← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 547/07, 14 Μαρτίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριου Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 547/07, 14 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 547/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Μάριου Μιχαήλ
  2. Vladut Ioan Pantiru Κατηγορουμένων _______________ 14 Μαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κ. Κληρίδης. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορία για επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον Σταύρο Ρούσου από την Αγλαντζιά, αδίκημα που φέρεται να διαπράχθηκε στις 13.11.
  4. Αμφότεροι αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η ακρόαση ήταν ιδιαιτέρως χρονοβόρα με την κατάθεση εννέα συνολικά μαρτύρων. Συγκεκριμένα για την Κατηγορούσα Αρχή κατάθεσαν οι Θέμης Βατυλιώτης (Μ.Κ.1), Νικολέτα Αδάμου (Μ.Κ.2), Τζορτζέτα Σταύρου (Μ.Κ.3), Ιάκωβος Πολυκάρπου (Μ.Κ.4), Σταύρος Ρούσου (Μ.Κ.5) και ο ιατρός Σάββας Σάββα (Μ.Κ.6). Για την Υπεράσπιση κατέθεσαν ενόρκως οι δύο κατηγορούμενοι και ο πατέρας του κατηγορούμενου 1, Ανδρέας Μιχαήλ Ηλία (Μ.Υ.1). Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό εγχείρημα της εκτενούς καταγραφής της δοθείσας μαρτυρίας. Νοείται βέβαια και αυτό μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Στη συνέχεια βέβαια και συγκεκριμένα κατά το στάδιο που θα αξιολογείται η μαρτυρία, θα υπάρξουν παραπομπές και σχόλια σε σχέση με επιμέρους σημαντικές πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας. Τούτων λεχθέντων είναι πιστεύω χρήσιμο να γίνει μια σύνοψη των εκατέρωθεν εκδοχών έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή και καλύτερη κατανόηση των σχολίων και ευρημάτων που θα ακολουθήσουν. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής λοιπόν ως ανακύπτει κατά μείζονα λόγο από τη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.5) είναι πως στις 13.11.2006 το εν λόγω πρόσωπο βρισκόταν στο χώρο του νέου τυπογραφείου "Κασουλίδη" όπου ελάμβανε μέρος στις ηλεκτρολογικές εργασίες που ανέλαβε η εταιρεία "ΕΒΑΛΤ & ΜΑΚΗΣ" στην οποία εργαζόταν. Σε κάποια στιγμή κατευθύνθηκε στο σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα της εταιρείας με σκοπό να πάρει κάποιους διακόπτες που του ζήτησε ο προϊστάμενος του Μ.Κ.
  1. Πλησιάζοντας το αυτοκίνητο της εταιρείας είδε ένα άλλο αυτοκίνητο, χρώματος χρυσαφί να είναι παραπλήσια σταθμευμένο. Δεν έδωσε σημασία στο γεγονός και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της εταιρείας για να βρει τους διακόπτες. Τότε άκουσε κάποιο πρόσωπο να του φωνάζει με το όνομα του, γύρισε και είδε τους δύο κατηγορούμενους, εκ των οποίων γνώριζε τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν υδραυλικός στην εταιρεία που εργαζόταν και ο ίδιος. Στη συνέχεια οι δύο κατηγορούμενοι τον πλησίασαν και του επιτέθηκαν προσπαθώντας να του πιάσουν τα χέρια. Προσπάθησε να τους αποφύγει αλλά αυτοί άρχισαν να τον κτυπούν σε διάφορα μέρη του σώματος του. Σε κάποια στιγμή μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 πήρε μια μεγάλη πέτρα και τον κτύπησε στο αριστερό μάτι. Ζαλίστηκε και έγειρε προς τη μαξιλάρα του αυτοκινήτου. Τότε προσέτρεξαν στο σημείο διάφορα πρόσωπα από το εργοτάξιο και κατάφεραν τελικώς να αποτρέψουν τους κατηγορούμενους από του να τον κτυπήσουν περαιτέρω. Έπειτα οι κατηγορούμενοι αφού εκτόξευσαν διάφορες απειλές αναχώρησαν με το χρυσαφί αυτοκίνητο. Ο ίδιος διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και απ' εκεί στο Μακάριο Νοσοκομείο και μετά πάλι πίσω στο Γενικό Νοσοκομείο, όπου έτυχε διαφόρων ιατρικών εξετάσεων και περίθαλψης. Μεταξύ των ιατρών που τον εξέτασαν ήταν και ο Ειδικός Παθολόγος Σάββας Σάββας (Μ.Κ.6) ο οποίος διέγνωσε "εκχύμωση αριστερού οφθαλμικού κόγχου και αριστερού ζυγωματικού χώρου". Από τις ακτινολογικές εξετάσεις που του έγιναν δημιουργήθηκαν στον ιατρό και έντονες υποψίες για "ρωγμώδες κάταγμα του αριστερού ζυγωματικού". Η εκδοχή της Υπεράσπισης ως προκύπτει από τη μαρτυρία των κατηγορουμένων, προεξάρχοντος του κατηγορουμένου 2, είναι πως όντως πήγαν στο εργοτάξιο που δούλευε ο παραπονούμενος, όχι όμως για να τον κτυπήσουν, αλλά για να του μιλήσει ο κατηγορούμενος
  2. Αντικείμενο συζήτησης θα ήταν τα ενοχλητικά και απειλητικά μηνύματα και τηλεφωνήματα του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο 2 και τη σύζυγο του. Έτσι και αφού ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε αυτοκίνητο, τον μετέφερε στο μέρος ο αδελφός της γυναίκας του κατηγορούμενος 1, και μαζί ανέμεναν τον παραπονούμενο να σχολάσει. Όταν τον είδαν να προσεγγίζει το αυτοκίνητο της εταιρείας του, κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 2 (μόνος του), τον πλησίασε και του ζήτησε εξηγήσεις. Τότε ο παραπονούμενος χωρίς κανένα λόγο τον άρπαξε από τον λαιμό για να τον πνίξει. Ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από τον επικείμενο στραγγαλισμό, κατέβη από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος 1, τους πλησίασε και προσπάθησε και αυτός να τον απεγκλωβίσει. Τότε ο παραπονούμενος άφησε τον λαιμό του κατηγορούμενου 2 και δάγκωσε στο χέρι τον κατηγορούμενο
  3. Ο κατηγορούμενος 2 τότε κτύπησε (έσπρωξε) τον παραπονούμενο στο στήθος. Έπειτα όμως ο παραπονούμενος τους κτύπησε και τους δύο και έσκισε τη φανέλα του κατηγορουμένου
  4. Στη συνέχεια προσέτρεξαν στο μέρος διάφορα πρόσωπα και τους χώρισαν. Ο παραπονούμενος συνέχισε να βρίζει και να απειλεί, σπάζοντας μάλιστα και μια μπουκάλα που βρήκε στο δρόμο. Οι ίδιοι τότε μπήκαν στο αυτοκίνητο τους και αναχώρησαν. Έχοντας σκιαγραφήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές, έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση των προσώπων, η μαρτυρία των οποίων, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, συνέβαλε στη διαμόρφωση της μιας ή της άλλης εκδοχής. Ξεκινώ από τον Μ.Κ.1 ο οποίος ήταν ο αστυνομικός, που μεταξύ άλλων, επισκέφθηκε το μέρος, έδωσε ιατρικό παραπεμπτικό στον παραπονούμενο, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις και κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους (τεκμήρια 1-5). Ο μάρτυρας αυτός μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, φρονώ πως διαβίβασε τα όσα γνώριζε για την υπόθεση με τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε πως δεν βρήκε ούτε πέτρα ούτε μπουκάλι στο μέρος και επομένως δεν περισυνέλεξε κάτι τέτοιο. Η Υπεράσπιση επιχείρησε να προσδώσει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα στο γεγονός τούτο, παραπέμποντας σε Νομολογία όπου επισημαίνεται η σημασία παρουσίασης του επιθετικού οργάνου με το οποίο διαπράττεται ένα έγκλημα. Με κάθε εκτίμηση προς τον συνήγορο Υπεράσπισης, φρονώ πως τα όσα ανέφερε δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Εδώ η χρήση της πέτρας δεν αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αποτελεί απλώς ένα από τα μέσα που χρησιμοποίησαν περιστασιακά οι κατηγορούμενοι για να διαπράξουν την επίθεση και την πρόκληση σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο. Μπορούσαν και να μην τη χρησιμοποιούσαν και πάλι να επέφεραν του ιδίου βαθμού και έκτασης κτυπήματα στον παραπονούμενο. Ομοίως θα μπορούσαν να χρησιμοποιούσαν πολλές πέτρες ή και άλλα αντικείμενα, τα οποία στη συνέχεια να πέταγαν ή να εξαφάνιζαν. Αλίμονο αν η στοιχειοθέτηση μιας τέτοιας υπόθεσης εξαρτιόταν από τη δυνατότατα περισυλλογής και παρουσίασης κάθε αντικειμένου, ευτελούς ή μη που χρησιμοποιείται κατά την εκδήλωση μιας επίθεσης. Τέτοιος άκαμπτος και παράλογος κανόνας δεν υπάρχει και επομένως η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πολύ καλή εντύπωση μου προξένησε και η Μ.Κ.2 η οποία είναι πολιτικός μηχανικός που εργαζόταν στο εργοτάξιο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από μικρή απόσταση, περίπου 14 μέτρα, είδε τους δύο κατηγορούμενους μαζί να προσεγγίζουν τον παραπονούμενο και όχι ένας - ένας ως ισχυρίστηκαν οι ίδιοι. Δεν τους είδε να κτυπούν τον παραπονούμενο αλλά είδε τον τελευταίο να κάμνει μια κίνηση προς τα πίσω που σαφώς παραπέμπει σε κίνηση αμυνόμενου και όχι επιτιθέμενου. Είδε περαιτέρω τον κατηγορούμενο 2 να κρατά πέτρα, σιγοντάροντας έτσι τον επ' αυτού ισχυρισμό του παραπονούμενου και τέλος είδε να τρέχει αίμα από την αριστερή μεριά του προσώπου του παραπονούμενου. Όλα αυτά τα ανέφερε με απόλυτη πειστικότητα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και χωρίς να υπεκφύγει οποιαδήποτε ερώτηση και τούτο παρά την επίμονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Η δε προσπάθεια που καταβλήθηκε εκ των υστέρων να καταδειχθεί πως δεν είχε οπτική επαφή με το σημείο ήταν όψιμη και ουδόλως πειστική. Δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο η Μ.Κ.2 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως τέτοια ανενδοίαστα τα αποδέχομαι. Η Μ.Κ.3 ήταν μεταφράστρια που κλήθηκε να ξεκαθαρίσει την έννοια μιας αναφοράς που υπάρχει στην κατάθεση του κατηγορουμένου
  5. Μολονότι ξεκαθάρισε το σημείο, θεωρώ ότι το ζήτημα είναι άνευ σημασίας για την υπόθεση. Ο Μ.Κ.4 που επίσης βρισκόταν στο εργοτάξιο μου προξένησε την ίδια καλή εντύπωση όπως και η Μ.Κ.
  6. Άνθρωπος πράος και χαμηλότονος περίγραψε με ευθύτητα, σταθερότητα και απόλυτη πειστικότητα τα όσα βίωσε ο ίδιος, χωρίς σε καμία στιγμή να υποπέσει σε αντιφάσεις ουσίας ή υπεκφυγές. Είδε δύο άτομα να κτυπούν τον παραπονούμενο, οι οποίοι ως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ήταν οι κατηγορούμενοι. Όταν δε προσέτρεξε στο σημείο τα δύο πρόσωπα ξανά επιτέθηκαν στον παραπονούμενο στην παρουσία του. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 2 να κρατά πέτρα αλλά είδε ότι το μάτι του παραπονούμενου ήταν μαυρισμένο. Το σημείο με την πέτρα όπως και κάποια άλλα περιφερειακής σημασίας ζητήματα, αναδείχθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης ως "κορυφαίες αντιφάσεις" μεταξύ των Μ.Κ.2, 4 και 5 που θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να απορρίψει τη μαρτυρία τους. Στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο που συμβαίνει. Οι μικροααντιφάσεις, αν μπορεί να χαρακτηρισθούν ως τέτοιες, αποτελούν ένδειξη ειλικρίνειας και όχι ανειλικρίνειας. Καταδεικνύουν την απουσία προσχεδιασμού και προσυνεννόησης. Αντιθέτως αν υπήρχε πλήρης ταύτιση, τούτο όχι απλώς δεν θα ήταν θετικό αλλά θα κινούσε και υποψίες. Δεν αναμένεται δύο ξεχωριστές προσωπικότητες με διαφορετική υποκειμενική αντίληψη καταστάσεων και πραγμάτων, από διαφορετική απόσταση, οπτική γωνιά και ενδεχομένως σε διαφορετικό χρονικό σημείο να περιγράφουν κατά τρόπο απολύτως πανομοιότυπο ένα συμβάν, οι λεπτομέρειες του οποίου διαδέχονται η μια την άλλη και γενικά όπου υπάρχει γρήγορη και συνεχής εναλλαγή των γεγονότων. Ενδεχομένως ο ένας να αναφερθεί σε κάποια λεπτομέρεια που ο άλλος δεν πρόσεξε ή/και δεν ανέφερε. Τούτο δεν σημαίνει πως η λεπτομέρεια δεν υφίσταται ή ότι ο ένας ή ο άλλος πρέπει απαραίτητα να είπε ψέματα. Παρομοίως μπορεί λόγω της γρήγορης εξέλιξης και εναλλαγής των συμβάντων ο ένας να περιγράψει μια επιμέρους πτυχή ελαφρώς διαφορετικά από τον άλλο. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και αποτελεί ισχυρό στοιχείο αξιοπιστίας και όχι αναξιοπιστίας. Αποδέχομαι επομένως και τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  7. Ο Μ.Κ.5 παραπονούμενος, ήταν το ίδιο σταθερός όπως και οι Μ.Κ.2 και
  8. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία πως η περιγραφή του των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης είναι αληθινή. Τονίζω τις λέξεις "ουσιώδη γεγονότα" διότι ενδεχομένως σε κάποια άλλα, άσχετα ζητήματα, που δυστυχώς εμφιλοχώρησαν στη δίκη, να μην ήταν απόλυτα ειλικρινής. Αναφέρομαι κυρίως στα όσα αφορούν τα ενοχλητικά και απειλητικά τηλεφωνήματα. Αυτά όμως δεν ενδιαφέρουν καθόλου την υπό εκδίκαση υπόθεση. Σε σχέση και με τα ουσιώδη ζητήματα αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον συνήγορο Υπεράσπισης αλλά η επ' αυτού μαρτυρία του εξήλθε της εν λόγω δοκιμασίας, όχι απλώς αλώβητη αλλά και ενισχυμένη αφού διαφάνηκε με απόλυτη πλέον ευκρίνεια η αυθεντικότητα της. Ως εκ των ανωτέρω αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του σε ότι αφορά τα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Αξιόπιστος κρίνεται και ο ιατρός Μ.Κ.6 η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε ιδιαιτέρως από την Υπεράσπιση. Ως σωστά επισημάνθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η ιατρική μαρτυρία αποτελεί συνάμα και πραγματική μαρτυρία η οποία δύναται να αποτελέσει σημαντικό βοήθημα και σταθερό οδηγό στην κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Εδώ τα ιατρικά ευρήματα του Μ.Κ.6, ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο σχεδόν αμέσως μετά το συμβάν (15:20), είναι απολύτως συμβατά με την περιγραφή του κορυφαίου κτυπήματος που δέχθηκε ο παραπονούμενος ως ο ίδιος το περίγραψε και αναφέρομαι βεβαίως στο κτύπημα στο μάτι με την πέτρα. Το γεγονός ότι ο ιατρός δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το τραύμα που διαπίστωσε να προκλήθηκε με άλλο τρόπο δεν προσθέτει απολύτως τίποτε στην υπόθεση της Υπεράσπισης. Η αναφορά ήταν φυσιολογική αφού ο ιατρός δεν ήταν παρών στη σκηνή για να δει ο ίδιος πως προκλήθηκε το τραύμα, απλώς το διαπίστωσε εκ των υστέρων. Επομένως, αφού ήταν πιθανά, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει και τα διάφορα ενδεχόμενα που του τέθηκαν. Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον, αν και τούτο δεν αποτελούσε αποδεικτική υποχρέωση, να ακουγόταν η εκδοχή των κατηγορουμένων για το πώς βρέθηκε τραυματισμένος στο πρόσωπο ο παραπονούμενος αμέσως μετά το περιστατικό, αφ' ης στιγμής οι ίδιοι ουδέποτε τον κτύπησαν. Η μόνη συγκροτημένη και λογική εκδοχή που υπάρχει βέβαια είναι αυτή της Κατηγορούσας Αρχής ως την έχω καταγράψει προηγουμένως, η οποία για αποφυγή επανάληψης, ας θεωρηθεί ότι αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι κατηγορούμενοι μου προξένησαν τη χείριστη εντύπωση. Δεν έχω ίχνος αμφιβολίας πως η μαρτυρία τους είναι χαλκευμένη και πλαστή. Το μόνο που κατάφεραν με αυτή ήταν να αναδείξουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο το ελατήριο τους για την διάπραξη της επίθεσης κατά του παραπονούμενου. Επ' αυτού θα συμφωνούσα με την Κατηγορούσα Αρχή στο ότι σκοπός τους ήταν αποκλειστικά να πάνε στο εργοτάξιο, να βρουν τον παραπονούμενο και να τον ξυλοφορτώσουν, όπως και έπραξαν. Τα περί συζήτησης και τα περί μεταφοράς του ενός από τον άλλο, υποτιμούν τη νοημοσύνη παρά να πείθουν το Δικαστήριο. Μένω μέχρις εδώ για να αποφύγω τη χρήση σκληρότερης γλώσσας που σαφώς δεν αρμόζει σε μια δικαστική απόφαση. Ο Μ.Υ.1 μου προξένησε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνει το ελατήριο αλλά δεν δικαιολογεί τα όσα έπραξαν οι κατηγορούμενοι. Πέραν τούτου δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία και προβεί στα αναγκαία ευρήματα έρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κατηγορία της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  9. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (i) η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και (ii) η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτό. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna [1975] 3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974, 982 και R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 964, 966). Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο το θύμα θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber [1983] 77 Cr.App.R. 225, 228 και D.P.P. v. Morgan [1975] 2 All E.R. 347, 363-364). Επιπρόσθετα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 243, πέραν του στοιχείου της επίθεσης απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη σχετικές είναι οι υποθέσεις R. v. Miller [1954] 2 All E.R.
  10. 534, Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στη Georghiades επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Στην προκειμένη περίπτωση καμία αμφιβολία δεν υπάρχει ότι στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο βάναυσος και ομαδικός ξυλοδαρμός του παραπονούμενου, με τη συνδρομή μάλιστα μεγάλης πέτρας, αποτελεί κλασική μορφή επίθεσης. Αυτή η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να υποστεί πραγματική σωματική βλάβη η οποία συνίστατο τουλάχιστον σε εκχύμωση αριστερού οφθαλμικού κόγχου και αριστερού ζυγωματικού χώρου. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι το κτύπημα με την πέτρα που προκάλεσε και το σημαντικότερο τραύμα στον παραπονούμενο το κατάφερε ο κατηγορούμενος
  3. Ωστόσο κτυπήματα προήλθαν και από τον κατηγορούμενο
  4. Παράλληλα με την ενεργό συμμετοχή του, συνέδραμε υπό την έννοια του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στην τέλεση του αδικήματος. Περαιτέρω εδώ έχουμε να κάνουμε με ομαδική επίθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του διαπράξουν ποινικό αδίκημα, ο κάθε ένας από αυτούς θεωρείται ότι το διέπραξε (βλ. Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309 και Νικολάου κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 6817 και 6825 ημερ. 29.9.00). Εδώ οι κατηγορούμενοι συμμετείχαν στον κοινό σκοπό ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον ξυλοδαρμό του παραπονούμενου. Το γεγονός ότι το άρθρο 21 δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος δεν επηρεάζει καθόλου τα πράγματα αφού καμία αδικία δεν έχει προκληθεί στους κατηγορούμενους από την παράλειψη αυτή (βλ. Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και Μαρκίδη ν. Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598). Εξάλλου το άρθρο 21 δεν δημιουργεί αυτοτελές αδίκημα αλλά εξειδικεύει απλώς τον τρόπο διάπραξης έτερου αδικήματος, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης βάσει του άρθρου
  1. Επομένως ο κατηγορούμενος 1 είναι το ίδιο υπεύθυνος και υπόλογος όπως και ο κατηγορούμενος
  2. Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι και έτσι αμφότεροι κρίνονται ένοχοι ως το κατηγορητήριο. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.