Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίας Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 17322/06, 4 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17322/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μαρίας Ιωάννου Κατηγορούμενης ------------- 4 Απριλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου. Για την Κατηγορούμενη: κ. Στ. Στυλιανού. Η Κατηγορούμενη είναι παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορίες Η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία σε δύο από τις τέσσερις κατηγορίες που υπάρχουν στο κατηγορητήριο. Πρόκειται για την 3η και 4η κατηγορία που αφορούν αντιστοίχως τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, σωρευτικά ιδωθείσες, η κατηγορούμενη στις 4 Φεβρουαρίου 2004 εν γνώσει και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία την πλαστογραφημένη επιταγή με αρ.52-697834 αξίας £100,00 σεντ με δικαιούχο τη Γιαννούλλα Χαραλάμπους (3η κατηγορία), παραδίδοντας τη δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση στον λαχειοπώλη Ανδρέα Αντωνίου, αποσπώντας με τον τρόπο αυτό από τον τελευταίο, το ποσό των £90 σε μετρητά και διάφορα λαχεία αξίας £10 (4η κατηγορία). Η ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη των προαναφερθεισών κατηγοριών υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η δια ζώσης μαρτυρία πέντε προσώπων καθώς και διάφορα παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Συγκεκριμένα δια ζώσης κατάθεσε η εξετάστρια της υπόθεσης Γ/Αστ.971 Μαρία Νικολάου (Μ.Κ.1), η οποία κατάθεσε επτά συνολικά τεκμήρια, δηλαδή την επίδικη επιταγή (τεκμήριο 1), διάφορα δείγματα γραφής (τεκμήρια 2-4), την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης (τεκμήριο 5), τη γραπτή της κατηγορία (τεκμήριο 6) και την Έκθεση του γραφολόγου-πραγματογνώμονα βάσει της οποίας η υπογραφή επί του τεκμηρίου 1 δεν μπορεί να αποδοθεί στην κατηγορούμενη, τον λαχειοπώλη ή τη Γιαννούλλα Χαραλάμπους. Ο Αν/Λοχ. 597 Ανδρέας Ιωάννου (Μ.Κ.2) ο οποίος επιβεβαίωσε ότι στις 20.3.2005 ο παραπονούμενος λαχειοπώλης αναγνώρισε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας την κατηγορούμενη ως το πρόσωπο που του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Η Φλωρεντίνα Χριστοδούλου (Μ.Κ.3) της ΣΠΕ Εργατών η οποία επιβεβαίωσε την εξαργύρωση της επιταγής από τον παραπονούμενο λαχειοπώλη. Η Γιαννούλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.4) δικαιούχος της επιταγής, η οποία ανέφερε πως η εν λόγω επιταγή ήταν κυβερνητική και αφορούσε το επίδομα τέκνου που εδικαιούτο. Ότι ουδέποτε παρέλαβε την εν λόγω επιταγή, ουδέποτε την οπισθογράφησε και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε πρόσωπο να πράξει κάτι τέτοιο εκ μέρους της. Τη δε κατηγορούμενη ούτε τη γνωρίζει ούτε την είδε ποτέ στο χωριό της το Παλιομέτοχο. Τέλος προφορική μαρτυρία έδωσε και ο παραπονούμενος Ανδρέας Αντωνίου (Μ.Κ.5). Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε πως είναι λαχειοπώλης και πως στα πλαίσια της εργασίας του επισκεπτόταν μεταξύ άλλων και το εργοστάσιο όπου εργαζόταν η κατηγορούμενη το οποίο βρισκόταν στη βιομηχανική περιοχή Εργατών. Το εργοστάσιο αυτό το επισκέφθηκε και στις 4.2.2004 οπόταν και η κατηγορούμενη του παρέδωσε την επίδικη επιταγή αξίας £100 και αυτός της την εξαργύρωσε δίδοντας της διάφορα λαχεία αξίας £10 και το ποσό των £90 σε μετρητά. Στην αντίπερα όχθη υπάρχει η δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της κατηγορούμενης η οποία βασικά αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της εργαζόταν στο αναφερθέν εργοστάσιο, ήξερε τον παραπονούμενο λαχειοπώλη, αγόραζε κατά καιρούς απ' αυτόν λαχεία αλλά ουδέποτε του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Ούτε και ξέρει ή έχει οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω επιταγή. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει είναι ότι ο λαχειοπώλης πιθανώς να έκανε λάθος αναγνώριση. Στο πλαίσιο τούτο κατονόμασε άλλη εργάτρια του εργοστασίου, μη αποκλείοντας το ενδεχομένο να είναι αυτή τελικά που έδωσε την επίμαχη επιταγή στον λαχειοπώλη. Αυτή, πολύ περιληπτικά, είναι η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου συν κάποια παραδεκτά γεγονότα τα οποία συνίστανται στα λεγόμενα κάποιων λοιπών προσώπων που είχαν περιφερειακή ανάμειξη στην υπόθεση. Επ' αυτού σχετικές είναι οι καταθέσεις (τεκμήρια 8 και 9). Από πλευράς επιχειρηματολογίας η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κα Αβρααμίδου ζήτησε την καταδίκη της κατηγορούμενης υποστηρίζοντας ότι από την προσαχθείσα από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Η κα Αβρααμίδου στηλίτευσε ιδιαιτέρως τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης περί της πιθανής εμπλοκής άλλης εργάτριας, υποδεικνύοντας ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε λέχθηκε στο παρελθόν από την κατηγορούμενη και αποτελεί προφανώς εκ των υστέρων σκέψη της κατηγορούμενης. Στον αντίποδα ο συνήγορος Υπεράσπισης κ. Στυλιανού ζήτησε την αθώωση της κατηγορούμενης υποστηρίζοντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις υπό εξέταση κατηγορίες. Τη θέση αυτή την πλαισίωσε υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου λαχειοπώλη δεν πρέπει να γίνει δεκτή καθ' ότι υπάρχουν στους κόλπους της κενά και ρήγματα, τα οποία κατά τον συνήγορο, τον καθιστούν αναξιόπιστο ως μάρτυρα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ως εύκολα γίνεται κατανοητό από τα προαναφερθέντα, κυρίαρχο ρόλο στην υπόθεση θα διαδραματίσει η αξιολόγηση της μαρτυρίας και ιδιαιτέρως του παραπονούμενου λαχειοπώλη (Μ.Κ.5) και της κατηγορούμενης. Η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Έχει πολλές φορές χαρακτηρισθεί ως το επισφράγισμα της δικαστικής κρίσης. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει διαχρονικές και καθιερωμένες από τη Νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Εφαρμόζοντας λοιπόν τα πιο πάνω στην εδώ περίπτωση, αναφέρω κατ' αρχάς τη θετική εντύπωση που μου προξένησαν οι Μ.Κ.1-
- Η εν λόγω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης, ούτε και διαπίστωσα οτιδήποτε στα λεγόμενα των εν λόγω μαρτύρων που να δικαιολογεί αμφισβήτηση της αξιοπιστίας τους. Τουναντίον όλοι κατέθεσαν με ευθύτητα και σταθερότητα, πείθοντας ότι επρόκειτο για πρόσωπα αξιόπιστα που ήρθαν και καταθέσουν στο δικαστήριο την αλήθεια. Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο Μ.Κ.5 το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να αποσαφηνίσω είναι πως ενόψει της σπουδαιότητας της μαρτυρίας του, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τη ζωντανή του αφήγηση των γεγονότων και αργότερα (σε γραπτή πλέον μορφή) τη διεξήλθα αρκετές φορές, συναρτώντας τη με κάθε τι σχετικό στην υπόθεση για να αποκτήσω όσο το δυνατό σφαιρικότερη και πληρέστερη άποψη σε σχέση με την ποιότητα της. Μετά από αυτό το εγχείρημα κατέλεξα στο συμπέρασμα πως ο Μ.Κ.5 είναι αξιόπιστος μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας ήταν σταθερός, πηγαίος και ευθύς. Δεν δίστασε και δεν επιχείρησε να υπεκφύγει καμία ερώτηση που του υποβλήθηκε. Ούτε και υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσίας. Τα ζητήματα που έθιξε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης ως αντιφάσεις, με κάθε εκτίμηση βέβαια, είναι κατά την κρίση μου είτε επουσιώδη είτε ανύπαρκτα. Για παράδειγμα πολύς λόγος έγινε σε σχέση με το κατά πόσον είδε την κατηγορούμενη να υπογράφει ή όχι την επίδικη επιταγή, για το στυλό που χρησιμοποίησε, για τη διαμόρφωση του πάγκου ή του τραπεζιού όπου δούλευε και ούτω καθεξής. Τα ζητήματα αυτά ήταν ενδεχομένως σημαντικά σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας (2η κατηγορία) για το οποίο η κατηγορούμενη δεν κλήθηκε καν σε απολογία. Σε σχέση όμως με τα υπό εξέταση αδικήματα δεν είναι ουσιώδη. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι ο μάρτυρας τη στιγμή που παραλάμβανε την επίδικη επιταγή, δεν γνώριζε ούτε είχε λόγο να υποψιάζεται ότι διαπράττονταν στην παρουσία του σοβαρά ποινικά αδικήματα, έτσι ώστε να παρακολουθούσε μικροσκοπικά την κάθε κίνηση της κατηγορούμενης και να κατέγραφε στη μνήμη του όλες τις λεπτομέρειες που σχετιζόταν με τη διαμόρφωση του χώρου, για να ήταν σε θέση να δώσει πλήρη στοιχεία αρχικά στην αστυνομία και ακολούθως στο δικαστήριο. Το ουσιώδες για τις εναπομείνασες κατηγορίες είναι η ταυτότητα του προσώπου που του έδωσε την επιταγή. Επ' αυτού δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ή ταλάντευση από μέρους του μάρτυρα. Γνώριζε όχι κατ' όνομα αλλά κατά φυσιογνωμία και γνωριμία την κατηγορούμενη αφού επισκεπτόταν συχνά το μικρό εργοστάσιο όπου αυτή δούλευε και, ως παραδέχθηκε και η ίδια, αγόραζε τακτικά απ' αυτόν λαχεία. Η κατηγορούμενη μάλιστα περίγραψε τη γνωριμία τους ως ακόμα πιο στενή, λέγοντας ότι ο μάρτυρας γνώριζε και το όνομα της και ότι πολλές φορές του έφτιαχνε και καφέ. Με βάση αυτή τη γνωριμία λοιπόν, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός στο ότι είναι η κατηγορούμενη που του έδωσε την επιταγή. Γιατί να έκαμε λάθος λοιπόν; Δεν υπάρχει κανένα χειροπιαστό στοιχείο στη μαρτυρία του που να οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα ή που να αφήνει έστω ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο. Αντιθέτως ενόψει και της γενικότερης συγκρότησης που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κανένα λάθος δεν έκανε ο μάρτυρας. Είναι η κατηγορούμενη που του έδωσε την επιταγή. Επομένως τόσο τη θέση του αυτή όσο και την υπόλοιπη του μαρτυρία την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθινή. Η κατηγορούμενη δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Επιχείρησε να πείσει για την αυθεντικότητα της εκδοχής της όχι με αυθόρμητο και πηγαίο λόγο, που έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεται προσπάθεια, αλλά με την επαναλαμβανόμενη υποτιθέμενη γενική της αφοσίωση στην αλήθεια και την εντιμότητα. Τέτοια αφοσίωση δεν χρειάζεται κάποιος να τη διακηρύττει, αναδεικνύεται μόνη της εκεί και όπου πραγματικά υπάρχει. Η κατηγορούμενη, σε ότι αφορά τουλάχιστον την παρούσα υπόθεση, δεν θεωρώ ότι υπήρξε αφοσιωμένη στην αλήθεια και την εντιμότητα. Θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι προξένησε και σε μένα αρνητική εντύπωση η εκ του ασφαλούς και όψιμη αναφορά σε άλλη εργάτρια ως τον ενδεχόμενο δράστη της υπόθεσης. Δεν είναι καθόλου φυσιολογικό ένα αθώο και αμέτοχο πρόσωπο που του προσάπτουν σοβαρές κατηγορίες και που υποψιάζεται, έστω και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, κάποιο άλλο ως τον δράστη, να μη τον αποκαλύπτει πουθενά και σε κανένα, να αφήνει τα πράγματα να φτάσουν μέχρι το έσχατο σημείο, ένα βήμα δηλαδή πριν την περάτωση της ποινικής δίκης και αίφνης να "ρίχνει στο τραπέζι" το όνομα του υπόπτου. Στην πραγματικότητα φρονώ πως πρόκειται όντως για εκ των υστέρων σκέψη, που από μόνη της αποκαλύπτει την ανειλικρίνεια της κατηγορούμενης. Ως εκ τούτων απορρίπτω τη μαρτυρία της. Συμπεράσματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα συμπεράσματα μου σε ότι αφορά τα ουσιώδη και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Στις 4 Φεβρουαρίου 2004 ο λαχειοπώλης (Μ.Κ.5) επισκέφθηκε το εργοστάσιο κατασκευής επίπλων "Regency" που βρισκόταν στη βιομηχανική περιοχή Εργατών όπου τότε εργαζόταν και η κατηγορούμενη την οποία γνώριζε από προηγούμενες επισκέψεις του. Εκεί η κατηγορούμενη λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το ποσό των £90 σε μετρητά και διάφορα λαχεία αξίας £10, του παρέδωσε την κυβερνητική επιταγή με αρ.52-697834 για ποσό £100,00 σεντ (τεκμήριο 1) με δικαιούχο τη Μ.Κ.4 από το Παλιομέτοχο. Η εν λόγω επιταγή έφερε οπισθογράφηση που φερόταν ως ανήκουσα στη δικαιούχο Μ.Κ.4, η οποία όμως ουδέποτε είχε παραλάβει, ουδέποτε είχε οπισθογραφήσει και ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει οποιονδήποτε πρόσωπο να οπισθογραφήσει την εν λόγω επιταγή εκ μέρους της. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.5 παρουσίασε την εν λόγω επιταγή στην ταμία της ΣΠΕ Εργατών (Μ.Κ.3) και πέτυχε την εξαργύρωση της. Σε μεταγενέστερο όμως στάδιο, κατόπιν που διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω επιταγή δεν υπεγράφη από ή εκ μέρους της δικαιούχου, ο Μ.Κ.5 κλήθηκε και επέστρεψε το εισπραχθέν ποσό των £
- Νομική Πτυχή Σε ότι αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης η 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 339, το οποίο διαλαμβάνει ως ακολούθως: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι εδώ ενέργειες της κατηγορούμενης συγκεντρώνουν όλα τα συστατικά στοιχεία του προαναφερθέντος αδικήματος. Η "γνώση" και ο "δόλος" δεν χρειάζεται να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, μπορεί να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, όπως συμβαίνει και εδώ, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Αφ' ης στιγμής η κατηγορούμενη κατείχε και παρέδωσε έναντι ανταλλάγματος την πλαστογραφημένη επιταγή (τεκμήριο 1) και αρνήθηκε ψευδώς το γεγονός τούτο, εξάγεται με βεβαιότητα το συμπέρασμα, πως είχε γνώση και δόλια ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο. Σε ότι αφορά την πλαστογραφία αυτή καθαυτή, ως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου, δεν χρειάζεται ο κατηγορούμενος να είναι ο πλαστογράφος. Αρκεί το έγγραφο να είναι πλαστό. Το στοιχείο τούτο αποδεικνύεται, ως αποτελεί και εύρημα μου, με πλήρη επάρκεια από τη μαρτυρία της δικαιούχου της επιταγής Μ.Κ.4. Σε σχέση με την 4η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απόσπασης, εφαρμογής τυγχάνουν τα άρθρα 297 και 298. Το άρθρο 298 το οποίο δημιουργεί και το αδίκημα, προβλέπει τα εξής: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." To άρθρο 297 ερμηνεύει τον ορισμό της "ψευδής παράστασης", προβλέποντας τα εξής: "
(1)Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή." Πάλι είναι πρόδηλο πως οι ενέργειες της κατηγορούμενης εμπίπτουν στον πιο πάνω ορισμό. Να διευκρινίσω απλώς ότι η ψευδής παράσταση μπορεί να γίνει ακόμα και δια της σιωπηρής παράδοσης πλαστογραφημένης επιταγής προς απόσπαση βεβαίως χρημάτων και/ή εμπορευμάτων. Η σκοπούμενη καταδολίευση αποδεικνύεται και πάλι από την ίδια τη ροή των γεγονότων. Παρενθετικά να σημειώσω πως δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, πέρα από πλαστογραφημένη η επιταγή χαρακτηρίζεται και ως κλοπιμαία. Παρά τις εντονότατες υποψίες, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι η επιταγή ήταν σίγουρα κλοπιμαία. Επομένως σε αντίθεση με την πλαστογραφία το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα πως όντως η επιταγή ήταν κλοπιμαία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί, καθ' ότι τούτο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο εν λόγω χαρακτηρισμός, θα έλεγα, ήταν περιττός. Επομένως τον απαλείφω από το λεκτικό της κατηγορίας, χωρίς να χρειάζεται προς τον σκοπό αυτό τροποποίηση, βρίσκοντας ότι οι υπόλοιπες λεπτομέρειες όπως και το αδίκημα εν γένει έχουν αποδειχθεί. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη τόσο στην 3η όσο και στην 4η κατηγορία. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο