Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββα Ιωάννου Ευαγγέλου, Αρ. Υπόθεσης: 4245/06, 15 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4245/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββα Ιωάννου Ευαγγέλου Κατηγορουμένου __________________ 15 Φεβρουαρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κωνσταντίνου (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Σ. Νικολάου). (Ο Κατηγορούμενος είναι παρών). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Στις λεπτομέρειες αδικήματος του καταλογίζεται ότι στις 25.12.2005 στον Κάτω Πύργο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους £70 στο αυτοκίνητο με αρ.εγγ. KLP 525 ιδιοκτησίας του Σάββα Αβραάμ. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση, η οποία ήταν ιδιαιτέρως μακρά και επίπονη με την κατάθεση εννέα συνολικά μαρτύρων. Συγκεκριμένα για την Κατηγορούσα Αρχή κατάθεσαν οι Ανδρέας Ιωάννου (Μ.Κ.1), Σάββας Αβραάμ (Μ.Κ.2), Αστ. 2955 Διογένης Σπύρου (Μ.Κ.3), Αστ. 3374 Μάριος Ιωάννου (Μ.Κ.4) και Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Κ.5). Για τον κατηγορούμενο, πέραν του ιδίου που έδωσε ένορκη μαρτυρία, κατέθεσαν οι Ιωάννης Ιωάννου (Μ.Υ.1), Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Υ.2) και ο Αστ. 2698 Πανίκος Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3). Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό εγχείρημα της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας. Νοείται βέβαια και αυτό μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Στη συνέχεια βεβαίως και συγκεκριμένα κατά το στάδιο που θα αξιολογείται η μαρτυρία, θα υπάρξουν παραπομπές και σχόλια σε σχέση με επιμέρους σημαντικές πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας. Πρώτα όμως να παραθέσω εν συντομία τις αντικρουόμενες εκδοχές. Η εκδοχή λοιπόν της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 2005 ο κατηγορούμενος διασκέδαζε μαζί με το φίλο του Μ.Κ.1 στην καφετέρια "ΗΛΙΣ" που βρίσκεται στον Κάτω Πύργο. Σε κάποια στιγμή περί ώρα 01:45 οι δύο άντρες εξήλθαν από την πίσω πόρτα της καφετέριας με σκοπό να προχωρήσουν προς τα αυτοκίνητα τους και να αναχωρήσουν. Μόλις εξήλθαν της καφετέριας έπαιξε το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.
- Κοντοστάθηκε και το απάντησε. Ο κατηγορούμενος εν τω μεταξύ προχώρησε προς τα εμπρός και όταν συνάντησε στο δρόμο του το όχημα με αρ. εγγ. ΚLP 525 ιδιοκτησίας του Μ.Κ.2, σταμάτησε και χρησιμοποιώντας κάποιο μικρό αιχμηρό αντικείμενο που κρατούσε (είτε κλειδί είτε κέρμα) έγδαρε το καπό του εν λόγω οχήματος προκαλώντας σε αυτό ζημιά, η οποία ως διαπιστώθηκε αργότερα ανέρχετο σε £
- Το όλο περιστατικό το είδε (και το άκουσε) από την απόσταση των περίπου δεκαπέντε μέτρων που στεκόταν εκείνη τη στιγμή ο Μ.Κ.
- Η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι, όντως βρισκόταν στην εν λόγω καφετέρια το αναφερθέν βράδυ αλλά διασκέδαζε όχι μόνο με τον Μ.Κ.1, αλλά και με πολλούς άλλους φίλους του. Όταν δε αναχώρησε, δεν συνοδευόταν από τον Μ.Κ.1 αλλά από τον εξάδελφο του Μ.Υ.
- Τους ακολουθούσαν δε και τέσσερα άλλα πρόσωπα, ο Μ.Υ.2, ο Γιαννάκης Ηρακλέους (η γραπτή του κατάθεση του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 3) και οι δύο εγγονοί του Πανάου, Παύλος και Πανίκος. Η κατεύθυνση τους ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που ανέφερε ο Μ.Κ.
- Δεν συνάντησαν πουθενά στο δρόμο τους το όχημα KLP 525 και βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν πλησίασε το εν λόγω όχημα ο κατηγορούμενος, έτσι ώστε να το γδάρει με οποιοδήποτε τρόπο. Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση των προαναφερθεισών εκδοχών μέσα από την οποία θα προκύψει και η αξιοπιστία ή αναξιοπιστία των μαρτύρων. Προτού το πράξω θα πρέπει να ομολογήσω πως με προβλημάτισε ιδιαιτέρως το σθένος με το οποίο "πάλεψε" την υπόθεση ο κατηγορούμενος, στοιχείο που με οδήγησε να διεξέλθω ξανά και ξανά τη δοθείσα μαρτυρία και να τη συναρτήσω με πολλή προσοχή με τη ζωντανή εντύπωση που μου προξένησαν ένας έκαστος των μαρτύρων έτσι ώστε να βεβαιωθώ, όσον είναι ανθρωπίνως δυνατό, πως το αποτέλεσμα στο οποίο θα κατέληγα θα ήταν όντως το ορθό. Δεν κρύβω πως πέρασα από πραγματικό κόσκινο τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ψάχνοντας τυχόν κενά και παραλείψεις, ενώ στα εμφανή κενά που υπάρχουν στην υπόθεση του κατηγορουμένου, προσπάθησα να αποδώσω κάποια δικαιολογία ή εξήγηση. Στο τέλος όμως αυτού του εγχειρήματος κατέληξα στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως δεν υπάρχουν κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σε αντίθεση μ' αυτήν του κατηγορουμένου που είναι πραγματικά διάτρητη από ανακολουθίες, αντιφάσεις και όψιμες επινοήσεις, ασυμβίβαστες με την αλήθεια και την αυθεντικότητα που θα ανέμενε κανείς. Πιο συγκεκριμένα επισημαίνω τα ακόλουθα: Πρώτον, ο κατηγορούμενος τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία αρνήθηκε ότι αναχώρησε από την καφετέρια με τον Μ.Κ.1, λέγοντας πως έφυγε με τον εξάδελφο του Ιωάννη Ιωάννου (Μ.Υ.1), ακολουθούμενοι από τους Ανδρέα Μιχαηλίδη (Μ.Υ.2), Γιαννάκη Ηρακλέους και τους εγγονούς του Πανάου. Ο αστυφύλακας (Μ.Κ.3) όμως που πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 1) ξεκαθάρισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αναζήτησε και τα πέντε πιο πάνω πρόσωπα. Εξ αυτών εντόπισε τους Μιχαηλίδη, Ηρακλέους και τους εγγονούς του Πανάου. Ο Μιχαηλίδης του είπε προφορικά πως δεν συνόδευε τον κατηγορούμενο αλλά δεν ήθελε να δώσει γραπτή κατάθεση. Ο Ηρακλέους παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, έδωσε γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 3) διαψεύδοντας τον κατηγορούμενο, ενώ και οι εγγονοί του Πανάου ανέφεραν ότι δεν ήθελαν να δώσουν κατάθεση. Με άλλα λόγια ουδείς επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Η πιο πάνω θέση του Μ.Κ.3 δεν αμφισβητήθηκε ποσώς από την Υπεράσπιση, ούτε και του έγιναν αντίθετες υποβολές. Παρόλα ταύτα, αίφνης, παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες Υπεράσπισης οι Ιωάννου και Μιχαηλίδης, σιγοντάροντας τις θέσεις του κατηγορουμένου. Ο Ιωάννου (Μ.Υ.1) μάλιστα ισχυρίστηκε πως επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο διαρκούσης της κράτησης του στον αστυνομικό σταθμό, είπε στους αστυνομικούς ότι ήταν αθώος, προθυμοποιήθηκε να δώσει κατάθεση αλλά ουδείς εκεί ενδιαφέρθηκε να του πάρει κατάθεση. Ούτε όμως και επ' αυτής της ακραίας και δύσκολα πιστευτής θέσης ζητήθηκε έστω το σχόλιο του Μ.Κ.
- Ο Μιχαηλίδης καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ουδείς τον αναζήτησε για να δώσει κατάθεση. Στη συνέχεια όμως όταν του υποβλήθηκε ότι το έπραξε ο Μ.Κ.3 απάντησε "μπορεί". Του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι, είχε πει προφορικά στον Μ.Κ.3 ότι δεν αναχώρησε μαζί με τον κατηγορούμενο. Ενώ θα ανέμενε κανείς την κατηγορηματική διάψευση αυτής της υποβολής, με ύφος αμήχανο και διστακτικό απάντησε "δεν νομίζω". Με άλλα λόγια ενδεχομένως να τον πήρε τηλέφωνο ο Μ.Κ.3 για να δώσει κατάθεση και δεν αποκλείεται κιόλας να του είπε πως δεν ήταν με τον κατηγορούμενο, αλλά κατά τα άλλα, ουδείς του ζήτησε να δώσει κατάθεση. Για το ότι ακολουθούσε τον κατηγορούμενο το επίμαχο βράδυ, θεώρησε σωστό να το αναφέρει επισήμως, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο δύο σχεδόν χρόνια μετά το περιστατικό. Αιφνιδιαστική ήταν και η μαρτυρία του Μ.Υ.
- Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.1 περί τον Ιανουάριο του 2006, του ομολόγησε πως ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε το αδίκημα και πως στην πραγματικότητα "τον έβαλαν πάνω" να τον καταγγείλει. Δεν του αποκάλυψε όμως ποιοι και γιατί "τον έβαλαν πάνω" ούτε και ο μάρτυρας θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει. Ομοίως δεν θεώρησε σωστό να πάρει οποιαδήποτε σημείωση για την ομολογία που του έγινε, ούτε την καταχώρησε πουθενά, ούτε και έδωσε ο ίδιος σχετική κατάθεση, αν και δέχθηκε πως η ομολογία του έγινε υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, δηλαδή αυτήν του αστυνομικού. Αυτές οι παραλείψεις πραγματικά ξενίζουν και δημιουργούν πολλά ερωτηματικά σε σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρος. Ο εκπληκτικότερος όμως ισχυρισμός του Μ.Υ.3 είναι άλλος. Πρόκειται γι' αυτόν ότι τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 και του είπε για την ομολογία (αναίρεση) στην οποία προέβη ο Μ.Κ.1 αλλά ο τελευταίος του απάντησε πως ήταν πλέον αργά καθ' ότι η υπόθεση είχε ήδη διαβιβαστεί στην Εισαγγελία για τα περαιτέρω. Παρά τη σπουδαιότητα του ζητήματος τούτου και πάλι δεν ζητήθηκε καν το σχόλιο του Μ.Κ.
- Αντ' αυτού προβλήθηκε όψιμα και εκ του ασφαλούς όταν είχε πλέον προ πολλού ολοκληρώσει τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.
- Στον Μ.Υ.3 υποβλήθηκε ότι η υπόθεση έφυγε από τον αστυνομικό σταθμό Κάτω Πύργου πολύ αργότερα του Ιανουαρίου του
- Απαντώντας στην υποβολή αυτή ανέφερε πως δεν κρατούσε ημερολόγιο και πως ενδεχομένως να ήταν μεταγενέστερα που πήρε τηλέφωνο τον Μ.Κ.
- Προηγουμένως όμως αυτόβουλα και με σίγουρο ύφος και τρόπο ανέφερε πως είναι τον Ιανουάριο του 2006 που υποτίθεται έλαβε χώραν το συμβάν. Δεύτερον, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι Μ.Υ.1 και 2 μίλησαν για κάποιο μικροδιαπληκτισμό που προηγήθηκε στην καφετέρια με πρωταγωνιστές τους Μ.Κ.1 και 2, αφήνοντας εμμέσως πλην σαφώς να νοηθεί πως ο Μ.Κ.1 είχε κίνητρο και ενδεχομένως να είναι αυτός που στην πραγματικότητα έγδαρε το όχημα του Μ.Κ.
- Παρά τη σπουδαιότητα και αυτού του ζητήματος δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, η οποία σημειωτέον δόθηκε την επομένη του συμβάντος. Παραδόξως όμως και πάλι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι Μ.Κ.1 και 2 δεν ρωτήθηκαν συγκεκριμένα επί τούτου, ούτε και τους έγιναν οι απαραίτητες υποβολές. Είναι γνωστή νομολογιακή αρχή ότι η θέση που θα προβληθεί από ένα διάδικο θα πρέπει να υποβάλλεται προς τους αρμόδιους μάρτυρες για σχολιασμό. Συναφώς οι μάρτυρες θα πρέπει να αντεξετάζονται πάνω σε όλα τα ουσιώδη ζητήματα. Αλλιώς δημιουργούνται κωλύματα στην προβολή τέτοιων θέσεων και ζητημάτων (βλ Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384 και Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α. v. Acuac Inc. Πολ. Έφεση 8266 και 8530, ημερ.10.10.2002). Είναι αλήθεια βεβαίως ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται με κάποια περισσότερη ελαστικότητα στις ποινικές υποθέσεις. Εδώ όμως το εύρος και η σημασία των ζητημάτων δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να αγνοηθούν. Πέραν δε του κωλύματος που δημιουργείται, φρονώ πως προκύπτει και μείζον ζήτημα αξιοπιστίας αυτών που εκ των υστέρων έθεσαν τα εν λόγω ζητήματα, δηλαδή του κατηγορουμένου και των Μ.Υ.1, 2 και 3. Τρίτον, ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ρητά αναφέρει ότι μετά την αναχώρηση του από την καφετέρια πήγε σπίτι. Στην ακρόαση όμως τόσο αυτός όσο και οι Μ.Υ.1 και 2 θυμήθηκαν πως δεν είναι σπίτι που πήγαν αλλά στην ταβέρνα του πατέρα του Μ.Υ.1 στην Μανσούρα. Η διαφοροποίηση δεν είναι επουσιώδης διότι αφορά ακριβώς στις κινήσεις του κατηγορουμένου κατά τον πλέον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός για την ταβέρνα εξυπηρετεί ασφαλώς τη θέση περί υποτιθέμενης ταυτόχρονης και ομαδικής αναχώρησης πολλών ατόμων από την καφετέρια. Η δε προσπάθεια του κατηγορουμένου κατά την ακρόαση να συμβιβάσει τις δύο ανακόλουθες αναφορές προβάλλοντας τη γεωγραφική εγγύτητα της οικίας του και της ταβέρνας κρίνεται τουλάχιστον ως ατυχής. Τέταρτο, ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αν και ρωτήθηκε ειδικά, ανέφερε πως δεν είχε καμία προσωπική διαφορά με τον παραπονούμενο (Μ.Κ.2). Κατά την ακρόαση όμως διαφάνηκε ότι στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε κάποιο σοβαρό επεισόδιο με τον αδελφό του Μ.Κ.2, που είχε μάλιστα ως κατάληξη να ανοιχθεί εναντίον του κατηγορούμενου ποινική υπόθεση, να προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου και τελικώς κατόπιν παραδοχής του να βρεθεί και ένοχος. Συνεπώς είχε και κάποιου είδους κίνητρο να διαπράξει τα όσα του καταλογίζονται. Η δε προσπάθεια του να υποβαθμίσει το επεισόδιο του παρελθόντος και να ισχυριστεί πως οι σχέσεις του με τον Μ.Κ.2 ήταν φιλικές δεν βρήκε απήχηση όχι μόνο στους Μ.Κ.1 και 2 αλλά ακόμα και στους δικούς του μάρτυρες. Στηριζόμενος λοιπόν σε όλα τα πιο πάνω και επιπλέον στην εν γένει κακή εντύπωση που μου προξένησαν ως μάρτυρες, ο κατηγορούμενος και οι Μ.Υ.1, 2 και 3, απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία τους. Αντιθέτως οι μάρτυρες κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένου και του πλέον αμφισβητούμενου από πλευράς Υπεράσπισης Μ.Κ.2, μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Ο Μ.Κ.2 ήταν πηγαίος, παραστατικός και ευθύς. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης, οι οποίες δεν ήσαν λίγες, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς σε καμία στιγμή να διαφανεί ότι ταλαντευόταν ή ότι επιχειρούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι το όλον συμβάν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του μάρτυρος ως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Ούτε και δόθηκε ποτέ συγκροτημένη και πειστική εξήγηση γιατί ο μάρτυρας να συμπεριφερόταν με ένα τέτοιο αλλόκοτο τρόπο. Ως εκ των ανωτέρω δέχομαι τη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων κατηγορίας ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Μέσα από τη μαρτυρία τους αναφύεται η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως την έχω καταγράψει πιο πάνω. Η εκδοχή αυτή, για την αποφυγή επαναλήψεων ας θεωρηθεί ότι αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Κλείνοντας αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στηρίζεται στο άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154 το όποιο έχει ως ακολούθως: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Το άρθρο 324
(1)είναι παρόμοιο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα του Russel on Crime, τόμος 2ος, 12η έκδοση, σελ. 1326-
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η εσκεμμένη (εκούσια) και (β) παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία. Εκούσια σημαίνει εσκεμμένα και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally). Δέστε R. v. Senior [1899] 1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, 4η έκδοση, 5ος τόμος, σελίδες 3022 και
- Η λέξη εκούσια επίσης εξυπακούει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να ενεργεί με γνώση του τι διαπράττει, δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (βλ. R. v. Piche [1967] 10 Crim. LQ 107). Στην υπόθεση Hull v. Jordan [1947] 1 All ER 826 αποφασίστηκε ότι εκούσια (willfully) σημαίνει εσκεμμένα (deliberately). Οι λέξεις παράνομα και εκούσια (unlawfully και willfully) αποφασίσθηκαν ότι σημαίνουν εκ προθέσεως και χωρίς νομική δικαιολογία (intentionally and without lawful excuse) (βλ. Cotterill v. Penn [1936] 1 K.B. 53 Stroud's (ανωτέρω) σελίδα 2877). Το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (βλ. R. v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's (ανωτέρω) σελ. 2877). Στην εδώ περίπτωση τα πράγματα δεν επιδέχονται ιδιαίτερου σχολιασμού. Τόσο το εκούσιο και εθελούσιο της πράξης του κατηγορούμενου όσο και το επιζήμιο του αποτελέσματος προκύπτουν με απόλυτη σαφήνεια και βεβαιότητα. Μαζί δε συνθέτουν στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έτσι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο