← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Αυξεντίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 338/07, 22 Φεβρουαρίου, 2008

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Αυξεντίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 338/07, 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου- Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 338/07 Δημοκρατία - ν -

  1. Ανδρέα Αυξεντίου
  2. Δημήτρη Παπαχριστοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: Η κα Ε. Παπαγαπίου. Ο κατηγορούμενος 1εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τον κατηγορούμενο 2: Ο κ. Π. Μπενάκης με την κα Ν. Πίπη. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. -------------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ε Κ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ο Ψ Ε Ω Σ) Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν από κοινού τις πρώτες επτά κατηγορίες ενώ πρόσθετα αντιμετωπίζουν ο καθένας ξεχωριστά, ο μεν πρώτος την όγδοη, ένατη και δέκατη κατηγορίες, ο δε δεύτερος την ενδέκατη και δωδέκατη κατηγορίες. Βασικά, η υπόθεση αφορά αδικήματα τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών των άρθρων 5, 6 και 9 του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110(Ι)/
  4. Σχετικές με αυτά είναι οι κατηγορίες 1, 3, 4, 6, 8, 9, 11 και
  5. Συνεπεία δε των παραβάσεων αυτών φέρεται να διαπράχθηκαν, συγχρόνως, τα αδικήματα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πέμπτη και δέκατη κατηγορίες, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα και το αδίκημα συγκάλυψης, έβδομη κατηγορία, κατά παράβαση των άρθρων 4

(1)(α)(iii)
(2), 5 και 7 του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61(Ι)/1996, όπως έχει τροποποιηθεί. Τέλος, στη δεύτερη κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι συνωμότησαν να διαπράξουν το αδίκημα της κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων στο οποίο αφορά η τρίτη κατηγορία, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα. Παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή ήταν ο τουρκοκύπριος Kufi Birinci ο οποίος διατηρεί τουριστικό γραφείο τόσο στο κατεχόμενο όσο και στο ελεύθερο τμήμα της Λευκωσίας. Το δεύτερο γραφείο άρχισε τη λειτουργία του μετά τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων το
  1. Επίσης, μια άλλη κύρια ασχολία την οποία ο Kufi διεξάγει από το εν λόγω γραφείο είναι η εμπορία συναλλάγματος. Αποτελεί δε κοινό τόπο ότι στις 19.1.2007, γύρω στις 10:00 π.μ. οι κατηγορούμενοι μαζί με κάποιο Γεώργιο Νεοφύτου, ο οποίος απεβίωσε πολύ σύντομα μετά την προαναφερθείσα ημερομηνία, επισκέφθηκαν το γραφείο του Kufi στη Λευκωσία και εκεί έλαβε χώρα αγοραπωλησία 422 χαρτονομισμάτων των €200, συνολικής αξίας €84.400, έναντι του ανταλλάγματος των Λ.Κ.48.
  2. Η αγορά έγινε από τον Kufi ο οποίος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό του τιμήματος σε κυπριακές λίρες ενώ, συγχρόνως, παρέλαβε τα 422 χαρτονομίσματα των €
  3. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τέταρτη κατηγορία, η προμήθεια των εν λόγω χαρτονομισμάτων των €200 προς τον Kufi η οποία ήταν υπό μορφή πώλησης, έγινε και από τα τρία προαναφερθέντα πρόσωπα, δηλαδή τους κατηγορούμενους και το Γεώργιο Νεοφύτου. Ακολούθως ο Kufi, σύμφωνα με τα όσα κατάθεσε στη μαρτυρία του, μετέβη στα κατεχόμενα και εκεί παρέδωσε τα ευρώ σε δύο διαφορετικά γραφεία συναλλάγματος. Κατά την καταμέτρηση και έλεγχο τους διαπιστώθηκε ότι ήσαν πλαστά, οπότε τα πήρε πίσω και επέστρεψε στη Λευκωσία όπου προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία προς την οποία παρέδωσε και τα 422 χαρτονομίσματα των €
  4. Κατά τη δίκη τα εν λόγω χαρτονομίσματα, πλην δώδεκα τα οποία είχαν αφαιρεθεί προηγουμένως για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, κατατέθηκαν ως μέρος της μαρτυρίας και σημειώθηκαν τεκμήριο
  5. Στο μεταξύ, μόλις ο Kufi πληροφορήθηκε ότι τα ευρώ ήσαν πλαστά ενημέρωσε τηλεφωνικώς το φίλο του Λευτέρη Αριστείδου, ο οποίος είχε παρευρεθεί προηγουμένως στη συναλλαγή, και αυτός με τη σειρά του επικοινώνησε με τους κατηγορούμενους και το Γεώργιο Νεοφύτου και τους κάλεσε να επιστρέψουν αμέσως το ποσό των Λ.Κ.48.500 στον Kufi. Προς το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε γύρω στις 2:00 μ.μ. της ίδιας ημέρας συνάντηση των Kufi και Λευτέρη με τους κατηγορούμενους στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου Hilton στη Λευκωσία όπου πριν λάβει χώρα οτιδήποτε άλλο μεταξύ τους, επενέβη η αστυνομία, άντρες της οποίας είχαν θέσει υπό παρακολούθηση τη σκηνή και συνέλαβαν όλους τους παρευρισκόμενους εκεί. Στην πορεία των αστυνομικών ερευνών που ακολούθησαν λήφθηκε αριθμός καταθέσεων από όλους όσους αναφέρονται προηγουμένως, συμπεριλαμβανομένων των κατηγορουμένων καθώς και από άλλα πρόσωπα τα οποία θεωρήθηκε ότι μπορεί να είχαν κάποια σχέση με την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό ένας εκ των ανακριθέντων, ο Κυριάκος Ππίκκος, αγγλοκύπριος και φίλος του πρώτου κατηγορούμενου Ανδρέα Αυξεντίου, παρέδωσε στις 19.1.2007 στους ανακριτές δέσμη με 42 χαρτονομίσματα των €200, τεκμήριο 2, ενώ ένα χαρτονόμισμα, επίσης των €200, παρέδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη σύλληψη του από την αστυνομία στις 19.1.
  6. Κατατέθηκε και αυτό και σημειώθηκε ως τεκμήριο
  7. Ένα άλλο χαρτονόμισμα της ίδιας αξίας βρέθηκε στην οικία του Γεώργιου Νεοφύτου στην οδό Σεϋχελλών 15, Λεμεσός. Κατατέθηκε και αυτό και έλαβε τον αριθμό τεκμηρίου
  8. Τέλος, μια δέσμη από δώδεκα χαρτονομίσματα τα οποία είχαν αφαιρεθεί στις 19.1.2007 από την ποσότητα των 422 χαρτονομισμάτων που είχε παραδώσει στην αστυνομία ο Kufi, με σκοπό να υποβληθούν σε εξετάσεις από την Υ.ΠΕ.Γ.Ε., σημειώθηκαν ως τεκμήριο
  9. Κατά τη διάρκεια της δίκης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα χαρτονομίσματα που είναι τεκμήρια 1 έως 5 ενώπιον μας είναι παραχαραγμένα καθώς επίσης και ότι τα χαρτονομίσματα τεκμήρια 1 και 5 είναι αυτά που παρέδωσε ο Kufi στην αστυνομία στις 19.1.2007 όταν προέβη σε καταγγελία ότι είναι πλαστά. Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι όλα τα προαναφερθέντα τεκμήρια διακινήθηκαν νομότυπα και κανονικά μετά την παράδοση τους στην αστυνομία και μέχρι την κατάθεση τους στο δικαστήριο και ότι δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση εκτός μόνο για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Στο στάδιο που ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος εμφανίζεται μόνος του, όσο και ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου υπέβαλαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να δικαιολογείται όπως αυτοί κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εισηγούμενοι περαιτέρω, επί του προκειμένου, ότι από τη μαρτυρία η οποία έχει μέχρι στιγμής προσφερθεί δεν αποκαλύπτονται συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων οπότε θα πρέπει από το στάδιο αυτό οι κατηγορούμενοι να αθωωθούν από όλες τις κατηγορίες. Η συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή διαφώνησε με τις εισηγήσεις, ανωτέρω, των κατηγορουμένων, εισηγούμενη ότι υπάρχουν αναφορές στη μαρτυρία οι οποίες δικαιολογούν όπως οι κατηγορούμενοι κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Αν και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σχετικά, η εισήγηση, ανωτέρω, των κατηγορουμένων στηρίζεται στο άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι πρόνοιες του παρέχουν τη δυνατότητα για υποβολή, μετά το πέρας της κατάθεσης της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων επαρκώς ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν υπεράσπιση. Η αρχή αυτή πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο, υπέρ κάθε κατηγορουμένου προσώπου, τεκμήριον της αθωότητας. Τα κριτήρια για την εφαρμογή της αναφέρονται στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του θέματος είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σχετικό είναι το απόσπασμα από τις σελίδες 144 έως 145 όπου αναφέρονται τα εξής: "Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου." Διαφωτιστική όσον αφορά το ίδιο αυτό θέμα είναι και η πιο πρόσφατη υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 όπου επαναλαμβάνονται επιδοκιμαστικά τα πιο πάνω κριτήρια. Στο ίδιο πλαίσιο είναι, οπωσδήποτε, άμεσα σχετική και η παρατήρηση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, στη σελίδα 19 ότι «η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με τη μαρτυρία». Υιοθετήθηκε από ανάλογη παρατήρηση η οποία έγινε στην υπόθεση Shaaban Bin Hussien ν. Chong Fook Kam
(1969)2 All E.R. 1626, μέσα σε διαφορετικό όμως πλαίσιο. Έχοντας, λοιπόν, κατά νου τη νομική πτυχή η οποία διέπει το στάδιο αυτό της διαδικασίας, θα έλθουμε τώρα να εξετάσουμε πώς τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Βασικότερος μάρτυρας κατηγορίας είναι ο παραπονούμενος Kufi Birinci ΜΚ2, και σε κάποιο βαθμό και ο φίλος του Λευτέρης Αριστείδου, ΜΚ
  1. Οι μαρτυρίες των υπολοίπων μαρτύρων είναι περιφερειακής σχετικότητας και η σημασία τους περιορισμένη ώστε να μη χρειάζεται να τις παραθέσουμε αφού δεν κρίνουμε αναγκαίο να τις λάβουμε υπόψη κατά την παρούσα φάση της υπόθεσης. Όμως, στο παρόν στάδιο βρίσκεται, επίσης, ενώπιον μας, υπό τη μορφή μαρτυρίας την οποία έχουν καταθέσει μάρτυρες αστυνομικοί, μέλη της ανακριτικής ομάδας, και οι γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων προς την αστυνομία. Παρεμπιπτόντως, είναι στο περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών που παρέπεμψε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής προς υποστήριξη της εισήγησης της, ανωτέρω. Κάτι άλλο το οποίο μπορεί να αναφερθεί, παρεμπιπτόντως και πάλι, είναι ότι ο Kufi τυπικά πλέον είναι που χαρακτηρίζεται στην υπόθεση αυτή ως παραπονούμενος αφού κατά την επιχείρηση της αστυνομίας στο χώρο στάθμευσης του Hilton στις 19.1.2007, ολόκληρο, σχεδόν, το ποσό σε λίρες Κύπρου που κατέβαλε για την αγορά των ευρώ είχε ανακτηθεί και του επιστράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο. Βέβαια, παραπονούμενος σε κάθε ποινική υπόθεση είναι πάντοτε και η κοινωνία στο σύνολό της, τα συμφέροντα της οποίας εκπροσωπεί ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Έτσι λοιπόν, η υπόθεση προχώρησε σε εκδίκαση, δεδομένης και της σοβαρότητας των αδικημάτων που φέρεται να έχουν διαπραχθεί. Καταθέτοντας τη μαρτυρία του ο Kufi, αρχικά αναφέρθηκε σε μια άλλη συναλλαγή η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ του και του πρώτου κατηγορούμενου με τη μεσολάβηση του Λευτέρη, ενάμιση μήνα, περίπου, πριν από την επίδικη. Συγκεκριμένα, του είχε πει τότε ο Λευτέρης ότι κάποιος γνωστός του από την Πάφο ονόματι Αγάς, ο οποίος ασχολείτο με την εμπορία συναλλάγματος ήθελε να προμηθευτεί ευρώ. Για τη συναλλαγή αυτή ο Αγάς έστειλε κάποιο φίλο του ονόματι Αντρέα τον οποίο ο Kufi αναγνώρισε ως τον πρώτο κατηγορούμενο. Κατά την πιο πάνω συναλλαγή ο Kufi παρέδωσε στον Αντρέα, σε συνάντηση που είχαν στη Λευκωσία, €25.000 έναντι συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος, το οποίο έλαβε σε κυπριακές λίρες. Αφού πέρασε κάποιος χρόνος από τότε, στις 18.1.2007 γύρω στις 4:00 το απόγευμα και ενώ βρισκόταν μαζί με το Λευτέρη, τηλεφώνησε στον τελευταίο ο Αντρέας και του είπε ότι ήθελε να πωλήσει προς τον ίδιο, δηλαδή στο μάρτυρα, €95.
  2. Συναντήθηκαν την ίδια ημέρα, γύρω στις 7:00 μ.μ., κοντά στο McDonald του Ορφανίδη στη Λεμεσό. Αυτός πήγε με το Λευτέρη ενώ μαζί με τον Αντρέα είχε έρθει κάποιος ο οποίος τους συστήθηκε με το όνομα Γιώργος, ότι ήταν αστυνομικός και πρόσεξε ότι είχε μαζί του όπλο. Το γεγονός αυτό τον απέτρεψε από του να προχωρήσουν κατ' εκείνη την ημέρα με τη συναλλαγή και συμφώνησαν να συναντηθούν την επόμενη ημέρα, 19.1.2007, γύρω στις 10:00 π.μ., στο γραφείο του στη Λευκωσία. Την επόμενη ημέρα γύρω στις 9:00 π.μ., του τηλεφώνησε ο Λευτέρης και του είπε ότι είχαν έρθει οι άνθρωποι για τη συναλλαγή και ότι είχαν φέρει μαζί τους €84.
  3. Τότε πήρε από δύο γραφεία συναλλάγματος στα κατεχόμενα το ποσό των Λ.Κ.48.530 που χρειαζόταν και μετέβη στις ελεύθερες περιοχές όπου συνάντησε το Γιώργο, τον Ανδρέα και κάποιο που ήταν μαζί τους και είπε ότι ήταν από το Φοινί. Στο πρόσωπο του άντρα αυτού ο Kufi αναγνώρισε το δεύτερο κατηγορούμενο. Επίσης, εκεί ήταν και ο Λευτέρης. Ο Γιώργος του έδωσε τα ευρώ και αυτός του έδωσε το αντάλλαγμα σε κυπριακές λίρες. Επειδή είχε ξεχάσει να φέρει μαζί του το κλειδί του γραφείου του, μέχρι να του φέρει κλειδί η γυναίκα από την οποία το ενοικίαζε, πήγαν δίπλα στο ραφείο κάποιου Ανδρέα και εκεί άρχισε να μετρά και να ελέγχει τα ευρώ που μόλις είχε αγοράσει. Σε λίγο του έφεραν το κλειδί και τελείωσε το μέτρημα στο γραφείο του. Όπως είπε, οι άλλοι δε μέτρησαν τις κυπριακές λίρες που τους έδωσε παρά μόνο τις πήραν και έφυγαν. Ακολούθως, ο Kufi αναφέρει ότι μετά τη συναλλαγή πήγε στα κατεχόμενα και παρέδωσε τα ευρώ που αγόρασε σε δύο γραφεία συναλλάγματος. Στο ένα από αυτά η κοπέλα η οποία άρχισε να ελέγχει και να μετρά την ποσότητα των ευρώ που της είχε παραδώσει, του είπε ότι μπορεί να ήσαν πλαστά. Προς το σκοπό περαιτέρω εξέτασης τους κλήθηκαν και ήρθαν επιτόπου κάποια πρόσωπα από την κεντρική τράπεζα του ψευδοκράτους τα οποία αφού έλεγξαν τα ευρώ διαπίστωσαν ότι ήσαν πλαστά. Τότε τα πήρε όλα πίσω και ήρθε στις ελεύθερες περιοχές όπου προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Το τι συνέβηκε στη συνέχεια αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως. Τα ανωτέρω αναφέρονται σε γραπτή δήλωση του μάρτυρα, Έγγραφο 2Β, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη συνέχεια ερωτηθείς ο Kufi σχετικά, κατά την προφορική του μαρτυρία, διευκρίνισε ότι στα κατεχόμενα που πήγε έδωσε στο ένα από τα δύο γραφεία συναλλάγματος, το Express Exchange, €35.000 ενώ τα υπόλοιπα τα έδωσε στο γραφείο συναλλάγματος Sun Exchange. Όπως είπε, ήταν σ' αυτό το γραφείο που διαπιστώθηκε ότι τα ευρώ που τους παρέδωσε ήσαν πλαστά ενώ αρνήθηκε ότι αυτά είχαν σε οποιοδήποτε στάδιο αλλαχτεί, ισχυριζόμενος ότι μέχρι που τα πήρε πίσω ήταν συνεχώς παρών σε ό,τι εγίνετο σε σχέση με αυτά. Όσον αφορά την ποσότητα των €35.000 που είχε παραδώσει στο Express Exchange ισχυρίστηκε ότι του επέστρεψαν τα ίδια χαρτονομίσματα που τους είχε παραδώσει αν και δεν θυμόταν τους αριθμούς τους, όμως, τους είχε εμπιστοσύνη λόγω του καλού ονόματος τους. Για να προσθέσει ότι δεδομένου ότι δε γνώριζαν ποιας αξίας θα ήσαν τα ευρώ που θα τους παρέδιδε, ήταν αδύνατο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι να τα πάρει πίσω, να κατασκεύαζαν τόσα καινούργια χαρτονομίσματα των €200 ενώ την εν λόγω αξία δεν την έβρισκε κανείς συχνά στην αγορά την περίοδο εκείνη. Ο επόμενος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Λευτέρης Αριστείδου ο οποίος είναι φίλος, όπως είπε και ο ίδιος, του Kufi Birinci ενώ είναι γνωστός εδώ και πολλά χρόνια και με τον Ανδρέα Αγά από την Πάφο. Στη συνέχεια ο Λευτέρης αναφέρθηκε στη συναλλαγή η οποία είχε γίνει προηγουμένως κατά την οποία ο Kufi είχε πωλήσει ευρώ στον πρώτο κατηγορούμενο. Για το ενδιαφέρον του τελευταίου να αγοράσει ευρώ πληροφορήθηκε από τον Αγά ο οποίος του έδωσε και το τηλέφωνο του και επικοινώνησε μαζί του. Κατά την εν λόγω πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ο πρώτος κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι ήθελε να αγοράσει πολλά ευρώ λέγοντας του ότι συνεργαζόταν με μια εταιρεία στο εξωτερικό. Την ίδια ημέρα έγινε και η συναλλαγή σε συνάντηση που είχαν στη Λευκωσία, κατά την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος αγόρασε από τον Kufi 20.000 ευρώ, όπως του είχε πει ο τελευταίος. Μετά από τη συναλλαγή αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος του τηλεφώνησε επανειλημμένα, αρχικά λέγοντας του ότι ήθελε να αγοράσει και άλλα ευρώ ενώ στη συνέχεια το γύρισε, κατά την έκφραση του, και του έλεγε ότι ήθελε να πωλήσει ευρώ στο Kufi. Αυτός του είπε όταν θα είχε τα χρήματα να κανόνιζαν συνάντηση. Στις 18.1.2007 τον πήρε τηλέφωνο ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε ότι ο φίλος του, χωρίς να τον κατονομάσει, είχε φέρει τα ευρώ, ήταν 84.000 και ήθελε να τα αλλάξει με κυπριακές λίρες. Τότε κανόνισαν να συναντηθούν μεταξύ 7:00 και 8:00 μ.μ. στο McDonald του Ορφανίδη όπου ο ίδιος πήγε μαζί με τον Kufi ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος αρχικά πήγε μόνος του. Κατά τη συνομιλία που είχαν τους είπε ότι τα χρήματα δεν ήσαν δικά του αλλά κάποιου άλλου και τότε ο Kufi του είπε να πάει να φέρει τον άλλο που είχε τα ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε και επέστρεψε μετά από 5 με 10 λεπτά συνοδευόμενος από κάποιο τον οποίο τους σύστησε με το όνομα Γιώργος. Όταν στη συνέχεια πρόσεξαν ότι το πρόσωπο αυτό κρατούσε όπλο τους εξήγησε ο ίδιος ότι ήταν αστυνομικός. Ακολούθως, τους πληροφόρησε ότι τα ευρώ ήσαν δικά του, ότι τα είχε σπίτι του και ότι ήθελε να τα αλλάξει. Δεν τους έδωσε άλλες πληροφορίες σχετικά αλλά, όπως είπε, υπολόγισαν ότι θα είχαν σχέση με την εταιρεία που τους είχε αναφέρει προηγουμένως ο πρώτος κατηγορούμενος. Ακολούθως, ο Kufi και ο Γιώργος συμφώνησαν να συναντηθούν την επόμενη ημέρα 19.1.2007 η ώρα 10:00 π.μ. στο γραφείο του Kufi στη Λευκωσία για να γινόταν η συναλλαγή. Την επομένη γύρω στις 8:00 π.μ. του τηλεφώνησε ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε ότι είχαν ξεκινήσει για τη Λευκωσία και συνεννοήθηκαν για τον τόπο συνάντησης τους. Ο ίδιος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Kufi και γύρω στις 9:30 π.μ. συναντήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο, το Γιώργο και κάποιον ο οποίος είχε έρθει μαζί τους και τον εσύστησαν ως Δημήτρη. Στο πρόσωπο του ο μάρτυρας αναγνώρισε το δεύτερο κατηγορούμενο. Ακολούθως, τους οδήγησε στο γραφείο του Kufi ο οποίος ήρθε μετά από δέκα λεπτά. Στη συνέχεια ο μάρτυρας παράθεσε τα γεγονότα που ανάφερε στη μαρτυρία του και ο Kufi μέχρι την αποχώρηση τους από το γραφείο του τελευταίου, αφού ολοκληρώθηκε η συναλλαγή. Καταθέτοντας περαιτέρω ανάφερε ότι μετά από μισή ώρα, περίπου, του τηλεφώνησε ο Kufi και του είπε ότι είχε ελέγξει τα ευρώ που είχε αγοράσει, σε γραφείο συναλλάγματος στα κατεχόμενα και του είπαν ότι ήσαν όλα πλαστά. Τότε, όπως είπε, τηλεφώνησε στον Άντρο και στο Δημήτρη και τους κάλεσε να έρθουν πίσω να φέρουν τις κυπριακές λίρες και να πάρουν τα ευρώ. Μίλησε και με το Γιώργο στο τηλέφωνο στον οποίο είπε το ίδιο πράγμα και τότε αυτός του είπε να καθαρίσουν τα χαρτονομίσματα με ένα ρούχο διότι ήσαν καινούργια και γι' αυτό δεν τα έπιανε το μηχάνημα και νόμιζαν ότι ήσαν πλαστά, χωρίς όμως να τον πείσει. Αργότερα, όταν ο Γιώργος του τηλεφώνησε πίσω, τον έπεισε να έρθει να φέρει τα χρήματα του Kufi, λέγοντας του ότι δε θα είχε πρόβλημα, οπότε αυτός του είπε ότι θα έστελνε τον Άντρο και το Δημήτρη να τα φέρουν. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση στο χώρο στάθμευσης του Hilton στη Λευκωσία όπου τα γεγονότα εξελίχτηκαν όπως τα αφηγήθηκε και ο Kufi. Επίσης, ενώπιον μας βρίσκονται και οι πολυσέλιδες καταθέσεις των κατηγορουμένων προς την αστυνομία. Θα παραθέσουμε στη συνέχεια το περιεχόμενο τους στον απαιτούμενο, για το στάδιο αυτό, βαθμό και με δεδομένη τη χρησιμότητα τους ως μαρτυρία. Στην κατάθεση του της 21ης Ιανουαρίου 2007, τεκμήριο 22, ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε την αφήγηση του λέγοντας ότι θα ήθελε να πει όλη την ιστορία από την αρχή. Άρχισε δε να λέγει ότι κατά τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 2007 είχε γνωρίσει μέσω προσώπου το οποίο δεν κατονόμασε το Δημήτρη, δηλαδή το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι έψαχνε για πρόσωπα που θα μπορούσαν να του μετατρέψουν μεγάλη ποσότητα χαρτονομισμάτων ευρώ, περίπου 200.000, σε κυπριακές λίρες. Στην πρώτη τους συνάντηση που είχαν σε καφετέρια στη Λεμεσό ο Δημήτρης του έδωσε την εντύπωση ότι τα χρήματα ήσαν δικά του. Μετά από 4 με 5 μέρες ο Δημήτρης επικοινώνησε ξανά μαζί του και συναντήθηκαν στο café Comfuzio όπου μετά από λίγο ήλθε και ο Γιώργος ο αστυνομικός, τον οποίο πρώτη φορά έβλεπε. Κατά τη συζήτηση που είχαν, ο Γιώργος του έδωσε την εντύπωση ότι ήταν εκείνος που έκανε κουμάντο και ότι τα ευρώ που ήθελαν να αλλάξουν ήσαν δικά του ενώ ο Δημήτρης του είπε ότι από εκείνη την ημέρα θα μιλούσε με το Γιώργο και γι' αυτό αντάλλαξαν και τηλέφωνα. Κατά την προαναφερθείσα συνάντηση τους ρώτησε, όπως αναφέρει, αν τα ευρώ ήσαν πλαστά ή αν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη παρανομία στη μέση καθώς και γιατί δε τα άλλαζαν σε τράπεζα. Του απάντησαν και οι δύο ότι ήσαν όλα νόμιμα χωρίς να του δώσουν άλλες εξηγήσεις. Όπως λέει στη συνέχεια, τέλος Νοεμβρίου αρχές Δεκεμβρίου του τηλεφώνησε ο Γιώργος και του είπε ότι είχαν τα ευρώ και να βρει άνθρωπο να τα αλλάξει. Όπως του είπε, είχε ευρώ αξίας Λ.Κ.41.
  4. Τότε αυτός ρώτησε στο σύλλογο που συχνάζει αν ήξεραν κάποιο που άλλαζε ευρώ και του έδωσαν το τηλέφωνο κάποιου Αγά από την Πάφο. Τηλεφώνησε στον Αγά ο οποίος του είπε ότι μπορούσε να το βοηθήσει και ότι θα του τηλεφωνούσε σε λίγο πίσω. Στο μεταξύ επικοινώνησε πάλι μαζί του ο Γιώργος και του είπε ότι τελικά ήθελε να αλλάξει Λ.Κ.21.000 σε ευρώ των 500 διότι, όπως του εξήγησε, ήθελε να τα στείλει στην Ελλάδα. Τότε πήρε ο ίδιος ξανά πίσω τον Αγά και του είπε ότι η πράξη θα ήταν για αγορά ευρώ των 500 συνολικής αξίας Λ.Κ.21.
  5. Συνεννοήθηκαν για την ισοτιμία (rate) την οποία θα χρησιμοποιούσαν και ο Αγάς του έδωσε το τηλέφωνο του Λευτέρη στη Λευκωσία με τον οποίο θα έπρεπε να μιλήσει προκειμένου να γινόταν η συγκεκριμένη συναλλαγή. Τα ανάφερε αυτά στο Γιώργο και αφού μίλησε και με το Λευτέρη πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια εκείνη ημέρα στη Λευκωσία η εν λόγω συναλλαγή με τον τουρκοκύπριο Kufi Birinci τον οποίον του σύστησε ο Λευτέρης. Όπως, επίσης αναφέρει, κατ' εκείνη τη συνάντηση ο Λευτέρης του εξήγησε πώς να αναγνωρίζει τα γνήσια ευρώ και να τα ξεχωρίζει από τα πλαστά. Όπως του είπε, θα άγγιζε με το δάχτυλο του πάνω στο ανάγλυφο και από την αφή θα καταλάβαινε αν το χαρτονόμισμα ήταν ή όχι πλαστό. Όπως αναφέρει ακολούθως στην κατάθεση του ο πρώτος κατηγορούμενος, μετά από εκείνη τη συναλλαγή ο Γιώργος επικοινώνησε ξανά μαζί του 4 με 5 φορές και κάθε φορά του έλεγε ότι είχε τα ευρώ και να κανόνιζε συνάντηση με το Λευτέρη και τον τουρκοκύπριο, όμως, μετά του έλεγε και ακύρωνε τη συνάντηση. Τελικά, την Πέμπτη 18.1.2007, κατά το μεσημέρι, του τηλεφώνησε ο Γιώργος και του είπε ότι είχε στην κατοχή του €84.400 και διευθέτησαν να περάσει από το σπίτι του να τα δει για να βεβαιωθεί ότι αυτό που του έλεγε ήταν αλήθεια. Πηγαίνοντας εκεί πρόσεξε ότι ο Γιώργος φορούσε γάντια και κρατούσε ένα χαρτονόμισμα των €
  6. Του εξήγησε ότι φορούσε τα γάντια διότι το χαρτονόμισμα ήταν καινούργιο και δεν ήθελε να το γδάρει, όπως του είπε. Σε ερώτηση του Γιώργου αν ήθελε να φορέσει και αυτός γάντια του απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ο Γιώργος έβαλε το χαρτονόμισμα μπροστά στη φλορέντζα και του έδειχνε τη ταινία στο εσωτερικό του. Ενώ συνέβαιναν αυτά ακούστηκε να ανοίγει η πόρτα κάτω της εισόδου του σπιτιού, ο Γιώργος φώναξε αν ήταν η Τούλα και κατέβηκε τις σκάλες. Όταν ήλθε πίσω κρατούσε ένα χακκί φάκελο τον οποίο άνοιξε και έβγαλε από μέσα δύο δέσμες των €40.000 και μια δέσμη με €4.
  7. Πρόσεξε ότι κάθε δέσμη είχε χαρτονάκι από πάνω και από κάτω και ήταν δεμένη με λαστιχάκι. Επίσης, από τον ίδιο φάκελο έβγαλε και ένα άλλο άσπρο φάκελο μέσα από τον οποίο έβγαλε μια δέσμη με ευρώ η οποία ήταν επίσης μεταξύ μικρών άσπρων χαρτονιών (χαρτονάκια) και ήταν δεμένη με λαστιχάκι. Ενώ εξακολουθούσε να φορεί τα γάντια ο Γιώργος, αφαίρεσε το λαστιχάκι και τα χαρτονάκια και του είπε να ελέγξει τα χαρτονομίσματα. Δοκίμασε ψηλαφώντας το ανάγλυφο όπως του εξήγησε ο Λευτέρης και, όπως λέει, ενόμισε πως ήταν γνήσια. Τότε ο Γιώργος του είπε να κανονίσει να γινόταν η συναλλαγή όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Φεύγοντας από εκεί επικοινώνησε, όπως είπε, τηλεφωνικώς με το Λευτέρη και του είπε ότι τα λεφτά ήσαν έτοιμα. Επίσης, του ζήτησε, όπως του είχε πει και ο Γιώργος, η συναλλαγή να γινόταν στη Λεμεσό και του ανάφερε ότι το ποσό των ευρώ ανερχόταν στις 84.
  8. Ο Λευτέρης του είπε ότι την ώρα εκείνη βρισκόταν στην Πάφο με τον Kufi και διευθέτησαν ώστε κατά την επιστροφή τους να συναντούντο στη Λεμεσό στο McDonald του Ορφανίδη. Αρχικά τους συνάντησε μόνος του γύρω στις 18:30 και τους πληροφόρησε ότι είδε τα ευρώ και ότι ήσαν εντάξει, όμως αυτοί του ζήτησαν να τα ελέγξουν και οι ίδιοι. Κατά τη συνάντηση εκείνη μετέβη σε κάποιο στάδιο επιτόπου και ο Γιώργος, τον είχε μεταφέρει ο ίδιος, και ενώ ήσαν όλοι εκεί ζήτησε από το Γιώργο να δείξει τα ευρώ στους ανθρώπους, όμως αυτός δεν τα είχε μαζί του. Συζήτησαν για το πώς, πότε και πού θα γινόταν η συναλλαγή και τελικά συμφώνησαν να συναντηθούν την επόμενη ημέρα 19.1.2007 η ώρα 10:00 το πρωί στο γραφείο του Kufi στη Λευκωσία. Θα αγόραζε ο Kufi €84.400 για Λ.Κ.44.
  9. Μετά τη συνάντηση εκείνη ο ίδιος άρχισε, όπως αναφέρει, να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά καθ' ότι έφερνε στο μυαλό του διάφορα πράγματα όπως το γεγονός ότι ο Γιώργος φορούσε γάντια, ότι οι δέσμες των ευρώ είχαν μπροστά και πίσω χαρτονάκια, ότι ο Γιώργος κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο McDonald είχε στην κατοχή του πιστόλι και ότι στη συνάντηση αυτή ο Γιώργος δε δέχτηκε να αλλάξει μέρος των ευρώ. Γι' αυτό, όπως αναφέρει περαιτέρω, ζήτησε από το Γιώργο να του δώσει ένα χαρτονόμισμα προκειμένου να το πάρει σε ένα φίλο του τραπεζικό να το ελέγξει. Πρόθεση του ήταν να πήγαινε την άλλη ημέρα νωρίς το πρωί να έκανε τον έλεγχο αυτό. Όμως, ο Γιώργος τελικά δεν του έδωσε χαρτονόμισμα με τη δικαιολογία ότι θα το έλεγχαν την επόμενη ημέρα το πρωί πριν να πήγαιναν στη Λευκωσία. Αργότερα το βράδυ της ημέρας εκείνης, του τηλεφώνησε ο Γιώργος και του είπε να τον έπαιρνε η ώρα 8:00 το πρωί για να πήγαιναν στη Λευκωσία. Οπότε ψηλιάστηκε, όπως είπε, ότι ο λόγος που ήθελε να πάνε τόσο πρωί ήταν για να μην ελέγξουν τα χαρτονομίσματα. Πράγματι, νωρίς το πρωί της επομένης ημέρας και αφού του τηλεφώνησε ο Γιώργος γύρω στις 7:30, πήγε στο σπίτι του και αφού επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του τόσο ο Γιώργος όσο και ο Δημήτρης τον οποίο βρήκε εκεί, ξεκίνησαν για τη Λευκωσία. Καθοδόν πρόσεξε ότι οι δύο συνεπιβάτες του δε μιλούσαν και ότι ήσαν και οι δύο σε ένταση. Σε κάποιο στάδιο επικοινώνησε ο ίδιος τηλεφωνικώς με το Λευτέρη και συνεννοήθηκαν για τον τόπο που θα το συναντούσαν, προκειμένου να πήγαιναν ακολούθως μαζί στο γραφείο του Kufi. Πηγαίνοντας εκεί περίμεναν σε ένα καφενείο διότι ο Kufi δεν είχε έλθει ακόμα ενώ ο Γιώργος ήταν ανήσυχος και του είπε ότι φοβόταν ότι μπορεί να τον είχαν καταδώσει στο Γ.Σ.Π. ενώ ο Δημήτρης πηγαινοερχόταν και έλεγχε αν ερχόταν κανείς. Όταν η ώρα 10:00 π.μ. ήλθε ο Kufi, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει να φέρει το κλειδί του γραφείου του και τότε πήγαν όλοι στο διπλανό μαγαζί ενός ράφτη και εκεί έγινε η συναλλαγή. Πρόσεξε ότι ο Kufi ενώ μετρούσε τα ευρώ τα έλεγχε ένα-ένα για να δει αν ήσαν γνήσια. Όταν τέλειωσε το μέτρημα, το οποίο τελικώς ολοκληρώθηκε στο γραφείο του Kufi, μετά που του είχαν φέρει το κλειδί, άκουσε που συζητούσαν ο Λευτέρης με το Γιώργο και το Kufi, για το πότε θα έκαναν την επόμενη συναλλαγή και εξηγήθηκαν να κάνουν συναλλαγές δύο φορές τη βδομάδα για ποσά μέχρι και €500.000 κάθε φορά, σε χαρτονομίσματα των €10 και πάνω. Επίσης, τους άκουσε να μιλούν και για συναλλαγές που θα έκαναν με στερλίνες. Αφού τέλειωσαν έφυγαν από εκεί και καθ' οδόν προς τη Λεμεσό τηλεφώνησε του Δημήτρη ο Λευτέρης και του είπε ότι τα χαρτονομίσματα ήσαν πλαστά. Ο Δημήτρης του είπε εντάξει και όταν έκλεισε το τηλέφωνο είπε «εν πλαστά τα ρυάλια και θέλουν τα λεφτά τους πίσω». Τότε ο ίδιος, όπως είπε, θύμωσε αλλά οι άλλοι επέμεναν ότι τα λεφτά δεν ήσαν πλαστά. Μετά από λίγο ο Λευτέρης τηλεφώνησε ξανά στο Δημήτρη και αυτός του είπε να τα καθαρίσουν με ρούχο διότι μπορεί να μην τα έπιανε η μηχανή επειδή ήσαν καινούργια. Στο σημείο εκείνο ο Γιώργος έβγαλε από την τζέπη του σακκακιού του τον άσπρο φάκελο που περιείχε τη μικρή δέσμη ευρώ την οποία είχε δει προηγουμένως στο σπίτι του, και είπε να τους την έδινε για να κρύψουν, κατά την έκφραση του. Τότε ο ίδιος έπιασε τα ευρώ και τα τοποθέτησε στη θήκη της πόρτας του οδηγού και εκεί εκατάλαβε ότι σίγουρα τα ευρώ ήσαν πλαστά και περίμενε, όπως αναφέρει, να τους κατεβάσει για να δει τι θα έκανε. Φτάνοντας στη Λεμεσό και αφού κατέβηκε ο Γιώργος από το αυτοκίνητο, στη συνέχεια ενώ έπαιρνε το Δημήτρη για να πάρει και αυτός το δικό του αυτοκίνητο, στη διαδρομή το ρώτησε γιατί δεν του είπαν ότι τα ευρώ ήσαν πλαστά. Τότε, όπως αναφέρει, ο Δημήτρης του είπε ότι τα ευρώ έβγαιναν από μια μηχανή στη Γερμανία και είχαν ως προορισμό το Βέλγιο και ότι ήσαν κατά 80 με 90% γνήσια. Όπως του εξήγησε περαιτέρω, ήταν από τα πρώτα που τυπώνει η μηχανή μέχρι να βράσει και να ξεκινήσει να τυπώνει τα κανονικά και ότι μόνο με χημικά μπορούσε να γίνουν αντιληπτά. Και συμπλήρωσε ότι στην ουσία ήσαν πλαστά διότι η συγκεκριμένη σειρά αριθμών γινόταν και σε κανονικά χαρτονομίσματα. Συνεχίζοντας την αφήγηση του ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει ότι μόλις κατέβασε το Δημήτρη πήρε τηλέφωνο το Λευτέρη ο οποίος του είπε ότι έλεγξαν τα ευρώ σε τράπεζα και ότι το χαρτί δεν ήταν γνήσιο. Τότε του ζήτησε να του δώσει 15 λεπτά ώστε να πάει να πάρει τα χρήματα για να τους τα επιστρέψει. Πήρε δε αμέσως τηλέφωνο το Γιώργο και το ρώτησε που ήταν για να πάει να πάρει τα χρήματα και αφού συζήτησαν του είπε ότι θα τον περίμενε στο round about της Γερμασόγιας, και να το συναντούσε εκεί παίρνοντας μαζί του και τα χρήματα. Μαζί του στον τόπο συνάντησης του με το Γιώργο, ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε και κάποιο Κυριάκο εγγλεζοκυπραίο καθώς επίσης και τη γυναίκα του αφού πίστευε ότι θα πήγαινε μόνος, τελικά, στη Λευκωσία. Ενώ περίμεναν εκεί είπε στον Κυριάκο και στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και επίσης μέτρησε τα χρήματα που του είχε δώσει ο Γιώργος και τα έριξε στο πίσω κάθισμα για να τα επιστρέψει στο Γιώργο και στο Δημήτρη, κάτι το οποίο ξέχασε, όμως, να κάνει. Όπως είπε στη συνέχεια, όταν μετά η συγκεκριμένη δέσμη ευρώ βρέθηκε στην κατοχή του Κυριάκου διατύπωσε την άποψη ότι ο τελευταίος τα είχε πάρει προκειμένου να τον προστατέψει. Όταν τελικά ήρθαν ο Γιώργος και ο Δημήτρης, ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε, όπως είπε, από την κατοχή του Γιώργου, χωρίς ο τελευταίος να αντιδράσει, τα χρήματα σε κυπριακές λίρες και μαζί με τους υπόλοιπους που ήσαν ήδη στο αυτοκίνητο του και το Δημήτρη ο οποίος επιβιβάστηκε σ' αυτό, ξεκίνησαν για τη Λευκωσία. Καθ' οδόν μίλησε στο τηλέφωνο με το Λευτέρη και συνεννοήθηκαν να συναντηθούν σε χώρο παρά το Hilton. Περιμένοντας εκεί και πριν επέμβει η αστυνομία να τους συλλάβει, του είπε ο Δημήτρης επί λέξει: «άφηκα το Γιώρκο τζιαι έκαμε τα θάλασσα τζιαι εν τα έστειλα του Κώστα στην Ελλάδα όπως έκαμνα ως τώρα, επιέρωνα κάτι παραπάνω αλλά η δουλειά εγινόταν». Στην πρώτη κατάθεση την οποία έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος στην αστυνομία στις 19.1.2007, τεκμήριο 21, αναφέρει, κατά τρόπο συνοπτικό, περίπου, τα όσα ανάφερε δύο ημέρες μετά στη μακροσκελή κατάθεση του, τεκμήριο
  10. Δηλαδή, τα όσα παρατίθενται προηγουμένως. Όμως, δεν ανάφερε αυτά που ισχυρίστηκε στη δεύτερη κατάθεση του ότι δήθεν του είπε ο δεύτερος κατηγορούμενος, για τον τρόπο παραγωγής των πλαστών χαρτονομισμάτων ευρώ καθώς και τη δήλωση του ότι «άφηκε το Γιώρκο τζιαι έκαμε τα θάλασσα κλπ». Ενώ σε μια κατάθεση του, μεταγενέστερη της δεύτερης, ημερομηνίας 26.1.2007, τεκμήριο 20, ο πρώτος κατηγορούμενος υιοθέτησε πλήρως τις δύο προηγούμενες του καταθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Πρόσθετα, στην κατάθεση αυτή ερωτηθείς από τον ανακριτή, επιβεβαίωσε ότι πριν ξεκινήσουν για τη Λευκωσία τη δεύτερη φορά, είχε δώσει μια δέσμη με €8.400 στον Κυριάκο Ππίκκο να του τα φυλάξει διότι ο ίδιος δε φορούσε σάκκο να τα βάλει μέσα. Σκοπός του, όπως είπε, ήταν να τα επιστρέψει στο Γιώργο και όχι να τα χρησιμοποιήσει αφού γνώριζε πλέον ότι ήσαν πλαστά. Όμως, ξέχασε, λόγω της συζήτησης την οποία είχε στο round about της Γερμασόγιας με το Γιώργο, σε σχέση με την επιστροφή των χρημάτων στον Kufi, και θα του επέστρεφε τη συγκεκριμένη δέσμη μαζί με τα υπόλοιπα ευρώ που θα έπαιρνε πίσω από τον τελευταίο. Επίσης, ο κατηγορούμενος αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση του ότι από την αρχή όταν άρχισε να μιλά με το Δημήτρη και το Γιώργο τους είχε τονίσει ότι δεν ήθελε να μπλεχτεί σε υπόθεση με πλαστά ή κλοπιμαία χρήματα και για δική του προστασία τους είχε πει ότι η συναλλαγή θα γινόταν μέσω κάποιου τραπεζικού. Όταν ακολούθως αποκαλύφθηκε η κουβέντα με τα πλαστά ευρώ ο Γιώργος ο οποίος πίστευε ότι υπήρχε και κάποιος τραπεζικός στη μέση, του έδωσε, όπως είπε, εκείνα τα λεφτά για να τα δώσει στον τραπεζικό ώστε να κανονίσει να τα περάσει ως γνήσια. Μάλιστα, όταν συναντήθηκαν την Πέμπτη 18.1.2007 στο McDonald, ο Γιώργος ρώτησε το Λευτέρη αν ήταν τραπεζικός και ο τελευταίος του είπε ότι ήταν υπάλληλος της CYTA. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ερωτηθείς ο πρώτος κατηγορούμενος αν είχε δώσει στο Δημήτρη ένα χαρτονόμισμα των €200 ως προμήθεια επειδή τους συνόδευσε στη Λευκωσία, αρνήθηκε. Πρόθεσε όμως, ότι του είχε ζητήσει ο Γιώργος ένα χαρτονόμισμα, και του το έδωσε από τη δέσμη που του είχε προηγουμένως παραδώσει, χωρίς όμως να του πει τι θα το έκανε. Την 1.2.2007 ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε από μόνος του, στον αστυνομικό ανακριτή Μόδεστο Πογιατζή και μια τελευταία κατάθεση, τεκμήριο 23, προκειμένου να πει, όπως αναφέρει, όλη την αλήθεια και να νιώθει ήσυχος με τη συνείδηση του. Αναφέρει σ' αυτή ότι την Παρασκευή 19.1.2007 μετά που επέστρεψαν στη Λεμεσό, πήγε σε ένα γραφείο συναλλάγματος που βρίσκεται στον παραλιακό δρόμο απέναντι από το ξενοδοχείο Παρκ Μπιτς και άλλαξε δύο χαρτονομίσματα των €200 από αυτά που του είχε δώσει ο Γιώργος. Όπως είπε, ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν για να ελέγξει αν ήσαν πλαστά. Ο άνθρωπος εκεί στο γραφείο του τα άλλαξε χωρίς να τα ελέγξει και έτσι δε γνώριζε αν ήσαν ή όχι πλαστά. Από τον Κυριάκο Ππίκκο στον οποίο αναφέρθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, λήφθηκαν δύο καταθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως μαρτυρία από τον αστυνομικό ανακριτή ο οποίος τις έλαβε, τεκμήρια 18 και 19, ενώ ο ίδιος ο Ππίκκος δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στη δίκη. Στην πρώτη του κατάθεση της 19.1.2007, τεκμήριο 18, ο Ππίκκος αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν μόνος μέσα στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορούμενου στο χώρο στάθμευσης του Hilton βρήκε στο πίσω κάθισμα όπου καθόταν έναν άσπρο φάκελο τον οποίο πήρε και έβαλε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του χωρίς να κοιτάξει το περιεχόμενο του. Ενώ στη μεταγενέστερη κατάθεση του της 25.1.2007, τεκμήριο 19, αναφέρει ότι τον εν λόγω φάκελο του τον είχε δώσει ο πρώτος κατηγορούμενος όταν ήσαν ακόμα στο round about της Γερμασόγιας για να του τον φυλάξει. Και συμπλήρωσε, και στις δύο του καταθέσεις, ότι ανακάλυψε τι ήταν το περιεχόμενο του φακέλου μετά την σύλληψη του μαζί με όλους τους άλλους στο χώρο στάθμευσης του Hilton, σε κάποια στιγμή που του επετράπη να επισκεφθεί την τουαλέτα και ενώ είχε αρχίσει να γίνεται λόγος για πλαστά ευρώ. Τότε ανακάλυψε ότι ο φάκελος που είχε στην κατοχή του περιείχε χαρτονομίσματα των €200 και τα παρέδωσε στην αστυνομία. Είναι το τεκμήριο
  11. Γραπτές καταθέσεις λήφθηκαν και από το δεύτερο κατηγορούμενο, μια στις 19.1.2007, τεκμήριο 16 και μια πολυσέλιδη στις 27.1.2007, τεκμήριο
  12. Στη δεύτερη κατάθεση η οποία ήταν ανακριτική, όπως και η πρώτη, ο δεύτερος κατηγορούμενος ερωτηθείς εάν συμφωνούσε με αυτή, άρχισε λέγοντας ότι ήθελε να αρχίσει από την αρχή και να έλεγε όλα όσα γνώριζε. Άρχισε δε αναφερόμενος στο Γιώργο ο οποίος κατά τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2007 ενώ βρισκόταν σε διαθεσιμότητα από την αστυνομία άρχισε να διερευνά μέσω του πώς ήταν δυνατό να αλλαχτούν ορισμένα ποσά δολαρίων ΗΠΑ σε ευρώ. Αρχικά το ερώτημα αυτό ετέθη σε κάποιο ξάδελφο του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν τραπεζικός. Όταν η απάντηση που έλαβαν στο ερώτημα αν μπορούσε να γίνει η αλλαγή μέσω τράπεζας ήταν αρνητική, διότι όπως ο Γιώργος είχε πει τα χρήματα ήσαν «μαύρα» όχι όμως πλαστά, με προτροπή του τελευταίου απευθύνθηκαν σε δύο άλλα πρόσωπα για τον ίδιο σκοπό. Στη συνάντηση που είχαν με ένα από αυτά, γνώρισε, όπως είπε, πρώτη φορά τον Άντρο, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο. Τις συζητήσεις για την αλλαγή των δολαρίων σε ευρώ τις έκανε ο Γιώργος, ο οποίος γνώριζε τα γεγονότα, μαζί με τον Άντρο. Μετά από κάποιες ενέργειες και συζητήσεις τις οποίες ανάφερε ότι είχαν γίνει, ο Γιώργος του είπε να ξεχάσει την υπόθεση των δολαρίων και ότι υπήρχε παρόμοια περίπτωση για αλλαγή ευρώ και να επικοινωνούσε με τον Άντρο. Τους έφερε σε επαφή αλλά δε γνώριζε το αποτέλεσμα της. Μετά από μια ή δύο μέρες του τηλεφώνησε ο Γιώργος και σε συνάντηση που είχαν ο Γιώργος του εξήγησε ότι τα ευρώ που θα άλλαζαν ήταν προϊόν κλοπής από κεντρικές τράπεζες χωρών όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία τα οποία αποσύροντο από την κυκλοφορία διότι ήσαν ελαττωματικά και προορίζοντο για να καταστραφούν. Κάποιος βούλγαρος δε τον οποίο ο Γιώργος γνώριζε, ήταν μέλος κυκλώματος το οποίο αποσπούσε αυτά τα ελαττωματικά ευρώ πριν την καταγραφή και προώθηση τους για καταστροφή. Τότε όταν τα άκουσε αυτά του είπε ότι δεν ενδιαφερόταν. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος ανάφερε ότι μετά από τρεις ημέρες επικοινώνησε ξανά μαζί του ο Γιώργος και του ζήτησε τη βοήθεια του για εξασφάλιση δανείων από τράπεζες προκειμένου να μάζευε €500.000 για να έκανε με το ποσό αυτό κάποια συναλλαγή με το βούλγαρο γνωστό του που θα του απεκόμιζε κάποιο ψηλό ποσοστό κέρδους. Τον βοήθησε βρίσκοντας του κτήματα τα οποία θα μπορούσε να βάλει υποθήκη αλλά τελικά ούτε και αυτή η περίπτωση προχώρησε. Η επόμενη επικοινωνία που είχε με το Γιώργο ήταν, όπως είπε, την Πέμπτη 18.1.
  13. Του είπε να περνούσε την ημέρα εκείνη διακριτικά από κάποιο μέρος όπου θα συναντούσε κάποιους τουρκοκύπριους για μια συναλλαγή με ευρώ που θα έκανε μαζί τους μέσω του Άντρου. Θα παρακολουθούσε τη σκηνή για το ενδεχόμενο να υπήρχε οτιδήποτε το ύποπτο. Πράγματι πέρασε με το συνέταιρο του από το σημείο που πραγματοποιείτο η συνάντηση στο McDonald του Ορφανίδη, όπου τους είπε ότι βρισκόταν ο Γιώργος, τον ενημέρωσε για ό,τι είδε και έφυγαν. Όταν αργότερα το βράδυ της ημέρας εκείνης συναντήθηκαν ξανά, ο Γιώργος τον ενημέρωσε ότι στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε προηγουμένως ήταν ο Άντρος μαζί με ένα ελληνοκύπριο και ένα τουρκοκύπριο και έγινε προκειμένου να άλλαζαν ευρώ με κυπριακές λίρες. Του είπε τους διάφορους λόγους που τελικά δεν έγινε η συναλλαγή, ένας ήταν διότι ήθελε να ήταν μέρα για να ελέγξει ότι οι κυπριακές λίρες που θα του έδινε ο τουρκοκύπριος ήσαν γνήσιες, και τον πληροφόρησε ότι θα γινόταν την επόμενη ημέρα. Συνεχίζοντας την αφήγηση του ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι την επόμενη ημέρα 19.1.2007 γύρω στις 8:00 το πρωί τον πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος και τον παρακάλεσε να πήγαινε μαζί τους στη Λευκωσία όπου θα γινόταν η συναλλαγή με τον τουρκοκύπριο, μήπως και γινόταν τίποτε γιατί, όπως του είπε, δεν είχε εμπιστοσύνη στον τελευταίο και θα πήγαινε απλώς για να παρακολουθεί. Δέχτηκε μετά από επιμονή του Γιώργου και πήγε από το σπίτι του για να το συναντήσει. Εκεί ήρθε και ο Άντρος ο οποίος στην απουσία του Γιώργου του έκανε παράπονο ότι ο Γιώργος μιλούσε πολύ σχετικά για τις προμήθειες ενώ θα έπρεπε να τις κανονίζει αυτός, δηλαδή ο Άντρος, ο οποίος είχε διευθετήσει να γίνει και η συναλλαγή. Ακολούθως, μπήκαν στο αυτοκίνητο του Άντρου και ξεκίνησαν για τη Λευκωσία. Ο Γιώργος είχε φέρει, στο μεταξύ, μαζί του ένα χαρτοφύλακα χρώματος μπλε-καφέ τον οποίο είχε δει και στο σπίτι του πιο πριν όταν ανέβηκε πάνω. Στη Λευκωσία όταν πήγαν κατέληξαν στο round about της CYTA όπου συνάντησαν κάποιο Λευτέρη. Καθ' υπόδειξη του τον ακολούθησαν και πήγαν έξω από το γραφείο του Kufi Birinci. Επειδή ο τελευταίος δεν είχε φέρει μαζί του το κλειδί του γραφείου του η συναλλαγή έγινε δίπλα σε ένα ραφείο. Όμως, η καταμέτρηση των ευρώ τελικά ολοκληρώθηκε στο γραφείο του Kufi. Καθ' όλο δε αυτό το διάστημα ο ίδιος παρέμεινε έξω στο δρόμο και είδε κάποιες φάσεις μόνο της συναλλαγής από το τζάμι το ραφείου. Όταν τέλειωσαν βγήκαν όλοι έξω από το γραφείο του Kufi όπου είχαν στο μεταξύ μεταφερθεί, κρατώντας τους χαρτοφύλακες τους, έκαναν χειραψία και ξεκίνησαν να φύγουν αφού προηγουμένως ο ίδιος και ο Λευτέρης αντάλλαξαν τηλέφωνα. Καθ' οδόν προς Λεμεσό ο δεύτερος κατηγορούμενος άκουσε, όπως αναφέρει στην κατάθεση του, τον Άντρο ο οποίος ρώτησε το Γιώργο πότε θα γινόταν η επόμενη συναλλαγή με ευρώ και ποιο θα ήταν το ποσό. Ο Γιώργος του απάντησε ότι θα γινόταν τη Δευτέρα ή τη Τρίτη και θα ήταν για ποσό πάνω από €100.
  14. Μετά ο Γιώργος ρώτησε τον Άντρο, επί λέξει, όπως το θέτει «Εσού γιατί εν άλλαξες τα δικά σου;» και ο Άντρος του απάντησε ότι θα τα άλλαζε στον τραπεζίτη του μόλις θα πήγαιναν πίσω στη Λεμεσό. Εκείνη την ώρα άκουσε το Γιώργο που ζήτησε ένα χαρτονόμισμα των €200 από τον Άντρο και όταν ο Άντρος του το έδωσε ο Γιώργος το παρέδωσε στον ίδιο κρυφά από την αριστερή του πλευρά. Τότε ο ίδιος το πήρε και το έβαλε στην αριστερή του πισινή τζέπη και θεώρησε ότι ήταν για τον κόπο του. Επίσης, την ίδια ώρα ο Γιώργος είπε στον Άντρο όταν θα άλλαζε τα δικά του ευρώ να του έδινε Λ.Κ.300 για να τις δώσει σε μια κοπέλα που είχε ανάγκη και μετά θα τα κανόνιζαν. Ο Άντρος δέχτηκε και του είπε ότι θα του έδινε όσα ήθελε. Στη συνέχεια κτύπησε το τηλέφωνο του, όπως είπε, και ήταν ο Λευτέρης ο οποίος τον πληροφόρησε ότι τα ευρώ που τους είχαν δώσει ήσαν πλαστά και ότι προσπαθούσε να τηλεφωνήσει στον Άντρο αλλά αυτός δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Τους το ανάφερε και ο Άντρος του είπε να πει στο Λευτέρη πως όταν θα σταματούσαν θα τον έπαιρνε πίσω. Το είπε αυτό στο Λευτέρη και έκλεισαν. Τότε ο Γιώργος γύρισε προς τον Άντρο και του είπε να στρίψει να πάνε πίσω για να επιστρέψουν τις κυπριακές λίρες εφόσον θεωρούσαν ότι τα ευρώ που τους είχαν δώσει ήσαν πλαστά, μήπως και τους δημιουργούσαν κάποιο πρόβλημα. Ο Άντρος του είπε ότι δε χρειαζόταν επειδή δεν ήταν αυτοί που αποφάσιζαν αλλά ο τραπεζίτης, τον οποίο ο Γιώργος του είπε να πάρει τηλέφωνο. Ο Άντρος του είπε ότι θα τον έβλεπε προσωπικά σε 10 με 15 λεπτά που θα έφταναν στη Λεμεσό. Καθ' οδόν ο Γιώργος ρώτησε τον Άντρο μήπως το είχε κάνει επίτηδες επειδή ήθελε και άλλη προμήθεια, όμως, ο Άντρος του είπε να μην ανησυχεί και ότι θα τα κανόνιζε αυτός και εκείνος να κανόνιζε την επόμενη συναλλαγή. Μετά που χώρισαν τον πήρε ξανά τηλέφωνο γύρω στις 12:00 ο Λευτέρης και του είπε ότι ο Άντρος δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα του και γι' αυτό θα πήγαινε στην αστυνομία. Αυτός του είπε ότι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να εντοπίσει τον Άντρο και να του πει να του τηλεφωνούσε. Η ενέργεια που έκανε σχετικά ήταν, όπως είπε, να τηλεφωνήσει στο Γιώργο και να τον ενημερώσει για ό,τι του είχε πει ο Λευτέρης. Στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του Γιώργου και αυτός του είπε ότι μίλησε με τον Άντρο ο οποίος του είπε ότι θα επέστρεφε τις κυπριακές λίρες και θα έφερνε πίσω τα ευρώ και ότι τη Δευτέρα θα τα κανόνιζε με το τραπεζίτη. Ενώ μιλούσαν του τηλεφώνησε ο Λευτέρης και του έδωσε το Γιώργο και μίλησαν. Τον άκουσε να λέει στο Λευτέρη ότι τα ευρώ δεν ήταν πλαστά και ότι θα έστελνε τον Άντρο να του τα επέστρεφε. Μετά ο Γιώργος τηλεφώνησε του Άντρου ο οποίος του είπε ότι ήταν στο round about της Γερμασόγιας και τον περίμενε. Τότε ξεκίνησαν και οι δύο και πήγαν στο συγκεκριμένο σημείο. Ο Γιώργος είχε μαζί του και τη τσάντα με τα λεφτά. Στη διαδρομή ο Γιώργος του είπε να πάει μαζί με τον Άντρο στη Λευκωσία επειδή δεν του είχε εμπιστοσύνη. Όπως είπε, του το ζήτησε σαν χάρη. Και συνέχισε ο δεύτερος κατηγορούμενος λέγοντας ότι ακολούθως πήγαν με το Γιώργο στο round about της Γερμασόγιας όπου συνάντησαν τον Άντρο ο οποίος συνοδεύετο από ακόμα δύο πρόσωπα, τη γυναίκα του και κάποιο φίλο του, και αφού του παρέδωσε ο Γιώργος τα χρήματα μπήκε και αυτός στο αυτοκίνητο του Άντρου και ξεκίνησαν για τη Λευκωσία. Καθ' οδόν επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Λευτέρη και μετά από συζήτηση τελικά διευθέτησαν να συναντηθούν στο χώρο στάθμευσης του Hilton. Εκεί συζητώντας με το Λευτέρη του είπε ότι τα ευρώ δε μπορούσε να ήταν πλαστά, διότι, όπως του είχε πει ο Άντρος τα είχε ελέγξει με τον τραπεζίτη και ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να τα σκουπίσει με ένα ρούχο επειδή ήσαν καινούργια και τότε θα ήσαν εντάξει. Κατ' εκείνη τη στιγμή επενέβη, όπως είπε, η αστυνομία και τους συνέλαβε. Ακολούθως, ερωτηθείς ο δεύτερος κατηγορούμενος αν γνώριζε ποιος ήταν ο τραπεζίτης απάντησε λέγοντας πως κατάλαβε από τα λεγόμενα του Άντρου ότι ήταν κάποιος από τη Λεμεσό με μεγάλη θέση σε τράπεζα ή σε επιχειρήσεις και ότι αυτός έδινε τις οδηγίες στο Λευτέρη και στον τουρκοκύπριο για να κάνουν τις συναλλαγές. Περαιτέρω, ερωτηθείς γιατί δεν επέστρεψε το χαρτονόμισμα, τεκμήριο 3, που βρέθηκε στην κατοχή του όταν αντιλήφθηκε ότι τα χαρτονομίσματα ήσαν πλαστά, απάντησε ότι αυτό το αντιλήφθηκε όταν επενέβη η αστυνομία και τότε τους το παρέδωσε, για να προσθέσει ότι μέχρι την τελευταία στιγμή ο Άντρος τους έλεγε ότι τα ευρώ τα είχε ελέγξει ο τραπεζίτης και δεν ήσαν πλαστά. Τέλος, απαντώντας σε άλλη ερώτηση ανάφερε ότι είχε ακούσει παλαιότερα από το Γιώργο ότι τα ευρώ θα έρχονταν στην Κύπρο μέσα σε ειδικές βαλίτσες και συσκευασμένα κατά τρόπο ώστε να μην εντοπίζονταν από τα X-Ray. Για να ολοκληρώσει, λέγοντας ότι οι συζητήσεις αυτές γίνονταν από τότε που ξεκίνησε η κουβέντα για τα δολάρια. Προηγουμένως, στις 19.1.2007 ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε δώσει και μια άλλη κατάθεση, τεκμήριο 16, στην οποία αρχικά είχε αναφέρει ότι τον Άντρο, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο, τον γνώριζε από πολλά χρόνια, όπως και το Γιώργο τον αστυνομικό. Στη συνέχεια ερωτηθείς να εξηγήσει τα περί της παρουσίας του την ημέρα εκείνη στη Λευκωσία μαζί με τους Άντρο και Γιώργο, άρχισε να αφηγείται με περισσότερη συντομία την εκδοχή την οποία ανάφερε και στη μεταγενέστερη κατάθεση του, τεκμήριο 17, με τη διαφορά ότι στην πρώτη ενέπλεκε περισσότερο τον Άντρο σε πρωτοβουλίες και ενέργειες τις οποίες μετά αποδίδει στο Γιώργο. Τέλος, σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ερωτηθείς ο κατηγορούμενος εάν είχε σε οποιοδήποτε στάδιο αγγίξει πάνω στα ευρώ που ήσαν μέσα στο χαρτοφύλακα αρνήθηκε κατηγορηματικά, όπως και ότι του είπε ποτέ ο Άντρος ή ο Γιώργος ότι είχαν στην κατοχή τους πλαστά ευρώ. Όταν εισηγούντο ο πρώτος κατηγορούμενος και ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών οι οποίες στηρίζονται σε διατάξεις του Νόμου 110(Ι)/2004, αναφέρονταν, κυρίως, στο στοιχείο της γνώσης. Έγινε, βέβαια, εισήγηση και ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα 422 χαρτονομίσματα των €200 τα οποία είχαν παραδοθεί στον Kufi ήσαν παραχαραγμένα. Για το θέμα αυτό πιστεύουμε ότι δε χωρεί συζήτηση, εξεταζόμενο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως πάντοτε, κρίνοντας ότι η σχετική μαρτυρία του Kufi την οποία παραθέσαμε πιο πάνω, περιέχει επαρκή στοιχεία από τα οποία συνάγεται το αντίθετο. Όμως, όσον αφορά το θέμα της γνώσης που φέρεται ότι είχαν οι κατηγορούμενοι, πιστεύουμε ότι αυτό χρήζει περισσότερης εξέτασης. Για να καταστεί αυτό δυνατό έχουμε προβεί σε εκτενείς αναφορές από τις γραπτές καταθέσεις των δύο κατηγορουμένων προς την αστυνομία, πρόσθετα της υπόλοιπης σχετικής μαρτυρίας την οποία έχουμε επίσης παραθέσει, ώστε να προβληθεί όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με την υπό εξέταση πτυχή. Ενώ θα πρέπει, επίσης, να αναφέρουμε από το στάδιο αυτό ότι δεν υπάρχει παρά ελάχιστη μόνο μαρτυρία από άλλη πηγή, δηλαδή πέραν των καταθέσεων των δύο κατηγορουμένων, σε σχέση με την πτυχή αυτή. Περαιτέρω, όσον αφορά τις καταθέσεις καθ' ενός των κατηγορουμένων οι οποίες κατατέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, πιστεύουμε ότι στο στάδιο αυτό χωρεί μια διευκρίνιση. Ότι δεν είναι κατά νόμο δυνατό να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο των καταθέσεων του ενός κατηγορουμένου ως μαρτυρία εναντίον του άλλου κατηγορουμένου ενώ αυτοί, όπως συμβαίνει εδώ, βρίσκονται συγχρόνως στο εδώλιο και αντιμετωπίζουν τις ίδιες κατηγορίες. Εάν επιχειρείτο να κατατεθούν αποκλειστικά για το σκοπό αυτό τότε δε θα ήσαν αποδεκτές (βλ. Κύτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209 και Καττής ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262). Ανκαι ο εξ ακοής κανόνας όταν ίσχυε, αποτελούσε πρακτικό εμπόδιο σε ένα τέτοιο χειρισμό από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, εντούτοις ο πραγματικός λόγος φαίνεται να εδράζεται στον κανόνα ότι ένας κατηγορούμενος δεν είναι ικανός μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του συγκατηγορούμενου του για τα ίδια αδικήματα (βλ. R v. Grant
(1944)2 All E.R. 311 και R. v. Pittarides
(1929)14 C.L.R. 1). Ο κανόνας αυτός έχει την πηγή του στο κοινοδίκαιο (βλ. R. v. Payne
(1872)41 L.J.M.C. 65 και Cross on Evidence, 7η έκδοση, σελίδα 210) το οποίο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση και στην Κύπρο. Η διευκρίνιση, ανωτέρω, κρίθηκε αναγκαία εν όψει της καθολικής παραπομπής στο περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων. Ακόμα και για ό,τι αναφέρει ο ένας κατηγορούμενος εναντίον του άλλου κατηγορούμενου, όπως προκύπτει από την εισήγηση της συνηγόρου για την κατηγορία. Κατά συνέπεια οι καταθέσεις καθενός των κατηγορουμένων θα ληφθούν υπόψη μόνο για ό,τι μπορεί να περιέχουν αυτοενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο ο οποίος τις έχει δώσει. Η δυνατότητα αυτή παρείχετο πάντοτε σε ποινικές υποθέσεις στην κατηγορούσα αρχή εφόσον δεν υπήρχε άλλο νομικό εμπόδιο στην αποδεκτότητα τους, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Είναι, όμως, αναγκαίο να παραθέσουμε πρώτα το νομικό πλαίσιο, από το Νόμο 110(Ι)/2004, στο οποίο εδράζονται οι σχετικές κατηγορίες δηλαδή οι κατηγορίες 1, 3, 4, 6, 8, 9, 11 και 12. Αυτό απαντάται στα άρθρα 5
(1)
(2), 6 και 9
(1)του προαναφερθέντος Νόμου. Προβλέπουν: "5
(1)Κάθε πρόσωπο που θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο νόμισμα, το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγμένο είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη.
(2)Κάθε πρόσωπο που κατέχει, έχει υπό τον έλεγχο του, παραλαμβάνει ή εξασφαλίζει παραχαραγμένο νόμισμα και προτίθεται να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή, εν γνώσει του ότι τέτοιο νόμισμα είναι παραχαραγμένο, είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη. 6. Κάθε πρόσωπο που εν γνώσει του εισάγει, εξάγει, μεταφέρει, προμηθεύει ως γνήσιο ή αποδέχεται παραχαραγμένο νόμισμα, προκειμένου να τεθεί σε κυκλοφορία, είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη. 9
(1)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, κάθε πρόσωπο που, χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, εκδίδει, εισάγει ή εμπορεύεται, οποιοδήποτε αντικείμενο που εμφανίζεται με τη μορφή νομίσματος, επί του οποίου αναγράφεται νομισματική μονάδα, το σύμβολο νομισματικής μονάδας οποιουδήποτε κράτους ή το σύμβολο του ευρώ, είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. " Σχετική είναι και η ερμηνεία των όρων "νόμισμα" και "παραχαραγμένο νόμισμα" την οποία, επίσης, παραθέτουμε: ""νόμισμα" σημαίνει χαρτονόμισμα (περιλαμβανομένου και τραπεζογραμματίου) ή κέρμα που κυκλοφορεί νόμιμα στη Δημοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο κράτος και περιλαμβάνει επίσης τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε ευρώ· περιλαμβάνει επίσης χαρτονομίσματα και κέρματα της Δημοκρατίας ή άλλων κρατών καθώς και ευρώ, που δεν έχουν τεθεί σε κυκλοφορία αλλά προορίζονται να τεθούν σε κυκλοφορία ως νομίμως κυκλοφορούν χρήμα· "παραχαραγμένο νόμισμα" σημαίνει- (α) Αντικείμενο το οποίο έχει τη μορφή νομίσματος αλλά δεν είναι γνήσιο και έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο, ώστε να προσομοιάζει, είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις, με χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο ή κέρμα, αντίστοιχα, με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο· ή (β) χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο ή κέρμα, το οποίο έχει παραποιηθεί ή αλλοιωθεί με δόλιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να εκληφθεί ως χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο ή κέρμα, αντίστοιχα, μεγαλύτερης αξίας: Νοείται ότι, αντικείμενο το οποίο αποτελείται εξ ολοκλήρου ή περιέχει απεικόνιση της μιας όψης νομίσματος, με ή χωρίς την προσθήκη οποιουδήποτε άλλου υλικού, θεωρείται παραχαραγμένο νόμισμα: Νοείται περαιτέρω ότι, αντικείμενο το οποίο προέρχεται από τη συγκόλληση- (i) Τεμαχίων δύο ή περισσοτέρων νομισμάτων· ή (ii) τεμαχίων ενός ή περισσοτέρων νομισμάτων, με την προσθήκη άλλων υλικών θεωρείται παραχαραγμένο νόμισμα· (γ) νόμισμα νόμιμα παραχθέν, που δεν έχει ακόμη τεθεί σε κυκλοφορία αλλά προορίζεται να τεθεί σε κυκλοφορία ως νομίμως κυκλοφορούν χρήμα και το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή με δόλιο τρόπο. " Η γνώση, λοιπόν, αναφέρεται ρητά ως συστατικό στοιχείο των αδικημάτων τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 5
(1)
(2)και 6, ανωτέρω. Για κάποια και ειδικότερα αυτά στα άρθρα 5
(2)και 6 είναι και το μοναδικό στοιχείο που αποτελεί την υποκειμενική υπόσταση τους. Ενώ στο άρθρο 5
(1)αναφέρεται και η πίστη που μπορεί να έχει ένας κατηγορούμενος, αν και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κατηγορία η οποία να βασίζεται στο στοιχείο αυτό. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι πρόνοιες στα προαναφερόμενα άρθρα αφορούν διάφορες δραστηριότητες ή καταστάσεις σε σχέση με παραχαραγμένα νομίσματα τα οποία συναποτελούν την αντικειμενική υπόσταση των υπό αναφορά αδικημάτων. Και πάλι επισημαίνεται ότι οι σχετικές κατηγορίες αναφέρουν, στις λεπτομέρειες τους, συγκεκριμένες καταστάσεις ή δραστηριότητες στις οποίες φέρεται να εμπλέκονται οι δύο κατηγορούμενοι. Δεν ηγέρθη θέμα για οποιαδήποτε από αυτές, ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση τους. Επομένως, θα εξεταστεί στη συνέχεια το θέμα του κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση ότι τα ευρώ ήσαν παραχαραγμένα, τόσο αυτά που παρέδωσαν στον Kufi, τεκμήρια 1 και 5, όσο και αυτά που βρέθηκαν μετά τη σύλληψη τους, τεκμήρια 2 και 3. Η γνώση που μπορεί να έχει κάποιος για κάτι διαπιστώνεται, συνήθως, ως ένα γεγονός. Μόνο που, όπως παρατηρείται στη Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, στη σελίδα 295: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση». Εν ολίγοις, ελλείψει άμεσης μαρτυρίας η διαπίστωση της ύπαρξης γνώσης μπορεί να γίνει και από περιστατική μαρτυρία η οποία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές (βλ. επίσης, Hodfield ν. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, σελίδα 426). Η μαρτυρία αυτή πρέπει να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει κάτι με πλήρη βεβαιότητα. Όμως, ο ίδιος βαθμός γνώσης μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία, να συναχθεί και από την εθελοτυφλία. Η τελευταία πιο πάνω υπόθεση επιδοκιμάζει, στη σελίδα 428, το ακόλουθο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Στην υπόθεση R. v. Griffiths
(1974)60 Cr. App. Rep. 14, εξηγώντας το Αγγλικό Εφετείο ότι εθελοτυφλία δεν αποτελεί βαθμό γνώσης διαφορετικό από την πραγματική γνώση η οποία πρέπει να διαπιστώνεται ως γεγονός, παρατηρεί τα εξής όσον αφορά τη μορφή που θα πρέπει να έχει η καθοδήγηση προς τους ενόρκους, σε ένα ορκωτό δικαστήριο: "To direct the jury that the offence is committed if the defendant suspecting that the goods were stolen, deliberately shut his eyes to the circumstances as an alternative to knowing or believing the goods were stolen is a misdirection. To direct the jury that, in common sense and in law, they may find that the defendant knew or believed the goods to be stolen because he deliberately closed his eyes to the circumstances is a perfectly proper direction". Εν ολίγοις, η ύπαρξη γνώσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ως γεγονός είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία και η εθελοτυφλία, ουσιαστικά, εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία μαρτυρίας. Μια τελευταία αναφορά από τη Hodfield ν. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων, ανωτέρω,, από τη σελίδα 425, όπου υιοθετείται σχετική παρατήρηση στην αγγλική υπόθεση R. v. Panayi
(1989)1 W.L.R. 187, είναι "ότι τυχόν αμέλεια ή αδιαφορία του κατηγορούμενου, οσονδήποτε μεγάλη, δεν αναπληρώνει την ανάγκη απόδειξης της ένοχης γνώσης και πρόθεσης του". Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε αν από τη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί στη δίκη μέχρι στιγμής, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ενοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Όμως, πρώτα θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν μας έχουν υποδειχθεί οποιεσδήποτε συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία τις οποίες να λάβουμε ειδικά υπόψη, κατά την εξέταση του παρόντος σταδίου. Επομένως, η εξέταση μας θα πρέπει να γίνει με αναφορά σε ολόκληρη τη μαρτυρία και είναι γι' αυτό το λόγο που έχουμε παραθέσει εκτενώς όση μαρτυρία κρίναμε ότι μπορεί να είναι σχετική για το στάδιο αυτό. Από τη θεώρηση της και επικεντρωνόμενοι σε συγκεκριμένες πτυχές τις οποίες θα θίξουμε στη συνέχεια, δε διαπιστώνουμε να αποκαλύπτεται σ' αυτή ότι οι κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς είχαν άμεση γνώση ότι τα χαρτονομίσματα των €200, είτε αυτά για τα οποία κατηγορούνται από κοινού είτε αυτά για τα οποία κατηγορούνται ξεχωριστά, ήσαν παραχαραγμένα. Από τη μαρτυρία τόσο των Λευτέρη και Kufi όσο και των ιδίων των κατηγορουμένων φαίνεται ότι τα εν λόγω χαρτονομίσματα βρίσκονταν πάντα υπό τον έλεγχο και την κατοχή του Γιώργου. Αυτό ισχύει και για τα χαρτονομίσματα, τεκμήρια 2 και 3, που σε κατοπινό χρόνο περιήλθαν στην κατοχή, ξεχωριστά, των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, η μαρτυρία των Λευτέρη και Kufi η οποία αναφέρεται στους κατηγορούμενους, περιορίζεται μόνο σε αναφορές οι οποίες καταδεικνύουν τις ενέργειες διαμεσολάβησης του πρώτου κατηγορούμενου στο να γίνει η συναλλαγή στη Λευκωσία ενώ σε σχέση με το δεύτερο κατηγορούμενο απλά τον τοποθετούν στη σκηνή. Ήταν, δηλαδή, παρών όταν γινόταν η συναλλαγή ενώ μετά το πέρας της αυτός είχε λάβει και κάποια τηλεφωνήματα από το Λευτέρη, ενώ βρίσκονταν καθ' οδόν προς Λεμεσό, που τον πληροφορούσαν καθώς και τους άλλους δύο, ότι τα ευρώ που είχε πωλήσει ο Γιώργος στον Kufi ήσαν παραχαραγμένα. Ερχόμενοι στο δεύτερο κατηγορούμενο πρώτα, ο ίδιος δεν αναφέρει οτιδήποτε στις δύο καταθέσεις τις οποίες έδωσε στην αστυνομία, τεκμήρια 16 και 17, που να αποκαλύπτει ότι γνώριζε ότι τα ευρώ σε σχέση με τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ήσαν παραχαραγμένα. Η πληροφόρηση την οποία φέρεται να είχε από το Γιώργο, περί τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2007, ήταν ότι ο Γιώργος προτίθετο να προβεί σε συναλλαγές με ευρώ που όπως, ουσιαστικά του είχε πει, ήταν προϊόν κλοπής οπότε του δήλωσε ότι δεν ενδιαφερόταν να είχε συμμετοχή σε τέτοιες συναλλαγές. Η παρουσία του, διακριτική ή άμεση, σε συναντήσεις που πραγματοποίησε ο Γιώργος με τον Kufi και το Λευτέρη δικαιολογείται ότι ήταν για σκοπούς προστασίας του Γιώργου λόγω του αντικειμένου της συναλλαγής αλλά και επειδή ο τελευταίος ήταν αστυνομικός. Ο Γιώργος ανησυχούσε ότι μπορεί να τον κατέδιδε κάποιος στην υπηρεσία του. Ερχόμενοι, ακολούθως, στις καταθέσεις του πρώτου κατηγορούμενου, ο ρόλος τον οποίο αποδίδει η μαρτυρία σ' αυτόν είναι αυτή του διαμεσολαβητή στο να γίνει η επίδικη συναλλαγή. Παρόμοιο ρόλο φέρεται να είχε διαδραματίσει και σε κάποια άλλη συναλλαγή που είχε γίνει μεταξύ του Γιώργου και του Kufi μερικές βδομάδες πιο πριν, κατά την οποία, όμως, ο αγοραστής χαρτονομισμάτων ευρώ ήταν ο Γιώργος και ο Kufi ο πωλητής τους. Θέμα εμπιστοσύνης και λήψης μέτρων από το Γιώργο λόγω προφανώς της φύσης της συναλλαγής και επειδή ήταν αστυνομικός, υπήρχε και στην περίπτωση εκείνη. Όμως, τα πράγματα κύλησαν ομαλά και ουδείς εξέφρασε παράπονο για τη γνησιότητα των χρημάτων τα οποία αντηλλάγησαν τότε. Στην προκειμένη περίπτωση εξαιτίας και κάποιων άλλων γεγονότων τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του πρώτου κατηγορούμενου τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του, ηγέρθησαν στο μυαλό του κάποιες υποψίες ότι τα ευρώ μπορεί να ήσαν πλαστά ή κλοπιμαία. Επιχείρησε να εξασφαλίσει ένα χαρτονόμισμα των €200 από το Γιώργο προκειμένου να το ελέγξει με κάποιο τραπεζίτη αλλά ο Γιώργος τελικά δεν του το έδωσε. Όμως, γνώριζε ότι ο Kufi ασχολείτο με την εμπορία συναλλάγματος και είχε μακρόχρονη πείρα στον τομέα αυτό. Έτσι με αυτά και τις διαβεβαιώσεις που του έδιδε ο Γιώργος ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το παράνομο, προχώρησε και έφερε σε πέρας τη συναλλαγή. Ακολούθως, άλλαξε ο ίδιος δύο χαρτονομίσματα που φέρεται να ήσαν μέρος της δέσμης τεκμήριο 2, όμως, δεν προέκυψε οτιδήποτε το ύποπτο κατά τη συναλλαγή αυτή σε σχέση με τη γνησιότητα τους. Έπειτα είναι και η αναφορά του πρώτου κατηγορούμενου ότι προκειμένου να έβρισκε κάποιον προς τον οποίο θα πωλούσαν τα ευρώ είχε ρωτήσει στο σύλλογο που σύχναζε και εκεί του είπαν ότι θα μπορούσε να αποταθεί στον Αγά από την Πάφο. Ενεργούσε εντελώς φανερά, κατά την εκδοχή του πάντοτε. Τα ανωτέρω είναι σε γενικές γραμμές τα όσα ανάφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στις καταθέσεις του όσον αφορά τις υποψίες που είχε καθώς και το πώς τις αντιμετώπιζε. Βέβαια, το θέμα το οποίο εξετάζεται εδώ είναι αν υπάρχει μαρτυρία για απόδειξη εκ πρώτης όψεως της γνώσης που μπορεί να είχε ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι τα ευρώ ήσαν παραχαραγμένα. Οπωσδήποτε, από την πιο πάνω μαρτυρία δεν προκύπτει οποιαδήποτε άμεση γνώση του πρώτου κατηγορούμενου για το γεγονός αυτό. Όμως, δεν αποτελεί και περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με το νόμο, από την οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί εθελοτυφλία του πρώτου κατηγορούμενου σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε μόνο υποψίες για τις οποίες τον καθησύχαζαν οι διαβεβαιώσεις του Γιώργου ο οποίος είχε στην απόλυτη κατοχή του τα ευρώ, ενώ ο ίδιος δε μπορούσε να τα ελέγξει. Πρόσθετα, υπήρχε και το προηγούμενο της πρώτης συναλλαγής η οποία φαίνεται ότι ήταν καθ' όλα νόμιμη. Με αυτά κατά νου δε διαπιστώνουμε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε κατά οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο εθελοτυφλήσει ώστε να είναι δυνατό να του αποδοθεί, ακόμα και κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, η γνώση την οποία απαιτεί ο Νόμος να έχει, σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο ίδιος είτε μόνος του, είτε από κοινού με το δεύτερο κατηγορούμενο. Είχε μόνο κάποια υποψία η οποία, όμως, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου, ανωτέρω, όσο εύλογη και αν είναι «δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με τη μαρτυρία». Υπό το φως της πιο πάνω συζήτησης της σχετικής μαρτυρίας καταλήγουμε, ότι αυτή δεν περιέχει οποιεσδήποτε αναφορές από τις οποίες να φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση ότι τα ευρώ ήσαν παραχαραγμένα. Η γνώση δε αυτή αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 5
(1)
(2)και 6 του Νόμου 110(Ι)/2004 καθώς επίσης και αυτού στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει για τον ορισμό των ψευδών παραστάσεων. Συνεπώς, δεν αποδεικνύονται οι κατηγορίες 1, 3 και 4 οι οποίες αναφέρονται στα αδικήματα κατοχής, κυκλοφορίας και προμήθειας, αντίστοιχα, των 422 χαρτονομισμάτων των €200 και επίσης η κατηγορία 5 για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες κατηγορίες οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού. Επίσης, καθότι η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται σε συνωμοσία για διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων στο οποίο αφορά η τρίτη κατηγορία, ούτε και αυτή έχει αποδειχθεί για τον ίδιο πιο πάνω λόγο. Το ίδιο ισχύει και για το αδίκημα συγκάλυψης διά της απόκτησης περιουσίας στο οποίο αναφέρεται η κατηγορία 7 αφού όπως διαπιστώνεται πιο πάνω δεν αποδείχθηκε η διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5. Στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7 αναφέρεται ως ένα από τα γενεσιουργά αδικήματα και το αδίκημα στην κατηγορία 6 το οποίο βασίζεται στο άρθρο 9
(1)του Νόμου 110(Ι)/2004, για την οποία κατηγορία έχουμε κάποιες παρατηρήσεις να κάνουμε. Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου διαπιστώνουμε ότι αυτό δεν εφαρμόζεται σε παραχαραγμένα νομίσματα διότι εξ ορισμού δεν είναι δυνατό να ληφθεί η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας ώστε να επιτραπεί η έκδοση, η εισαγωγή ή η εμπορία τους. Παραπέμπουμε δε σχετικά στον όρο "παραχαραγμένο νόμισμα" τον οποίο παραθέτουμε πιο πάνω και για τον οποίο η δολιότητα ως προς τον τρόπο παραγωγής ή κατασκευής νομίσματος, προκειμένου να εκληφθεί ως γνήσιο, αποτελεί συστατικό στοιχείο. Η Κεντρική Τράπεζα δε θα έδινε, ασφαλώς, άδεια επιτρέποντας την πιο πάνω χρήση ενός τέτοιου αντικειμένου. Αντίθετα, για το εικονικό νόμισμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9
(1), και από τον ορισμό του οποίου όπως συνάγεται από το ίδιο το άρθρο ελλείπει το στοιχείο του δόλου, κάτι τέτοιο είναι δυνατό να γίνει. Δηλαδή, να δοθεί άδεια για την έκδοση, εισαγωγή ή εμπορία του από την Κεντρική Τράπεζα. Κατά συνέπεια, αυτό που το συγκεκριμένο άρθρο τιμωρεί είναι τη μη λήψη της άδειας της Κεντρικής Τράπεζας για νομιμοποίηση των προαναφερθεισών δραστηριοτήτων σε σχέση με εικονικό νόμισμα. Εξού και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο αδίκημα θεωρείται πλημμέλημα και τιμωρείται μέχρι και ένα χρόνο φυλάκιση ή πρόστιμο μέχρι £2.000 ή και με τις δύο ποινές, αναλόγως. Ενώ οι ίδιες δραστηριότητες με παραχαραγμένα νομίσματα όχι μόνο δεν αδειοδοτούνται αλλά, αντίθετα, τιμωρούνται με πολύ μεγαλύτερες ποινές φυλάκισης. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση που τα χαρτονομίσματα των €200, τεκμήρια 1 και 5, ήσαν παραχαραγμένα, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9
(1). Κατά συνέπεια η κατηγορία 6 σε κανένα στάδιο δε θα μπορούσε να επιτύχει. Δεν υπάρχει αδίκημα ότι κάποιος εμπορεύτηκε παραχαραγμένα νομίσματα χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, όπως είναι διατυπωμένη η κατηγορία αυτή. Η συζήτηση και οι διαπιστώσεις μας που έχουν προηγηθεί αναφορικά με την έλλειψη μαρτυρίας ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για το γεγονός ότι τα ευρώ τα οποία είχαν παραδοθεί στον Kufi ήσαν παραχαραγμένα, αφορούν και τις υπόλοιπες κατηγορίες 8 έως 12, συμπεριλαμβανομένων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα 42 χαρτονομίσματα των €200, τεκμήριο 2, τα οποία είχαν περιέλθει σε κάποιο στάδιο στην άμεση κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου κατά την επιστροφή τους στις 19.1.2007 στη Λεμεσό, ισχύουν τα όσα αναφέραμε και προηγουμένως. Πρόκειται για δέσμη με χαρτονομίσματα τα οποία είχε προηγουμένως ο Γιώργος στην κατοχή του και τα έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο για το σκοπό που αναφέρει ο τελευταίος στην κατάθεση του. Στο στάδιο εκείνο τους είχε ήδη πληροφορήσει τηλεφωνικώς ο Λευτέρης ότι από έλεγχο που είχαν κάνει στα ευρώ που είχαν παραδώσει στον Kufi, διαπίστωσε ότι αυτά ήσαν πλαστά. Η πληροφορία αυτή, βέβαια, δεν καθιστά τους δύο κατηγορούμενους γνώστες του συγκεκριμένου γεγονότος σύμφωνα με το Νόμο. Ήταν απλά μια πληροφορία που θα μπορούσε να τους εγείρει κάποια υποψία και τίποτε περισσότερο ενώ αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια και για οποιαδήποτε συναλλαγή. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε ήδη από το στάδιο εκείνο αποφασιστεί και από τους τρεις, δηλαδή τους κατηγορούμενους και το Γιώργο, να επιστρέψουν τις κυπριακές λίρες στον Kufi και να πάρουν πίσω τα ευρώ. Βέβαια, και στο στάδιο εκείνο δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιαδήποτε γνώση από αυτούς ότι τα ευρώ ήσαν παραχαραγμένα. Επομένως, και για τους λόγους αυτούς δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό που απαιτεί το παρόν στάδιο, λόγω της μη απόδειξης γνώσης, οι κατηγορίες 8 και
  1. Όσον αφορά την κατηγορία 12 θα θέλαμε να προσθέσουμε και το εξής εξ αφορμής των δαχτυλικών αποτυπωμάτων του δεύτερου κατηγορούμενου τα οποία φέρεται να έχουν βρεθεί σε ένα από τα χαρτονάκια με τα οποία το τεκμήριο 2, δηλαδή τα 42 χαρτονομίσματα, ήσαν συσκευασμένα. Υπάρχει μαρτυρία προερχόμενη από την κατάθεση του Κυριάκου Ππίκκου ότι η δέσμη των χαρτονομισμάτων, τεκμήριο 2, ήταν τοποθετημένη μέσα σε άσπρο φάκελο ο οποίος βρισκόταν στο πίσω μέρος του καθίσματος του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορούμενου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μεταφέρθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, από το αυτοκίνητο αυτό προς και από τη Λευκωσία σε χρόνο που ο φάκελος με τα 42 χαρτονομίσματα, τεκμήριο 2, βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του εν λόγω αυτοκινήτου όπου καθόταν αυτός. Δε ρωτήθηκε, όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος αν είχε την ευκαιρία να τα αγγίξει ή αν τα άγγιξε κατ' εκείνο το στάδιο. Το θέμα δε διερευνήθηκε καθόλου, όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία. Το μόνο το οποίο είχε ερωτηθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος και το οποίο απέκλεισε, ήταν αν είχε αγγίξει στα χαρτονομίσματα τα οποία βρίσκονταν μέσα στο χαρτοφύλακα τον οποίο κρατούσε ο Γιώργος. Συνεπώς, τα αποτυπώματα του δεύτερου κατηγορούμενου σε μέρος του τεκμηρίου 2 δεν αποτελούν χωρίς άλλο και με δεδομένες τις συνθήκες, ανωτέρω, γνώση του ιδίου ότι αυτά ήσαν παραχαραγμένα. Όσον αφορά την κατηγορία 9 με την οποία κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι έθεσε σε κυκλοφορία στη Λεμεσό δύο παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των €200 που από τη μαρτυρία φαίνεται ότι αποτελούσαν μέρος της δέσμης, τεκμήριο 2, ισχύουν τα ίδια που αναφέραμε πιο πάνω όσον αφορά το θέμα της γνώσης του κατηγορουμένου αυτού για την εν λόγω δέσμη των ευρώ. Πρόσθετα, τα εν λόγω δύο χαρτονομίσματα δεν έχουν ανευρεθεί και δεν υπάρχει μαρτυρία αν όντως είναι και αυτά παραχαραγμένα. Είναι εικασία να θεωρηθεί ότι είναι και αυτά παραχαραγμένα από το γεγονός και μόνο ότι φέρεται να αποτελούσαν μέρος της δέσμης, τεκμήριο
  2. Επομένως, ούτε και αυτή η κατηγορία επιτυγχάνει ενώ με τη διαπίστωση αυτή συμπαρασύρεται και η κατηγορία 10, για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες παραστάσεις φέρεται να συνίσταντο στο ότι τα προαναφερθέντα δύο χαρτονομίσματα τα οποία άλλαξε ο κατηγορούμενος και πήρε κυπριακές λίρες, ήσαν γνήσια. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί προηγουμένως ίδια είναι και η κατάληξη της κατηγορίας 11 σύμφωνα με την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα παραχαραγμένο νόμισμα των €200, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν παραχαραγμένο. Πρόκειται για το χαρτονόμισμα το οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου, του το είχε δώσει ενώ ευρίσκοντο ακόμα στη Λευκωσία ο Γιώργος κρυφά από τον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος, όμως, το είχε δώσει στον τελευταίο από τη δέσμη των χαρτονομισμάτων, τεκμήριο
  3. Εν ολίγοις ούτε και στην περίπτωση αυτή υπάρχει η αναγκαία μαρτυρία για διαπίστωση γνώσης από μέρους του δεύτερου κατηγορουμένου ότι το χαρτονόμισμα αυτό ήταν παραχαραγμένο. Εν όψει, λοιπόν, όλων των ανωτέρω καταλήγουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε από τις 12 κατηγορίες ώστε να δικαιολογείται να κληθούν οι κατηγορούμενοι να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ως εκ τούτου από το στάδιο αυτό οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.