Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ali Saif κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34896/07, 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34896/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Ali Saif
- Viktor Ivanov Κατηγορουμένων __________________ 22 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο 1 : κα Ά. Ιωάννου (Ο Κατηγορούμενος 1 είναι παρών). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 (εφεξής ο Αλί) μετά το πέρας της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αθωώθηκε στις κατηγορίες 1 και 2 που αφορούν το αδίκημα της απαγωγής νεαρής γυναίκας κάτω των 16 χρόνων, αλλά κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 3, 4 και 8 που αφορούν το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 ετών ή άνω και κάτω των 17, ως επίσης και στην κατηγορία 5 που αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Για στοιχειοθέτηση των κατηγοριών 3, 4 και 8 υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία τεσσάρων προσώπων, ήτοι της παραπονούμενης Μαρίας Ιβάνοβα (Μ.Κ.1) (εφεξής η Μαρία), της μητέρας της Μαρίας Πόνκα Ιβάνοβα (Μ.Κ.2), της παθολογοανατόμου Ελένης Αντωνίου (Μ.Κ.3) και του πατέρα της Μαρίας Σλαβ Κούνεφ Ιβάνοφ (Μ.Κ.4). Για στοιχειοθέτηση της κατηγορίας 5 υπάρχει η μαρτυρία άλλων τριών προσώπων, ήτοι της Μαρίας Χριστοφόρου του Κλάδου Ασύλου (Μ.Κ.5), του Σιαρπέλ Τζουτζούκη, Διοικητικού Λειτουργού στο Τμήμα Μετανάστευσης (Μ.Κ.6) και του Κωνσταντίνου Θεμιστοκλέους της Υπηρεσίας Ασύλου (Μ.Κ.7). Πέραν των πιο πάνω έχουν συμφωνηθεί και εγκριθεί παραδεκτά γεγονότα που αφορούν περιφερειακά ζητήματα όπως τη σύλληψη του κατηγορουμένου και τη διαδικασία λήψης κατάθεσης τόσο απ' αυτόν όσο και από τους Μ.Κ.1, 2 και
- Κατά τη διάρκεια της ακρόασης κατατέθηκαν βεβαίως και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η μαρτυρία του Αλί, ο οποίος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρος. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό εγχείρημα της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας. Νοείται βέβαια και αυτό μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Στη συνέχεια βεβαίως και συγκεκριμένα κατά το στάδιο που θα αξιολογείται η μαρτυρία, θα υπάρξουν παραπομπές και σχόλια σε σχέση με επιμέρους σημαντικές πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε ότι αφορά τις κατηγορίες της διαφθοράς ανήλικης ως προκύπτει κατά κύριο λόγο από τη μαρτυρία της ίδιας της Μαρίας, είναι η εξής: Η Μαρία, ηλικίας 13 χρονών και μερικών μηνών κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατάγεται από τη Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της περί τον Νοέμβριο του 2006 και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Νήσου. Ο πατέρας της (Μ.Κ.4) εργαζόταν ως οικοδόμος, έχοντας ως συνάδελφο τον Αλί, ο οποίος κατάγεται από το Πακιστάν. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε στενή φιλία με αποτέλεσμα, πολύ συχνά, ο Αλί να επισκεπτόταν το σπίτι της οικογένειας Ιβάνοβ. Αν και στην αρχή η Μαρία δεν έβλεπε τον Αλί ερωτικά, στην πορεία των πραγμάτων και εν αγνοία του πατέρα της δημιούργησαν σχέση. Μάλιστα στα πλαίσια αυτής της σχέσης, εν αγνοία και της μητέρας της, έκαναν με τη θέληση της Μαρίας σε τρεις περιπτώσεις έρωτα από τον κόλπο. Οι πρώτες δύο ήταν στο σπίτι του Αλί σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες τον Αύγουστο του 2007 και η τρίτη ήταν στο σπίτι της Μαρίας τον Σεπτέμβρη του ιδίου έτους. Η εκδοχή της Υπεράσπισης ως προκύπτει καθ' ολοκληρία από τα λεγόμενα του Αλί είναι ότι, όντως διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της Μαρίας και όντως σύναψε με τη Μαρία σχέση για την οποία όμως γνώριζαν και οι δύο της γονείς. Με τη Μαρία ουδέποτε έκαναν έρωτα. Στις τρεις περιπτώσεις που ανέφερε, εκείνο το οποίο στην πραγματικότητα είχε συμβεί είναι ότι έβγαλαν τα ρούχα τους και ο Αλί φίλησε τη Μαρία στο στόμα και στο στήθος και την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα, όπως εξάλλου έπραξε και αυτή. Δεν ολοκλήρωσαν όμως ερωτική πράξη καθότι ο Αλί σεβόταν την επιθυμία των γονιών της να μη γίνει κάτι τέτοιο. Όλα αυτά βέβαια έγιναν με την πλήρη συναίνεση της Μαρίας. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την κατηγορία της παράνομης παραμονής είναι ότι ο Αλί μεταξύ 20 Ιουλίου του 2004 και 20 Νοεμβρίου του 2007 βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα καθότι ενώ του είχε παραχωρηθεί προσωρινή άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου, αυτή ακυρώθηκε. Η δε προσπάθεια που έγινε τον Σεπτέμβρη του 2004 να του επιδοθεί η απορριπτική απόφαση δεν καρποφόρησε καθότι ο Αλί, χωρίς να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, άλλαξε διεύθυνση. Η εκδοχή της Υπεράσπισης επί των πιο πάνω είναι ότι ο Αλί κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στη δηλωθείσα διεύθυνση. Άλλαξε μεν διεύθυνση αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, το 2005. Για την τύχη της αίτησης του ουδέποτε ενημερώθηκε αν και για τον σκοπό τούτο επισκέφθηκε προσωπικά το αρμόδιο τμήμα σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις. Ως εκ τούτου και για τους νομικούς λόγους που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κα Ιωάννου, υποστηρίχθηκε πως δεν στοιχειοθετείται αυτή η κατηγορία. Έχοντας καταγράψει τις εν γένει εκδοχές των μερών, έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ως γενικό σχόλιο μπορεί να λεχθεί ότι η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασία βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Ξεκινώ από τη Μαρία η οποία ήταν η ουσιαστικότερη μάρτυρας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενόψει του νεαρού της ηλικίας της, της υπέβαλε αρχικά ορισμένες ερωτήσεις για να βεβαιωθεί ότι ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία του όρκου και γενικότερα τη σπουδαιότητα της όλης περίστασης και της αυξημένης ανάγκης να πει την αλήθεια. Στις ερωτήσεις αυτές ανταποκρίθηκε με αρκούντως ικανοποιητικό τρόπο και έτσι η μαρτυρία της δόθηκε ενόρκως. Αφουγκράστηκε τη μαρτυρία της με πολύ προσοχή, έχοντας πλήρη και συνεχή επίγνωση του νεαρού της ηλικίας της, της άμεσης ανάμειξης της στα τεκταινόμενα αλλά και του γεγονότος ότι στο παρελθόν είχε δώσει μια διαφορετική εκδοχή σε σχέση με το εθελούσιο των υπό συζήτηση ερωτικών πράξεων. Τις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκε, αν και ήταν πρόδηλη η αμηχανία και σε κάποιο βαθμό η φοβία της, τις απάντησε με αφοπλιστική αθωότητα, παραστατικότητα και πειστικότητα. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα αφηγήθηκε, πράγματι συνέβησαν. Δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να ενοχοποιήσει τον Αλί, ούτε και προκύπτει από τα συμφραζόμενα της μια τέτοια πρόθεση. Ουσιαστικές αντιφάσεις στους κόλπους της μαρτυρίας της δεν υπάρχουν ούτε και οποιεσδήποτε λογικοφανείς έστω ενδείξεις ότι το όλο συμβάν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας της. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να καταδείξει ότι το περιστατικό δεν συνέβηκε ποτέ και πως η όλη καταγγελία έγινε κατόπιν προτροπής της μητέρας της Μαρίας για καθαρά εκδικητικούς λόγους, διότι, ο Αλί δεν συμφωνούσε δήθεν στο να παντρευτεί τη Μαρία, απέτυχε πλήρως. Δυσκολεύομαι πραγματικά να πιστέψω πως υπάρχει στον κόσμο μητέρα, η οποία θα ήταν διατεθειμένη να διασύρει το ίδιο της το σπλάχνο, την ανήλικη της κόρη δηλαδή (διότι περί διασυρμού πρόκειται), να καταγγείλει ψευδώς στην Αστυνομία και να επαναλάβει το ασύστολο ψεύδος ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε σεξουαλική επαφή, όχι μια αλλά τρεις φορές με ένα ενήλικα άντρα για να τον εκδικηθεί τάχατες διότι δεν την παντρευόταν, λες και η ζωή της εξαρτιόταν από μια τέτοια αφύσικη εξέλιξη. Εκείνο το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα από τη μαρτυρία της Μαρίας είναι ότι όντως κατήγγειλε το συμβάν κατόπιν προτροπής και της μητέρας της. Η προτροπή όμως ορθώς έγινε, αφού είχε να κάνει με το αληθές του συμβάντος. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων όπου αναζητείται ως θέμα πρακτικής ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Δημοσθένους v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ). Είναι αλήθεια ότι πέραν της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 που ενισχύει σε κάποιο βαθμό τη μαρτυρία της Μαρίας, δεν υπάρχει άλλη αποδεκτή ενισχυτική μαρτυρία. Ωστόσο από τη σφαιρική αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μαρίας στην οποία έχω αναφερθεί προηγουμένως και συναισθανόμενος πλήρως τους κινδύνους που εξ αντικειμένου ελλοχεύουν, δεν έχω καμία απολύτως επιφύλαξη να καταλήξω σε εύρημα ενοχής στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία της Μαρίας (βλ. Σάββας v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258, 269 και Σ.Θ.Π v. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ 604). Πρόσφατα στην Βούτουνος v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 244/2006, ημερ. 23.1.2008, έχει τονιστεί το αχρείαστο και άτοπο με βάση τα Κυπριακά δεδομένα, να καταγράφεται το στερεότυπο λεκτικό της ούτω καλούμενης "αυτοπροειδοποίησης" εξου και το έχω παραλείψει. Από τα όσα προανέφερα βέβαια θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι ο τρόπος αντιμετώπισης και γενικά η περίσκεψη του Δικαστηρίου γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει αλλάξει ποσώς. Απλά έχει παραληφθεί μια αχρείαστη λεκτική διατύπωση. Από τα πιο πάνω ήδη διαγράφεται το αποτέλεσμα σε ότι αφορά τις κατηγορίες 2, 3 και
- Για σκοπούς όμως πληρότητας θα συνεχίσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η μητέρα και ο πατέρας της Μαρίας, δηλαδή οι Μ.Κ. 2 και 4 μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Απλοί άνθρωποι και οι δύο, περιέγραψαν με απλότητα και ευθύτητα τα όσα οι ίδιοι ήξεραν για την υπόθεση, τα οποία βέβαια, είχε ως επί το πλείστον, κοινή αφετηρία τα όσα τους ομολόγησε η Μαρία. Ειδικά να επισημάνω ότι ο βαθμός της γνώσης του καθενός για τη σχέση της Μαρίας με τον Αλί θεωρώ ήταν αυτή που οι ίδιοι ανέφεραν και όχι αυτή που ισχυρίστηκε ο Αλί. Πολύ καλή εντύπωση μου προξένησε και η Μ.Κ.
- Η αρμοδιότητα της να καταθέσει ως πραγματογνώμονας δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι η μαρτυρία της ήταν τεκμηριωμένη και λεπτομερής, δίδοντας έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα επί του αντικειμένου που κατέθεσε. Τα σημαντικά στοιχεία της μαρτυρίας της είναι ότι κατά τη ημέρα της εξέτασης της Μαρίας, δηλαδή στις 21.11.07 διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ρήξη παρθενικού υμένα η οποία μάλιστα δεν ήταν πρόσφατη. Ως εξήγησε τούτο σημαίνει ότι η ρήξη ήταν παλαιότερη των 28 ημερών. Αυτό βέβαια ενισχύει την εκδοχή της Μαρίας σε ότι αφορά τον χρόνο που έκαμε έρωτα με τον Αλί, ήτοι τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του
- Είναι γεγονός ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι η εξέταση έγινε σε συνεργασία με τον γυναικολόγο και ότι η μαρτυρία της βασιζόταν κατ' ουσία στις δικές του εκτιμήσεις. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε να πει κανείς ότι όντως η μαρτυρία της ήταν εξ ακοής, γεγονός που στηλίτευσε έντονα η Υπεράσπιση. Επ' αυτού έχω να κάνω τρία σχόλια: Πρώτον, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον αυτόματα. Στις πλείστες περιπτώσεις, στις οποίες συγκαταλέγω και την παρούσα, εναπόκειται σε εκείνο που αμφισβητεί την εξ ακοής μαρτυρία να ζητήσει να παρουσιασθεί για σκοπούς αντεξέτασης η "πρωτογενής πηγή πληροφόρησης", δηλαδή το πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Εδώ δεν ζητήθηκε να παρουσιαστεί ο γυναικολόγος. Δεύτερον, εδώ έτσι και αλλιώς η μάρτυρας εκ της ιδιότητας της αλλά και της άμεσης συμμετοχής της στην όλη εξέταση ήταν συναρμόδια για τα όποια συμπεράσματα. Αλλιώς ποιος ο λόγος της δικής της ανάμειξης στην εξέταση; Τρίτον, και να απέκλεια εντελώς λόγω των πιο πάνω τη μαρτυρία της, το αποτέλεσμα στο οποίο θα κατέληγα θα ήταν ακριβώς το ίδιο αφού ως ήδη εξήγησα η μαρτυρία της Μαρίας από μόνη της διασφαλίζει πλήρως την ορθότητα της καταδίκης του Αλί. Ο Αλί από την άλλη μου προξένησε κακή εντύπωση. Δεν έχω αμφιβολία ότι σε ότι αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα αυτής της υπόθεσης δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εκδοχή του ήταν και όψιμη υπό την έννοια ότι σημαντικές λεπτομέρειες που ανέφερε στο Δικαστήριο δεν τις αναφέρει καν στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Τούτο βέβαια ήταν τόσο έκδηλο που αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει και να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι οφείλεται στο γεγονός ότι κτυπήθηκε από την Αστυνομία. Τον σημαντικότατο αυτό ισχυρισμό όμως, παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πάνω από δέκα φορές, ουδέποτε τον ξανά προέβαλε με αποτέλεσμα η περί αυτού αιφνιδιαστική αναφορά να ερμηνεύεται ως καθαρά ευκαιριακή και ανυπόστατη. Η θέση περί κακοποίησης είναι και ασυμβίβαστη με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του. Η εν λόγω κατάθεση δεν αποτελεί ομολογία ενοχής ούτε και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα ενοχοποιητικές αναφορές. Επομένως προς τι οι αναφορές του κατηγορουμένου ότι τον εξανάγκασαν να υπογράψει και συναφώς ποιος ο λόγος της κακοποίησης; Και γιατί η κακοποίηση δεν τον εμπόδισε να περιγράψει τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση αλλά τον εμπόδισε να επεκταθεί στις λεπτομέρειες που εξιστόρησε ενώπιον του Δικαστηρίου; Η απάντηση βέβαια στα πιο πάνω ερωτήματα είναι πως τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν εκ των υστέρων σκέψεις σε μια προσπάθεια να δώσει υπόσταση στους αρχικούς του ισχυρισμούς και γενικότερα για να αποποιηθεί ευθύνης για τα ανομήματα του. Απίστευτα κρίνονται και τα όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με την κατηγορία της παράνομης παραμονής. Ειδικά δεν πιστεύω πως επισκέφθηκε τρεις φορές το τμήμα μετανάστευσης για να ενημερωθεί για την τύχη της αίτησης του και πως δεν του έδιδε κανείς σημασία. Όση γραφειοκρατία, απαξίωση και αδιαφορία και να υπάρχει στα αρμόδια τμήματα έναντι των αλλοδαπών, αιτητών πολιτικού ασύλου δεν είναι δυνατό ένας που θέλει πραγματικά να ενημερωθεί για την τύχη μιας τέτοιας αίτησης, όχι μια αλλά σε τρεις περιπτώσεις, να μην τα καταφέρει. Ο Αλί από τον τρόπο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μου φάνηκε αρκετά ευφυές άτομα έτσι ώστε να μπορούσε να φέρει σε πέρας μια τόσο στοιχειώδη αποστολή. Απίστευτη κρίνεται και η αναφορά ότι διεύθυνση άλλαξε περί τα τέλη του
- Ενόψει των πιο πάνω και γενικότερα της κακής εικόνας που εξέπεμπε ο Αλί ως μάρτυρας απορρίπτω ανενδοίαστα τη μαρτυρία του. Από τη μέχρι στιγμής αξιολόγηση βρίσκω ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 4 και 8 είναι πραγματική. Έτσι για αποφυγή επανάληψης ας θεωρηθεί ότι η εκδοχή αυτή αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που συναποτελούν τα ευρήματα στοιχειοθετούν συνάμα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που είναι απλώς (α) να υπήρξε παράνομη συνουσία και (β) με νεαρή γυναίκα δεκατριών ετών και άνω και κάτω των δεκαεπτά ετών. Έρχομαι τώρα στα όσα αφορούν την κατηγορία
- Ως προανέφερα σε σχέση με αυτήν κατέθεσαν τρεις μάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι οι Μ.Κ. 5, 6 και
- Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης, ούτε και θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στα λεγόμενα τους. Έτσι από πλευράς ειλικρίνειας αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Το μείζον ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η εν λόγω μαρτυρία σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα περιέχονται στους δύο φακέλους που κατατέθηκαν (τεκμήρια 2 και 2Α) στοιχειοθετούν την εν λόγω κατηγορία. Νοείται βέβαια πως από πλευράς Αλί δεν υπάρχει αντίλογος αφού η μαρτυρία του απερρίφθη ως αναξιόπιστη. Είναι σημαντικό πρώτα να εκτεθούν οι λεπτομέρειες αδικήματος αυτούσιες. Αναφέρονται τα εξής: "Ο κατηγορούμενος αρ. 1, μεταξύ της 20/7/2004 και της 20/11/2007, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ήταν αλλοδαπός και του είχε παραχωρηθεί άδεια για προσωρινή παραμονή στη Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου, η οποία ακυρώθηκε, παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την ακύρωση της άδειας του, χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης." Τα συστατικά στοιχεία που οφείλει κατά κανόνα να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι απλώς (α) ότι ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και (β) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο. Αν τα καταφέρει τότε το βάρος μετατίθεται στους ώμους του ιδίου του κατηγορούμενου να αποδείξει ότι είχε σε ισχύ άδεια παραμονής (βλ. John v. Humphreys [1955] 1 All. E.R. 793, Ζυπιτής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ.72). Στην προκειμένη περίπτωση η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή διαφοροποίησε αυτό το δεδομένο. Στις προαναφερθείσες λεπτομέρειες αναφέρεται πως παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στον Αλί λόγω της από μέρους του υποβολής αίτησης για πολιτικό άσυλο. Την αίτηση για πολιτικό άσυλο, να σημειώσω, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μ.Κ.7 της Υπηρεσίας Ασύλου την υπέβαλε στις 7.11.2003. Η υποβολή αίτησης για πολιτικό άσυλο δεν οδηγεί αυτόματα στην έκδοση άδειας παραμονής. Απλά δίδει το δικαίωμα στον αιτητή να αποκτήσει μια τέτοια άδεια η οποία ισχύει μέχρι τελικής εξέτασης της αίτησης του. Με άλλα λόγια δεν καταργείται η συνήθης διαδικασία απόκτησης άδειας παραμονής. Για να κινείται στα πλαίσια της νομιμότητας ο εκάστοτε αιτητής οφείλει κατόπιν της υποβολής της αίτησης του να απευθυνθεί στο Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης, που είναι ξεχωριστώ τμήμα από την Υπηρεσία Ασύλου, και να εξασφαλίσει την άδεια παραμονής που δικαιούται (βλ. άρθρο 8 του περί Προσφύγων Νόμου 6
(1)/2000). Στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Κ.6 του Τμήματος Μετανάστευσης ανέφερε πως ουδέποτε εκδόθηκε άδεια παραμονής στον Αλί υπό την ιδιότητα του αιτητού πολιτικού ασύλου. Συνεπώς αν στις λεπτομέρειες αναφερόταν ότι ο Αλί από 7.11.2003 και εντεύθεν βρισκόταν στην Κύπρο χωρίς άδεια παραμονής, θα εναπόκειτο αποκλειστικά στον ίδιο να αποδείξει ότι κατείχε για την περίοδο αυτή άδειας παραμονής. Στις λεπτομέρειες όμως σε αντιδιαστολή με τα όσα είπε ο Μ.Κ.6 αναφέρεται ότι παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στον Αλι. Η παράνομή παραμονή του συνδέεται όχι με την εξ υπαρχής μη έκδοση άδειας αλλά με την ακύρωση αυτής της άδειας. Συνεπώς ο Αλί από τις ίδιες τις λεπτομέρειες του αδικήματος, θεωρείται κατά κάποιο τρόπο να έχει αποσείσει το βάρος που του είχε μετατεθεί για την απόδειξη ύπαρξης άδειας παραμονής. Εναπόκειται πλέον στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τη νομιμότητα της ακύρωσης της εκδοθείσας άδειας παραμονής. Ως ημερομηνία ακύρωσης αναφέρεται η 20.7.2004. Εκείνη την ημερομηνία σύμφωνα με το φάκελο (τεκμήριο 2A) απορρίφθηκε (δεν ακυρώθηκε) η αίτηση του Αλί για πολιτικό άσυλο. Η απόρριψη αίτησης για πολιτικό άσυλο δεν οδηγεί αυτόματα στην ανάκληση της άδειας παραμονής. Η απορριπτική απόφαση αποτελεί διοικητική πράξη που για να καταστεί εκτελεστή, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιηθεί προς τον ενδιαφερόμενο (βλ. άρθρο 18
(7)του Περί Προσφύγων Νόμου 6
(1)/2000). Με την κοινοποίηση ενημερώνεται ο ενδιαφερόμενος για το δικαίωμα του να ασκήσει Διοικητική Προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής καθώς και για το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίο μπορεί να το πράξει. Ακολούθως ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να καταθέσει και Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Μόνο τότε καθίσταται τελική η απόφαση. Εδώ η απορριπτική απόφαση ουδέποτε επιδόθηκε στον Αλί. Δεν έχει σημασία αν ο λόγος της μη επίδοσης της απόφασης στον Αλί είναι η από μέρους του αλλαγή διεύθυνσης. Από τη στιγμή που δεν έλαβε γνώση, η διοικητική πράξη δεν κατέστη εκτελεστή (βλ. κατ' αναλογία Χριστοδούλου v. Έπαρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128). Κατ' επέκταση δεν είναι δυνατό να προκύψει ποινική ευθύνη στη βάση μη εκτελεστής διοικητικής πράξης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι βάσει του άρθρου 8 του Περί Προσφύγων Νόμου, αιτητής που αλλάζει διεύθυνση οφείλει εντός τριών ημερών να ειδοποιήσει επ' αυτού αρμόδιο Κλιμάκιο Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας. Είναι επίσης γεγονός ότι αν ο αιτητής παραλείψει να το πράξει ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης. Τούτο όμως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Εν πάση περιπτώσει και πάλι η ακύρωση της άδειας παραμονής δεν είναι αυτόματη. Θα πρέπει όπως και στην περίπτωση της απόρριψης να κοινοποιηθεί προς τον ενδιαφερόμενο. Αλλιώς, ναι μεν ο φάκελος κλείνει και η διαδικασία απορρίπτεται, αλλά ο αιτητής δεν μπορεί θεωρηθεί ως διαμένων παρανόμως στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ των ανωτέρω η κατηγορία 5 είτε στηρίζεται στην απόρριψη της αίτησης του Αλί επί της ουσίας, είτε στο κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας λόγω κατ' ισχυρισμού αλλαγής διεύθυνσης, δεν έχει αποδειχθεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται στην 5η κατηγορία αλλά κρίνεται ένοχός στη 3η, 4η και 8η κατηγορία. (Υπ.)......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο