← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. BIJOU KUMAR KARMAKAR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1543/08, 22 Απριλίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. BIJOU KUMAR KARMAKAR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1543/08, 22 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1543/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - εναντίον -

  1. BIJOU KUMAR KARMAKAR
  2. Νεόφυτου Ζαννέτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Σιαμπέτας Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Στ. Ασπρόφτας Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Με βάση το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης του κατηγορούμενου 1(κατηγορία 3). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία αποδοχής απασχόλησης χωρίς άδεια (κατηγορία 1) καθώς επίσης τη δεύτερη κατηγορία που αφορά παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας που είχε για προσωρινή παραμονή ως φοιτητής, η οποία έληξε στις 28/2/2006, χωρίς αυτός να εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια παραμονής. Αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για το πώς διαπιστώθηκαν μετά από έλεγχο τα αδικήματα και αναφέρθηκε επίσης το ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Από την πλευρά του ο κύριος Σιαμπέττας, εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 αναφέρθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε αμέσως και στο ότι οδηγήθηκε στην τέλεση του αδικήματος λόγω της οικονομικής του δυσχέρειας. Μεταμελήθηκε και απολογείται για τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κος Ασπρόφτας εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 αναφέρθηκε στο πως ο κατηγορούμενος 2 προσεγγίστηκε από τον κατηγορούμενο 1 για εργασία και του ανέφερε ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας. Τον απασχολούσε μόνο για 2 - 3 ώρες με το λάθος του να είναι ότι δεν του ζήτησε τα σχετικά έγγραφα. Υπέδειξε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ένας από τους δύο διευθυντές εταιρείας που θα έπρεπε να είχε διωχθεί επίσης. Εισηγήθηκε συναφώς ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου 2 ήταν δευτερεύων παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Τέλος παρέθεσε τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, ηλικίας 49 ετών, παντρεμένου και πατέρα δύο παιδιών 16 και 22 ετών αντιστοίχως. Η σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων προκύπτει από μόνη της από την προβλεπόμενη ποινή γι΄ αυτά. Δωδεκάμηνη φυλάκιση ή €1708.- πρόστιμο ή και οι δύο ποινές προβλέπονται για το αδίκημα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ενώ για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας προβλέπεται τριετής φυλάκιση ή πρόστιμο €8543.- ή και οι δύο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων έχει επίσης αναγνωριστεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Tabrizi ν. Αστυνομίας

(2004)2 ΑΑΔ 421 λέχθηκε ότι: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, παραθέτω ως χαρακτηριστικό το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη, Ποιν. Εφ. 6967, ημερ. 13/11/2000. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής του συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ΄ επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβωμένες, κρυφής απασχόλησης.» Εις δε την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευαγόρου, Ποιν. Εφ. 7000, ημερ. 24/4/2001, αναφέρθηκε ότι: «Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπισή του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.» Χωρίς να αναιρείται ή να παραβλέπεται η σοβαρότητα του αδικήματος, η νομολογία έχει αναγνωρίσει διαφοροποίηση της περίπτωσης παράνομης εργοδότησης προσώπου το οποίο βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο, ιδιαίτερα ως προς το είδος της ποινής. Δεν είναι, σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, αναπόφευκτη, ως θέμα αρχής, η ποινή της φυλάκισης. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαυρίκιου, Ποιν. Εφ. 149/06, ημερ. 27/11/2006, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικολάου, Ποιν. Εφ. 138/06, ημερ. 21/11/2006). Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής χωρίς όμως να εξουδετερώνεται το στοιχείο της αποτρεπτικότητας στην ποινή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων καθώς επίσης και όσα αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους των, περιλαμβανομένων των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του κατηγορούμενου 2 ως έχουν αναφερθεί. Δεν θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 ως ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας τους έπαιξε δευτερεύων ρόλο στο αδίκημα. Αντιθέτως, είναι μέσω των δικών του ενεργειών που τελέστηκε το αδίκημα. Η δε υπόθεση Πιρικκή
(2001)2 ΑΑΔ 279 εμφανώς διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της. Ο καθένας οφείλει να παραμένει εντός των πλαισίων του Νόμου και ακόμη και σε ανάλογες με τις ως άνω περιστάσεις να ενεργεί σύμφωνα με τους κανονισμούς και τη σχετική νομοθεσία προς εξασφάλιση εργατικού δυναμικού από το εξωτερικό. Περαιτέρω, η χρονική διάρκεια της απασχόλησης, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα της συμπτωματικής διαπίστωσης του αδικήματος από την αστυνομία και σύλληψης των κατηγορουμένων και συνεπώς δεν θεωρείται ως ελαφρυντικό. Με βάση όλα τα ενώπιον μου δεδομένα εξακολουθώ να θεωρώ, ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τας περιστάσεις είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και
  1. Με βάση, συνεπώς, όλα τα ενώπιον μου στοιχεία επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 15 ημερών στην πρώτη κατηγορία και ενός μηνός στην κατηγορία
  2. Στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης ενός μηνός στην τρίτη κατηγορία. Με βάση τις πρόνοιες του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά των κατηγορούμενων. Έχω με προσοχή μελετήσει τις συνθήκες των κατηγορούμενων και όλων των ενώπιόν μου στοιχείων τα οποία έχω λάβει υπόψη στην έκταση της ως άνω ποινής. Συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά των κατηγορουμένων δεν θεωρώ ότι συντρέχουν λόγοι αναστολής της ως άνω ποινής φυλάκισης, η οποία να έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Οι ποινές να συντρέχουν. (Υπ)............................................. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.