← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007, 28 Μαρτίου, 2008

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007, 28 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007 Δημοκρατία - ν -

  1. Γιώργου Ηροδότου
  2. Δημήτρη Ηροδότου Κατηγορουμένων --------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π. Ευθυβούλου με κ. Δ. Κωνσταντίνου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Α. Ευτυχίου. Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Γιώργος και ο Δημήτρης Ηροδότου είναι αδέλφια και είναι ηλικίας 19 και 30 χρονών, αντίστοιχα. Αντιμετωπίζουν και οι δύο τις ίδιες τρεις κατηγορίες οι οποίες φαίνονται στο κατηγορητήριο. Αυτές αφορούν, αντίστοιχα, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι αυτού στην τρίτη κατηγορία, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, ήτοι 371,1176 γραμμάρια ηρωίνης, χωρίς την άδεια του Υπουργείου Υγείας και κατοχή της ίδιας προαναφερθείσας ποσότητας ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Οι τελευταίες δύο κατηγορίες βασίζονται στις ανάλογες πρόνοιες του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. Όλα δε τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν στις 17.10.
  4. Όταν οι κατηγορούμενοι αρχικά κατηγορήθηκαν, δήλωσαν μη παραδοχή και στις τρεις κατηγορίες. Όμως, ακολούθως, την ημέρα που θα άρχιζε η ακρόαση της υπόθεσης, με την άδεια του δικαστηρίου παραδέχθηκαν ενοχή στη δεύτερη κατηγορία που αφορά την κατοχή 371,1176 γραμμαρίων ηρωίνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Παρέμειναν έτσι για ακρόαση η πρώτη και η τρίτη κατηγορία, ήτοι για συνωμοσία και κατοχή της προαναφερθείσας ποσότητας ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο, αντίστοιχα. Σε σχέση με αυτές δηλώθηκαν, κατ' αρχάς, ενόψει και της παραδοχής των κατηγορουμένων στη δεύτερη κατηγορία, σειρά γεγονότων με τα οποία συμφωνούν και οι δύο πλευρές και τα οποία εγκρίθηκαν από το δικαστήριο ως κοινώς παραδεκτά. Σύμφωνα με τα γεγονότα αυτά οι κατηγορούμενοι διαμένουν μαζί με τους γονείς τους στην περιοχή Παλλουριώτισσας και ο 2ος κατηγορούμενος, δηλαδή ο Δημήτρης, ο οποίος είναι αυτοεργοδοτούμενος, είναι χρήστης ναρκωτικών. Ακολούθως, τα εν λόγω γεγονότα αναφέρονται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διενεργήθηκε ο εντοπισμός και η σύλληψη των κατηγορουμένων στις 17.10.
  5. Συγκεκριμένα, κατά την ημέρα εκείνη μέλη της ΥΚΑΝ μετέβησαν στην περιοχή Ιδαλίου και Λυμπιών όπου είχαν πληροφορία ότι θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών. Περί ώρα 19:30 εντόπισαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJC713 με οδηγό το 2ο κατηγορούμενο να κινείται στον παλιό δρόμο Λυμπιών με κατεύθυνση προς Αθηαίνου. Το ακολουθούσε αγωνιστική μοτοσικλέτα χωρίς αριθμούς εγγραφής της οποίας ο οδηγός έφερε κράνος. Περί ώρα 19:40 η μοτοσικλέτα εισήλθε στη νεκρή ζώνη ενώ το αυτοκίνητο σταμάτησε σε απόσταση 500 μέτρων, περίπου, κοντά σε φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς. Δέκα λεπτά αργότερα, ήτοι περί ώρα 19:50, η μοτοσικλέτα εξήλθε από τη νεκρή ζώνη ενώ ταυτόχρονα το αυτοκίνητο με οδηγό το 2ο κατηγορούμενο έκανε επαναστροφή και την προσπέρασε. Η μοτοσικλέτα συνέχισε για κάποια απόσταση να το ακολουθεί. Φθάνοντας παρά την έξοδο προς Αλάμπρα οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τα δύο οχήματα ενεργοποίησαν τους φάρους των αυτοκινήτων τους και άρχισαν να προβαίνουν σε ενέργειες για ανακοπή τους. Ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο, ανέπτυξε ταχύτητα και διέφυγε. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, προσπάθησε επίσης να διαφύγει. Προς το σκοπό αυτό οδήγησε τη μοτοσικλέτα σε χωράφι, όμως εκεί έχασε τον έλεγχο της και ακινητοποιήθηκε. Ερωτηθείς ο 1ος κατηγορούμενος στο στάδιο εκείνο από μέλος της ΥΚΑΝ αν κατείχε ναρκωτικά, και αφού του επιστήθηκε προηγουμένως η προσοχή του στο νόμο, απάντησε ότι τα είχε κρεμασμένα στο λαιμό του. Ήταν ένα τσαντάκι το οποίο πήρε ο αστυνομικός και όταν το άνοιξε διαπίστωσε ότι μέσα υπήρχε μια μπλε ημιδιαφανής νάυλο τσάντα και μέσα σ' αυτή υπήρχε δεύτερο διαφανές νάυλον σακκούλι στο οποίο αναγράφετο κάτι στην τουρκική γλώσσα. Μέσα σ' αυτό υπήρχαν δεκατέσσερα διαφανή νάυλον σακουλάκια δεμένα ένα-ένα με κόμπο. Σύμφωνα με την έκθεση του Κρατικού Χημείου, τεκμήριο 1, το καθένα από αυτά τα σακουλάκια περιείχε ηρωίνη το βάρος της οποίας κυμαίνετο μεταξύ 17,2876 και 37,2857 γραμμαρίων. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, πρόκειται για φάρμακο τάξεως Α το οποίο αναφέρεται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος Ι, του Νόμου 29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, και στους σχετικούς Κανονισμούς. Μετά την ακινητοποίηση του, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθη. Ακολούθως, έγινε έρευνα στο σπίτι των κατηγορουμένων καθώς επίσης και στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος. Όταν δε ο τελευταίος πληροφορήθηκε, κατά τη σύλληψη του ότι αναζητείτο, απάντησε ότι η ηρωίνη ήταν δική του. Ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε και εναντίον κάποιου τουρκοκύπριου ονόματι Halil Gioskoun από τη Λουρουτζιήνα, μετά από εξασφάλιση μαρτυρίας ότι ήταν το πρόσωπο που προμήθευσε τα ναρκωτικά στους κατηγορούμενους. Η ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών, ήτοι 371,1176 γραμμάρια ηρωίνης, και με δεδομένη την παραδοχή των κατηγορουμένων στη δεύτερη κατηγορία, ότι τα κατείχαν, και συνακόλουθα και των στοιχειοθετούντων αυτή γεγονότων, όπως φαίνονται στις λεπτομέρειες αδικήματος, δημιουργούν, σύμφωνα με το νόμο, τεκμήριο ότι αυτά κατείχοντο με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Η σχετική πρόνοια βρίσκεται στο άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 και προσετέθη σ' αυτό με τον τροποποιητικό Νόμο 91(Ι)/
  6. Προβλέπει τα ακόλουθα: "Εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι πρόσωπο καλλιέργησε, ή κατείχε ή μετέφερε ελεγχόμενο φάρμακο ή ουσία, που αναφέρεται στην πρώτη στήλη, θεωρείται ότι καλλιέργησε ή κατείχε ή μετέφερε το ελεγχόμενο αυτό φάρμακο ή την ουσία με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο." Η ηρωίνη εμπίπτει στην κατηγορία του «οποιουδήποτε ελεγχόμενου φαρμάκου» της πρώτης στήλης και εφόσον η κατεχομένη ποσότητα ξεπερνά τα 20 γραμμάρια, θεωρείται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του ίδιου προαναφερθέντος άρθρου ότι κατέχεται με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο πρόσωπο. Όμως, πασιφανώς, με βάση τις ίδιες πρόνοιες το εν λόγω τεκμήριο είναι μαχητό. Πρόσθετα με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που επιχειρούσε να αποδείξει την υπόθεση της, προσέφερε, επίσης, και τη μαρτυρία του ιατρού Αργύρη Αργυρίου. Δεν είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά στη μαρτυρία αυτή στο παρόν στάδιο. Η παραδοχή των κατηγορουμένων στη δεύτερη κατηγορία και η ενεργοποίηση που το γεγονός αυτό προκάλεσε στις πρόνοιες, ανωτέρω, του άρθρου 30Α, ήτοι με τη δημιουργία προς όφελος της κατηγορούσας αρχής του συγκεκριμένου τεκμηρίου, καθώς, επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα, κρίθηκε ότι όλα μαζί, αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την πρώτη και την τρίτη κατηγορία και έτσι οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ειδικά σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να ικανοποιήσουν το δικαστήριο ότι την ποσότητα των 371,1176 γρ. ηρωίνης που κατείχαν δεν την προόριζαν για προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Η υποχρέωση τους αυτή προκύπτει από την επιφύλαξη του άρθρου 30Α ανωτέρω. Ενώ το αποδεικτικό βάρος που εναποθέτει στους ώμους τους αποσείεται με την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δημιουργεί εύλογη αμφιβολία για τη μη ύπαρξη του εν λόγω συστατικού στοιχείου του υπό αναφορά αδικήματος. Αυτά αναφέρονται στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας

(1990)2 Α.Α.Δ. 250 στη σελίδα 255 καθώς επίσης και στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Hurbanek v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 111/2007 και 112/2007 ημερομηνίας 18.12.2007, μάλιστα με αναφορά στο άρθρο 30Α ανωτέρω. Οι κατηγορούμενοι επέλεξαν, και οι δύο, να δώσουν μαρτυρία ενόρκως. Κατάθεσε πρώτα ο Γιώργος, ο 1ος κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε ότι την ημέρα κατά την οποία συνέβηκε το υπό αναφορά περιστατικό του είχε ζητήσει ο αδελφός του Δημήτρης να πάει μαζί του για να το βοηθήσει. Δέχθηκε αφού πρόσεξε, όπως είπε, ότι ο αδελφός του ο οποίος είναι από πολλά χρόνια χρήστης ναρκωτικών, είχε σύνδρομο στέρησης. Βοηθώντας τον, πίστευε ότι θα αποφεύγοντο κάποιες καταστάσεις οι οποίες ενδεχόμενα να δημιουργούντο μέσα στο σπίτι τους. Εξήγησε, σχετικά, πως όταν ο αδελφός του βρίσκεται σε κατάσταση στέρησης, μπορεί να κτυπήσει τη μητέρα τους, τον ίδιο ή και να αρχίσει να σπάζει πράγματα μέσα στο σπίτι, κατάσταση την οποία βιώνει από την ηλικία των δέκα χρονών. Επίσης, ανάφερε ότι ο αδελφός του έτρεμε, δε μιλούσε κανονικά και ότι μπορούσε να πάθει κάποιο κακό. Για να ηρεμήσει θα έπρεπε να πάρει τη δόση του. Την ημέρα εκείνη, όπως είπε, πήγε μαζί του και ο αδελφός του για να του δείξει τι θα έκανε. Συνεχίζοντας ο 1ος κατηγορούμενος την αφήγηση του ανάφερε ότι μετά που ξεκίνησαν για τον προορισμό τους, σε κάποιο σημείο της διαδρομής σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου και ο αδελφός του, του έδωσε ένα τσαντάκι και ένα τηλέφωνο αφού είχε ξεχάσει να πάρει το δικό του. Στο τσαντάκι υπήρχε μια δέσμη με λίρες, δεν γνώριζε σε τι ποσό ανέρχοντο. Από το σημείο εκείνο προχώρησε μόνος του οδηγώντας τη μοτοσικλέτα και εισήλθε στη νεκρή ζώνη όπου συνάντησε ένα άντρα που, όπως αντιλήφθηκε, ήταν τουρκοκύπριος. Του έδωσε τα χρήματα και ο τελευταίος του παρέδωσε μια μικρή πράσινη νάυλον σακούλα ("σακουλούα"). Αφού την πήρε την κρέμασε στο λαιμό του. Εξερχόμενος ακολούθως από τη νεκρή ζώνη του είπε ο αδελφός του να βρεθούν στη Λευκωσία και προχώρησε. Καθ' οδόν, όμως, τον ανέκοψε η αστυνομία και τον συνέλαβε. Καταθέτοντας περαιτέρω ο 1ος κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι γνώριζε, κατά την παραλαβή των ναρκωτικών από τον τουρκοκύπριο, είτε το είδος είτε την ποσότητα τους. Όπως είπε, το μόνο που γνώριζε είναι ότι τα πήρε για να βοηθήσει να γίνει καλά ο αδελφός του, και συμπλήρωσε λέγοντας ότι αυτός ήταν και ο ρόλος του στην όλη υπόθεση και ότι δεν είχε αναμιχθεί ποτέ προηγουμένως με ναρκωτικά. Κατά την αντεξέταση του ο 1ος κατηγορούμενος ανάφερε πως όταν στις 17.10.2007 ο αδελφός του, του είπε ότι τον ήθελε για να το βοηθήσει, γνώριζε ότι θα πήγαιναν να πάρουν ναρκωτικά. Επίσης, ανάφερε ότι γνώριζε τι ναρκωτικά έπαιρνε ο αδελφός του και ότι είχε πρόβλημα ηρωίνης αλλά, όπως είπε, είχε φορές που τα έσμιγε και με χάπια. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εξήγησε ότι ο λόγος που δεν πήγαν και οι δύο με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αδελφός του ήταν επειδή ο τελευταίος παρακολουθείτο από την αστυνομία ενώ εκείνος όχι. Και συμπλήρωσε λέγοντας ότι έτσι το αντιλαμβανόταν ο αδελφός του και δεν μπορούσε να του αρνηθεί να πάει μαζί του. Όσο αφορά τη συνάντηση με τον προμηθευτή των ναρκωτικών, υπήρχε, όπως είπε, ένα αυτοκίνητο μέσα στα χωράφια και τους έκανε σήμα με φανάρι. Τότε αυτός προχώρησε με τη μοτοσικλέτα και όταν συναντήθηκαν εκεί έγινε και η συναλλαγή. Δεν μίλησε με τον άνθρωπο εκείνο και ούτε είδε τι περιείχε μέσα η σακούλα που του έδωσε. Επίσης, ανάφερε ότι ούτε τον αδελφό του είδε εκείνη τη στιγμή να έχει οποιαδήποτε συνομιλία μαζί του. Όσο για το ότι δεν είχε αριθμούς η μοτοσικλέτα που οδηγούσε, ισχυρίστηκε ότι την είχε πάρει από το συνεργείο του φίλου του Πάρη τον οποίο βοηθούσε στην επιδιόρθωση μοτοσικλετών και ότι η συγκεκριμένη ήταν υπό επιδιόρθωση. Αρνήθηκε δε ότι ο λόγος που δεν έβαλε σ' αυτή αριθμούς εγγραφής ήταν για να μην αναγνωριστεί όταν θα έκανε την προαναφερθείσα παράνομη συναλλαγή. Κατά τα άλλα ο 1ος κατηγορούμενος επέμενε σε ό,τι ανάφερε και προηγουμένως στην κυρίως εξέταση του. Έπειτα ακολούθησε η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου. Ανάφερε ότι τα τελευταία έντεκα χρόνια είναι χρήστης σκληρών ναρκωτικών, παίρνει μόνο ηρωίνη. Πρώτα άρχισε με ενδοφλέβια χορήγηση της. Όταν όμως δεν ήταν πλέον δυνατό να συνεχίσει με τον τρόπο αυτό, άρχισε να την παίρνει με ενδομυικές ενέσεις στους μηρούς. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί θρόμβωση στο δεξί πόδι και να νοσηλευτεί για 2½ μήνες στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Από τότε, μη έχοντας πλέον άλλη επιλογή, άρχισε να την καπνίζει και έτσι χρειαζόταν, όπως είπε, διπλάσια και τριπλάσια ποσότητα για την κάθε δόση. Σε σχέση με την πτυχή αυτή ο κατηγορούμενος ανάφερε, επίσης, ότι καθ' όλο το πιο πάνω διάστημα έκανε πολλές προσπάθειες για απεξάρτηση του, εντασσόμενος για το σκοπό αυτό σε διάφορες κλινικές και προγράμματα. Για τον ίδιο σκοπό πήγε και σε διάφορες χώρες στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων, τον παρακολούθησαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και οι γιατροί Αργύρης Αργυρίου και Κυριάκος Βερεσιές. Αυτά όσον αφορά τον εθισμό του κατηγορούμενου στα ναρκωτικά και τις προσπάθειες που κατέβαλε για απεξάρτηση του από αυτά, οι οποίες, όμως, από τα λεγόμενα του έπεσαν όλες στο κενό. Ακολούθως, ο 2ος κατηγορούμενος αναφέρθηκε στα περιστατικά που συνέβησαν στις 17.10.
  1. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ημέρα δεν αισθανόταν καλά, βρισκόταν σε κατάπτωση, είχε πόνους ενώ είχε πάρει και ορισμένα χάπια. Τότε ζήτησε από τον αδελφό του Γιώργο, δηλαδή τον 1ο κατηγορούμενο, να το βοηθήσει. Τον πίεσε, όπως είπε, να πάει μαζί του για να κάνουν μια δουλειά. Γνώριζε ότι ο Γιώργος κρατούσε μοτοσικλέτα ενώ ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει το αυτοκίνητο που κρατούσε, και δεν ήταν δικό του. Όπως το έθεσε, είχε βρεθεί σε μια στιγμή αδυναμίας και δεν σκέφτηκε για τις συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν στον Γιώργο στον οποίο δεν έδωσε άλλες εξηγήσεις. Για να προσθέσει ότι ο Γιώργος δεν είχε σχέση με τα ναρκωτικά και ότι μόλις είχε τελειώσει το σχολείο και έκανε εγγραφή σε κολλέγιο. Ξεκίνησαν ο καθένας με το όχημα που οδηγούσε για τον προορισμό τους που ήταν η Αθηαίνου. Ο ίδιος πήρε μαζί του ποσό £700 που αποτελούσε μέρος των χρημάτων που έλαβε εκείνες τις μέρες ως επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας καθώς και από διάφορες άλλες πηγές. Συναντήθηκε ξανά με τον Γιώργο στον κυκλικό κόμβο των Λυμπιών και από εκείνο το σημείο και μετά ο Γιώργος τον ακολούθησε στο δρόμο προς Αθηαίνου. Απέναντι από ένα στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς σταμάτησε και τηλεφώνησε στον τούρκο το όνομα του οποίου είναι Χαλίλης. Συνεννοήθηκαν για τον τρόπο που θα αναγνώριζε ο ένας τον άλλο. Αυτός θα του αναβόσβηνε τα φώτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε και ο τούρκος θα του άναβε ένα φανάρι. Έτσι και έγινε. Ακολούθως, έδωσε στον Γιώργο το τσαντάκι με τα χρήματα και ένα κινητό και του είπε να πάει να του δώσει κάτι. Εννοούσε αυτόν που τους είχε κάνει σήμα με το φανάρι και ο οποίος, όπως είπε, βρισκόταν περί τα 50 μέτρα από εκεί που είχε ο ίδιος σταματήσει. Επίσης, του είπε, μετά τη συναλλαγή να κατευθυνόταν προς τα Λύμπια και θα τον έφτανε. Έτσι και έγινε, όπως το έθεσε. Προσθέτοντας στο σημείο αυτό ότι στον τούρκο είχε πει να τον προμήθευε με 30 γραμμάρια ηρωίνη δεδομένου ότι στα κατεχόμενα ήταν αρκετά φτηνή, περί τις £20 το γραμμάριο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι μετά που έφυγε ο Γιώργος και ενώ ο ίδιος παρέμενε στο σημείο που είχε προηγουμένως σταματήσει, απέναντι από το στρατόπεδο, τον πλησίασε ο Χαλίλης. Κρατούσε όπλο ενώ πίσω του βρίσκονταν 4 με 5 άτομα τα οποία επίσης οπλοφορούσαν. Τότε ο Χαλίλης αφού έριξε πρώτα δύο πυροβολισμούς στον αέρα για επίδειξη ("show"), όπως ο ίδιος αντελήφθη, του είπε ότι του είχε βάλει "πολλή πράμα" γιατί άρχισε να έχει προβλήματα. Όπως του εξήγησε, προμήθευε πολλούς στο μέρος εκείνο και «μυριζόταν» ότι η περιοχή παρακολουθείτο από την αστυνομία. Τον ρώτησε πόση ποσότητα του είχε βάλει και ο Χαλίλης του υπέδειξε να τη ζυγίσει και να του έστελνε τα λεφτά λίγα-λίγα. Επίσης, τον προειδοποίησε ότι ήταν πράκτορας της Μ.Υ.Τ. και πως αν έκανε κάποιο λάθος θα τον έπιανε και εκείνο και την οικογένεια του. Και συμπλήρωσε, λέγοντας όμως αυτή τη φορά, πως ο Χαλίλης τους πυροβολισμούς στον αέρα τους έριξε για να τον εκφοβίσει. Σε μια προσπάθεια του συνηγόρου υπεράσπισης να δώσει ο κατηγορούμενος περισσότερες εξηγήσεις για τους ισχυρισμούς του, ανωτέρω, το ρώτησε επανειλημμένα γιατί ο Χαλίλης δεν του έδωσε λίγα-λίγα τα ναρκωτικά και του τα έδωσε μαζεμένα. Πέρα της βασικής απάντησης του, ότι ο Χαλίλης προμήθευε πολλούς χρήστες, κάθε φορά που του ετίθετο η πιο πάνω ερώτηση, και θα ρωτήθηκε σχετικά περί τις 5 με 6 φορές, έδινε διαφορετική εκδοχή. Τη μια φορά περιορίστηκε να πει ότι ο Χαλίλης καθ' ότι πράκτορας της Μ.Υ.Τ. είχε "καλυμμένα τα νώτα του". Μετά ισχυρίστηκε ότι εναντίον του Χαλίλη εκκρεμούσαν δέκα εντάλματα σύλληψης και έπρεπε "να στήσει σε κάποιο ένα παιχνίδι", κατά την έκφραση του, kαι έτσι προσπάθησε να τον εμπλέξει αυτό που τα είχε μαζί του η αστυνομία. Ενώ σε άλλη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι ο Χαλίλης συνεργαζόταν με την αστυνομία. Τέλος, ο 2ος κατηγορούμενος πρόβαλε μια νέα θέση, ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Χαλίλης τον προμήθευσε με μεγαλύτερη ποσότητα ηρωίνης, από αυτή που του είχε παραγγείλει, όπως εκτίθενται πιο πάνω, αποτελούν τη δική του προσωπική πεποίθηση. Στο στάδιο αυτό ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο Χαλίλης του είχε πει πως η ηρωίνη που του προμήθευσε ζύγιζε πάνω από 300 γραμμάρια, όμως, ήθελε να του πληρώσει μόνο τα 300, και πως θα του την άφηνε προς £5 το γραμμάριο ή και πιο κάτω. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του ο 2ος κατηγορούμενος ερωτηθείς σχετικά ανάφερε πως στην κατάθεση του προς την αστυνομία, στις 17.10.2007, τεκμήριο 2, έχει πει πως από το Χαλίλη είχε ζητήσει να τον προμηθεύσει με 30 γραμμάρια ηρωίνη. Πράγματι αυτό αναφέρεται στην εν λόγω κατάθεση. Όμως, σ' αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει και τα εξής: «Όσο για την ποσότητα των ναρκωτικών που ήταν παραπάνω από ότι εξηγήθηκα στο τηλέφωνο, εγώ του είπα να την πάρει πίσω και μου είπε να του δίνω τα λεφτά σιγά-σιγά». Και συμπληρώνει λέγοντας ότι είναι χρήστης ηρωίνης τα τελευταία οκτώ χρόνια και πως η ποσότητα που είχε παραγγείλει στην αρχή προοριζόταν για δική του χρήση. Στην κατάθεση αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρεται στο Χαλίλη με το όνομα Χάρης. Μετά στη μαρτυρία του εξήγησε ότι αυτός είναι γνωστός με διάφορα ονόματα. Κατά την αντεξέταση του ο 2ος κατηγορούμενος επέμενε στη βασική εκδοχή του όσον αφορά το πότε και πώς πληροφορήθηκε ότι η ποσότητα ηρωίνης που παρέδωσε ο Χαλίλης στον Γιώργο υπερέβαινε τα 30 γραμμάρια. Και που, όπως ισχυρίστηκε, αυτό συνέβηκε μέσω της προσωπικής εκ του σύνεγγυς επικοινωνίας την οποία είχε με το Χαλίλη αμέσως μετά την αποχώρηση του Γιώργου από τη σκηνή. Ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε επί μακρώ σε σχέση με την πιο πάνω εκδοχή. Η μαρτυρία η οποία προέκυψε δεν απέδωσε οτιδήποτε το διαφορετικό ως προς την ουσία της η οποία προσδιορίζεται πιο πάνω. Περιέχει, όμως, αντιφάσεις σε σχέση με την προηγούμενη μαρτυρία του όσον αφορά τις περιστάσεις που την περιβάλλουν και ειδικότερα τον τρόπο που προσπάθησε να δικαιολογήσει την εν λόγω εκδοχή, βασικά, καταφεύγοντας σε υποθέσεις δικής του επινόησης. Ενώ αντίφαση παρατηρείται και στο περιεχόμενο της συνομιλίας που, όπως ισχυρίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος, είχε κατά την εν λόγω επικοινωνία του με τον Χαλίλη. Βέβαια, θεωρούμε πως το θέμα της εξέτασης της μαρτυρίας του 2ου κατηγορούμενου εξαντλείται στις παρατηρήσεις στις οποίες θα προβούμε στη συνέχεια σε σχέση με τη βασική εκδοχή του και έτσι δε θα επεκταθούμε στην παράθεση της υπόλοιπης μαρτυρίας του. Ανκαι δεν μπορούμε να αποφύγουμε στο σημείο αυτό την παρατήρηση πως με βάση ό,τι έχουμε παραθέσει από αυτή είναι πασιφανές ότι η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου όσον αφορά την επίμαχη πτυχή βρίθει από αντιφάσεις και υπερβολές ώστε, εν πάση περιπτώσει, να κρίνεται και ως αναξιόπιστη. Στο σημείο αυτό, θεωρούμε χρήσιμο να προβούμε σε σύντομη αναφορά στη μαρτυρία του ιατρού Κυριάκου Βερεσιέ με ειδικότητα νευρολόγος, ψυχίατρος, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Ο κ. Βερεσιές παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο ενώ τον υπέβαλε και σε κάποιες θεραπείες οι οποίες είχαν ως σκοπό την απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, από το 1998 μέχρι το Νοέμβριο του
  2. Επίσης, τον επισκέφθηκε επαγγελματικά και πρόσφατα στη φυλακή όπου τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Τόσο στην ιατρική έκθεση, την οποία ετοίμασε πρόσφατα, τεκμήριο 3, όσο και στην προφορική του μαρτυρία, ο κ. Βερεσιές χαρακτηρίζει τον κατηγορούμενο ως χρόνιο χρήστη ηρωίνης και περιγράφει την κατάσταση του ως πολύ σοβαρή. Περαιτέρω, εξήγησε ότι για την καπνιστή χρήση ηρωίνης ένας χρήστης χρειάζεται για τις δόσεις του της ημέρας, πέντε και περισσότερα γραμμάρια ενώ για τους άλλους τρόπους μεταξύ δύο και τεσσάρων γραμμαρίων, ανάλογα και με ορισμένους άλλους παράγοντες που συνήθως συντρέχουν. Τέλος, ανάφερε ότι οι δυσμενείς επιπτώσεις στη ψυχική και σωματική υγεία ενός χρήστη ηρωίνης, προκαλούνται όταν αυτός στερείται τη δόση του οπότε έχει ένα πολύ έντονο στερητικό σύνδρομο που κάνει το άτομο να χάνει τη διανοητική λογική και να λειτουργεί με βάση την εξαρτητική λογική. Η μαρτυρία του ιατρού Αργύρη Αργυρίου, ψυχίατρου, η οποία είχε προσφερθεί στο αρχικό στάδιο της δίκης από την κατηγορούσα αρχή, συγκλίνει προς τα ίδια ευρήματα, συμπεράσματα και γνώμη όσον αφορά το 2ο κατηγορούμενο, την κατάσταση γενικά ενός χρόνιου χρήστη και άλλα θέματα αφορούντα τη χρήση ηρωίνης, όπως και η μαρτυρία του κ. Βερεσιέ. Εξού και η δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή η οποία υιοθετώντας την άποψη αυτή, δήλωσε ότι από την πλευρά της είναι αποδεκτά ως αληθή όλα όσα κατάθεσαν οι δύο ιατροί. Στη συνέχεια, θα προχωρήσουμε στο επόμενο θέμα που θα μας απασχολήσει και αφορά την προαναφερθείσα βασική εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου. Εγκρίνοντας προηγουμένως τα δηλωθέντα ως κοινώς παραδεκτά γεγονότα, κρίναμε ότι παρουσιάζουν μια δίκαιη άποψη των διαδραματισθέντων κατά τα διάφορα στάδια στα οποία αυτά αφορούν. Ειδικά εν όψει και της προηγηθείσας παραδοχής των δύο κατηγορουμένων στην κατηγορία της κατοχής (δεύτερη κατηγορία), με την οποία δεν διαπιστώνουμε να έρχονται σε σύγκρουση, όσον αφορά οποιαδήποτε πτυχή της. Μάλλον, αποκαλύπτουν κάποιες λεπτομέρειες των περιστάσεων κάτω από τις οποίες επήλθε η κατάσταση αυτή, δηλαδή η κατοχή. Συναφώς προς το θέμα αυτό αλλά και γενικότερα, μετά το τέλος της προσφοράς της μαρτυρίας και για την υπεράσπιση, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε, κατ' αρχάς, ότι η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου είναι αντίθετη σε σημαντικά σημεία της με τα παραδεκτά γεγονότα και επομένως δεν θα πρέπει, σε εκείνη την έκταση, να ληφθεί υπόψη. Ενώ ακολούθως, στηριζόμενη στη θέση αυτή, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η υπόλοιπη μαρτυρία της υπεράσπισης δεν αντικρούει, στον απαιτούμενο βαθμό, το τεκμήριο της κατοχής με σκοπό την προμήθεια το οποίο δημιουργεί το άρθρο 30Α του Νόμου 29/
  3. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος ας σημειωθεί αγόρευσε πρώτος, ανέπτυξε τις διάφορες πτυχές της μαρτυρίας των κατηγορουμένων και του κ. Βερεσιέ για να εισηγηθεί ότι στο σύνολό της είναι ικανή προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου. Βασικά, ο κ. Ευτυχίου αγόρευσε ωσάν να μην ετίθετο θέμα αντίθεσης βασικών πτυχών της μαρτυρίας του 2ου κατηγορούμενου με τα παραδεκτά γεγονότα. Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς τη σημασία των παραδεκτών γεγονότων σε ποινική δίκη, τα οποία αφού δηλωθούν και διαπιστωθεί η κοινή αποδοχή τους από τα ενδιαφερόμενα μέρη, τυγχάνουν της έγκρισης του δικαστηρίου με βάση το άρθρο 19
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ούτε και ως προς τη συνακόλουθη αντίκρυση από το δικαστήριο μαρτυρίας η οποία κατατέθηκε κατά τη δίκη και είναι αντίθετη προς αυτά υπάρχει οποιαδήποτε διαφωνία. Το θέμα εξετάζεται με πληρότητα, κατόπιν αναφοράς και σε προηγούμενη νομολογία, στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186. Το ακόλουθο απόσπασμα στις σελίδες 189 έως 190 είναι σχετικό: "Αποδοχή γεγονότος δυνάμει του άρθρου 19
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου (όπως αυτό διαμορφώθηκε με το Νόμο 86/86) "θα αποτελεί δεσμευτικήν απόδειξιν εναντίον του εν λόγω μέρους εις την διαδικασία εις ην το αποδεκτόν γεγονός αφορά". Ούτε είναι δυνατή, ως εκ τούτου, η προσαγωγή μαρτυρίας αντιστρατευόμενης την τοιαύτη αποδοχή γεγονότος, εκτός αν η αποδοχή αποσυρθεί με την άδεια του δικαστηρίου όπως προνοείται στο άρθρο 19
(4). Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, τονίσθηκε η σημασία και η διάσταση των δυνάμει του άρθρου 19
(1)παραδεκτών γεγονότων ως αναντίλεκτης μαρτυρίας, άρνηση των οποίων και προβολή αντιφατικής προς τούτα εκδοχής στη μαρτυρία θεωρήθηκε κατά συνέπεια ως προσφυγή στο ψεύδος για την αντιμετώπιση ενοχοποιητικών δεδομένων. Και στην υπόθεση Αντρέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ο αποκλεισμός από το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας ως μη αποδεκτής μαρτυρίας κατάθεσης η οποία είχε γίνει αρχικά δεκτή ως παραδεκτό γεγονός προφανώς δυνάμει του άρθρου 19
(1), ελέγχθηκε ως λανθασμένη. Όπως ελέχθη στη σ. 501: Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι, όταν ένα γεγονός καθίσταται παραδεκτό γεγονός δυνάμει του Νόμου 86/86, όπως η κατάθεση στην προκειμένη περίπτωση, τότε το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα, όπως έχει τονιστεί και πρόσφατα στην Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444." Στην παρούσα υπόθεση η πρώτη βασική αντίφαση διαπιστώνεται σε σχέση με την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του σημείου στο οποίο σταμάτησε ο 2ος κατηγορούμενος το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε και του σημείου όπου έγινε η παράδοση των ναρκωτικών στον Γιώργο από το Χαλίλη. Στα παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκε ότι η απόσταση αυτή ήταν 500 μέτρα ενώ ο 2ος κατηγορούμενος ανάφερε στη μαρτυρία του ότι ήταν μόνο 50 μέτρα. Εν όψει του Νόμου και της νομολογίας, ανωτέρω, ασφαλώς η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορούμενου για απόσταση 50 μέτρων που μεσολαβούσε μεταξύ των προαναφερθέντων δύο σημείων, προφανώς, είχε το σκοπό του. Εξηγεί μερικώς ό,τι διαπιστώνεται ως δεύτερη αντίφαση η οποία είναι κατά πολύ πιο σοβαρή και ειδικά ως προς τις συνέπειες της. Συγκεκριμένα, ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του πως έλαβε γνώση για πρώτη φορά ότι η ποσότητα την οποία παρέδωσε ο Χαλίλης στον Γιώργο ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη αυτής που του είχε παραγγείλει, από τον ίδιο το Χαλίλη ο οποίος τον πλησίασε αμέσως μετά που αναχώρησε ο Γιώργος από τη σκηνή και του το ανάφερε. Όπως διαπιστώσαμε και προηγουμένως, εν όψει των παραδεκτών γεγονότων δε χρειάζεται να ασχοληθούμε με τις ακριβείς περιστάσεις υπό τις οποίες φέρεται να πραγματοποιήθηκε η ισχυρισθείσα συνάντηση. Στα παραδεκτά γεγονότα αναφέρονται επί του προκειμένου, επί λέξει, τα εξής: «Η μοτοσικλέτα περί ώρα 19:40 μπήκε στη νεκρή ζώνη ενώ το αυτοκίνητο KJC713 σταμάτησε σε απόσταση 500, περίπου, μέτρων κοντά σε φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς. Περί ώρα 19:50 η μοτοσικλέτα εξήλθε της νεκρής ζώνης. Ταυτόχρονα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος έκανε επαναστροφή, προσπέρασε τη μοτοσικλέτα η οποία συνέχισε να το ακολουθεί.». Από αυτά δε είναι πασιφανές ότι αποκλείεται εντελώς το ενδεχόμενο να είχε πραγματοποιηθεί, στο στάδιο εκείνο, συνάντηση του 2ου κατηγορούμενου με το Χαλίλη. Όπως και να ιδωθεί η εν λόγω μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, δεν συνάδει με τα συγκεκριμένα παραδεκτά γεγονότα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Πλην μόνο για το σκοπό διαπίστωσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος έχει καταφύγει στο ψεύδος προκειμένου να υποστηρίξει τη συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης του. Τώρα που δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον μας η εν λόγω εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι αυτός γνώριζε εκ των προτέρων για τη μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που θα προμήθευε ο Χαλίλης στον Γιώργο. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να είχε μιλήσει στην κατάθεση που έδωσε αργότερα στην αστυνομία, τεκμήριο 2, για ποσότητα ναρκωτικών η οποία ήταν μεγαλύτερη από αυτή που είχε παραγγείλει τηλεφωνικώς στο Χαλίλη να τον προμηθεύσει και ότι τάχα του είχε πει να την πάρει πίσω. Βασικά, με την εν λόγω αναφορά στην κατάθεση του, ο 2ος κατηγορούμενος δέσμευσε τον εαυτό του ώστε κατά τη δίκη να έπρεπε να δώσει κάποια εξήγηση για το πώς πληροφορήθηκε για τη μεγαλύτερη ποσότητα ηρωίνης που τάχα τον είχε προμηθεύσει ο Χαλίλης. Για την οποία όμως εξήγηση δεν ανάφερε ούτε το ελάχιστο στην κατάθεση του. Το γεγονός αυτό δείχνει, πρόσθετα, ότι όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που αφηγήθηκε σχετικά ο 2ος κατηγορούμενος κατά τη δίκη είναι προϊόν σκέψης την οποία έκανε εκ των υστέρων και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος που ο 2ος κατηγορούμενος ζήτησε από τον αδελφό του να πάει να παραλάβει αυτός τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών από το Χαλίλη και δεν πήγε ο ίδιος προσωπικά. Μια άλλη πτυχή της υπεράσπισης αφορά στην εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που παραδέχθηκαν και οι δύο ότι κατείχαν, προοριζόταν για χρήση από το 2ο κατηγορούμενο. Ο κ. Ευτυχίου αναφέρθηκε στη μαρτυρία του κ. Βερεσιέ καθώς και στην όμοια μαρτυρία του κ. Αργυρίου για να υποστηρίξει τη θέση αυτή. Έχοντας δε κατά νου τις σχετικές αναφορές των δύο αυτών μαρτύρων πιστεύουμε πως έχει καταδειχθεί ότι, λόγω της καπνιστής χρήσης που είναι τώρα υποχρεωμένος να κάνει ο 2ος κατηγορούμενος, χρειάζεται περισσότερη ποσότητα για κάθε δόση. Όμως, στην πραγματικότητα η πιο πάνω κατάληξη δεν τον βοηθά. Και ο λόγος είναι ότι η πιο πάνω εισήγηση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βασική εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου ότι δε γνώριζε για τη μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που θα του προμήθευε ο Χαλίλης. Άρα δεν μπορεί και να ισχυριστεί ότι είχε ανάγκη τη μεγάλη αυτή ποσότητα για δική του χρήση. Έπειτα, ο ίδιος ουσιαστικά ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι ένας χρήστης προμηθεύεται μικρές ποσότητες ηρωίνης για χρήση το πολύ μερικών ημερών ενώ πρόσθετα ο ίδιος, όπως διευκρίνισε, δεν ήταν οικονομικά σε θέση να αγοράσει μεγαλύτερη ποσότητα για μακράς διάρκειας χρήση. Στην πραγματικότητα ο 2ος κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του, τουλάχιστον ευθέως, δηλαδή ότι προόριζε τη μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που του παρέδωσε ο Χαλίλης για δική του χρήση. Διότι, ακριβώς, ένας τέτοιος ισχυρισμός προερχόμενος από τον ίδιο θα ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με τη βασική εκδοχή του ότι δεν γνώριζε για την προμήθεια της μεγαλύτερης ποσότητας, από το Χαλίλη. Η υπό αναφορά εισήγηση, βέβαια, με αφορμή, όπως αναφέρθηκε ήδη, και κάποια μαρτυρία του κ. Βερεσιέ, έγινε σε συνδυασμό και με τις αναφορές του κατηγορούμενου αυτού, ότι είναι χρόνιος χρήστης με σοβαρό εθισμό στην ηρωίνη. Το αποτέλεσμα όμως από την προώθηση της είναι αυτό που αναφέρεται προηγουμένως. Η κατάληξη μας, με βάση τη συζήτηση η οποία έχει προηγηθεί, είναι ότι ο 2ος κατηγορούμενος για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω δεν μας έχει ικανοποιήσει ποσώς ότι τη συγκεκριμένη ποσότητα ηρωίνης που κατείχε δεν την προόριζε για προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Όσον αφορά τον 1ο κατηγορούμενο τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Να αναφέρουμε, κατ' αρχάς, ότι έχοντας μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τη μαρτυρία του στο σύνολο της, δεν διαπιστώνουμε να περιέχει οποιεσδήποτε ανακρίβειες, ασάφειες ή αντιφάσεις ώστε να πλήττεται η αξιοπιστία της. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι ο 1ος κατηγορούμενος μίλησε με ευθύτητα και στα πλαίσια της λογικής χωρίς υπερβολές για τα προβλήματα που δημιουργούσε ο 2ος κατηγορούμενος στην οικογένεια τους όταν κατεβάλλετο από το σύνδρομο στέρησης που του προκαλούσε ο εθισμός του στα ναρκωτικά, θέση την οποία υποστήριξε με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του και ο κ. Βερεσιές. Ενώ, επίσης, διαπιστώνουμε ότι ήταν ειλικρινής αφού δεν προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι γνώριζε το σκοπό για τον οποίο θα πήγαινε να βοηθήσει τον αδελφό του, όταν του το είχε ζητήσει ο τελευταίος, και συγκεκριμένα ότι ήταν για να παραλάβει ναρκωτικά. Καταλήγουμε, λοιπόν, στη διαπίστωση ότι ο 1ος κατηγορούμενος είπε στο δικαστήριο όλη την αλήθεια. Συνεπώς, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του, όπως εκτίθεται πιο πάνω, στο σύνολό της ως μέρος των ευρημάτων μας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Είναι δε η μαρτυρία αυτή αποκαλυπτική του περιορισμένου βαθμού συμμετοχής και γνώσης, την οποία ο 1ος κατηγορούμενος είχε όσον αφορά τη συναλλαγή την οποία διευθέτησε ο αδελφός του Δημήτρης, ο 2ος κατηγορούμενος, να γίνει με το Χαλίλη στις 17.10.
  1. Περαιτέρω, η ίδια μαρτυρία αποκαλύπτει, επίσης, πως ο 1ος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ούτε το είδος ούτε την ποσότητα των ναρκωτικών πριν αυτά του παραδοθούν από το Χαλίλη. Μπορεί να είχε υποψία ότι θα επρόκειτο για ηρωίνη, γνωρίζοντας ότι ο αδελφός του ήταν εθισμένος στην εν λόγω ουσία. Να παρατηρήσουμε εδώ πως η διαπίστωση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή του 1ου κατηγορούμενου, στη δεύτερη κατηγορία ότι μετά την ανάληψη της κατοχής των ναρκωτικών είχε γνώση ότι επρόκειτο για ηρωίνη βάρους 371,1176 γραμμαρίων. Αυτά τα γεγονότα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γεγονότων της κατηγορίας αυτής και κατά συνέπεια και της τρίτης κατηγορίας, στις λεπτομέρειες της οποίας γίνεται παραπομπή στις λεπτομέρειες αδικήματος της προηγούμενης κατηγορίας. Πρόσθετα, τα εν λόγω ευρήματα θα πρέπει, επίσης, να ιδωθούν υπό το φως και της υπόλοιπης μαρτυρίας του 1ου κατηγορούμενου. Ειδικά αυτής που αναφέρεται στη γνώση του για τον εθισμό του αδελφού του στα ναρκωτικά και στις δυσάρεστες συνέπειες που προκαλούσε το σύνδρομο στέρησης, όταν τον έπιανε, σε μέλη της οικογένειας του, καθώς επίσης και η πλήρης άγνοια του γι' αυτά. Συναφώς προς την τελευταία διαπίστωση έχουμε κάνει αποδεκτό τον ισχυρισμό του 1ου κατηγορούμενου ότι δεν είχε ποτέ στο παρελθόν οποιαδήποτε ανάμιξη με ναρκωτικά και λογικά δεν μπορεί και να θεωρηθεί ότι γνώριζε, ειδικά την ποσότητα που χρειάζεται ένας χρήστης προκειμένου να λάβει τη δόση η οποία θα είναι ικανοποιητική για τον οργανισμό του. Αυτό που σίγουρα γνώριζε ήταν τις συνέπειες της στέρησης όταν αυτή κατέβαλλε τον αδελφό του και, επομένως, αποδεχόμαστε τη θέση του ότι μοναδικός σκοπός του ήταν να το βοηθήσει προκειμένου να εξασφαλίσει τα ναρκωτικά που χρειαζόταν για δική του χρήση ώστε να νιώθει καλά. Τα ευρήματα γεγονότων, ανωτέρω, μας οδηγούν στο καθ' όλα εύλογο συμπέρασμα ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν προόριζε την ποσότητα των 371, 1176 γραμμαρίων ηρωίνης που κατείχε, όπως παραδέχθηκε στη δεύτερη κατηγορία, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Έχοντας δε ικανοποιηθεί ως προς τούτο, διαπιστώνουμε, συγχρόνως, ότι ο 1ος κατηγορούμενος έχει πετύχει να ανατρέψει το σχετικό τεκμήριο το οποίο είχε δημιουργηθεί σε βάρος του υπό τις περιστάσεις που έχουν προαναφερθεί, δυνάμει του άρθρου 30Α του Νόμου 29/
  2. Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι δεν είναι δυνατό να αποδεχθούμε την εισήγηση της συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή και να βρούμε ένοχο τον 1ο κατηγορούμενο, στη βάση ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης με σκοπό να την προμηθεύσει στον αδελφό του, 2ο κατηγορούμενο, έστω και αν αυτός ήταν στην πραγματικότητα ο σκοπός του. Ο λόγος είναι απλός. Όπως είναι διατυπωμένες τόσο η δεύτερη όσο και η τρίτη κατηγορία, οι δύο κατηγορούμενοι αναφέρονται ως συγκάτοχοι των ναρκωτικών, με τον 1ο κατηγορούμενο να έχει άμεση κατοχή και το 2ο κατηγορούμενο να έχει έμμεση κατοχή αυτών, όπως προκύπτει και από τα παραδεκτά γεγονότα. Επομένως, ούτε και στη βάση αυτή θα μπορούσε να επιτύχει η τρίτη κατηγορία όσον αφορά τον 1ο κατηγορούμενο. Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην παρατηρήσουμε ότι η πιο πάνω εισήγηση της συνηγόρου έρχεται σε σύγκρουση με τη θέση της κατηγορίας η οποία προωθήθηκε από την αρχή, ότι οι κατηγορούμενοι κατείχαν από κοινού τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αντιστρατεύεται και τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η παραδοχή των κατηγορουμένων στη δεύτερη κατηγορία. Εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων καταλήγουμε ότι ούτε και η πρώτη κατηγορία, για συνωμοσία μεταξύ των δύο κατηγορουμένων προς διάπραξη του αδικήματος στην τρίτη κατηγορία, έχει αποδειχθεί. Τουλάχιστο, όσον αφορά τον 1ο κατηγορούμενο, όπως διαπιστώσαμε ήδη, ο σκοπός του ήταν να τα παραδώσει με την πρώτη ευκαιρία στον αδελφό του, 2ο κατηγορούμενο, για δική του χρήση αφού έτσι πίστευε ότι θα το βοηθούσε να αντιμετωπίσει προσωρινά το πρόβλημα στέρησης που αυτός αντιμετώπιζε. Για να υπάρξει συμφωνία αναφορικά με τη διάπραξη κακουργήματος, όπως είναι η πρώτη κατηγορία, χρειάζεται να υπάρχουν τουλάχιστο δύο πρόσωπα τα οποία να έχουν συμφωνήσει στη διάπραξη του (βλ. Eminiyet v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 2/2006 και 3/2006, ημερ. 17.5.2007). Όμως, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις οποιεσδήποτε προθέσεις του 2ου κατηγορούμενου προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα δεν υπήρξε η φερόμενη συνομωσία. Εν όψει, λοιπόν, όλων όσων αναφέραμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρώτη κατηγορία και για τους δύο κατηγορούμενους καθώς επίσης και την τρίτη κατηγορία σε σχέση μόνο με τον 1ο κατηγορούμενο. Ενώ έχει πετύχει να αποδείξει, στον πιο πάνω βαθμό, την τρίτη κατηγορία σε σχέση με το 2ο κατηγορούμενο. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην πρώτη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην τρίτη κατηγορία. Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία. (Υπ.) ....................... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.