← Κύπρος

Μάριο Παντζόπουλο ν. Χρυστάλλας Τζιαπούρα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26060/05, 28 Φεβρουαρίου, 2008

Μάριο Παντζόπουλο ν. Χρυστάλλας Τζιαπούρα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26060/05, 28 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26060/05 Μάριο Παντζόπουλο ν

  1. Χρυστάλλας Τζιαπούρα
  2. Θεόδουλου Τζιαπούρα Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ. Αριστείδης Για την Κατηγορούμενη αρ. 1: κ. Κακουλλής Κατηγορούμενη αρ. 1 παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αρ. 1 (εφεξής καλούμενη «η Κατηγορούμενη») αντιμετωπίζει 2 Κατηγορίες πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, και συγκεκριμένα ότι την 20.12.2002 στην Λευκωσία εξέδωσε την υπ' αριθμό 33031769 επιταγή επί της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για ποσό Λ.Κ.600,00 και την 4.1.2003 εξέδωσε την υπ' αριθμό 33031786 επιταγή επί της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για ποσό Λ.Κ.700,00 προς όφελος του Κατηγορούμενου αρ. 2, ο οποίος οπισθογράφησε τις δύο επιταγές και τις παρέδωσε στον παραπονούμενο. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι επιταγές, κατά ή περί την 30.12.2002 και 8.1.2003 αντίστοιχα, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα αλλά δεν εξοφλήθηκαν λόγω εντολής της Κατηγορούμενης προς την Τράπεζα για ανάκληση τους (stop payment) και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο επτά ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Ο Παραπονούμενος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος προς απόδειξη της υπόθεσης του. Όπως ανέφερε ο κ. Παντζόπουλος, είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου και γνωρίζει τον Κατηγορούμενο αρ. 2 λόγω του ότι είχαν συνεργασία. Συγκεκριμένα ο Παραπονούμενος εμπορεύεται Κρατικά Λαχεία, και δίνει λαχεία σε λαχειοπώλες. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 έπαιρνε λαχεία από τον Παραπονούμενο και τον πλήρωνε με επιταγές και κερδισμένα λαχεία. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ο Κατηγορούμενος αρ. 2 του παρέδωσε τις δύο επιταγές Τεκμήρια 1 και 2, τις οποίες είχε εκδώσει η Κατηγορούμενη αρ. 1 σύζυγος του Κατηγορούμενου αρ. 2 προς όφελος του Κατηγορούμενου αρ. 2, ο οποίος τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος ακολούθως κατέθεσε τις προαναφερόμενες επιταγές στην ΣΠΕ Καταστηματαρχών, αλλά αυτές επεστράφησαν με την ένδειξη "stop payment". Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Κατηγορούμενος αρ. 2 του είπε ότι ο λόγος που σταμάτησαν τις επιταγές ήταν το ότι είχε κλαπεί το βιβλιάριο επιταγών της Κατηγορούμενης αρ. 1, ενώ του ζήτησε να περιμένει να τον ξοφλήσει λόγω του ότι είχε εμπλακεί σε ατύχημα. Ο Παραπονούμενος όντως περίμενε, αλλά όταν δεν υπήρχε εξέλιξη έδωσε την υπόθεση σε δικηγόρο. Μετά που η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία. Στην μαρτυρία της η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι συνήθιζε να δίνει στον σύζυγο της Κατηγορούμενο αρ. 2 επιταγές για τις δουλειές του, συγκεκριμένα για να παίρνει λαχεία ώστε να εργάζεται. Τον ουσιώδη χρόνο είχε χάσει το βιβλιάριο επιταγών της, και σταμάτησε όλες τις επιταγές μέχρι να της εκδώσει νέο βιβλιάριο η Τράπεζα. Το γεγονός ότι οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 δεν πληρώθηκαν, πληροφορήθηκε μόνο όταν κλήθηκε να έρθει Δικαστήριο. Τότε ρώτησε τον σύζυγο της αν είχε διευθετήσει το όλο θέμα και αυτός της απάντησε καταφατικά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μάριος Παντζόπουλος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Έδωσε μίαν αντικειμενική και σαφή μαρτυρία, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Εξ' άλλου δεν αναφέρθηκε κάτι στην εκδοχή της Κατηγορούμενης αρ. 1 κατά την μαρτυρία της το οποίο να αντικρούει αυτά που ο Παραπονούμενος ανέφερε, αλλά ούτε και κλήθηκε ως μάρτυρας ο Κατηγορούμενος αρ. 2 (μετά που η υπόθεση εναντίον του είχε διακοπεί) ώστε να αναφέρει κάποιαν διαφορετική εκδοχή από αυτήν του Παραπονούμενου. Η Κατηγορούμενη αρ. 1 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Απέφευγε να απαντήσει ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση, ενώ έδωσε και διάφορες εκδοχές ως προς τον λόγο που σταμάτησε τις επιταγές. Ενδεικτικά παρατηρώ τα ακόλουθα: - Ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών ώσπου να της εκδώσει νέο βιβλιάριο επιταγών η Τράπεζα για να ελέγξει ποίες επιταγές είχαν όντως κοπεί, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, αφού κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να διαφανεί από το νέο βιβλιάριο επιταγών. - Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι δεν σταμάτησε όλες τις επιταγές του παλιού βιβλιάριου επιταγών, αλλά απλά την ειδοποιούσε η Τράπεζα όταν αυτές εμφανίζονταν για πληρωμή και ζητούσε τις οδηγίες της αν έπρεπε να πληρωθούν ή όχι, ισχυρισμός ο οποίος εν πάση περιπτώσει είναι αντίθετος με την θέση της ότι έμαθε για τις επίδικες επιταγές μόνο όταν κλήθηκε στο Δικαστήριο. - Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι αν είχε ειδοποιηθεί για τις επιταγές εντός ενός ή δύο χρόνων από την έκδοση και ανάκληση τους, θα τις ξοφλούσε, ισχυρισμός ο οποίος αντιφάσκει με την λοιπή της μαρτυρία. - Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστολή ή άλλο γραπτό κείμενο προς την Τράπεζα με το οποίο η Κατηγορούμενη να παραθέτει τους λόγους για την εντολή μη πληρωμής των επιταγών. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι την 20.12.2002 η Κατηγορούμενη αρ. 1 εξέδωσε προς όφελος του Κατηγορούμενου αρ. 2 την επιταγή με αριθμό 33031769 της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για ποσό Λ.Κ.600,00. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 οπισθογράφησε την επιταγή και την παρέδωσε στον Παραπονούμενο προς εξόφληση λαχείων που ο Παραπονούμενος πώλησε σε αυτόν. Περαιτέρω, την 4.1.2003 η Κατηγορούμενη αρ. 1 εξέδωσε προς όφελος του Κατηγορούμενου αρ. 2 την επιταγή με αριθμό 33031786 της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για ποσό Λ.Κ.700,00. Ο Κατηγορούμενος οπισθογράφησε και αυτήν την επιταγή και την παρέδωσε στον Παραπονούμενο στα πλαίσια της ίδιας συνεργασίας για αγορά από αυτόν λαχείων. Η Κατηγορούμενη αρ. 1 με εντολές της προς την Τράπεζα την 30.12.2002 και 8.1.2003 αντίστοιχα ανακάλεσε την πληρωμή των προαναφερόμενων επιταγών, οι οποίες παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ'αυτό καθ' οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον Κατηγορούμενο εφόσον κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της ο Κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή της μη πληρωμής της". Προκύπτει από λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι o παραπονούμενος φέρει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δύο συστατικά στοιχεία, ήτοι: 1. Την έκδοση επιταγής 2. Την πρόκληση της μη εξόφλησης της εν λόγω επιταγής με οποιαδήποτε πράξη. (βλ. Technotent Κ.Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου, Ποιν. Εφ. 7281, ημερ. 11.6.2004). Με την απόδειξη των δύο στοιχείων αυτών, ο Κατηγορούμενος επιφωρτίζεται πλέον το βάρος να αποδείξει ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση πληρωμής της επιταγής, καταδεικνύοντας παράλληλα ότι παρέθεσε εγγράφως στην Τράπεζα τον λόγο αυτό. Το βάρος απόδειξης που φέρει, όμως, ο Κατηγορούμενος είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση N.C. Diamonds Co Ltd. V. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763: «Ο πρωτόδικος δικαστής κατέληξε ότι η κατηγορούσα αρχή είχε προσάξει ικανοποιητική μαρτυρία για να στοιχειοθετήσει τους συστατικούς όρους του αδικήματος, δηλαδή, την έκδοση της επίδικης επιταγής και την εντολή από τον εφεσίβλητο προς την Τράπεζα να μην την πληρώσει. Άλλωστε ο ίδιος το είχε εξαρχής παραδεχθεί. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης, ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του εφεσιβλήτου, έφερε ασφαλώς ο ίδιος. Ο πρωτόδικος δικαστής αφού υπενθύμισε - σωστά - ότι το επίπεδο απόδειξης από τον εφεσίβλητο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, προχώρησε να εξετάσει αν η ανάκληση της επιταγής έγινε με εύλογη αιτία. Καθοδήγησε τον εαυτό του με τα εξής: "....Πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά)." ............ Το άρθρο 305 Α
(2)προσφέρει έγκυρη υπεράσπιση, ουσιαστικά καθιερώνοντας την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Στην υπόθεση Pitsillides, ανωτέρω, το Εφετείο ερμήνευσε τη φράση "εύλογη αιτία", η οποία απαντάται στο άρθρ. 22 των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων. Η παραγρ. (α) αυτού καθιστά αδίκημα την παράλειψη του υποχρέου να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά χωρίς εύλογη αιτία. Η έννοια αυτή συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης.». Δεδομένου και του γεγονότος ότι η Κατηγορούμενη παρέθεσε διάφορες εκδοχές ως προς τους λόγους για την ανάκληση των επιταγών, ως αναφέρεται και στην αξιολόγηση πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να θεωρηθεί εύλογη αιτία στα πλαίσια του άρθρου 305Α και της Νομολογίας. Ειδικότερα όμως, σημειώνω ότι, όπως αναφέρεται ρητά στο άρθρο 305Α η επίκληση της Υπεράσπισης της εύλογης αιτίας θα μπορούσε να γίνει από την Κατηγορούμενη μόνο σε περίπτωση που αυτή είχε παραθέσει γραπτώς στην Τράπεζα τον λόγο για τον οποίο δόθηκε εντολή για μη πληρωμή των επιταγών. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση, και άρα δεν δύναται να προβάλλεται και η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούμενη εισηγήθηκε ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στην δίωξη της Κατηγορούμενης, η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση της Κατηγορούμενης. Είναι γεγονός ότι παρατηρείται κάποια καθυστέρηση στην υπόθεση αυτή. Ο Παραπονούμενος, όμως, ανέφερε ρητά ότι είχε δώσει την υπόθεση σε άλλο δικηγορικό γραφείο, το οποίο και κατονόμασε, αλλά δεν προωθήθηκε η υπόθεση. Επεξήγησε, επίσης, τους λόγους που αρχικά δεν προχώρησε, ήτοι ότι ανθρωπιστικά έδωσε πίστη στον Κατηγορούμενο αρ. 2 λόγω του ατυχήματος στο οποίο είχε εμπλακεί. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Πουμπουρής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 103/2007, ημερ. 14.1.2008, «το κατά πόσο μία δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο, αλλά ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του επηρεάστηκε δυσμενώς..Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ίδιας της δίκης και όχι έξω από αυτήν εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του Κατηγορούμενου». Η Κατηγορούμενη δεν έχει καταδείξει με ποίον τρόπο έχει επηρεαστεί από την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, αφού εν πάση περιπτώσει δεν είχε αποστείλει γραπτώς στην Τράπεζα τον λόγο για την εντολή της για ανάκληση πληρωμής των επιταγών. Συνεπώς δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούμενη. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις Κατηγορίες 1 και 2. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.