← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δώρος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 6145/06, 30 Μαϊου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δώρος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 6145/06, 30 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6145/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Δώρος Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Μαϊου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Ερωτοκρίτου με κ. Λ. Κυριακίδη Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 2.8.2005 στην Λεωφόρο Στροβόλου, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Γεώργιου Καλλή τέως από την Κοκκινοτριμιθιά. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: - Ο uάνατος του κ. Γεώργιου Καλλή προέκυψε από το επίδικο ατύχημα. - Ο Μ.5 μετέφερε το θύμα με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και συνοδεύτηκε από τον Μ.
  3. - Ο Μ.7 πιστοποίησε τον θάνατο του θύματος την 2.8.2005 και ώρα 09.
  4. Παραδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ. 716 Α. Αριστείδου. Συνοπτικά στην κατάθεση του ο κ. Αριστείδου αναφέρει ότι την 6.8.2005 εξέτασε μηχανικά το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379 και διαπίστωσε μεταξύ άλλων, ότι έφερε βαθύ βούλωμα στο καπό στην δεξιά γωνία, το οποίο εκτείνετο μέχρι την γωνιά του δεξιού μπροστινού φτερού. Έσπασε, επίσης το δεξί φανάρι και υπήρχε και αραχνοειδές σπάσιμο στο κάτω άκρο του μπροστινού ανεμοθώρακα, όπου βρέθηκαν τρίχες γκριζόμαυρες και κομμάτια από δέρμα, που καταδείκνυαν ότι οι ζημιές αυτές προήλθαν από επαφή ανθρωπίνου μέλους πάνω στον ανεμοθώρακα. Στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου υπήρχαν επίσης ζημιές. Τόσο πριν, όσο και κατά την ώρα της σύγκρουσης δεν υπήρχε καμία μηχανική βλάβη στο αυτοκίνητο. Ο Αστ. 1629 Λάμπρος Λάμπρου ανέφερε ότι την 2.8.2005 επισκέφτηκε την σκηνή ατυχήματος που επεσυνέβη στην Λεωφόρο Στροβόλου με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και τον πεζό κ. Γεώργιο Καλλή. Το θύμα βρέθηκε μέσα σε λίμνη αίματος. Ελαφρά τραυματισμένος ήταν και ο κ. Botrous Ezzat ο οποίος χτυπήθηκε από σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, και ο Κατηγορούμενος διαφώνησε με το Χ ως σημείο σύγκρουσης και υπέδειξε το Χ
  5. Η ορατότητα ήταν πέραν των 100μ. Το όριο ταχύτητας ήταν 30 χ.α.ω. λόγω του ότι στον χώρο υπήρχε κλειστός χωμάτινος δρόμος που είχε δημόσια έργα και σιδερένια κιγκλιδώματα. Υπήρχε υψομετρική διαφορά του χωμάτινου δρόμου από αυτόν που ήταν ανοικτός για χρήση από το κοινό. Όπως ανέφερε περαιτέρω ο Μ.Κ.1, η ζημιά στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου προκλήθηκε από την σύγκρουση του με το κιγκλίδωμα. Ο κ. Παναγιώτης Γεωργίου ανέφερε ότι είναι μηχανοδηγός και την 2.8.2005 και περί ώρα 08.40 εργαζόταν στην Λεωφόρο Στροβόλου, και συγκεκριμένα καθόταν επί τρακτέρ στον χωμάτινο χώρο των οδικών έργων βλέποντας προς Λακατάμεια. Είδε μίαν γυναίκα μεγάλης ηλικίας η οποία διασταύρωνε τον δρόμο και περπατούσε στον χωμάτινο χώρο, και η οποία πήγε στο κατάστημα της, ενώ ο σύζυγος αυτής βρισκόταν ακόμη απέναντι και ήθελε να διασταυρώσει τον δρόμο. Το θύμα έφτασε μέχρι την μέση του δρόμου, και όταν είδε το αυτοκίνητο έκανε κίνηση προς τα πίσω. Τότε το αυτοκίνητο κινήθηκε δεξιότερα και χτύπησε τον πεζό, και μετά κινήθηκε αριστερά και χτύπησε στο κάγκελο. Την ώρα του ατυχήματος, ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.2, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στον δρόμο, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει με τι βήμα διασταύρωνε ο πεζός, και κατά πόσο αυτός έτρεχε ή όχι. Δεν είδε πόσο μακριά βρισκόταν ο Κατηγορούμενος από το θύμα την ώρα που το θύμα έφτασε στην μέση του δρόμου. Η κα Μαρία Καλλή ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του θύματος με τον οποίο διατηρούσαν κατάστημα επί της Λεωφόρου Στροβόλου. Λόγω του ότι υπήρχαν οδικά έργα στην εν λόγω Λεωφόρο, το θύμα στάθμευε το αυτοκίνητο του απέναντι. Την 2.8.2005 και περί ώρα 08.30 ο κ. Καλλής στάθμευσε όντως απέναντι, και η ίδια κατέβηκε και διασταύρωσε. Λόγω του ότι υπήρχαν αρκετά αυτοκίνητα με κατεύθυνση από Λακατάμεια προς Λευκωσία, περίμενε 2 - 3 λεπτά και τότε άρχισε να διασταυρώνει. Όταν η Μ.Κ.3 έφτασε στα κάγκελα απέναντι, γύρισε να δει τον σύζυγο της, και τον είδε που βρισκόταν στην μέση του δρόμου. Δεν είχε καθόλου αυτοκίνητα. Το θύμα σταμάτησε και κοίταξε αριστερά και δεξιά. Τότε είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο να έρχεται από την Λευκωσία με μεγάλη ταχύτητα. Την ώρα που το είδε βρισκόταν 15μ από αυτούς, και όταν κόντεψε τον κ. Καλλή έκανε κίνηση δεξιά και τον χτύπησε. Ακολούθως το αυτοκίνητο άλλαξε πορεία και χτύπησε στα κάγκελα. Ερωτηθείσα ως προς το πόση ώρα πέρασε από την ώρα που ο σύζυγος της μπήκε στον δρόμο μέχρι και το ατύχημα, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι ήταν κλάσματα δευτερολέπτου. Δέχθηκε, επίσης, ότι το θύμα κάλυψε τον μισό δρόμο μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο κ. Ezzat Botrous ανέφερε ότι την 2.8.2005 εργαζόταν σε οδικά έργα στην Λεωφόρο Στροβόλου. Η ώρα 08.30 βρισκόταν μέσα σε ένα χαντάκι βάθους 2μ, και άκουσε θόρυβο από τον δρόμο. Ύστερα από αυτό έπεσε το σιδερένιο κιγκλίδωμα μέσα στο χαντάκι και τον χτύπησε. Αφού βγήκε είδε ότι είχε γίνει ατύχημα. Ο δρόμος είχε πολλή κίνηση και θόρυβο από αυτοκίνητα. Ο Υπαστυνόμος Πηλείδης Χαραλάμπους ανέφερε ότι την 2.8.2005 επισκέφτηκε την σκηνή ατυχήματος στην Λεωφόρο Στροβόλου, και επιθεώρησε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Η πινακίδα που έδειχνε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 30 χ.α.ω. βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο, αλλά ήταν ευδιάκριτη. Η Λεωφόρος Στροβόλου είναι πολυσύχναστος δρόμος. Στα σημεία Χ και Χ1 δεν υπήρχαν καθόλου πραγματικά ευρήματα, απλά υποδείχθησαν από τους μάρτυρες. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία. Στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε και αυτός ότι την 2.8.2005 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379 στην Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση προς Λακατάμεια και ταχύτητα 50 - 60 χ.α.ω. Είχε οδικά έργα και ο μισός δρόμος ήταν κλειστός. Δεν είχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά του, αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχε ουρά αυτοκινήτων. Κοντά στο διαχωριστικό κάγκελο είδε μίαν κυρία που κατευθυνόταν προς τα αριστερά, και έτσι έκανε κίνηση προς τα δεξιά για να περάσει με ασφάλεια από δίπλα της. Την στιγμή εκείνη ερχόταν από απέναντι ένα Jeep. Μόλις το Jeep αυτό πέρασε, στην μέση του δρόμου εμφανίστηκε ένας πεζός που διασταύρωνε. Όταν τον είδε, ο πεζός βρισκόταν 5μ από αυτόν, και έκανε κίνηση προς τα πίσω. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον αποφύγει, αλλά τον χτύπησε με την δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου του. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν μπορούσε να δει τον πεζό πριν τα 5μ απόσταση γιατί τον εμπόδιζε η ουρά αυτοκινήτων προς την Λευκωσία. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι όταν είδε την πεζή δεν σταμάτησε γιατί χωρούσε να περάσει. Κατά τον χρόνο που κινήθηκε δεξιότερα ο πεζός δεν φαινόταν κάπου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Αστ. 1629 Λάμπρος Λάμπρου υπήρξε γενικώς ένας αντικειμενικός και τυπικός μάρτυρας, την μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Επισημαίνω, όμως, ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στα δύο σημεία που υποδείχθησαν ως Χ και Χ1 δεν υπήρξε κανένα εύρημα ή πραγματική μαρτυρία, και άρα αυτά έχουν απλά την βαρύτητα του ότι υποδείχθησαν από δύο ξεχωριστά άτομα. Ο κ. Παναγιώτης Γεωργίου έδωσε μίαν σε πολλά σημεία της δυσνόητη μαρτυρία, με ασαφείς απαντήσεις οι οποίες δυσχέραιναν την ακριβή κατανόηση από το Δικαστήριο του ποία ακριβώς ήσαν τα γεγονότα. Σημειώνω, επίσης τα πιο κάτω, τα οποία και επηρεάζουν την βαρύτητα της συγκεκριμένης μαρτυρίας: - Ο Μ.Κ.2, παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι είδε το θύμα, εν' τούτοις δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν αυτός έτρεχε ή όχι, ή με τι βηματισμό προχωρούσε. - Ήταν η θέση του ότι η Μ.Κ.3 κα Μαρία Καλλή πέρασε και προχώρησε μέσα από το χωμάτινο μέρος του δρόμου και έφτασε μέχρι και το κατάστημα, πράγμα που αντιφάσκει με τα όσα η ίδια αλλά και ο Κατηγορούμενος ανέφεραν. - Ενώ στην κατάθεση του ο Μ.Κ.2 είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στον δρόμο, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπήρχαν συνέχεια αυτοκίνητα με κατεύθυνση από την Λακατάμεια προς Λευκωσία και ο δρόμος είναι πολυσύχναστος. Σε σχέση όμως με την ώρα του ατυχήματος, ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ώρα δεν είδε αν υπήρχαν αυτοκίνητα ή όχι. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι έβλεπε προς την Λακατάμεια και όχι προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Κατηγορούμενος, δημιουργούν την αμφιβολία ως προς το κατά πόσο αυτός όντως είδε τι προηγήθηκε της σύγκρουσης, ή κατά πόσο απλά συμπέρανε αυτά. Η κα Μαρία Καλλή δεν με έπεισε ότι έδωσε μαρτυρία με πρωταρχικό σκοπό να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, αλλά εμφανής ήταν η προσπάθεια εκ μέρους της ενοχοποίησης του Κατηγορούμενου. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: - Η ίδια ισχυρίστηκε ότι είχε φτάσει στα κάγκελα και έβλεπε το θύμα, ενώ ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι κατά την ώρα του ατυχήματος η Μ.Κ.3 έβλεπε προς το κατάστημα της. - Δεν με έπεισε ο ισχυρισμός της ότι ο λόγος που έδωσε κατάθεση ένα μήνα μετά το ατύχημα ήταν γιατί ο Αστυνομικός δεν ήθελε να έρθει προηγουμένως. - Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου βρισκόταν 15μ μακριά της, η Μ.Κ.3 στην κατάθεση της αναφέρει ότι το είδε, ενώ κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι την απόσταση της είπε η Αστυνομία. - Καθόλου καλή εντύπωση δεν μου έκανε το γεγονός ότι, μετά που προηγήθηκε διάλειμμα, η Μ.Κ.3 έκανε αναφορά σε μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.2, ενώ κατά τον χρόνο που ο Μ.Κ.2 έδιδε την εν λόγω μαρτυρία η Μ.Κ.3 ήταν εκτός της αίθουσας. Όταν ερωτήθηκε ως προς το που γνωρίζει τι ανέφερε ο Μ.Κ.2, η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι απλά «υπέθεσε» τι μαρτυρία είχε δώσει ο προαναφερόμενος. Μετά ισχυρίστηκε ότι κατά το διάλειμμα μίλησε μεν με τον γιό και γαμπρό της οι οποίοι βρισκόντουσαν συνεχώς εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν μίλησαν για την υπόθεση. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Μ.Κ.3 δεν έπεισαν, αφού δεν είναι λογικό να υπέθεσε ότι ο Μ.Κ.2 είπε κάτι με το οποίο η ίδια δεν συμφωνούσε ώστε να νοιώσει την ανάγκη να τον διορθώσει. Ο κ. Ezzat Botrous έδωσε μίαν άνευ ουσίας μαρτυρία, αφού δεν είδε οτιδήποτε, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν μέσα σε χαντάκι. Ο Υπαστυνόμος Πηλείδης Χαραλάμπους υπήρξε ένας ειλικρινής και αντικειμενικός μάρτυρας, την μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και σε σχέση με την ύπαρξη του Jeep με έπεισε, ειδικά αφού τον ισχυρισμό αυτό ανέφερε από την πρώτη στιγμή και μέσα στην κατάθεση του. Μοναδικό σημείο στο οποίο δεν με έπεισε ήταν το ότι είχε πιστέψει ότι η πινακίδα που καταδείκνυε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 30 χ.α.ω. είχε αποσυρθεί, και θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Εν πάση περιπτώσει, αυτός γνώριζε ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχαν οδικά έργα. Σημειώνω, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το θύμα είδε για πρώτη φορά στην μέση του δρόμου, και τον χτύπησε αφού αυτός είχε κάνει και δύο βήματα πίσω από την μέση του δρόμου. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει ενώπιον μου επαρκής μαρτυρία ώστε να καταλήξω σε εύρημα περί του που βρίσκεται το ακριβές σημείο σύγκρουσης, απλά από την πιο πάνω αναφορά του Κατηγορούμενου προκύπτει ότι αυτό ήταν έστω και ελαφρώς, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λευκωσία, ήτοι αντίθετη με αυτήν του Κατηγορούμενου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι το θύμα στην παρούσα υπόθεση είναι ο κ. Γεώργιος Καλλής. Την 2.8.2005 και περί ώρα 08.30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379 με ταχύτητα 50 - 60 χ.α.ω. στην Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση προς Λακατάμεια. Στην εν λόγω Λεωφόρο υπήρχαν οδικά έργα, με συνέπεια να είναι κλειστός ο μισός δρόμος, και να υπάρχουν μόνο δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση. Το όριο ταχύτητας είχε καθοριστεί στα 30 χ.α.ω. λόγω των πιο πάνω οδικών έργων. Σε αποσταση 8μ από αυτόν, ο Κατηγορούμενος είδε την Μ.Κ.3 η οποία διασταύρωνε τον δρόμο, να βρίσκεται σχεδόν στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να μην ελαττώσει ταχύτητα και έκανε κίνηση προς τα δεξιά, πιστεύοντας ότι μπορούσε να περάσει από δίπλα της με ασφάλεια. Από απέναντι του ερχόταν ένα αυτοκίνητο τύπου Jeep. Μόλις το Jeep αυτό πέρασε, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε στην μέση του δρόμου, 5μ μακριά του, ένα πεζό. Ο πεζός έκανε δύο βήματα πίσω, και ο Κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του αριστερά εις μίαν προσπάθεια να τον αποφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε και τον χτύπησε με την δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου του. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος κινήθηκε διαγώνια και χτύπησε πάνω στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τον Μ.5, και συνοδεύτηκε από τον Μ.6, όπου την 2.8.2005 και ώρα 09.03 απεβίωσε συνεπεία του προαναφερόμενου ατυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδεις πεντακόσιες λίρες». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξωμοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. ν. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson΄s Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. ΄Οπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από "μαθητευόμενο" οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση». Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, και όπως αυτή έχει αξιολογηθεί πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να περάσει δίπλα από την Μ.Κ.3 με ασφάλεια εισήλθε ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, ενώ δεν ελάττωσε ταχύτητα, πράγμα που ίσως θα έπρεπε να είχε κάνει δεδομένων των ειδικών συνθηκών του δρόμου. Δεν μπορώ, όμως, να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ήταν προβλεπτό το γεγονός ότι στον δρόμο θα υπήρχε και δεύτερος πεζός, απλά και μόνο λόγω της παρουσίας της Μ.Κ.3 εκεί, ειδικά αφού αυτός δεν ήταν ορατός λόγω και της τροχαίας κίνησης που ερχόταν από απέναντι. Κάτι τέτοιο θα έθετε ένα υπερβολικό βάρος προσοχής σε οδηγό. Το θύμα κατέστη ορατό αφού πέρασε το Jeep, πράγμα το οποίο εμφαίνεται και από το ότι το ίδιο το θύμα σταμάτησε στην μέση του δρόμου για να ελέγξει κατά πόσο ήταν ασφαλές να συνεχίσει να διασταυρώνει. Αν δεν υπήρχε κίνηση στην λωρίδα προς Λευκωσία, δεν θα υπήρχε και λόγος για το θύμα να πράξει τούτο, αφού θα μπορούσε να είχε ελέγξει αν η λωρίδα προς Λακατάμεια ήταν καθαρή από πιο πριν. Η απόφαση, όμως, του Κατηγορούμενου να μην ελαττώσει ταχύτητα αλλά απλά να κάνει ελιγμό δεξιά εισερχόμενος έστω και ελάχιστο στην αντίθετη λωρίδα, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν στον δρόμο τον ουσιώδη χρόνο, και της παρουσίας του Jeep από απέναντι, θεωρώ ότι καταδεικνύουν έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής εκ μέρους του. Των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, και όχι το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το δε αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προχωρώ, συναφώς, να εξετάσω κατά πόσο η περίπτωση είναι η πρέπουσα ώστε να προβώ σε προσθήκη Κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αναφέρει τα ακόλουθα: «Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο ή το Κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του Κατηγορητηρίου ή του Κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του Κατηγορητηρίου ή του Κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο Κατηγορητήριο ή στο Κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.» (βλ. Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)2 Α.Α.Δ. 152, Κυριάκος ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, Θωμά ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 465 και Χριστάκη Ευαγόρα Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 315). Όπως προκύπτει από την πιο πάνω Νομολογία, για να δύναται το Δικαστήριο να προχωρήσει σε εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον Κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο. (β) Να είναι αδύνατη η καταδίκη του Κατηγορούμενου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο Κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού Κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του Κατηγορητηρίου να μην επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην Υπεράσπιση του. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καθώς και τις προβλεπόμενες ποινές στα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Το Κατηγορητήριο ακολούθως τροποποιείται με την προσθήκη της ακόλουθης Κατηγορίας: 2η Κατηγορία ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αμελής Οδήγηση κατά παράβαση των άρθρου 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος την 2.8.2005 στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΚ 379 δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η Κατηγορία, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία. ........................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.