπέδειξε δεν συνάδει με την θέση της ότι τα δύο οχήματα χτύπησαν την ώρα που αυτή άρχισε να στρίβει για την χωμάτινη δίοδο, αφού βρίσκεται πιο πίσω από το σημείο της διόδου. Κατά την αντεξέταση της, όμως, ισχυρίστηκε ότι δεν υπέδειξε το Χ1, αλλά αυτή βρισκόταν στο σημείο της διόδου. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός της ότι ήταν σταματημένη και μόλις εκκίνησε χτύπησε η μοτοσικλέτα πάνω στο αυτοκίνητο δεν συνάδει με το γεγονός ότι αυτή χτύπησε στην δεξιά μεριά του αυτοκινήτου σε σημείο περί του κέντρου του αυτοκινήτου. Θεωρώ ότι η κα Αντωνιάδου προσπαθούσε να αποφύγει την τυχόν απόδοση σε αυτήν κάποιας ευθύνης για το ατύχημα, με αποτέλεσμα να προσπαθεί να πείσει ότι δεν έστριψε από σημείο πιο πίσω από την χωμάτινη δίοδο. Με έπεισε, όμως, ότι δεν εξήλθε του δρόμου προς το χωμάτινο παγκέτο και να ξαναεισέλθει, εκδοχή την οποία δεν αποδέχομαι για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: - Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι το αυτοκίνητο έμπαινε στο παγκέτο δεν συνάδει με το ότι αυτός αρνήθηκε εμφατικά ότι τα μούτρα του αυτοκινήτου βρίσκονταν στο παγκέτο και το πίσω μέρος του στον δρόμο, αφού δεν ανέφερε να είχε σταθμεύσει, και το μπροστινό μέρος αυτοκινήτου λογικά προηγείται του πίσω. - Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος ως προς το σε ποίο σημείο ξαναμπήκε το αυτοκίνητο στον δρόμο, υπέδειξε επί του σχεδιαγράμματος το σημείο όπου αναγράφεται το Β1. Η υπόδειξη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι βρισκόταν στο πλάι του αυτοκινήτου όταν αυτό ξαναμπήκε στον δρόμο, αφού, αν όντως ήταν έτσι, το σημείο σύγκρουσης θα ήταν στο σημείο του Β1 και όχι αρκετά μέτρα πιο κάτω. - Εάν ήταν ορθή η θέση του Κατηγορούμενου ότι το αυτοκίνητο εισήλθε στον δρόμο από το παγκέτο, θα έπρεπε το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται πιο κοντά στην άκρια του δρόμου, ενώ η θέση του αυτή και η όλη εκδοχή του ουδόλως συνάδει με την τελική θέση του αυτοκινήτου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι, κατά την 4.7.2005 και περί ώρα 17.30 η Μ.Κ.2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής QH 505 στην οδό Ανδρέα Ζάκου με Νότια κατεύθυνση, και ακολουθείτο σε κοντινή απόσταση από την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΖ 173 η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Σε ένα σημείο του δρόμου προ της χωμάτινης διόδου που βρίσκεται προς τα δεξιά της πορείας των πιο πάνω, η Μ.Κ.2 άρχισε να στρίβει δεξιά ώστε να εισέλθει στην δίοδο αυτή. Την ίδια ώρα ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να προσπεράσει την Κατηγορούμενη από τα δεξιά, και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως έχει αναφερθεί, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7175, ημερ. 24.7.2002). Στην υπόθεση Parmaxi and another v. Katsiola
(1985)1 C.L.R. 633 της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν με αυτά της υπό εξέταση περίπτωσης, κρίθηκε ότι ο μοτοσικλετιστής που προσπερνούσε αυτοκίνητο το οποίο έστριψε δεξιά, δεν μπορούσε να θεωρηθεί άμοιρος ευθυνών. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι, άτομο είναι ένοχο συντρέχουσας αμέλειας εάν έπρεπε λογικά να προβλέψει ότι, αν δεν ενεργούσε συνετά, υπήρχε η πιθανότητα να υποστεί ζημιά. (βλ. επίσης Ιωάννου & Παρασκευαϊδης Λτδ ν. Ταξί Κυριάκος Λτδ, Πολ. Εφ. 8671 ημερ. 13.6.1995 και Polycarpou and another v. Adamou
(1985)1 C.L.R 727). Οταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα όμως, και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης. (Βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή ν. Χίνη, ΠΕ 10237, ημερ. 22.3.00). Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος προσπερνούσε την Μ.Κ.2 χωρίς να ελέγξει κατά πόσο αυτό ήταν απόλυτα ασφαλές. Παρά το γεγονός ότι η Μ.Κ.2 σίγουρα φέρει και αυτή ευθύνη για το υπ' αναφορά ατύχημα, εν' τούτοις η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνέτεινε στην σύγκρουση, αφού δεν λειτούργησε ως ένας συνετός οδηγός. Των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. ........................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο