← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτη Βαρθολομαίου, Αρ. Υπόθεσης: 17536/06, 28 Μαρτίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτη Βαρθολομαίου, Αρ. Υπόθεσης: 17536/06, 28 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17536/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτη Βαρθολομαίου Κατηγορουμένου _______________ 28 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α.Γεωργίου Ο Κατηγορούμενος είναι παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον πεθερό του Πέτρο Λάλα, αδίκημα που φέρεται να διαπράχθηκε στις 26 Ιουνίου
  2. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και έτσι η υπόθεση προσχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της κατηγορίας κλήθηκαν και κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής τρία πρόσωπα, η κουνιάδα του κατηγορουμένου Μαρούλλα Χατζανδρέου (Μ.Κ.1), ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.1977 Μάριος Γεωργίου (Μ.Κ.2) και ο παραπονούμενος πεθερός του Πέτρος Λάλας (Μ.Κ.3). Περαιτέρω κατατέθηκαν από κοινού για το αληθές του περιεχομένου τους, οι γραπτές καταθέσεις πέντε άλλων προσώπων, ήτοι των δύο θεραπόντων ιατρών του παραπονούμενου, μιας νοσηλεύτριας, του οδηγού του ασθενοφόρου και του συζύγου της εγγονής του παραπονούμενου (τεκμήρια 1-5). Η πιο πάνω μαρτυρία κρίθηκε ικανοποιητική για κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Έτσι του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ κάλεσε και ως μάρτυρα τη σύζυγο του Ελένη Βαρθολομαίου (Μ.Υ.1). Από την προαναφερθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι στις 26 Ιουνίου 2005 και περί ώρα 0800, μετά από κάποια φραστική κυρίως αντιπαράθεση μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου που έλαβε χώραν στην αυλή της κύριας οικίας του κατηγορουμένου και του βοηθητικού δωματίου όπου τότε διέμενε ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο έδαφος και να κτυπήσει στον τοίχο που βρισκόταν ακριβώς πίσω του. Συνεπεία των πιο πάνω ο παραπονούμενος υπέστη θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του τριχωτού της κεφαλής και κάταγμα δεξιού ισχίου. Η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι όντως υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου αλλά επιτιθέμενος στο επεισόδιο αυτό ήταν ο παραπονούμενος και όχι ο ίδιος. Συγκεκριμένα σε δύο διαφορετικές φάσεις, την πρώτη με το σίδερο (τεκμήριο 8) και τη δεύτερη με το μπαστούνι (τεκμήρια 9 και 10) ο παραπονούμενος επιχείρησε να τον κτυπήσει. Και στις δύο περιπτώσεις κατάφερε να του αποσπάσει τα προαναφερθέντα επιθετικά όργανα και να τα πετάξει. Ωστόσο ο παραπονούμενος συνέχισε τις επιθετικές του ενέργειες επιχειρώντας ακολούθως να τον κλωτσήσει. Για να αποφύγει το κτύπημα, ο κατηγορούμενος έβαλε μπροστά το πόδι του με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να προσκρούσει σ΄ αυτό, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος. Έτσι εκτυλίχθηκε το επεισόδιο. Σε καμία περίπτωση δεν έσπρωξε τον παραπονούμενο και εν πάση περιπτώσει για το ότι έγινε, ο ίδιος δεν φέρει καμία ευθύνη καθ' ότι βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας. Ως γίνεται κατανοητό από την προαναφερθείσα καταγραφή των εκατέρωθεν εκδοχών, η υπόθεση θα κριθεί στην αξιοπιστία των μαρτύρων. Ωστόσο προτού ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό αξίζει να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Το αδίκημα λοιπόν που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θεμελιώνεται κατά βάση στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Βαριά σωματική βλάβη σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleadings, Evidence and Practice, 2002, στην παρ.19-206, αναφέρεται ότι: "Grievous bodily harm" should be given its ordinary and natural meaning of really serious bodily harm, and it is undesirable to attempt any further definition of it· D.P.P. v. Smith

(1961)A.C. 290 (H.L.), R. v. Cunningham
(1982)A.C. 566 (H.L.). .. It is not necessarily that grievous bodily harm should be either permanent or dangerous. R. v. Ashman
(1858)1 F & F.88." Στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα, στην παρ. 19-212, υπό τον τίτλο "Wound" αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με τα είδη των τραυμάτων που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης: "The word "wound" in section 18 includes incised wounds, punctured wounds, lacerated wounds, contused wounds and gunshot wounds. Shea v. R, 3 Cox 141 (Ir.). But to constitute a wound within the statute, the continuity of the skin must be broken: R. V. Wood,
(1830)1 Mood. 278; or, in other words, the outer covering of the body (that is, the whole skin, not the mere cuticle or upper skin) must be divided: R. v. M´Loughlin,
(1838)8 C. & P 635; R. v. Beckett,
(1836)1 M. & Rob. 526. But a division of the internal skin - e.g., within the cheek or lip - is sufficient to constitute a wound within the statute: R. v. Smith, (L.)
(1837)8 C & P 173; R. v. Warman,
(1846)1 Den. 183." Σε σχέση με το ζήτημα της βαριάς σωματικής βλάβης και τον τρόπο που αυτή καθορίζεται, καθόλα ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές είναι επίσης οι σχετικές αναφορές στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice, 2003, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Non fatal offences against the person", ειδικότερα στις παραγράφους Β 2.37 και επόμενες. Στην υπό συζήτηση περίπτωση τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος εμπίπτουν αναμφίβολα στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης (βλ. Ppais v. Republic
(1967)2 CLR 115, Psaras v. Police
(1968)2 CLR 8, Georghiou v. Police
(1985)2 CLR 82). Το ερώτημα όμως που ξεπροβάλλει είναι κατά πόσον αυτή η βλάβη μπορεί για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης να αποδοθεί στον κατηγορούμενο. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με την οποία θα ασχοληθώ αμέσως μετά. Η αξιολόγηση να σημειώσω είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου έχει σημασία βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Εφαρμόζοντας λοιπόν τα πιο πάνω επισημαίνω ότι η πρώτη μάρτυρας της υπόθεσης Μ.Κ.1, μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Αν και ήταν κάπως φορτισμένη, προφανώς από τη στενή οικογενειακή της σχέση με τους δύο εμπλεκόμενους, φρονώ πως η δική της μαρτυρία συγκαταλέγεται στην πλέον αξιόπιστη που παρουσιάστηκε. Από τη μαρτυρία της προκύπτουν κάποια σημαντικά στοιχεία τα οποία δεν συνάδουν με την εκδοχή του παραπονούμενου και τη γενικότερη θεώρηση των γεγονότων από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα η μάρτυρας ήταν σαφής στο ότι αυτός που επιτέθηκε πρώτος ήταν ο παραπονούμενος πατέρας της και όχι ο κατηγορούμενος. Ειδικά στη σελ.2 της κατάθεσης της (έγγραφο 1) αναφέρει τα εξής: "...Αμέσως μετά πιάστηκαν στα χέρια, γιατί ο πατέρας μου του επιτέθηκε με το μπαστούνι με σκοπό να του χτυπήσει". Στη συνέχεια κάνει λόγο για αλληλοσπρωξίματα που είχαν ως αποτέλεσμα ο πατέρας της να πέσει στο έδαφος. Καλή εντύπωση μου προξένησε και ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.
  1. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης και εν πάση περιπτώσει γίνεται αποδεκτή ως αντικειμενική, αξιόπιστη και αληθινή. Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο Μ.Κ.3, η παρουσίαση του στο Δικαστήριο ήταν κάπως περιπετειώδης. Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις ότι δεν θα μπορούσε να καταθέσει ενόψει του προχωρημένου της ηλικίας του (όντας 90 και πλέον ετών), τελικώς με πολλή δυσκολία μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον οίκο ευγηρίας όπου διαμένει τον τελευταίο καιρό και έδωσε μαρτυρία. Το προχωρημένο της ηλικίας του αποτέλεσε και παράγοντα για να αμφισβητηθεί ποικιλοτρόπως η σωφροσύνη και γενικά η αξιοπιστία του ως μάρτυρας. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Μ.Κ.3 για την ηλικία του, παρουσίασε μια αξιοθαύμαστη διαύγεια και μια αφοπλιστική ευθύτητα και φυσικότητα. Ωστόσο υπάρχουν ρήγματα στη μαρτυρία του, τα οποία αν και θα πρέπει κάποιος να τα αντικρύσει με κατανόηση και επιείκεια, δεν επιτρέπουν στο να γίνει δεκτή η μαρτυρία του, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη το διακύβευμα της όλης υπόθεσης, το οποίο είναι η ενδεχόμενη καταδίκη του κατηγορούμενου για ένα σοβαρότατο ποινικό αδίκημα το οποίο επισύρει πολύχρονη ποινή φυλάκισης. Πιο συγκεκριμένα ενώ στη γραπτή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (έγγραφο 3) παραδέχεται ότι εξύβρισε και αυτός τον κατηγορούμενο, ότι αρχικά όταν ο κατηγορούμενος βγήκε στη βεράντα του, του είπε να μπει μέσα, ότι παρούσα στο όλο επεισόδιο ήταν και η Μ.Κ.1 και ότι ο κατηγορούμενος είναι σπρώξιμο που του κατάφερε για να τον ρίξει στο έδαφος, στην αντεξέταση έθεσε υπό αμφιβολία αυτές τις τοποθετήσεις. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε πως ουδέποτε εξύβρισε τον κατηγορούμενο, ότι ουδέποτε του είπε να μπει στο σπίτι του και ότι δεν θυμάται αν ήταν ή όχι παρούσα στο επεισόδιο η Μ.Κ.
  2. Συνάμα δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο να είναι τελικά κλωτσιά που του κατάφερε ο κατηγορούμενος για να τον ρίξει στο έδαφος. Αν προσθέσει κανείς στα πιο πάνω και το γεγονός ότι αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στον κατηγορούμενο με το μπαστούνι, την ώρα που η ίδια του η θυγατέρα Μ.Κ.1, που ήταν παρούσα, ανέφερε πως υπήρξε μια τέτοια επίθεση, τότε καθίσταται πιστεύω πρόδηλο πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί και να στηριχθεί στη μαρτυρία του. Τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του Μ.Υ.1, μολονότι μπορώ να κατανοήσω (όχι όμως και να δικαιολογήσω) τη στάση τους, δεν μπορώ και να τους πιστέψω. Δεν πιστεύω ότι ο παραπονούμενος επιτέθηκε στον κατηγορούμενο με το σίδερο (τεκμήριο 8) και πολύ περισσότερο δεν πιστεύω πως η πτώση του παραπονούμενου επιτεύχθηκε με τον τρόπο που αυτοί ισχυρίστηκαν. Επ' αυτού επισημαίνω ότι στη γραπτή κατάθεση της Μ.Υ.1 (έγγραφο 4), σε δύο τουλάχιστον σημεία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έσπρωχνε τον παραπονούμενο. Τις αναφορές αυτές τις αναίρεσε βέβαια στο Δικαστήριο, προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι ενόψει της πολύχρονης απουσίας της στην Αγγλία, δεν ξέρει καλά ελληνικά και δεν αντιλήφθηκε την έννοια της λέξης "έσπρωχνε". Ισχυρίστηκε ότι αυτή τη λέξη ούτε την είπε ούτε και είχε πρόθεση να τη χρησιμοποιήσει στην κατάθεση της. Είναι ο ίδιος ο αστυνομικός που την επέλεξε και την εισήγαγε στην κατάθεση της. Κατ' αρχάς να τονίσω ότι δεν διαπίστωσα η μάρτυρας να είχε οποιανδήποτε δυσκολία στην κατανόηση ή τη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Τουναντίον ενώπιον του Δικαστηρίου εκφραζόταν χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Απ' εκεί και πέρα είναι τουλάχιστον ατυχές να ισχυρίζεται ότι σε ένα κείμενο όπως είναι η κατάθεση της που καταλαμβάνει τέσσερις και πλέον πυκνογραμμένες σελίδες, τη μόνη λέξη που δεν κατάλαβε και που δεν την εκφράζει, είναι η πλέον ουσιαστική για την εκδοχή του κατηγορουμένου. Στην πραγματικότητα το μόνο που κατάφερε με αυτή της την αναίρεση ήταν να καταδείξει διάθεση ανειλικρίνειας και να καταστήσει τον εαυτό της αναξιόπιστο. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω και ενόψει και της γενικότερης κακής εντύπωσης που μου προξένησαν οι δύο προαναφερθέντες, απορρίπτω τη μαρτυρία τους. Πέραν της κοινώς αποδεχθείσας μαρτυρίας που βρίσκεται στα τεκμήρια 1-5, εκείνο που προκύπτει από την πιο πάνω αξιολόγηση είναι πως η μόνη αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή των Μ.Κ.1 και
  3. Απ' αυτή, ουσιαστική είναι η μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Από τα λεγόμενα της προκύπτει πως ο παραπονούμενος επιτέθηκε στον κατηγορούμενο με το μπαστούνι και ότι στη συνέχεια αλληλοσπρώχθηκαν με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να βρεθεί στο έδαφος. Αυτή η κατάληξη που διαφέρει από την προωθηθείσα εκδοχή, αν μη τη άλλο, δημιουργεί αμφιβολία σε ότι αφορά την ενοχή του κατηγορουμένου, αμφιβολία η οποία θα πρέπει να επενεργήσει προς όφελος του και να οδηγήσει στην αθώωση του. Αυτή συνεπώς είναι και η κατάληξη μου. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.