← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λοϊζου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 32101/06, 12 Μαρτίου 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λοϊζου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 32101/06, 12 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32101/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - εναντίον - Λοϊζου Ανδρέου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παπασιάντης Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν δικής του παραδοχής, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος τον οποίο κατά τον επίδικο χρόνο είχε εγκαταλείψει η σύζυγός του, βασιζόμενος στην εσφαλμένη εντύπωση ότι ο παραπονούμενος συνδεόταν με την εν λόγω φυγή της συζύγου του, επιτέθηκε σ΄ αυτόν προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ο βίαιος τρόπος συμπεριφοράς του κατηγορουμένου που προκάλεσε ερυθρότητες και εκδορές στον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για το ίδιο αδίκημα - ημερομηνία καταδίκης ήταν η 13/6/
  2. Από την πλευρά του κατηγορούμενου εκφράστηκε η απολογία του και παραδοχή του. Έγινε επίσης αναφορά στην ψυχική κατάσταση της υγείας του για την οποία τυγχάνει θεραπείας. Είναι 49 ετών, αναζητεί νέα εργασία μετά την απόλυσή του και πρόσφατα επανήλθε κοντά του η σύζυγός του. Έχω λάβει υπόψη όλα τα ενώπιον μου στοιχεία. Το αδικήμα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με την πρώτη κατηγορία τιμωρείται με φυλάκιση τριών χρόνων. Διαζευκτικά δε, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει χρηματική ποινή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Κεφ.
  3. Η προβλεπόμενη ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του αδικήματος και αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (Suilmi v. Αστυνομίας,

(1992)2 ΑΑΔ 248). Η σοβαρότητα αδικημάτων της φύσης της πρώτης κατηγορίας είναι αυτονόητη και δεδομένη και αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέας Ττόκαλλου,
(2001)2 ΑΑΔ 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Από τη νομολογία συνάγεται επίσης ότι επιεικής αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Από την άλλη πλευρά όμως έχει τονισθεί ότι ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, δεν ατονεί η υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού,
(2001)2 ΑΑΔ 55). Εξάλλου, η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται και να αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά και τις ειδικότερες συνθήκες που την περιβάλλουν. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση δεν θεωρώ ότι η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου λόγω της φυγής της συζύγου του προσφέρει σε αυτόν δικαιολογία για τις πράξεις του ή ελαφρυντικό παράγοντα για σκοπούς ποινής. Οι δε ενέργειές του, όπως περιγράφονται στα γεγονότα, είναι από μόνες τους επιβαρυντικές για τη θέση του αφού χωρίς λόγο προέβη σε χτυπήματα στον παραπονούμενο στη βάση μιας εσφαλμένης υπόνοιας. Η δε προηγούμενη καταδίκη, έστω τρία χρόνια και κάτι προηγουμένως, φανερώνει την τάση του κατηγορούμενου να καταφεύγει στη βία με απαράδεκτο τρόπο. Λαμβάνω υπόψη την απολογία που ο κατηγορούμενος εξέφρασε στο Δικαστήριο και όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, περιλαμβανομένων των προσωπικών του συνθηκών, όμως εξακολουθώ να θεωρώ ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τας περιστάσεις ποινή είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης με τα ως άνω να επηρεάζουν την έκταση του χρόνου επιβολής τέτοιας ποινής. Συνακόλουθα επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 45 ημερών στην πρώτη κατηγορία. Ουδεμία ποινή επιβάλλεται στη δεύτερη κατηγορία, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνονται σ΄ αυτά της πρώτης κατηγορίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί. Δεν θεωρώ ότι είτε οι περιστάσεις του αδικήματος είτε αυτές του κατηγορούμενου συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας διαταγής. Η επιβληθείσα ποινή να έχει άμεση ισχύ. (Υπ)............................................. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.