Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιάννου Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24933/05, 21 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24933/05 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Γιάννου Αντωνίου
- Πέτρου Λαζάρου Κατηγορουμένων _______________ 21 Φεβρουαρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουτσόφτας. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ιερωνυμίδης. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορία επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 24.3.2005 με θύμα τον Χρίστο Ξενοφώντος από τα Λατσιά. Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον αστ. 3195 Λοΐζο Ερμογένους (Μ.Κ.1), τον παραπονούμενο Χρίστο Ξενοφώντος (Μ.Κ.2) και τη γιατρό Ερωτώ Αντωνίου (Μ.Κ.3). Η μαρτυρία τους σωρευτικά κρίθηκε ικανοποιητική για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Έτσι οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους. Υπήρξε από μέρους τους αντίλογος αφού και οι δύο έδωσαν ένορκη προφορική μαρτυρία ενώ κάλεσαν και ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Γιώργο Πέτσα (Μ.Υ.1). Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό έργο της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων. Επιμέρους παραπομπές θα γίνουν εκεί και όπου χρειάζεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Τούτου λεχθέντος είναι πιστεύω χρήσιμο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν να γίνει μια γενική σκιαγράφηση των εκατέρωθεν αντικρουόμενων εκδοχών. Η εκδοχή λοιπόν της Κατηγορούσας Αρχής ως προκύπτει κατά μείζονα λόγο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 είναι η εξής: Στις 24.3.2005 και περί ώρα 08.30 ο κατηγορούμενος 1, υπάλληλος της εταιρείας G & P Lazarou (J & P ανέφερε ο Μ.Κ.1) στάθμευσε το όχημα του μπροστά από το κατάστημα που διατηρεί ο Μ.Κ.2 στο Μέγαρο Νέμεσις στα Λατσιά. Ο μάρτυρας του έκανε παρατήρηση, ζητώντας του να το μετακινήσει αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε και ανέβηκε στα γραφεία της εταιρείας που βρίσκονται στον 1ον όροφο της εν λόγω πολυκατοικίας. Περί τις 09.30 και αφού εν τω μεταξύ ο Μ.Κ.2 δεν μπόρεσε να μιλήσει τηλεφωνικώς με τον διευθυντή της εν λόγω εταιρείας, ανέβηκε και ο ίδιος στα γραφεία της εταιρείας για να προβεί στις ανάλογες παραστάσεις. Ζήτησε τον υπεύθυνο και τον παρέπεμψαν σε κάποιο Θωμά. Υπέβαλε το παράπονο του προς τον Θωμά αλλά αυτός του ανέφερε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Έτσι προχώρησε προς το ασανσέρ για να αποχωρήσει. Όταν έφτασε στο ασανσέρ τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος 1 και του είπε πως είναι κομμένο το ρεύμα. Προχώρησε έτσι προς τη σκάλα αλλά ο κατηγορούμενος 1 τον έσπρωξε με τα χέρια στο στήθος. Ο μάρτυρας για να μη πέσει κάτω τον έπιασε από τα χέρια. Ενώ ο κατηγορούμενος 1 επιχειρούσε να τον ρίξει στο έδαφος, τον περικύκλωσαν ακόμα τρία άτομα εκ των οποίων ο ένας ήταν ο κατηγορούμενος 2. Κάποιος από αυτούς τον έπιασε από το χέρι και ο κατηγορούμενος 2 τότε τον κλώτσησε στο πίσω δεξιό μέρος του ποδιού. Στη συνέχεια τον άφησαν. Αποχώρησε και επισκέφθηκε διαδοχικά την Αστυνομία Λυκαβητού και το Νοσοκομείο. Η εκδοχή της Υπεράσπισης είναι πως ο Μ.Κ.2 όντως ανέβηκε στα γραφεία της εταιρείας κατά τον αναφερθέντα χρόνο, χωρίς βέβαια να ισχύουν τα όσα ισχυρίστηκε μέχρι του σημείου τούτου. Εκεί άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 1 μετά από κάποιες ανεπιτυχείς συστάσεις να ησυχάσει, να του ζητήσει να αποχωρήσει. Τότε ο Μ.Κ.2 προχώρησε προς το ασανσέρ και ο κατηγορούμενος 1 τον ακολούθησε για τον πληροφορήσει για τη διακοπή ρεύματος που υπήρχε. Σε εκείνο το χρονικό σημείο ο Μ.Κ.2 του επιτέθηκε αρπάζοντας τον από τον αγκώνα. Ο κατηγορούμενος 1 στην προσπάθεια του να τον απωθήσει τον έσπρωξε. Δύο άλλα πρόσωπα της εταιρείας, ο Θωμάς Θωμά και ο Γιώργος Πέτσας (Μ.Υ.1) είδαν το συμβάν, επενέβησαν και τους χώρισαν. Τότε ο Μ.Κ.2 αποχώρησε φωνάζοντας ότι τέσσερις από τους υπαλλήλους της εταιρείας τον κτύπησαν. Ο κατηγορούμενος 2 όχι απλώς δεν έλαβε μέρος με οποιοδήποτε τρόπο στο όλο περιστατικό αλλά δεν ήταν καν παρών. Έχοντας σκιαγραφήσει τις εν γένει εκδοχές των μερών, έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ως γενικό σχόλιο μπορεί να λεχθεί ότι η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου έχει σημασία βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Ο Μ.Κ.1 μου προξένησε καλή εντύπωση. Αποστασιοποιημένος από τη διαμάχη κατάθεσε με ευθύτητα και σαφήνεια, πείθοντας για το αξιόπιστο του λόγου του. Η μαρτυρία του βέβαια είναι μόνο περιφερειακής σημασίας. Ο Μ.Κ.2 που είναι ο πλέον ουσιαστικός μάρτυρας για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εμπίπτει σε μια ειδική κατηγορία μαρτύρων. Ήταν άτομο που κατηγορήθηκε για επίθεση σε σχέση με το ίδιο ακριβώς συμβάν. Προσήχθη και αυτός ενώπιον Δικαστηρίου, αρνήθηκε ενοχή αλλά κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος. Ο ισχυρισμός του επομένως ότι δεν επιτέθηκε στον κατηγορούμενο 1 δεν πρέπει να ευσταθεί. Πρόκειται για μάρτυρα που είχε κάποιο συμφέρον στην όλη έκβαση της υπόθεσης και έτσι η μαρτυρία του πρέπει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Γεωργίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 85/07, ημερ. 21.1.2008). Έχοντας λοιπόν κατά νου την πιο πάνω αρχή και συνεκτιμώντας την με τις ασάφειες που υπάρχουν στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ως θα υποδείξω στη συνέχεια, κρίνω πως η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την καταδίκη των κατηγορουμένων. Πέραν της άρνησης της δικής του επιθετικής συμμετοχής στο επεισόδιο υπήρξε και μια εν γένει αδυναμία να περιγράψει με σαφήνεια πρόσωπα, κινήσεις και καταστάσεις. Στη γραπτή του κατάθεση που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (έγγραφο 1) αναφέρει πως την ώρα που τον κλώτσησε ο κατηγορούμενος 2 τον κρατούσε ένα άτομο από πίσω. Στη συνέχεια όμως ανέφερε πως είναι δύο τα άτομα που τον κρατούσαν. Παρομοίως στην κατάθεση του αφήνεται να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν πίσω του. Στη συνέχεια όμως ανέφερε πως ήταν δίπλα του. Πέραν τούτων ο μάρτυρας δεν ήταν καν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τη διαμόρφωση του χώρου όπου έγινε το συμβάν. Είπε ότι υπήρχαν και άλλα γραφεία στον όροφο, ενώ βάσει αναντίλεκτης μαρτυρίας που προσήχθη στη συνέχεια είναι καθαρό πως δεν υπήρχαν. Περαιτέρω παρά τις υποβολές που του έγιναν επέμενε πως για να εισέλθει κανείς στα γραφεία της εταιρείας δεν υπήρχαν δύο πόρτες, δηλαδή πρώτα μια ξύλινη και στη συνέχεια μια γυάλινη. Η θέση του αυτή όμως καταρρίπτεται ακόμα και από σχετική φωτογραφία που παρουσιάστηκε (τεκμήριο 6). Ανακριβής αποδείχτηκε και η εν γένει περιγραφή του, του χώρου όπου εκτυλίχθηκε το επεισόδιο. Εν όψει των πιο πάνω και χωρίς να εισηγούμαι πως όλα όσα είπε ο Μ.Κ.2 είναι ψέματα, κρίνω πως η μαρτυρία του δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη και κατ' επέκταση να γίνει δεκτή. Η ιατρός Μ.Κ.3 μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση παρά τη σφοδρή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης. Περίγραψε με σαφήνεια τραύματα που αποτελούν σύμφωνα με την Νομολογία "πραγματική σωματική βλάβη" (ως το ιατρικό παραπεμπτικό τεκμήριο 3). Η μαρτυρία της όμως αποκομμένη και ασύνδετη με οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία για επίθεση, καθίσταται εκ των πραγμάτων άνευ ουσιαστικής αξίας. Ως είναι πρόδηλο ήδη αξιολογηθείσα μαρτυρία έχει σφραγίσει την τύχη της υπόθεσης. Ωστόσο δεν θα αποφύγω να σχολιάσω και τη μαρτυρία των κατηγορουμένων και του Μ.Υ.1. Κοινό και κυρίαρχο σημείο της μαρτυρίας αυτών των τριών προσώπων ήταν ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν καν παρών στο επεισόδιο. Συνεπώς αν αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι αληθής, το μέγεθος και η σημασία του ψεύδους αλλά και η συνωμοσία έτσι ώστε να επαναληφθεί απ' όλους, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο οι μάρτυρες τούτοι να κριθούν αξιόπιστοι. Επισημαίνω λοιπόν πως έχω την ακράδαντη πεποίθηση πως όντως πρόκειται περί ενός τεράστιου ψέματος. Όσες και όποιες αδυναμίες και να είχε η μαρτυρία του Μ.Κ.2, αντιστρατεύεται βάναυσα της λογικής να φαντάστηκε την παρουσία ενός προσώπου και να το τοποθέτησε στη σκηνή του επεισόδιο, την ώρα που το πρόσωπο αυτό ήταν κάπου αλλού. Το πρόσωπο αυτό, δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν τον γνώριζε καν πριν το επεισόδιο. Συνεπώς ο Μ.Κ.2 δεν είχε κανένα λόγο και κατ' ουσία κανένα τρόπο να τον υποδείξει ως ένα εκ των συμμετεχόντων στο επεισόδιο. Στο δικό μου μυαλό δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος 2 ήταν παρών στο επεισόδιο. Συνεπώς η κοινή άρνηση του γεγονότος τούτου, για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν, τους καθιστά αναξιόπιστους ως μάρτυρες. Η επιμέρους αυτή κατάληξη δεν επηρεάζει βεβαία την ουσιαστική κατάληξη σε σχέση με την τύχη της υπόθεσης. Οι κατηγορίες δεν έχουν αποδειχθεί και έτσι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο