← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλη Πιττή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4240/06, 11 Απριλίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλη Πιττή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4240/06, 11 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4240/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Μιχάλη Πιττή
  2. Οδυσσέα Αντωνίου
  3. Anca Galdeanu Κατηγορουμένων ------------- 11 Απριλίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Ταμπούρλας. Για την κατηγορούμενη 3: κα Α. Πηλείδου. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά τον θάνατο του πρώην κατηγορουμένου 1 και τη διακοπή της εναντίον του διαδικασίας, στο εδώλιο βρίσκονται οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμέτωποι με τρεις κατηγορίες (την 2η, 3η και 4η στο κατηγορητήριο) εκ των οποίων κεντρική είναι η 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου. Προς απόδειξη των κατηγοριών αυτών κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής τρεις μάρτυρες, οι Χρίστος Μουστάκας (Μ.Κ.1), Αστ. 1356 Χρίστος Τσιόλης (Μ.Κ.2) και Λοχ. 855 Κωνσταντίνος Ξάνθου (Μ.Κ.3). Περαιτέρω δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν στη βάση του άρθρου 19 του Κεφ. 9 διάφορα παραδεκτά γεγονότα. Ο Μ.Κ.1 που είναι ίσως ο ουσιαστικότερος μάρτυρας στην υπόθεση, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (έγγραφο 1) ανέφερε στην κυρίως του εξέταση ότι ο αποβιώσας πρώην κατηγορούμενος 1 και η κατηγορούμενη 3 τον ρώτησαν αν γνώριζε κανένα άνδρα που θα ήταν διατεθειμένος να παντρευτεί με την κατηγορούμενη
  5. Ο μάρτυρας τους απάντησε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 και μεσολάβησε έτσι ώστε οι τρεις τους να έλθουν σε επαφή και να γνωριστούν. Μετά την εν λόγω γνωριμία, ρώτησε επανειλημμένως τον κατηγορούμενο 2 αν προχώρησε σε γάμο με την κατηγορουμένη
  6. Ενώ αρχικά δεν του απαντούσε, σε κάποια στιγμή περί τον Ιανουάριο του 2004, ο κατηγορούμενος 2 του ανάφερε πως, όντως ένα μήνα προηγουμένως παντρεύτηκε με την κατηγορούμενη
  7. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε δύο-τρεις περιπτώσεις πριν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 παντρευτούν, η κατηγορούμενη 3 του είχε πει πως ήταν διατεθειμένη να δώσει £1.000 σε όποιον άνδρα την παντρευόταν για να μπορέσει έτσι να μείνει στην Κύπρο. Τέλος, ανέφερε πως απ' ότι γνωρίζει οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διαμένουν μαζί στο ίδιο σπίτι. Αντεξεταζόμενος ανασκεύασε πλήρως λέγοντας πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 άρεσε ο ένας στον άλλο και πως η κατηγορούμενη 3 δεν του είχε πει πως ήθελε "κάποιο στα χαρτιά". Ομοίως δέχθηκε ότι ο αποβιώσας πρώην κατηγορούμενος 1 και η κατηγορούμενη 3 ουδέποτε του είχαν πει ότι ο λόγος που η κατηγορούμενη 3 ήθελε να παντρευτεί ήταν για να εξασφαλίσει η τελευταία τη διαμονή της στην Κύπρο. Ζητηθείς στην επανεξέταση να συμβιβάσει τις προαναφερθείσες ανακολουθίες, ανέφερε πως αδυνατεί να το πράξει, διακηρύττοντας παραστατικά "εγώ δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες" (sic). Ο Μ.Κ.2 κατάθεσε ως τεκμήρια την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη 3 (τεκμήρια 1Α στη μητρική της γλώσσα και 1Β η μετάφραση στην ελληνική), τη γραπτή της κατηγορία (τεκμήριο 2Α στη μητρική της γλώσσα και 2Β η μετάφραση στην ελληνική) και τη γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου 2 (τεκμήριο 3). Από τα εν λόγω τεκμήρια προκύπτει πως η κατηγορούμενη 3 αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, παραθέτοντας στην ανακριτική της κατάθεση μια εκδοχή η οποία παραπέμπει στη σύναψη μιας φυσιολογικής σχέσης και στην τέλεση ενός κανονικού γάμου με τον κατηγορούμενο
  8. Ο κατηγορούμενος 2 από την άλλη παραδέχθηκε γραπτώς όλες τις κατηγορίες. Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 ανέφερε πως η όλη υπόθεση ξεκίνησε κατόπιν καταγγελίας του ίδιου του κατηγορούμενου 2 ο οποίος υπέδειξε ως μάρτυρα και τον Μ.Κ.1, από τον οποίο κατόπιν τούτου, λήφθηκε σχετική κατάθεση. Απ' ότι διαπίστωσε πάντως ο ίδιος, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διέμεναν μαζί στο ίδιο σπίτι. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως τεκμήριο τη θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 (τεκμήριο 4). Από την κατάθεση αυτή προκύπτει πως ο κατηγορούμενος 2, μολονότι παραδέχεται πως τέλεσε τον γάμο με την κατηγορούμενη 3 κατόπιν υπόσχεσης ότι θα του καταβαλλόταν το ποσό των £1.000 (τελικά του καταβλήθηκαν μόνο £700), για να εξασφαλίσει η κατηγορούμενη 3 άδεια παραμονής στην Κύπρο, ο ίδιος προσδοκούσε ότι στην πορεία των πραγμάτων η κατηγορούμενη 3 "θα ήταν μαζί του", εννοώντας προφανώς, ως κατάλαβε και ο Μ.Κ.3, πως θα είχαν και σεξουαλικές σχέσεις. Αντ' αυτού όμως, τον ξεγέλασαν αφού η κατηγορούμενη 3 διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον πρώην κατηγορούμενο 1 και ο ίδιος περιορίστηκε στο να κοιμάται στο σαλόνι του σπιτιού όπου διέμενε μαζί με την κατηγορούμενη
  9. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, ως προανέφερα έγιναν και κάποια παραδεκτά γεγονότα τα οποία βασικά αφορούν στην επιβεβαίωση της τέλεσης πολιτικού γάμου στο Δημαρχείο Ιδαλίου στις 19.12.2003 μεταξύ των κατηγορουμένων 2 και 3 και στα της έκδοσης σχετικού Πιστοποιητικού Γάμου (τεκμήριο 6). Επιπλέον καλύπτουν τα της ανάμειξης κάποιου γνωστού των κατηγορουμένων του Μιχάλη Χ"Ιωσήφ, ο οποίος ήταν μάρτυρας στον εν λόγω γάμο και ο οποίος επίσης γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διαμένουν μαζί. Αυτή κατ' ουσία είναι η προσκομισθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία. Μετά δε το πέρας της, η Υπεράσπιση δια στόματος και των δύο ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν πως δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία κατηγορία. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 κ. Ταμπούρλας ανοίγοντας την εισήγηση στάθηκε ιδιαιτέρως στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τέλεσης εικονικού γάμου, υποστηρίζοντας πως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σε καμία περίπτωση δεν τα στοιχειοθετεί. Την ίδια ώρα δεν παρέλειψε να καταφερθεί εναντίον της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αναδεικνύοντας τον αυτοαναιρούμενο της χαρακτήρα. Τις θέσεις του κ. Ταμπούρλα σιγόνταρε και η συνήγορος της κατηγορούμενης 3 κα Πηλείδου. Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, με κάποιο δισταγμό και επιφύλαξη μου φάνηκε, διαφώνησε με την Υπεράσπιση ζητώντας την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας καλείται σε απολογία μόνο όταν η προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, κρινόμενη αντικειμενικά στο απόλυτο απόγειο της, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ενοχή του κατηγορουμένου. Αν όμως από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας προκύψει (α) ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) ότι η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου
(2001)2 Α.Α.Δ. 456, Αποστόλου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 614 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Στη δοσμένη περίπτωση έχω την έντονη άποψη πως η υπόθεση εκπίπτει και για τους δύο προαναφερθέντες λόγους. Ξεκινώ με το ζήτημα της ποιότητας της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ειδικά με αυτή του πλέον ουσιαστικού μάρτυρα της υπόθεσης Μ.Κ.
  1. Η μαρτυρία αυτού του προσώπου, αποτελεί κατά την κρίση μου κλασσική περίπτωση μαρτυρίας που είναι τόσο αντιφατική και έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό, που χωρίς καν να χρειάζεται να υπεισέλθει κανείς σε υποκειμενική αξιολόγηση της, να είναι έκδηλο πως κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ευρήματα ενοχής. Ο μάρτυρας αυτός, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ανέφερε στην κυρίως του εξέταση τα αναίρεσε στην αντεξέταση. Στην επανεξέταση δε και αφού του δόθηκε η ευκαιρία να περισώσει κάπως την κατάσταση, επισφράγισε την αντιφατικότητα του, δίδοντας την παραπαίουσα απάντηση που παρέθεσα προηγουμένως. Δοθείσας της σημασίας της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 για την εν γένει υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, θεωρώ πως η πιο πάνω κατάληξη είναι αρκετή για να σφραγίσει αρνητικά και την τύχη της υπόθεσης. Ακόμα όμως και αν για σκοπούς συζήτησης γίνει δεκτή (που δεν γίνεται βεβαίως) η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρατήσει το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που βολεύει την υπόθεση της και να αγνοήσει το υπόλοιπο, το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι ακριβώς το ίδιο. Οι λόγοι σ' αυτή την περίπτωση αφορούν στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το άρθρο 7Δ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 στο οποίο θεμελιώνεται το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου προβλέπει τα εξής: "Αλλοδαπός ή πολίτης της Δημοκρατίας που τέλεσε εικονικό γάμο ή με οποιοδήποτε τρόπο συνέβαλε στην τέλεση τέτοιου γάμου διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Στις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου καθορίζεται πως εικονικός γάμος σημαίνει "γάμο ο οποίος τελέστηκε μεταξύ πολίτου της Δημοκρατίας ή αλλοδαπού που διαμένει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία με αλλοδαπό, με αποκλειστικό σκοπό την είσοδο και παραμονή του τελευταίου στη Δημοκρατία". Στην υπόθεση Γκαζάλ κ.α ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 124/07 και 125/07 ημερ. 5.7.2007, τονίστηκε με τρόπο εμφαντικό αυτό που αναφέρεται και στον ίδιο τον Νόμο, ότι δηλαδή ο αποκλειστικός και μόνος σκοπός της τέλεσης του γάμου θα πρέπει να είναι η είσοδος και η παραμονή του αλλοδαπού στη Δημοκρατία. Για απόδειξη του αποκλειστικού αυτού σκοπού θα πρέπει να προσκομισθεί μαρτυρία που αφορά στο νομικό καθεστώς της παρουσίας του αλλοδαπού τόσο πριν όσο και μετά την τέλεση του γάμου. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν γινόταν δεκτό επιλεκτικά το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που βολεύει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και προστεθεί στην υπόλοιπη μαρτυρία, δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ότι τελέστηκε γάμος μεταξύ κατηγορουμένων 2 και 3, υπάρχει μαρτυρία. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 3 ήταν πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κατηγορούμενη 3 αλλοδαπή υπό την τότε έννοια του Νόμου, επίσης υπάρχει μαρτυρία. Ότι όμως αποκλειστικός σκοπός αυτού του γάμου ήταν η είσοδος και η παραμονή της κατηγορούμενης 3 στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν υπάρχει μαρτυρία. Κατ' αρχάς, πέραν του ότι η κατηγορούμενη 3 κατάγεται από τη Ρουμανία, δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για το καθεστώς υπό το οποίο εισήλθε και διέμενε στην Κύπρο πριν παντρευτεί τον κατηγορούμενο 2 και πώς αυτό το καθεστώς άλλαξε, αν άλλαξε, από την τέλεση γάμου με τον κατηγορούμενο
  2. Φρονώ πως αρμόδιο για την παράθεση αυτών των ουσιωδών στοιχείων θα ήταν το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και όχι απλοί και άσχετοι επί του προκειμένου πολίτες, όπως σαφώς ήταν ο Μ.Κ.
  3. Πέραν τούτου ακόμα και αν η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 θεωρηθεί ως στοιχείο εναντίον του, προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της πως η απώτερη επιδίωξη αλλά και προσδοκία του ιδίου, ήταν όπως ο εν λόγω γάμος προσλάβει ουσιαστική υφή και περιεχόμενο και όχι να περιοριστεί σε φορέα εξυπηρέτησης των κατ' ισχυρισμό άνομων συμφερόντων της κατηγορούμενης
  4. Το γεγονός τούτο συμπαρασύρει και εξουδετερώνει βεβαίως την όποια βαρύτητα και σημασία δυνατό να προσδιδόταν στην καταγραφείσα παραδοχή του στις κατηγορίες, ως αυτή εμφαίνεται στο τεκμήριο
  5. Επομένως και από αυτή την οπτική γωνιά δεν αποδεικνύεται πως, αποκλειστικός σκοπός του γάμου ήταν η είσοδος και παραμονή της κατηγορούμενης 3 στη Δημοκρατία. Επ' αυτού να προσθέσω πως η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει μαρτυρικό υλικό και να ληφθεί υπόψη εναντίον της συγκατηγορούμενης του, κατηγορουμένης
  6. Απορρέει από τα πιο πάνω πως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου εναντίον κανενός εκ των κατηγορουμένων 2 και
  7. Η κατάληξη είναι βεβαίως η ίδια και σε ότι αφορά τις άλλες δύο κατηγορίες, δηλαδή της 1ης που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και της 4ης που αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού γάμου με ψευδείς παραστάσεις. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να καταδεικνύει συνωμοσία υπό τη νομική έννοια του όρου μεταξύ των κατηγορουμένων για την τέλεση εικονικού γάμου, αφ' ης στιγμής ο ένας τουλάχιστον εξ αυτών είχε εντελώς διαφορετική αντίληψη της όλης κατάστασης. Ομοίως, από τη στιγμή που δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της εξασφάλισης ομώνυμου πιστοποιητικού στη βάση ενός τέτοιου γάμου. Ακόμα και αν αποδεικνυόταν το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου, διατηρώ ισχυρές επιφυλάξεις κατά πόσο θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να στοιχειοθετηθεί αυτή η κατηγορία. Ψευδής παράσταση θα υπήρχε αν εξασφαλιζόταν πιστοποιητικό γάμου στη βάση ενός ανύπαρκτου και μη τελεσθέντος γάμου. Από τη στιγμή όμως που τελέστηκε γάμος, έστω και αν για σκοπούς του Νόμου εθεωρείτο εικονικός, το πιστοποιητικό εξασφαλίσθηκε στη βάση ενός πραγματικού δεδομένου. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............ Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.