Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 20018/07, 13 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20018/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Παύλος Αναστασίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Ιουνίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Αγρότη Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Nόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 80
(1)/00. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο Αστ. 2407 Μάρκος Στυλιανού ανέφερε ότι την 24.10.2006 επισκέφτηκε την σκηνή ατυχήματος που επεσυνέβη στην Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηιωσήφ. Ενεχόμενοι ήσαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WB 115 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και ο πεζός κ. Δήμος Πετρίκκος. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι. Το σημείο «Χ» βρίσκεται 28.80μ απόσταση από το ΑΛΤ. Σε σχέση, όμως, με την πορεία του πεζού δεν είχε κανένα αντικειμενικό εύρημα. Στο σημείο του ατυχήματος υπάρχουν 2 λωρίδες με Βόρεια κατεύθυνση και το όριο ταχύτητας ήταν 50χ.α.ω. Βρήκε ίχνη τροχοπέδισης 5.80μ πράγμα που, όπως, ανέφερε καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του. Ο κ. Δήμος Πετρίκκος ανέφερε ότι την 24.10.2006 και περί ώρα 14.55 βρισκόταν στην Λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηιωσήφ και λάμβανε μέρος στον έρανο για τον Ραδιομαραθώνιο. Βρισκόταν, προς τον σκοπό αυτό, στο μέσο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας με Βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή έλαβε εισφορά από οδηγό που βρισκόταν στην αριστερή εκ των δύο λωρίδων, και γύρισε προς την δεξιά εκ των δύο λωρίδων. Κατά την στιγμή που γύρισε προς τα δεξιά ένοιωσε ένα χτύπημα στην δεξιά πλευρά του σώματος του και έπεσε στην άσφαλτο. Ήταν η θέση του Μ.Κ.2 ότι βρισκόταν στην μέση των δύο λωρίδων και πήγαινε πάνω κάτω λαμβάνοντας εισφορές. Το αυτοκίνητο δεν είδε καθόλου από πού ήρθε, απλά υπολόγισε ότι πρέπει είτε να ήταν στην αριστερή λωρίδα και να εισήλθε στην δεξιά, ή να ερχόταν από μακριά με ταχύτητα. Κατά την ώρα του ατυχήματος το φως ήταν πράσινο. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει Ένορκη μαρτυρία. Στην μαρτυρία του αυτή ανέφερε ότι την 24.10.2006 και περί ώρα 14.55 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WB 115 στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Ιωσήφ Χατζηιωσήφ, με ταχύτητα περί τα 35 - 40 χ.α.ω. Πλησίαζε τα φώτα τροχαίας και το φως στην πορεία του ήταν πράσινο στρογγυλό. Λίγο πριν τα φώτα είδε ξαφνικά ένα πεζό μπροστά του, ο οποίος μπήκε στον δρόμο για να διασταυρώσει, και ο οποίος, κατά τον χρόνο που τον είδε βρισκόταν 3μ μακριά του και έβλεπε μόνο προς τα αριστερά. Πάτησε φρένα, αλλά λόγω της κοντινής απόστασης δεν πρόλαβε να σταματήσει και συγκρούστηκε μαζί του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Σημειώνω, όμως, ότι η πορεία Β που σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος ως την πορεία του πεζού δεν είναι η ορθή, αφού ο ισχυρισμός του πεζού ήταν ότι βρισκόταν στην μέση των δύο λωρίδων και πήγαινε πάνω κάτω μαζεύοντας εισφορές. Ο Μ.Κ.2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ο ισχυρισμός του στην κατάθεση του, καθώς και στο Δικαστήριο, ότι βρισκόταν στην μέση των δύο λωρίδων και μόλις γύρισε ένοιωσε χτύπημα, δεν συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που έδειξε στο σχεδιάγραμμα, και το οποίο βρίσκεται 2μ εντός της άλλης λωρίδας. Ο ισχυρισμός του ότι πήγαινε πάνω κάτω για 15 λεπτά συνεχώς αντιφάσκει με τον ισχυρισμό του ότι λάμβανε εισφορές μόνο όταν τα φώτα τροχαίας ήσαν κόκκινα. Προέκυψε δε από την προφορική του μαρτυρία ότι δεν είδε καθόλου το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου προ του ατυχήματος, αλλά απλά υπολόγισε πως έγινε το ατύχημα. Γενικά ο μάρτυρας αυτός έδωσε μίαν δυσνόητη, ασαφή και αόριστη μαρτυρία, από την οποία δύσκολα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα. Δέχομαι, όμως, την θέση του ότι δεν διασταύρωνε τον δρόμο, αλλά βρισκόταν στην μέση των δύο λωρίδων λαμβάνοντας εισφορές. Σημειώνω, όμως, την θέση του ότι ενώ γνώριζε ότι στεκόταν σε επικίνδυνο σημείο, θεώρησε ότι αφού ήταν μέρα Ραδιομαραθωνίου και όλοι το γνώριζαν, οι οδηγοί είχαν αυξημένη υποχρέωση να προσέχουν και όχι αυτοί που λάμβαναν μέρος στον έρανο. Ούτε, όμως και ο Κατηγορούμενος έδωσε πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Μ.Κ.2 διασταύρωνε, ενώ από την προφορική του μαρτυρία προέκυψε ότι αυτό ήταν απλά εικασία. Πέραν τούτου, ο ισχυρισμός του ότι είδε τον πεζό μόλις 3μ μακριά του, δεν συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδισης του που είναι 5.80μ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι την 24.10.2006 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WB 115 στην δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Ιωσήφ Χατζηιωσήφ με Βόρεια κατεύθυνση. Την ίδια μέρα και ώρα ο Μ.Κ.2 λάμβανε μέρος στον Ραδιομαραθώνιο και πήγαινε πάνω κάτω μεταξύ των δύο λωρίδων λαμβάνοντας εισφορές. Αφού έλαβε εισφορά από οδηγό που βρισκόταν στην αριστερή εκ των δύο λωρίδων, γύρισε δεξιά χωρίς να κοιτάξει, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ο οποίος και τον είχε στο μεταξύ αντιληφθεί και πάτησε τα φρένα του, αλλά δεν κατάφερε να τον αποφύγει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑ.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ερύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. Μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (βλ. επίσης Triftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Μόνο σε περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την πράξη του Μ.Κ.2 που άλλαξε κατεύθυνση ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειπε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτόν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 5797, ημερ. 20.12.1994). Στην υπό εξέταση περίπτωση, Ο Μ.Κ.2 άλλαξε κατεύθυνση χωρίς να ελέγξει κατά πόσο αυτό ήταν ασφαλές. Ελλείπει δε οιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε ο κίνδυνος αυτός ο Κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να τον αποφύγει. Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο