Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Κλαρκ, Αρ. Υπόθεσης: 17152/06, 24 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17152/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Κλαρκ Κατηγορουμένου ________________ 24 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ευσταθίου. (Ο Κατηγορούμενος είναι παρών). Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004 ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας G.A.P. Vassilopoulos Ltd (εφεξής η εταιρεία) έκλεψε το χρηματικό ποσό των £4.433,70 σεντ, περιουσία της προαναφερθείσας εταιρείας. Η ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας έδωσαν προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου οι Χριστίνα Ξερού (Μ.Κ.1), Σοφία Κοντού (Μ.Κ.2), Παντελίτσα Κομοδρόμου (Μ.Κ.3), Παντελίτσα Καταλάνου (Μ.Κ.4) και Δήμητρα Γιωργακοπούλου (Μ.Κ.5). Περαιτέρω οι γραπτές καταθέσεις των Χριστόδουλου Χριστοδούλου (Μ.Κ.2 στο κατηγορητήριο), Χριστάκη Παπακώστα (Μ.Κ.3 στο κατηγορητήριο), Νεοκλή Νικολάου (Μ.Κ.5 στο κατηγορητήριο) και Κώστα Τουμπουρή (Μ.Κ.6 στο κατηγορητήριο) κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια για το αληθές του περιεχομένου τους. Πέραν των πιο πάνω διαρκούσης της δίκης κατατέθηκαν και διάφορα έγγραφα (τιμολόγια, καταστάσεις λογαριασμού κ.α) ως τεκμήρια. Η προαναφερθείσα μαρτυρία κρίθηκε ικανοποιητική για κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Έτσι του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Στυλοβάτης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ήταν αναμφίβολα η Μ.Κ.
- Η μάρτυρας αυτή ως η τότε επικεφαλής και καθ' ύλη υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας, έδωσε εκτενή και λεπτομερή μαρτυρία σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Υιοθέτησε συνολικά τέσσερις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία (έγγραφα 2Α - 2Δ) και προέβη σε περαιτέρω διευκρινήσεις και επεξηγήσεις. Η ουσία της μαρτυρίας της, η οποία νομίζω αποτελεί το Α και το Ω της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής συνοψίζεται βασικά στα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα περίπου πέντε άτομα εργαζόταν στο τουριστικό τμήμα της εταιρείας, ασχολούμενος κατά κύριο λόγο με την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων. Στον λογαριασμό της εταιρείας, όπως και για τους υπόλοιπους υπαλλήλους, υπήρχε επ' ονόματι του κατηγορουμένου ειδική μερίδα, στην οποία χρεοπιστώνονταν οι εκάστοτε πωλήσεις και εισπράξεις που αφορούσαν τους πελάτες του. Τον Φεβρουάριο του 2004 ο κατηγορούμενος χρωστούσε στην εταιρεία £18.000,00 σεντ από διάφορα τιμολόγια πελατών του, τα οποία πλήρωσε και η εταιρεία τον απέλυσε. Ακολούθως όμως η Μ.Κ.2 διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος είχε κατά καιρούς προβεί στην εσφαλμένη έκδοση εισιτηρίων με αποτέλεσμα η εταιρεία να χρεωθεί διάφορα ποσά. Επιπλέον εισέπραξε χρήματα από πιστωτικές κάρτες πελατών, τα οποία αντί να πιστώσει στα τιμολόγια που αφορούσαν, τα χρησιμοποιούσε για εξόφληση τιμολογίων άλλων πελατών που ήταν χρεωμένα στη μερίδα του. Συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2004 λόγω εσφαλμένης έκδοσης εισιτηρίων η British Airways χρέωσε την εταιρεία τα ποσά των £60,00, £257,25, £29,60 και £76,
- Τον ίδιο μήνα λόγω άλλου λάθους του κατηγορούμενου η εταιρεία πήρε χρέωση από τη BSP για ποσά £115,78, £115,78 και £18,02 αντίστοιχα. Τον Απρίλιο του 2004 η εταιρεία αναγκάστηκε λόγω και πάλι λάθους του κατηγορούμενου να επιστρέψει σε πελάτη τα ποσά των £166,80 και £148,
- Ομοίως τον Μάιο του 2004 λόγω λάθους στην έκδοση εισιτηρίου η εταιρεία χρεώθηκε £55,
- Το ίδιο συνέβηκε και σε ακόμα μια περίπτωση με αποτέλεσμα η εταιρεία να χρεωθεί άλλες £244,
- Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 18 και 19/12/2003 ο κατηγορούμενος εισέπραξε από την πιστωτική κάρτα του Κώστα Τουμπουρή της εταιρείας CLR CAPITAL τα ποσά των £960,00 και £805,50 τα οποία χρησιμοποίησε για εξόφληση διαφόρων τιμολογίων που ήταν χρεωμένα στη μερίδα του. Το ίδιο έπραξε στις 18/12/2003 εισπράττοντας από την προσωπική κάρτα του Νεοκλή Νικολάου επίσης της CLR το ποσό των £330,
- Ομοίως στις 29/1/2004 εισέπραξε από τις προσωπικές κάρτες των Χριστάκη Παπακώστα και Χριστόδουλου Χριστοδούλου, αμφότεροι της εταιρείας Πηλακούτα, τα ποσά των £480,00 και £570,00, τα οποία και πάλι χρησιμοποίησε για εξόφληση τιμολογίων που ήταν χρεωμένα στη μερίδα του. Τέλος τον Νοέμβριο του 2003 ο κατηγορούμενος εισέπραξε από το Drakos Travel το ποσό των £90,00 και το χρησιμοποίησε για εξόφληση τιμολογίου του Cyprus Association of Physiotherapists που ήταν χρεωμένο στη μερίδα του. Τα πιο πάνω εισπραχθέντα ποσά, τα οποία σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ανέρχονται σε £4.433,70 (με τα δικά μου ομολογουμένως φτωχά μαθηματικά είναι κάτι τι περισσότερο, £4.522,30), παρά τις εκκλήσεις της εταιρείας ουδέποτε τα επέστρεψε ο κατηγορούμενος, εξού και η καταγγελία στην αστυνομία και η μετέπειτα καταχώρηση της εναντίον του υπόθεσης. Η εκδοχή του κατηγορουμένου στον βαθμό που αυτή μπορεί να συναχθεί από την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5) και την ανώμοτη του δήλωση είναι ότι ουδέποτε έκλεψε οποιαδήποτε χρήματα από την εταιρεία. Ότι χρήματα εισέπραξε στα πλαίσια της εργασίας του, ως είχε καθήκον, τα κατάθεσε στο λογιστήριο της εταιρείας το οποίο ήταν το μόνο που είχε πρόσβαση στο λογαριασμό και τις μερίδες. Στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας και με αναφορά στις εφαρμοστέες αρχές που αφορούν τις διάφορες παραμέτρους της υπόθεσης (αξιολόγηση μαρτυρίας, συστατικά στοιχεία) ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κουτσόφτας διατύπωσε τη θέση πως έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κ. Ευσταθίου εξέφρασε διαφορετική άποψη. Υποστήριξε πως δεν υπήρξε κλοπή καθ' ότι τα εισπραχθέντα χρήματα κατέληγαν στον λογαριασμό της εταιρείας. Με άλλα λόγια ελλείπει το στοιχείο της απόκτησης κατοχής από μέρους του κατηγορουμένου και της αποστέρησης περιουσίας που ανήκε στην εταιρεία. Συναφώς υπέδειξε πως καθ' ύλη αρμόδιο για τη διάθεση των χρημάτων ήταν το λογιστήριο της εταιρείας δια της Μ.Κ.2 και διερωτήθηκε υπό μορφή επιχειρήματος γιατί τα λάθη τα οποία επικαλέστηκε η Μ.Κ.2, να μη τα έπραξε η ίδια και να τα καταλογίζει στον κατηγορούμενο. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Μετά το πέρας της όλης υπόθεσης, προκύπτει νομίζω πως η Υπεράσπιση με εξαίρεση ίσως κάποιες θέσεις, απόψεις και συνειρμούς της Μ.Κ.2 δεν αμφισβητεί την προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι και δικιά μου άποψη πως οι μάρτυρες κατηγορίας είναι αξιόπιστοι. Η Μ.Κ.1 ήταν βασικά η εξεταστής της υπόθεσης και περιορίστηκε στο να παρουσιάσει κατά τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο το ανακριτικό έργο στο οποίο προέβη. Οι Μ.Κ.3, 4, και 5, ο κάθε ένας από διαφορετική θέση βέβαια, κατάθεσαν σχετικά με το ποσό των £90,00 που εισπράχθηκε από το Drakos Travel και τα όσα άμεσα ή έμμεσα αφορούσαν το ζήτημα αυτό. Τα λεγόμενα τους δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε και υπάρχουν ψεγάδια στους κόλπους της μαρτυρίας τους που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Απομένει η Μ.Κ.
- Η μάρτυρας αυτή, γενικά ομιλούντες, μου προξένησε καλή εντύπωση. Παρουσιάστηκε σταθερή και ετοιμόλογη, μη διστάζοντας να απαντήσει όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ακόμα και αυτές που στόχο είχαν να πλήξουν την αξιοπιστία της. Ωστόσο φρονώ πως η μαρτυρία της δεν υπήρξε πλήρης, υπό την έννοια πως δεν παρουσίασε όλα ή εν πάση περιπτώσει τα σωστά στοιχεία ενώ και πολλά από τα λεγόμενα της, για να καταλήξει κανείς στο ποθούμενο από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αποτέλεσμα, πρέπει να συμπληρωθούν συνειρμικά ή με υποθέσεις, εγχείρημα ασφαλώς μη αποδεκτό. Στα ζητήματα αυτά θα επανέλθω στη συνέχεια. Προς το παρόν επισημαίνω πως σε ότι αφορά την παράθεση γεγονότων και μόνο θεωρώ πως η μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής και κατ' επέκταση κρίνεται αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος υπενθυμίζω επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 C.L.R. 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατία,
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της που θα βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. H ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Themistocleous ν. The Police
(1981)2 C.L.R. 200 και Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμένει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 89/06, ημερ. 4.7.2007). Στην περίπτωση του κατηγορουμένου εκείνο το οποίο προκύπτει είναι η έντονη διαφωνία και δυσφορία του σε σχέση με τα όσα του καταλογίζονται. Αρνείται τα περί κλοπής και αποδίδει τα όποια λάθη στο λογιστήριο και όχι σε δικές τους πράξεις ή παραλείψεις. Νομική πτυχή/Συστατικά στοιχεία του αδικήματος Προτού προχωρήσω στην τελική μου κατάληξη, αξίζει πιστεύω να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η κατηγορία ως προανέφερα, εδράζεται στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα που παραπέμπει στο άρθρο 255 (ορθότερο θα ήταν να αναφερόταν και ρητά) που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής. Στο βαθμό που ενδιαφέρει το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
(1)"Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στην συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το άρθρο 268 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 43
(1)/2000 προβλέπει τα εξής: "Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων". Εκείνο που προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 268 είναι πως στην περίπτωση που υφίσταται μεταξύ δράστη και ιδιοκτήτη της περιουσίας, σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, που από τη φύση της είναι σχέση εμπιστοσύνης και πιστότητας, η ποινή σε σύγκριση με την κοινή κλοπή είναι σαφώς αυξημένη. Η κοινή κλοπή επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ενώ ως προκύπτει η αντίστοιχη ποινή στην περίπτωση κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Η ύπαρξη σχέσεως εργοδότη-εργαζόμενου εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε περίπτωσης (βλ. Avraam -v- Redundant Employees Fund,
(1988)1 C.L.R. 363). Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι η μέθοδος πληρωμής είναι ένα από τα κριτήρια αλλά δεν είναι από μόνη της συμπερασματική της ύπαρξης σχέσης εργοδότη-εργαζόμενου. Πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη ελέγχου από το πρόσωπο προς το οποίο προσφέρονται οι υπηρεσίες στον τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του προσώπου που τις προσφέρει. Το κριτήριο που συνήθως εφαρμόζεται (που όμως δεν είναι το μόνο) είναι κατά πόσο ο φερόμενος ως εργοδότης έχει άμεσο έλεγχο όχι μόνο στο ποια εργασία θα εκτελεστεί αλλά και στον τρόπο εκτέλεσης της (βλ. Halsburys Laws of England, 3η Έκδοση Τόμος 25, σελ.447-448). Στην υπόθεση Market Investigations Ltd -v- Minister of Social Security
(1968)3 All E.R. 732, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη ελέγχου είναι κριτήριο που πάντοτε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν και δεν είναι το μοναδικό κριτήριο (βλ. επίσης Cleanthis Christofides -v- The Fund for Redundant Employees
(1978)1 C.L.R. 208, Γενικός Εισαγγελέας -v- Δήμος Λευκωσίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 456 και Halsburys Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 25, σελ. 498). Κατάληξη Έχοντας ως δεδομένο ότι τα γεγονότα είναι αυτά που καταγράφω πιο πάνω ως δηλαδή η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, προχωρώ πλέον στο κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα στη βάση αυτών των γεγονότων. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της εταιρείας υπό την έννοια του άρθρου 268 δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία, οπόταν ας θεωρηθεί πως αποτελεί και τούτο εύρημα μου. Απ' εκεί και πέρα όμως έχω την ακράδαντη πεποίθηση πως δεν έχει αποδειχθεί κλοπή, τουλάχιστον του ποσού και της μορφής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Από απλή και μόνο ψηλάφηση της μαρτυρίας, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι ένα μεγάλο μέρος της υπόθεσης αφορά υπαλληλικά λάθη που διέπραξε ο κατηγορούμενος, λάθη τα οποία ουδόλως ενδιαφέρουν ένα Ποινικό Δικαστήριο και είναι πραγματικά άξιον απορίας πως η υπόθεση, στη μορφή και έκταση τουλάχιστον που παρουσιάστηκε, βρήκε το δρόμο μέχρις εδώ. Η Μ.Κ.2 πλειστάκις επιβεβαίωσε αυτά τα λάθη. Επανειλημμένως και για πολλά ποσά ανέφερε πως λόγω εσφαλμένης έκδοσης του τάδε εισιτηρίου από τον κατηγορούμενο η εταιρεία χρεώθηκε το τάδε ποσό από τον Α ή Β συνεργάτη (British Airways, BSP κ.α). Τα υπαλληλικά λάθη όμως που στοιχίζουν στην εργοδότρια εταιρεία, "πληρώνονταν" στα Πολιτικά Δικαστήρια και όχι στα Ποινικά. Η εταιρεία προφανώς αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό εξού και ως αναφέρεται στην πρώτη κατάθεση της Μ.Κ.2 (έγγραφο 2Α) αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος φαίνεται μάλιστα να βρισκόταν σε προχωρημένες διαβουλεύσεις με τον κατηγορούμενο. Ομοίως αυτός φαίνεται να είναι ο λόγος που η εταιρεία δια της Μ.Κ.2 (βλ. έγγραφο 2Α), δήλωσε πως δεν θα είχε κανένα παράπονο αν ο κατηγορούμενος της κατέβαλλε τα οφειλόμενα ποσά ούτε και θα επιθυμούσε την περαιτέρω ανάμειξη της αστυνομίας. Για τα προαναφερθέντα λάθη, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε προσωπικά, πόσον μάλλον πως έκλεψε το χρηματικό προϊόν αυτών των λαθών. Από ένα πολύ πρόχειρο υπολογισμό τα εν λόγω λάθη αντιπροσωπεύουν ένα ποσό της τάξεως του σχεδόν 30% του συνολικού ποσού που φέρεται να έκλεψε ο κατηγορούμενος. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι απομένει ένα άλλο αρκετό σημαντικό ποσό που αφορά κυρίως τις εισπράξεις από τις πιστωτικές κάρτες, για τις οποίες ενδεχομένως να υπάρχει κάτι το επιλήψιμο. Ομοίως δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει την κλοπή κάθε αντικειμένου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε καταδίκη ακόμα και αν έχει αποδειχθεί η κλοπή κάποιων εκ των αντικειμένων (βλ. Machent v. Quinn [1970] 2 All E.R. 255). Ωστόσο φρονώ πως η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην πιο πάνω κατηγορία. Κατ' αρχάς εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ξεχωριστά αντικείμενα αλλά με χρήματα. Η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε συγκεκριμένο ποσό, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη της τα δεδομένα που κατά την κρίση της στοιχειοθετούσαν κλοπή του συνόλου αυτού του ποσού. Δεν νομίζω να είναι τώρα δίκαιο για τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο να προβεί κατά τρόπο καταλυτικό και αυθεντικό σε μαθηματικές ή ακόμα και σε λογιστικές πράξεις και να διαχωρίσει ποσά για να καταλήξει σε καταδίκη του. Τούτο δεν θα μπορούσε να γίνει και για άλλο λόγο, ακόμα πιο ουσιαστικό. Από τον τρόπο που παρουσιάστηκε η υπόθεση, προκύπτει πως όλη η έμφαση δόθηκε στις τελευταίες εισπράξεις που έκαμε ο κατηγορούμενος από τις πιστωτικές κάρτες των Τουμπουρή, Νικολάου, Παπακώστα και Χριστοδούλου και την επιταγή του Drakos Travel. Αυτό αντανακλάται εξάλλου και στις λεπτομέρειες αδικήματος όπου προσδιορίζεται η περίοδος διάπραξης του αδικήματος μεταξύ "Νοεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004" που είναι ακριβώς η περίοδος εντός της οποίας έγιναν οι εν λόγω εισπράξεις. Ως αποτέλεσμα τούτου το συντριπτικό μέρος της μαρτυρίας (γραπτής και προφορικής) που παρουσιάστηκε αφορά ακριβώς τις εισπράξεις αυτές. Επομένως όποιος και να είχε την ευθύνη και αρμοδιότητα της τελικής διάθεσης αυτών των χρημάτων, είτε ο κατηγορούμενος είτε το λογιστήριο, γεγονός παραμένει πως τα χρήματα αυτά κατέληξαν στον λογαριασμό της εταιρείας. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, έχει δίκαιο ο συνήγορος Υπεράσπισης να επιμένει πως ο κατηγορούμενος δεν απέκτησε κατοχή και δεν αποστέρησε την εταιρεία αυτών των χρημάτων. Η έμφαση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής θα έπρεπε να δοθεί στις αρχικές εισπράξεις και τιμολόγια, καθ' ότι είναι για αυτά που αναφύουν τα σημαντικά ερωτήματα. Αντ' αυτού ως ένα καθαρά δευτερευούσης σημασίας ζήτημα, κατατέθηκαν απλά τα τιμολόγια (κατά τρόπο μάλιστα σκόρπιο), χωρίς υποστηρικτική και επεξηγηματική μαρτυρία. Τα υπόλοιπα αφέθηκαν στη σφαίρα των εικασιών και συνειρμών. Ως γνωστό όμως οι εικασίες, όσον εύλογες και αν είναι δεν είναι αποδεκτές. Συνεπώς και για αυτόν το λόγο η υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο