← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007, 31 Μαρτίου, 2008

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007, 31 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34797/2007 Δημοκρατία - ν -

  1. Γιώργου Ηροδότου
  2. Δημήτρη Ηροδότου Κατηγορουμένων --------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Π. Ευθυβούλου με κ. Δ. Κωνσταντίνου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Α. Ευτυχίου. Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Aρχικά, οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, στη δεύτερη κατηγορία, για κατοχή 371,1176 γραμμαρίων ηρωίνης. Στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούμενος μόνο κρίθηκε ένοχος, μετά από δίκη, και στην τρίτη κατηγορία. Αυτή αφορά κατοχή της προαναφερθείσας ποσότητας ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα προαναφερθέντα αδικήματα εκτίθενται στην αιτιολογημένη απόφαση μας. Τις μεταφέρουμε εδώ σε συντομία όπως και κάποια συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν, εύλογα, από τα ευρήματα μας επί των γεγονότων τα οποία τις συνθέτουν. Συγκεκριμένα, τα ναρκωτικά περιήλθαν στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου όταν αυτός συναίνεσε να βοηθήσει τον αδελφό του, δεύτερο κατηγορούμενο, να προμηθευτεί ναρκωτικά για δική του χρήση, όπως ο ίδιος πίστευε. Ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε, όπως και η υπόλοιπη οικογένεια του, ότι ο αδελφός του αντιμετώπιζε από αρκετό χρόνο σοβαρό πρόβλημα εθισμού στα ναρκωτικά και συγκεκριμένα στην ηρωίνη. Όταν δε αυτός βρισκόταν υπό την επίδραση στερητικού συνδρόμου, χειροδικούσε ακόμα και κατά της μητέρας τους και γενικά προκαλούσε προβλήματα μέσα στο σπίτι τους. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενέδωσε στις πιέσεις του αδελφού του για να τον βοηθήσει, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγονταν οι πιο πάνω δυσάρεστες καταστάσεις. Πίστευε επίσης, ότι θα τον βοηθούσε να πάρει τη δόση του και να ξεπεράσει το στερητικό σύνδρομο, έστω προσωρινά. ΄Ηταν υπό αυτές τις περιστάσεις που ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στις 17.10.2007 μαζί με τον αδελφό του, δεύτερο κατηγορούμενο, σε περιοχή της Αθηένου η οποία γειτνιάζει με τα κατεχόμενα και παρέλαβε από το Χαλίλη, τον τουρκοκύπριο προμηθευτή, την προαναφερθείσα ποσότητα ηρωίνης. Προτού τα ναρκωτικά περιέλθουν στην κατοχή του ο πρώτος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ούτε το είδος, ούτε την ποσότητα τους, υποψιαζόταν όμως ότι επρόκειτο για ηρωίνη αφού γνώριζε ότι ο αδελφός του ήταν εθισμένος στην ουσία αυτή. Τελικά, ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθη από την αστυνομία πριν φθάσει στον προορισμό του, δηλαδή στη Λευκωσία, όπου θα παρέδιδε τα ναρκωτικά στον δεύτερο κατηγορούμενο. Η προαναφερθείσα συναλλαγή με τον τουρκοκύπριο προμηθευτή και η εμπλοκή σ΄αυτή του πρώτου κατηγορούμενου, είχαν διευθετηθεί από το δεύτερο κατηγορούμενο. Επίσης, σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν διαπιστωθεί στην προηγηθείσα απόφαση μας, ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε εκ των προτέρων για το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών που θα του προμήθευε ο Χαλίλης και οπωσδήποτε γνώριζε για το σκοπό για τον οποίο ο ίδιος τα προόριζε, ήτοι την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο. Όμως, σε σχέση με τον πιο πάνω πρωταρχικό ρόλο του δεύτερου κατηγορούμενου δεν διαπιστώνεται αυτός να δρούσε στο πλαίσιο κάποιου κυκλώματος το οποίο προμήθευε ναρκωτικά σε άλλα πρόσωπα. Ούτε ότι συνήθιζε να δρα με τον τρόπο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία. Πιστεύουμε δε, πως ο ρόλος τον οποίο ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως τον καταμαρτυρεί η τρίτη κατηγορία και τα ευρήματα μας που σχετίζονται μ΄αυτή, δεν είναι καθόλου άσχετος με το γεγονός ότι αυτός είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, με ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα εθισμού στην ηρωίνη. Είναι δε καθόλα εύλογη, υπό τις περιστάσεις, η διαπίστωση ότι επιδιδόμενος ο δεύτερος κατηγορούμενος στην προμήθεια της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών σε άλλο πρόσωπο, θα εξασφάλιζε συγχρόνως και ο ίδιος τη δόση του. Αγορεύοντας ο κ.Ευτυχίου για μετριασμό της ποινής σε σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο, προσέδωσε στο συμπέρασμα αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Εν όψει δε των παρατηρήσεων μας σχετικά προηγουμένως, το συμμεριζόμαστε και εμείς και θα του δώσουμε την ανάλογη σημασία κατά την επιμέτρηση της ποινής. Συναφώς, παρατηρούμε και τα ακόλουθα, εξίσου σημαντικά. Ότι συνακόλουθα, δε διαπιστώνεται να είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος ο ψυχρός και πωρωμένος έμπορος ναρκωτικών ο οποίος έχει ως μοναδικό σκοπό του την αποκόμιση οικονομικού οφέλους από την πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα του. Πρόσθετα, διαπιστώνουμε ότι δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 30

(4)(α) του Νόμου 29/1977 που θεωρούνται ότι καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Όμως σημειώνουμε στα αρνητικά το γεγονός ότι με τη συμπεριφορά του ο δεύτερος κατηγορούμενος πέτυχε να θυματοποιήσει το μικρότερο αδελφό του, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο. Το επισημαίνουμε αυτό χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε και το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος, προφανώς, βρισκόταν σε μια στιγμή αδυναμίας που του υπαγόρευε την επιδίωξη, μόνο, του δικού του ιδιοτελούς σκοπού, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, οι περιστάσεις εμπλοκής του στην διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στη δεύτερη κατηγορία, αναφέρθηκαν ήδη προηγουμένως. Από αυτές προκύπτει περαιτέρω ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενέδωσε στις πιέσεις του δεύτερου κατηγορούμενου, καθαρά από αδελφική αγάπη και από συμπόνια προς αυτόν, δεδομένης της κατάστασης του από τον εθισμό στην ηρωίνη καθώς επίσης και από την έγνοια που είχε για την προστασία της οικογένειας του από τη βίαιη συμπεριφορά του, όταν αυτός κατεβάλλετο από σύνδρομο στέρησης. Ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος προχώρησε μέχρι τέλους ενεργώντας υπό την καθοδήγηση και τις υποδείξεις του δεύτερου κατηγορούμενου. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ήταν απλά ένα πιόνι και δεν είχε, σε κανένα στάδιο, τον έλεγχο των ενεργειών που θα έπρεπε να γίνουν για επίτευξη του παράνομου σκοπού, ο οποίος όσον αφορά τον ίδιο ήταν μόνο η ανάληψη της κατοχής των ναρκωτικών. Τα γεγονότα και τα συμπεράσματα ανωτέρω, καθιστούν τη συμμετοχή του πρώτου κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος στη δεύτερη κατηγορία ολιγότερο σοβαρή σε σύγκριση με τη δράση του δεύτερου κατηγορούμενου, κάτι το οποίο θα διαφοροποιήσει την ποινή η οποία θα επιβληθεί στον καθένα. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ενέχετο στη διακίνηση των συγκεκριμένων ναρκωτικών για σκοπούς προμήθειας σε άλλα πρόσωπα, αλλά ούτε και ο ίδιος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Αναφέρθηκε ήδη για ποιο σκοπό προορίζοντο τα ναρκωτικά που αυτός παρέλαβε από τον προμηθευτή. Όλα τα πιο πάνω περιστατικά και επιπλέον το γεγονός ότι δεν συντρέχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά στο άρθρο 30
(4)(α) του Νόμου 29/1977, καθιστούν το αδίκημα το οποίο διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, γενικά, ολιγότερο σοβαρό σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) του ίδιου Νόμου. Με δεδομένες τις παρατηρήσεις μας ανωτέρω, για τον κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά, ένα σοβαρό επιβαρυντικό στοιχείο που υπάρχει και για τους δύο είναι η σχετικά μεγάλη ποσότητα που κατείχαν, ήτοι 371,1176 γραμμάρια καθώς επίσης το είδος των ναρκωτικών. Επρόκειτο για ηρωίνη η οποία εμπίπτει στα ναρκωτικά τάξεως Α, τα αποκαλούμενα σκληρά ναρκωτικά, λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που προκαλεί η λήψη τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη ανάλογα με την εμπλοκή του κάθε κατηγορούμενου στα υπό αναφορά αδικήματα, με αυτή του πρώτου κατηγορούμενου να περιορίζεται μόνο στο αδίκημα της κατοχής στο οποίο αφορά η δεύτερη κατηγορία. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράττονται τέτοιας φύσεως αδικήματα αφορόντα σε ναρκωτικά είναι, πάντοτε, σχετικές στον καθορισμό της ποινής. Στην παρατήρηση αυτή θα πρέπει να προστεθεί ότι στο Νόμο 29/1977 δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα αυτό και ειδικά στο είδος των ενεχομένων ναρκωτικών ουσιών καθώς επίσης και στη φύση της παρανομίας η οποία διαπράττεται σε σχέση με αυτά. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αυτό ο Νόμος προβλέπει μέχρι και δια βίου φυλάκιση για την κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο ενώ για την απλή κατοχή τους προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνων. Οι πρόνοιες ανωτέρω, αποτελούν πρωταρχική ένδειξη της σοβαρότητας καθενός από τα δύο υπό αναφορά αδικήματα. Περαιτέρω, η σοβαρότητα ειδικά αδικημάτων όπως είναι αυτό στην τρίτη κατηγορία, δηλαδή της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο, έχει τονιστεί επανειλημμένα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σ΄αυτή επισημαίνονται, ειδικά, οι καταστροφικές συνέπειες που πολύ συχνά ενέχει για τους χρήστες η χρήση ναρκωτικών ουσιών και ειδικά της τάξεως Α. Ενώ η ανάγκη για επιβολή στους δράστες αποτρεπτικών ποινών, είναι στις υποθέσεις αυτές μόνιμη επωδός (βλ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 15/2007, ημερομηνίας 31.1.2008, όπου γίνεται αναφορά και σε προηγούμενη σχετική νομολογία). Μάλιστα, σε βαθμό που ακόμα και οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων αυτών, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα, ως παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Όπως τονίζεται, υπερέχει στο συγκεκριμένο τομέα η επιτακτική ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (βλ. Τomatari v. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 32/2007, ημερομηνίας 29.2.2008). Βέβαια, οι πιο πάνω αρχές αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής για τέτοιας φύσης αδικήματα, όπως διαπιστώνεται ήδη προηγουμένως δεν είναι απόλυτες. Σοβαρό προβάδισμα στον καθορισμό της ποινής έχουν πάντοτε οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το κρινόμενο αδίκημα ενώ ενίοτε σημασία, με ανάλογη βαρύτητα, δίδεται και σε άλλους σχετικούς παράγοντες. Στη προκειμένη περίπτωση πέραν των παραγόντων που έχουν ήδη αναφερθεί, έχει επίσης λεχθεί στα γεγονότα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 19 χρονών, είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι πριν από τη διάπραξη του αδικήματος της κατοχής που τον αφορά, είχε εξασφαλίσει εγγραφή σε κολλέγιο στην Κύπρο. Η πρόθεση του δε, είναι να συνεχίσει τις σπουδές του σ΄αυτό. Επίσης σημειώνουμε την παραδοχή του στη δεύτερη κατηγορία. Όσον αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος είναι ηλικίας 30 χρονών βαρύνεται με ακόμα δύο καταδίκες. Η μια είναι στην υπόθεση 7089/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Αφορούσε μεταξύ άλλων, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και του επιβλήθηκε στις 4.12.2003, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Σ΄αυτή λήφθηκε επίσης υπόψη η υπόθεση 1820/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορούσε παρόμοιας φύσεως αδίκημα. Η άλλη καταδίκη ήταν στην υπόθεση 706/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντιμετώπιζε διάφορα αδικήματα εκ των οποίων τα πιο σοβαρά ήταν αυτά της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της επίθεσης κατά αστυνομικού. Του επιβλήθηκαν, στις 13.2.2004, ποινές φυλάκισης 5 μηνών για τα αδικήματα αυτά και μικρότερη ποινή για τα άλλα αδικήματα. Οι ποινές συνέτρεχαν. Εξαιτίας των διαφορετικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης υπάρχει διακύμανση των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί σε παρόμοιας φύσεως αδικήματα όπως είναι το παρόν, κάτι που προκύπτει μέσα και από τη σχετική νομολογία. Με την έμφαση να τίθεται πρωτίστως στο είδος και στην ποσότητα των ενεχομένων ναρκωτικών οι ποινές φυλάκισης οι οποίες έχουν επιβληθεί, ειδικά σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ναρκωτικών ουσιών τάξεως Α, κυμαίνονται μεταξύ 6 και 10 χρόνων. (βλ.Sfeir v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 143, Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Mehmet Sak
(2005)2 AAΔ 377, Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356 και Τomatari v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Τέλος, σε σχέση με το δεύτερο κατηγορούμενο, ο κ.Ευτυχίου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι αυτός είναι χρήστης από πολλών χρόνων σκληρών ναρκωτικών και ότι κατέβαλε επανειλημμένα προσπάθειες, εντασσόμενος σε διάφορες κλινικές και προγράμματα τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, για απεξάρτηση του. Με βάση αυτό το τελευταίο γεγονός και μόνο μας κάλεσε να αντικρύσουμε την περίπτωση του δεύτερου κατηγορούμενου, βασικά, ως την περίπτωση ενός ασθενούς ο οποίος χρήζει ιδιαίτερης θεραπευτικής φροντίδας προκειμένου να μπορέσει να απεξαρτηθεί από τον εθισμό του στις ναρκωτικές ουσίες. Είναι δε γεγονός ότι η νομολογία δίδει ιδιαίτερη σημασία στο ότι ένας κατηγορούμενος είναι ο ίδιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Σε συνάρτηση με τον παράγοντα αυτό και εφόσον υπάρχει ως πρόσθετο γεγονός η προσπάθεια του για απεξάρτηση, επιδεικνύεται σε ένα τέτοιο κατηγορούμενο επιείκεια σε μεγαλύτερο βαθμό (βλ. Χριστοφίδης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, σελίδα 152 και Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 144). Βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε ενώπιον μας ένα κατηγορούμενο ο οποίος κατείχε τα ναρκωτικά αποκλειστικά για δική του χρήση, αλλά ένα κατηγορούμενο ο οποίος τα προόριζε, συγχρόνως, και για προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Αδίκημα το οποίο, όπως έχουμε επισημάνει προηγουμένως, θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Εν τούτοις θα λάβουμε υπόψη στο δέοντα βαθμό το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι χρόνιος χρήστης με σοβαρού βαθμού εθισμό στην ηρωίνη καθώς επίσης και τις προσπάθειες που αυτός έχει επανειλημμένα καταβάλει για απεξάρτηση του. Όμως, συγχρόνως, παρατηρούμε ότι δυστυχώς δεν μπορεί να αποφευχθεί ο περιορισμός του δεύτερου κατηγορούμενου στις κοινές φυλακές της πολιτείας αφού η πολιτεία δεν έχει μεριμνήσει μέχρι σήμερα να παρέχει τις κατάλληλες υπηρεσίες για να καταστεί δυνατή η πρακτική εφαρμογή των προνοιών του περί Περίθαλψης και Μεταχείρισης Τοξικομανών Νόμου 57 (Ι)/1992. Ο Νόμος αυτός παρέχει τη δυνατότητα σε άτομα όπως ο δεύτερος κατηγορούμενος, παράλληλα με την έκτιση της ποινής τους, να τυγχάνει εξειδικευμένης θεραπείας για απεξάρτηση τους από τις ναρκωτικές ουσίες. Αφού λοιπόν έχουμε λάβει υπόψη όλους τους παράγοντες που είναι σχετικοί στην υπόθεση αυτή για την επιμέτρηση της ποινής, επιβάλλουμε στους δύο κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον πρώτο κατηγορούμενο, στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στον δεύτερο κατηγορούμενο, στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών και στη τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές για το δεύτερο κατηγορούμενο να συντρέχουν. Σημειώνουμε στο στάδιο αυτό ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση από το συνήγορο υπεράσπισης για αναστολή της επιβληθεισομένης ποινής στον πρώτο κατηγορούμενο. Εντούτοις, πιστεύουμε ότι οι περιστάσεις οι οποίες τον αφορούν δικαιολογούν όπως εξετάσουμε το ενδεχόμενο αυτό αυτεπάγγελτα. Η εξουσία αυτή παρέχεται από τον περί της Υφ΄Ορον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις, Νόμο 95/72 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/2003. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι «Το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Από τη διατύπωση της πιο πάνω πρόνοιας διαπιστώνουμε ότι δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αναστείλει ποινή φυλάκισης για περίοδο τριών ετών, αν κρίνει ότι τέτοιο μέτρο δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Βέβαια, έχουμε επίσης υπόψη μας ότι η εν λόγω εξουσία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σχετικές επί του θέματος και ειδικά ως προς τον τρόπο άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας είναι οι υπόθεσεις Παπαευσταθίου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39 και Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323. Πιστεύουμε ότι είναι αχρείαστο να επαναλάβουμε τα όσα έχουμε ήδη αναφέρει προηγουμένως με σχετική λεπτομέρεια και αφορούν τόσο τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου από τον πρώτο κατηγορούμενο όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Πολύ σύντομα επισημαίνουμε το γεγονός ότι αυτός δεν γνώριζε για τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών πριν αυτή περιέλθει στην κατοχή του και πίστευε ότι θα παραλάμβανε τη δόση του αδελφού του. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε με αποκλειστικό γνώμονα να βοηθήσει, όπως πίστευε, την καλυτέρευση της υγείας του αδελφού του, δεύτερου κατηγορούμενου, ο οποίος είναι για πολλά χρόνια εθισμένος χρήστης ηρωίνης και επίσης να προστατεύσει την μητέρα και γενικά την οικογένεια του από τα βίαια ξεσπάσματα του τελευταίου όταν καταβάλλετο από σύνδρομο στέρησης, ενώ από την ηλικία των 10 χρόνων βιώνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αδελφός του, χρήστης σκληρών ναρκωτικών. Υπενθυμίζεται δε συναφώς ότι οι δύο κατηγορούμενοι ζουν μαζί με την οικογένεια τους στο ίδιο σπίτι. Πρόσθετα, επισημαίνουμε ότι ο ίδιος δεν είναι χρήστης και δεν είχε ποτέ προηγουμένως οποιαδήποτε ανάμειξη με ναρκωτικές ουσίες. Έχοντας δε αντιληφθεί το λάθος του έχει μεταμεληθεί με την παραδοχή του ενώπιον μας και έχει ζητήσει την επιείκεια του δικαστηρίου προκειμένου να συνεχίσει έντιμα και επικοδομητικά την ζωή του και ειδικά, στο στάδιο αυτό, τις σπουδές του. Προς τούτο επισημαίνουμε και το γεγονός ότι έχει εξασφαλισμένη εγγραφή σε κολλέγιο στην Κύπρο. Στο ίδιο πλαίσιο δεν θα μπορούσαμε να παραγνωρίσουμε και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει μόλις πρόσφατα τελειώσει το σχολείο και είναι ηλικίας 19 χρονών. Στην εξέταση της παρούσας πτυχής έχουμε λάβει, μερικώς, καθοδήγηση και από την υπόθεση Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 583 στην οποία οι προσωπικές περιστάσεις του εκεί νεαρού κατηγορούμενου για κατοχή, βέβαια, μικρής ποσότητας ναρκωτικών τάξεως Β, κρίθηκε ως επαρκής λόγος για αναστολή της ποινής φυλάκισης, η οποία του είχε επιβληθεί. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνουμε ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη και διατάσσουμε όπως η ποινή η οποία έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο ανασταλεί, όπως ο Νόμος ορίζει. (Υπ) ............... Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ) ................ Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ) ................. Ε.Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.