Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ZAHID ALI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1273/08, 15 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1273/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - εναντίον -
- ZAHID ALI
- HAMED HEFEL Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα X" Kωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο 1: ο ίδιος αυτοπροσώπως Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Ζούκα Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν δικής των παραδοχής οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν βρεθεί ένοχοι ο μεν πρώτος στις κατηγορίες 1 , 2, και 3 ο δε δεύτερος στην τέταρτη κατηγορία. Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο λιμάνι, σύμφωνα με τη δεύτερη κατηγορία διέμενε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως απαγορευμένος μετανάστης και σύμφωνα με την τρίτη κατηγορία αποδέχτηκε απασχόληση ως εργάτης σε ανεγειρόμενη οικοδομή με εργοδότη τον κατηγορούμενο 2 χωρίς την απαραίτητη άδεια. Η τέταρτη κατηγορία αφορά τον κατηγορούμενο 2 για το ότι εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 1 χωρίς την απαραίτητη άδεια ως εργάτη σε ανεγειρόμενη οικοδομή. Στο Δικαστήριο αναφέρθηκαν τα γεγονότα σύμφωνα με τα οποία μετά από σχετικό έλεγχο διαπιστώθηκαν τα αδικήματα που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 και επίσης το αδίκημα που αφορά τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραδέχθηκε και απολογήθηκε. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Από την πλευρά του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι είχε πρόθεση να αποταθεί για πολιτικό άσυλο και ότι δεν είχε χρήματα στην κατοχή του. Ήταν στην εργασία για μία μέρα αφού δεν είχε χρήματα. Εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκαν οι προσωπικές του περιστάσεις, δηλαδή ότι είναι παντρεμένος εδώ και πέντε χρόνια, πατέρας 3 παιδιών με το μικρότερο να είναι ηλικίας 2 χρονών και με τη σύζυγό του να διανύει τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της για τέταρτο παιδί. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες εργοδότησης του κατηγορούμενου 1 εξηγώντας ότι ρώτησε αυτόν εάν βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο για να του απαντήσει ο κατηγορούμενος 1 ότι είχε πολιτικό άσυλο. Ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να το δει για να εξετάσει και τα χαρτιά του και να δει την εργασία και ήταν στην απουσία του κατηγορούμενου 2 που ο κατηγορούμενος 1 μετέβη στην οικοδομή και ξεκίνησε εργασία. Σε αυτό το σημείο έγινε αποδεκτό από την πλευρά του κατηγορούμενου 2 ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν υπό την απασχόλησή του αφού ενημερωθείς για την παρουσία του κατηγορούμενου 1 και εργασία του αποδέχτηκε αυτόν ως απασχολούμενό του. Ήταν η θέση της δικηγόρου του ότι εάν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα δεν θα τον προσελάμβανε. Η σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων προκύπτει από μόνη της από την προβλεπόμενη ποινή γι΄ αυτά. Δωδεκάμηνη φυλάκιση ή €1708.- πρόστιμο ή και οι δύο ποινές προβλέπονται για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας ενώ για τα αδικήματα της δεύτερης και τέταρτης κατηγορίας προβλέπεται τριετής φυλάκιση ή πρόστιμο €8543.- ή και οι δύο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων έχει επίσης αναγνωριστεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Tabrizi ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 λέχθηκε ότι: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. ΄Εχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. ΄Οπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, παραθέτω ως χαρακτηριστικό το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη, Ποιν. Εφ. 6967, ημερ. 13/11/2000. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής του συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ΄ επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβωμένες, κρυφής απασχόλησης.» Εις δε την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευαγόρου, Ποιν. Εφ. 7000, ημερ. 24/4/2001, αναφέρθηκε ότι: «Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπισή του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.» Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής χωρίς όμως να εξουδετερώνεται το στοιχείο της αποτρεπτικότητας στην ποινή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη και για τους δύο κατηγορούμενους το λευκό τους ποινικό μητρώο καθώς επίσης την άμεση παραδοχή τους και τις προσωπικές τους περιστάσεις. Δεν θεωρώ ως ελαφρυντικό την αναφορά ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν θα απασχολούσε τον κατηγορούμενο 1 αν γνώριζε ότι δεν έχει τα απαραίτητα έγγραφα αφού αν ήταν έτσι η κατάσταση δεν θα επέτρεπε στον κατηγορούμενο 1 να εργαστεί μέχρις ότου διαπιστώσει το νόμιμο ή μη της προτιθέμενης απασχόλησης. Περαιτέρω, η χρονική διάρκεια της απασχόλησης, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα της συμπτωματικής διαπίστωσης του αδικήματος από την αστυνομία και σύλληψης των κατηγορούμενων. Με βάση όλα τα ενώπιον μου δεδομένα εξακολουθώ να θεωρώ, αναφορικά και με τους δύο κατηγορούμενους ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Με βάση, συνεπώς, όλα τα ενώπιον μου στοιχεία επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: - Καμία ποινή στην πρώτη κατηγορία. - 45 μέρες φυλάκιση στη δεύτερη κατηγορία. - 15 μέρες φυλάκιση στην τρίτη κατηγορία. Στον κατηγορούμενο 2: - 45 μέρες φυλάκιση στην τέταρτη κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν και ως ημερομηνία έναρξης τους θα λογίζεται η 13/02/08 κατά την οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τέθηκαν υπό κράτηση. (Υπ)............................................. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο