← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. KHALED SAYED AYOUB BATARSEH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 410/07, 28 Μαρτίου 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. KHALED SAYED AYOUB BATARSEH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 410/07, 28 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 410/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - εναντίον -

  1. KHALED SAYED AYOUB BATARSEH
  2. MARWAN ZAFER JEBRIL ALJABARI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Λοϊζου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ex Tempore Με βάση το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία 1, ήτοι της απόπειρας παροχής βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να παραμείνει στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 1, ο κατηγορούμενος 1 την 19η Φεβρουαρίου 2007, στον Άγιο Δομέτιο, της Επαρχίας Λευκωσίας, αποπειράθηκε να βοηθήσει απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει και παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία κατά παράβαση της απαγόρευσης της εισόδου αλλοδαπού από μη εγκεκριμένο λιμάνι, δηλαδή αποπειράθηκε να βοηθήσει τον MARWAN ZAFER JEBRIL ALJABARI, από την Ιορδανία, Αρ. διαβ. 1296803 (κατηγορούμενο αρ.2), ο οποίος αφίχθη παράνομα στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, να εισέλθει στις ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου και να παραμείνει στη Δημοκρατία παράνομα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχθηκε ενοχή στην προσαπτόμενη κατηγορία. Έχοντας ολοκληρωθεί η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 στο παρελθόν, παραμένει σε εκκρεμότητα μόνο εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην ως άνω κατηγορία. Προς απόδειξη της υπόθεσης κατέθεσε ο Αστυφύλακας 3998 Κώστας Δημητρίου και περαιτέρω εκ συμφώνου κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1, 2 και
  3. Με την έγκριση του Δικαστηρίου κατέστη παραδεχτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πιστή μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 στην Αραβική γλώσσα καθώς επίσης και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 -
  4. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός ότι ο αστυφύλακας 565 Τ. Αναστασίου, στις 19/2/2007 ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης, ανέκρινε τον κατηγορούμενο 1, τον συνέλαβε την ίδια ημερομηνία και ώρα 23:55 στο Σταθμό Λυκαββητού, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και απάντησε τίποτα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1, και ζήτησε την απόρριψη της προσαπτόμενης κατηγορίας. Παρουσίασε προς τούτο την επιχειρηματολογία του σε συντομία. Σύντομη αλλά προς την αντίθετη εισήγηση ήταν και η αναφορά της κυρίας Ναθαναήλ. Για την οριοθέτηση του πλαισίου της διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης υιοθετήθηκε στην Κύπρο η Αγγλική Πρακτική του 1962 (Practice Direction

(1962)1 All E.R. 448) (Βλέπε Azinas & Another v. The Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κόκου Αριστοτέλους & άλλων
(1992)2 ΑΑΔ 356). Η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου με βάση την έλλειψη στοιχειοθετήσεως εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο Δικαστής δεν προβαίνει στο στάδιο της δίκης κατά το οποίο κλείνει η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και το κριτήριο ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κόκου Αριστοτέλους & άλλων, ανωτέρω). Είχα την ευκαιρία, κατά το διάλειμμα, να μελετήσω το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την ανάλυση όμως που ακολουθεί μπορεί να αποκαλυφθεί το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Η κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 στηρίζεται, περάν του άρθρου 366 και 367 του Κεφ. 154, στο άρθρο 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο συνδράμει ή βοηθά οποιονδήποτε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει ή να παραμείνει στη Δημοκρατία κατά παράβαση του Νόμου αυτού. είναι ένοχο ποινικού αδικήματος .». Καθίσταται εμφανές ότι προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος και συστατικό στοιχείο αυτού είναι το καθεστώς αυτού που βοηθείται ως παράνομος μετανάστης. Στην υπό κρίση κατηγορία αυτό μεταφράζεται σε απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος 2 αφήχθη παράνομα από μη εγκεκριμένο λιμάνι ώστε να καθίσταται απαγορευμένος μετανάστης λόγω της αναφερόμενης απαγόρευσης. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαπιστώνεται, η παντελής απουσία μαρτυρίας αναφορικά με το συστατικό αυτό στοιχείο του υπό κρίση αδικήματος. Ως προς τούτο δεν μπορεί να είναι αρκετή η όποια αναφορά του ΜΚ για τις δικές του διαπιστώσεις. Ούτε η οποιαδήποτε αναφορά του κατηγορουμένου μπορεί να συμπληρώσει τέτοιο κενό. Το ως άνω στοιχείο αποτελεί θέμα στο οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει και προς τούτο η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να προσκομίσει την πρωτογενή μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να πράξει τούτο. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Είμαι της άποψης ότι το να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν απαγορευμένος μετανάστης προϋποθέτει τη διενέργεια από μέρους του υποθέσεων. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς το αποτέλεσμα της διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου 2 όμως ούτε αυτό μπορεί να συμπληρώσει το ως άνω κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής εναντίον του κατηγορούμενου 1. Ήταν άλλωστε θέμα της κατηγορούσας αρχής να προσθέσει τον κατηγορούμενο 2 ως μάρτυρα κατηγορίας και να τον καλέσει ως τέτοιον προς απόδειξη του ως άνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Ελλείψει συνεπώς μαρτυρίας ως ανωτέρω αναλύεται θεωρώ ότι παρέλκει η αναγκαιότητα εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος που αφορά την παρούσα, αφού με βάση τα όσα ανέφερα καθίσταται εμφανές ότι το να κληθεί ο κατηγορούμενος 1 να παρουσιάσει την υπεράσπισή του στην προσαπτόμενη κατηγορία, υπό τας περιστάσεις, με μόνο σκοπό την επιβεβαίωση των κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 επαρκώς ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπισή του στην προσαπτόμενη κατηγορία, η κατηγορία 1 απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. (Υπ) .......... Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.