Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Πανταζή, Αρ. Υπόθεσης: 22827/06, 26 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22827/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ανδρέας Πανταζή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Θεοδώρου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρου 210 και 213 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, και συγκεκριμένα ότι, την 20.12.2005 στην συμβολή των οδών Προδρόμου και Ερυθρού Σταυρού στον Στρόβολο ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο ΕΖΜ 419 επί οδού λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της Χρυστάλλας Κυριάκου τέως από το Παλαιχώρι. 2η Κατηγορία: Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, και συγκεκριμένα ότι οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα με ταχύτητα 86 χ.α.ω. αντί του επιτρεπομένου ορίου 50 χ.α.ω. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Την 20.12.2005 και περί ώρα 06.25 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΜ 419 στην οδό Προδρόμου στον Στρόβολο με κατεύθυνση προς την Λεωφ. Γρίβα Διγενή. Την ίδια μέρα και ώρα το θύμα περπατούσε διασταυρώνοντας την οδό Προδρόμου σε σημείο κοντά στην συμβολή των οδών Προδρόμου - Ερυθρού Σταυρού η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πεζή σε 65μ απόσταση από αυτόν, και ενώ ακόμη βρισκόταν 30μ πριν από το ΑΛΤ ως η πορεία του. Προσπάθησε να σταματήσει φρενάροντας, αλλά λόγω υπερβολικής ταχύτητας δεν τα κατάφερε και παρέσυρε το θύμα κτυπόντας την με την μπροστινή δεξιά άκρη του αυτοκινήτου του. Η πεζή έπεσε στο μπροστινό καπό και ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, και μετά εκτοξεύτηκε ψηλά και έπεσε στην άσφαλτο. Από τα ίχνη τροχοπέδισης του αυτοκινήτου, διαπιστώθηκε δια επιστημονικών εξετάσεων ότι η ελάχιστη ταχύτητα του Κατηγορούμενου κατά την ώρα του ατυχήματος ήταν 86 χ.α.ω. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπήρχε ορατότητα καλή στον χώρο και φως αυγής, ενώ το θύμα φορούσε σκούρα ρούχα. Πλησίον της διασταύρωσης περί τα 5μ περίπου υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Από το δυστύχημα η κα Κυριάκου τραυματίστηκε σοβαρά, και την 31.12.2005 υπέκυψε στα τραύματα της. Κατόπιν διεξαγωγής της νενομισμένης νεκροψίας, ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους απεφάνθη ότι ο θάνατος της οφείλετο σε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση λόγω τροχαίου ατυχήματος. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ έχει 4 βαθμούς ποινής. Ο κ. Θεοδώρου, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, έκανε αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη των αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι, ο Κατηγορούμενος κατευθύνετο προς τα φώτα τροχαίας, και αντιλήφθηκε από αρκετή απόσταση ότι ο εν λόγω σηματοδότης είχε πράσινο χρώμα σε σχέση με την πορεία του. Ανέπτυξε, ακολούθως, ταχύτητα ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο να αλλάξουν τα φώτα σε κόκκινο. Σε απόσταση 30μ προ της συμβολής, και ενώ είχε ήδη αναπτύξει ταχύτητα 86 χ.α.ω αντιλήφθηκε το θύμα στο αριστερό πεζοδρόμιο. Ξαφνικά το θύμα εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου και με γοργούς ρυθμούς προσπάθησε να διασταυρώσει την Λεωφ. Προδρόμου. Αφού απέσυρε τον αρχικό του ισχυρισμό περί μπλοκαρίσματος του τιμονιού, ο συνήγορος δέχτηκε ότι λόγω της αυξημένης ταχύτητας δεν κατέστη δυνατόν για τον Κατηγορούμενο να ελέγξει το αυτοκίνητο του, παρά το γεγονός ότι είχε αντιληφθεί το θύμα σε απόσταση 65μ από αυτόν, και ο ίδιος βρισκόταν 30μ προ της συμβολής όταν την αντιλήφθηκε. Η ορατότητα, όμως, εισηγήθηκε ο συνήγορος δεν ήταν αυτή που έχει κάποιος οδηγός κατά την διάρκεια της μέρας. Ήταν η θέση του κ. Θεοδώρου ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ήταν ασυνείδητη, ενώ ουσιαστικά το σφάλμα του Κατηγορούμενου έγκειται στο ότι την ώρα που θα μπορούσε με ελιγμό προ της χρήσεως των φρένων να αποφύγει το ατύχημα, έκανε χρήση των φρένων χωρίς να προβεί στον αναγκαίο ελιγμό. Επεσήμανε, δε, ότι στον χώρο υπάρχει ελεγχόμενη διάβαση πεζών η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε από το θύμα. Εισηγήθηκε, ότι από τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία του Κατηγορούμενου, και άρα η πρέπουσα ποινή είναι αυτή του προστίμου. Πέραν των πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος έκανε αναφορά και στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, καθώς και στην μεταμέλεια του. Όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 45 ετών, πατέρας 2 τέκνων και διαμένει με την οικογένεια του στην Λακατάμεια. Υποφέρει από χρόνιας μορφής έλκος στομάχου. Εργάζεται ως οδηγός στο Λαϊκο Καφεκοπτείο, και βασικό του καθήκον είναι η φόρτωση και παράδοση προϊόντων σε όλες τις πόλεις της Κύπρου, καθώς και η οδήγηση σκυβαλοφόρου οχήματος του Καφεκοπτείου για τον σκοπό της απόρριψης σκυβάλων. Τα εισοδήματα του ανέρχονται σε Λ.Κ. 590,00 (€1008,00), και της συζύγου του σε Λ.Κ.421,65 (€720,00). Ως αποτέλεσμα του ατυχήματος αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αρρυθμίας στην καρδία. Νοιώθει καταβεβλημένος, ενώ η ζωή του έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά αυτοτιμωρείται. Ο κ. Θεοδώρου επεσήμανε περαιτέρω το λευκό ποινικό μητρώο και την παραδοχή του Κατηγορούμενου, αναφέροντας ότι η προηγούμενη απάντηση της μη παραδοχής οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχε λάβει τις καταθέσεις. Ο ίδιος δε προέβη σε λεπτομερή εξιστόρηση των γεγονότων μετά το ατύχημα. Επίκληση, έγινε περαιτέρω και της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, και ο κ. Θεοδώρου εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να αποτελέσει σοβαρό παράγοντα στην επιλογή του είδους της ποινής. Συγκεκριμένα, ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος, το ατύχημα έλαβε χώρα στις 20.12.2005, και η διαλεύκανση της υπόθεσης περί τα τέλη του Ιανουαρίου
- Ο Κατηγορούμενος, όμως, κατηγορήθηκε γραπτώς μόλις την 20.7.2006, και το Κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 19.9.
- Πέραν της εισήγησης του συνηγόρου ότι η πρέπουσα ποινή είναι αυτή του προστίμου, ήταν η θέση του ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει ούτε στέρηση της άδειας οδήγησης του, λόγω ακριβώς του ότι αυτός εργάζεται ως οδηγός. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του. Όπως αναφέρεται σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 45 ετών και εργάζεται ως οδηγός / πλασιέ. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων. Είναι απόφοιτος Δημοτικού, και μετά την στρατιωτική του θητεία απέκτησε επαγγελματική άδεια. Από το 1998 μέχρι και σήμερα εργάζεται ως οδηγός στο Λαϊκο Καφεκοπτείο. Το μικρότερο εκ των δύο παιδιών του Κατηγορούμενου παρουσιαζει σοβαρά προβλήματα υγείας, και συγκεκριμένα υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο προ 3 ετών, ενώ για περίοδο 2 ετών είχε χάσει την όραση του, η οποία έχει επανέλθει χωρίς να διαπιστωθούν τα αίτια που προκάλεσαν την απώλεια αυτή. Το παιδί αυτό σήμερα φοιτά με ειδικά κριτήρια στην Νοσηλευτική Σχολή. Όπως ανέφερε στην Λειτουργό ο Κατηγορούμενος, από την συναισθηματική φόρτιση του ατυχήματος επιδεινώθηκαν οι καρδιακές του αρρυθμίες, και νοιώθει τύψεις και ενοχές σε σημείο που πολλά βράδια δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδεις πεντακόσιες λίρες». Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και την επιβολή βαθμών ποινής. Όπως προκύπτει και από την ισχύουσα Νομολογία, τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορα τα Δικαστήρια. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6550, ημερ. 21.7.1998: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». (βλ. επίσης Charalambous v. Police 1986) 2 C.L.R. 128, Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 66). Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Από την Νομολογία προκύπτει ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης, καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου, Ποιν. Εφ. 7457, ημερ. 9.7.2003, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη και άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω), R. V. Boswell
(1984)3 All E.R. 353). Καθοριστiκός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωϊστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 6753, ημερ. 23.2.2000, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7747, ημερ. 22.7.2004). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως και τα θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση. Υπάρχει επιπλέον και η ανάγκη να δοθεί μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Μελετώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, ακόμη και ως αυτές περιγράφησαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο, βρίσκω ότι δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ενώ βρισκόταν 30μ πίσω από το ΑΛΤ των φώτων τροχαίας σε σχέση με την πορεία του, είχε αναπτύξει τέτοια ταχύτητα που δεν κατάφερε να ελέγξει το αυτοκίνητο του ώστε να σταματήσει σε 65μ απόσταση. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι δεν θα μπορούσε ούτε να είχε σταματήσει εάν το φως είχε αλλάξει σε κοκκινο προτού φτάσει στο ΑΛΤ, αλλά είναι και αμφίβολο αν θα μπορούσε να ελέγξει το αυτοκίνητο του σε σχέση με την διάβαση πεζών η οποία βρισκόταν μόλις 5μ πλησίον της διασταύρωσης. Ο Κατηγορούμενος, παρά την ύπαρξη των προαναφερόμενων φώτων τροχαίας και διάβασης πεζών, αύξησε ταχύτητα ώστε να προλάβει να περάσει τα φώτα με πράσινο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούσε να ελέγξει το αυτοκίνητο του έχοντας υπ' όψιν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο, και οι οποίες επέβαλλαν αυξημένη προσοχή. Η πιο πάνω πράξη του Κατηγορούμενου ήταν απερίσκεπτη και επικίνδυνη, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που υφίσταντο στο συγκεκριμένο σημείο τον ουσιώδη χρόνο. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Χρίστος Ρηγίνου Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 75/2007, ημερ. 20.11.2007. Στην υπόθεση αυτή το ατύχημα επεσυνέβη την νύχτα, με μηδαμινό οδικό φωτισμό και ο καιρός ήταν βροχερός. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με ταχύτητα 123 χ.α.ω. αντί 100 χ.α.ω. Στην σελ. 6 της πιο πάνω απόφασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση κατά την διάρκεια της νύχτας σε αυτοκινητόδρομο, ενώ έβρεχε, με περιορισμένο φωτισμό και ορατότητα με την ταχύτητα που οδηγούσε ο εφεσείων αναμφίβολα εμπεριέχει, όπως ορθά επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το στοιχείο της αδιαφορίας. Όμως, πλην της ταχύτητας, δεν υπάρχουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες». Σημειώνω ότι στην πιο πάνω υπόθεση, η επιβληθείσα από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλακίσεως των 3 ετών κρίθηκε υπεβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του Κατηγορουμένου, έστω και στο στάδιο αυτό. Όπως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Υπ' όψιν μου λαβάνω επίσης και το ότι το αδίκημα έλαβε χώρα στις 20.12.2005 και έχει παρέλθει διάστημα πέραν των δύο ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (πιο πάνω). Δεν μπορώ, όμως να συμφωνήσω με τον κ. Θεοδώρου ότι η καθυστέρηση είναι τέτοια που να αποτελεί κώλυμα στην επιβολή ποινής φυλακίσεως, ειδικά αφού από την 19.9.2006 που καταχωρίστηκε η υπόθεση, ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση μόλις στις 26.9.2007. Οι λόγοι για μετριασμό της ποινής που τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης θα ληφθούν υπ' όψιν. Ιδιαίτερα σημαντικά θεωρώ τα προβλήματα υγείας από τα οποία υποφέρει τόσο το παιδί του Κατηγορουμένου, αλλά και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Baby Girl Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, υπόθεση που αφορούσε ναρκωτικά, η Κατηγορούμενη είχε όγκο στο στήθος, πρόβλημα στην βαλβίδα της καρδίας, ψυχολογικά προβλήματα και διαταραγμένη προσωπικότητα με μειωμένες αντιστάσεις. Παρά τα πιο πάνω, όμως, κρίθηκε ότι η κατάσταση της υγείας της αυτή δεν δικαιολογούσε μείωση της ήδη επιεικούς ποινής που της είχε επιβληθεί. Στην Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 73, ο Κατηγορούμενος υπέφερε από καρδιακό νόσημα και υποβάλλετο σε θεραπείες. Το Εφετείο ανέφερε ότι, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπ' όψιν του όλους τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες, εν' τούτοις παρέλειψε να δώσει την δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα και με πλήρη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, και η ποινή αυξήθηκε από 4 μήνες φυλάκιση που είχαν επιβληθεί, σε 12 μήνες. Αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά: «Είναι γεγονός ότι μία ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσο του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι την σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης». Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σωτηρίου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, άνκαι είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Τούτων δεδομένων, και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 μηνών και 5 βαθμοί ποινής. Τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το επάγγελμα του Κατηγορούμενου θα επηρεάσουν το εύρος της στέρησης και συναφώς ο Κατηγορούμενος αποστερείται, περαιτέρω, του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 7 μηνών από σήμερα. Στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή δεδομένου ότι απορρέει από τα ίδια γεγονότα με τα ίδια γεγονότα με την 1η Κατηγορία. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Από το ατύχημα αυτό έχει στεναχωρηθεί, και έχει εκφράσει την μεταμέλεια του, όπως εμφαίνεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπ' όψιν μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αλλά ειδικότερα το παιδί του, σημειώνω όμως ότι αυτό τώρα έχει ενηλικιωθεί και φοιτά ως Νοσηλευτής. Ούτε και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, είναι τέτοιες που μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, όλα δε τα πιο πάνω έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν στην επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο