← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Άθως ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1371/08, 25 Ιουλίου, 2008

Δημοκρατία ν. Άθως ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1371/08, 25 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1371/08 Δημοκρατία - ν -

  1. Άθως ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  2. Γιώργος ΓΙΑΠΑΝΑΣ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Παπαγαπίου. Για τον κατηγορούμενο 1: Ο κ. Χρ. Γαβριηλίδης με κα A. Γαβριηλίδου. Για τον κατηγορούμενο 2: Ο κ. Γ. Μυλωνάς με κ. Μαμαντόπουλο. Κατηγορούμενοι: Παρόντες --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι κατηγορούμενοι Άθως Χαραλάμπους (ο πρώτος κατηγορούμενος) και Γιώργος Γιαπανάς (ο δεύτερος κατηγορούμενος) αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες ήτοι για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β, και συγκεκριμένα 2.985,10 γραμμαρίων κάνναβη, και κατοχή της ίδιας πιο πάνω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία προβλέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 6

(1)
(2)και των άρθρων 5
(1)και 6
(3), αντίστοιχα, του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Κατηγορηθέντες οι κατηγορούμενοι απάντησαν και στις δύο κατηγορίες με μη παραδοχή. Κατά τη διάρκεια της δίκης διεφάνη ότι η μοναδική υπεράσπιση των κατηγορουμένων είναι πως δεν γνώριζαν ότι οι τρεις συσκευασίες που είχαν στην κατοχή τους περιείχαν ελεγχόμενο φάρμακο, δηλαδή ναρκωτικά. Η υπεράσπιση αυτή δηλώθηκε ευθέως, με την πρώτη ευκαιρία, από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων. Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι ο κάθε κατηγορούμενος εκπροσωπείται από διαφορετικό δικηγόρο και προωθεί τη δική του ξεχωριστή υπεράσπιση και εκδοχή όσον αφορά την επίμαχη πτυχή. Ενώ δοθείσας της πιο πάνω δήλωσης, η εν λόγω υπεράσπιση προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς και από τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα. Αυτά δηλώθηκαν κατά την έναρξη της δίκης και έτυχαν της έγκρισης του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα εν λόγω γεγονότα στις 5.2.2008 ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΕΕΜ082 τύπου Range Rover με συνοδηγό το δεύτερο κατηγορούμενο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Σε κάποια φάση της διαδρομής ο πρώτος κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του στην έξοδο προς Κοτσιάτη και ακολούθως συνέχισε να οδηγεί προς την κατεύθυνση του εν λόγω χωριού. Καθ' οδόν, ο δεύτερος κατηγορούμενος θεάθηκε να πετά έξω από το αυτοκίνητο τρία πανομοιότυπα συσκευασμένα στρογγυλά αντικείμενα τα οποία μαζί περιείχαν συνολικά 2.985,10 γραμμάρια κάνναβη. Ολόκληρη η ποσότητα κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο 1 ενώ οι τρεις συσκευασίες στην κατάσταση που βρίσκονται μετά που έχουν ανοιχθεί κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  1. Το Κρατικό Χημείο βρήκε ότι η εν λόγω ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Κατατέθηκε δε ενώπιον μας χωρίς να έχει υποστεί προηγουμένως οποιαδήποτε αλλοίωση πλην μόνο για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Το ίδιο και οι τρεις συσκευασίες, τεκμήριο
  2. Ένα τελευταίο γεγονός το οποίο βέβαια είναι άνευ σημασίας εν όψει των ανωτέρω, είναι ότι δε βρέθηκε γενετικό υλικό ή δακτυλικά αποτυπώματα των δύο κατηγορουμένων στα εν λόγω δύο τεκμήρια. Πρόσθετα με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα η κατηγορούσα αρχή πρόσφερε και τη μαρτυρία αριθμού μαρτύρων. Συγκεκριμένα, πέντε αστυνομικών μελών της ΥΚΑΝ, και δύο πολιτών. Επιδίωξη της ήταν η απόδειξη της διάπραξης των δύο προαναφερθέντων αδικημάτων από τους κατηγορούμενους, μέσα από διάφορα περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την όλη συμπεριφορά την οποία αυτοί επέδειξαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους που αναφέρονται στη μαρτυρία. Το βάρος το οποίο θα πρέπει να αποσείσει, προκειμένου να αποδειχθεί ενοχή, είναι, ασφαλώς, αυτό που απαιτείται για την απόδειξη ποινικών αδικημάτων, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό, βέβαια, ισχύει και για καθένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αυτών ξεχωριστά. Θα επανέλθουμε στην πτυχή αυτή σε κατοπινό στάδιο. Βασικότερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο αναπληρωτής λοχίας Γιάννης Ιωάννου, ΜΚ
  3. Ανάφερε ότι στις 5.2.2008 γύρω στις 21.30 ξεκίνησε μαζί με άλλους έντεκα συναδέλφους του, μέλη της ΥΚΑΝ, να μεταβούν στη Λάρνακα για εντεταλμένο καθήκον. Ηγείτο αυτός της ομάδας, τα μέλη της οποίας επιβιβάστηκαν σε διαφορετικά υπηρεσιακά οχήματα χωρίς διακριτικά, ανά δύο ή και κάποιοι μόνοι τους, και το κάθε όχημα προχώρησε στην πορεία του ξεχωριστά από τα άλλα οχήματα. Μετά από μερικά λεπτά αφότου είχαν ξεκινήσει, τον ενημέρωσε ο αστυφύλακας 2230 Γιάννος Γιαννακού, ΜΚ1, ότι παρά το ύψος του σταδίου ΓΣΠ είδε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΕΜ082 τύπου Range Rover χρώματος μπλε το οποίο κατευθύνετο προς Λεμεσό με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όπως είπε, υπήρχαν πληροφορίες ότι το συγκεκριμένο εκείνο όχημα οδηγείτο σχεδόν πάντα από τον Άθω Χαραλάμπους, τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος κατάγεται από το Παλιομέτοχο, και πως με το όχημα αυτό διακινούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Τότε ενημέρωσε αμέσως τον αστυφύλακα 479 και τον αστυφύλακα 3807 Ιωάννη Ιωάννου, ΜΚ2, οι οποίοι βρίσκονταν στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, δίδοντας τους, συγχρόνως, οδηγίες να εγκατασταθούν λίγο πριν από την έξοδο προς Λάρνακα. Επίσης, έδωσε οδηγίες στον αστυφύλακα 265 Βασίλη Βασιλείου, ΜΚ3, και στην γυναίκα αστυνομικό 3225 να εγκατασταθούν παρά την έξοδο προς Λύμπια. Ακολούθως, ενημέρωσε σχετικά και τους υπόλοιπους συναδέλφους του, μέλη της ομάδας του. Τα πιο πάνω αναφέρονται στην κατάθεση την οποία ετοίμασε ο μάρτυρας στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης από άλλο αστυνομικό και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέταση. Στην κατάθεση αυτή η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο 4, ο αναπληρωτής λοχίας Ιωάννου αναφέρει, επίσης, ότι μετά που πέρασαν λίγα λεπτά αφότου έδωσε τις οδηγίες του, ενημερώθηκε από τους αστυφύλακες 479 και 3807 Ιωάννου, ΜΚ2, ότι το όχημα ΕΕΜ082 κατευθυνόταν προς Λάρνακα. Του το επιβεβαίωσε αυτό λίγο αργότερα και ο αστυφύλακας 265 Βασιλείου, ΜΚ3, ο οποίος προσπάθησε να το παρακολουθήσει χωρίς όμως να τα καταφέρει λόγω της μεγάλης ταχύτητας που το εν λόγω όχημα ανέπτυσσε. Όπως ο μάρτυρας αναφέρει στη συνέχεια, στο στάδιο εκείνο έδωσε οδηγίες στους εν λόγω αστυφύλακες να μεταφερθούν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να αναμένουν το όχημα ΕΕΜ082 εφόσον θα επέστρεφε κατευθυνόμενο προς Λευκωσία. Επίσης, επικοινώνησε με τον αξιωματικό υπηρεσίας του Αρχηγείου και ζήτησε να του παρασχεθεί βοήθεια από δύο περιπολικά του Ουλαμού Τροχαίας Αρχηγείου. Όταν τα δύο περιπολικά έφθασαν, οι αστυνομικοί οι οποίοι επέβαιναν σ' αυτά συνέδραμαν στην εγκατάσταση, σε σημείο του αυτοκινητόδρομου προς Λευκωσία, αστυνομικού μπλόκου, όπως το αποκάλεσε, δηλαδή οδοφράγματος, με σκοπό την ανακοπή του οχήματος ΕΕΜ
  4. Στο χώρο παρέμεινε και ο ίδιος μαζί με άλλα μέλη της ομάδας περιλαμβανομένου και του αστυφύλακα 2230 Γιαννακού, ΜΚ
  5. Ενώ βρίσκονταν εκεί περί την 22.25 ώρα, ενημερώθηκε από τον αστυφύλακα 265 Βασιλείου, ΜΚ3, ότι το εν λόγω όχημα πέρασε από δίπλα τους κατευθυνόμενο προς Λευκωσία και το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Μετά από λίγο είχε την ίδια πληροφόρηση και από τους αστυφύλακες οι οποίοι βρίσκονταν σε επόμενο σημείο της διαδρομής. Ένας εκ των δύο στο σημείο αυτό ήταν ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννου, ΜΚ
  6. Τώρα γνώριζε, όπως είπε, ότι το εν λόγω όχημα κατευθυνόταν προς το μέρος τους οπότε έκλεισαν το δρόμο, τοποθετώντας συγχρόνως προειδοποιητικές πινακίδες και κώνους ενώ έθεσαν σε λειτουργία και τους φάρους με τους οποίους ήσαν εφοδιασμένα τα υπηρεσιακά τους οχήματα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία του οδοφράγματος. Εξαιτίας των μέτρων αυτών δημιουργήθηκε στο μέρος πυκνή τροχαία κίνηση και τα οχήματα κινούντο με χαμηλή ταχύτητα. Το επόμενο πράγμα το οποίο ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου αναφέρει ότι είδε να συμβαίνει, ήταν ένα αστυνομικό του ΟΠΟΔ, δηλαδή της Τροχαίας Αρχηγείου που έκανε σήμα με το χέρι στον οδηγό του οχήματος ΕΕΜ082 να σταματήσει. Ο τελευταίος συμμορφώθηκε και σταμάτησε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Στο σημείο εκείνο τους πρόλαβε και το υπηρεσιακό όχημα στο οποίο επέβαιναν ο αστυφύλακας 479 και ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννου, ΜΚ2, και σταμάτησε δίπλα τους στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια είδε τους δύο αυτούς αστυφύλακες να κατεβαίνουν από το όχημα τους φορώντας φωσφορίζοντα αστυνομικά γιλέκα και να κατευθύνονται προς το εν λόγω όχημα. Ο αστυφύλακας 479 πήγε προς την πόρτα του οδηγού και ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννου προς την πόρτα του συνοδηγού. Στο μεταξύ, ο ίδιος πρόσεξε ότι στο όχημα αυτό επέβαινε καθήμενος στη θέση του οδηγού ο Άθως Χαραλάμπους, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε αμέσως ενώ στη θέση του συνοδηγού καθόταν ένα νεαρό πρόσωπο με μακριά μαλλιά το οποίο του ήταν άγνωστο. Άκουσε τους δύο αστυφύλακες που φώναξαν «Αστυνομία» και τους είδε να προσπαθούν, ανεπιτυχώς, να ανοίξουν τις πόρτες του οχήματος οι οποίες προφανώς, ήσαν κλειδωμένες. Τους φώναξαν ξανά «Αστυνομία» και τους είπαν να ανοίξουν χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση από τους επιβαίνοντες του οχήματος. Τότε, ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννου, ΜΚ2, έσπασε το τζάμι της πόρτας του συνοδηγού με ρόπαλο οπότε ο οδηγός αντιδρώντας αστραπιαία αντέδρασε, εκκίνησε και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα επιχείρησε να διαφύγει. Τα κατάφερε αφού πρώτα κτύπησε ελαφρά το υπηρεσιακό όχημα που ήταν δίπλα του και ακολούθως πολύ δυνατά άλλο υπηρεσιακό όχημα που του έφρασσε το δρόμο. Όπως αναφέρει στη συνέχεια ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου, στο στάδιο εκείνο έδωσε οδηγίες στους αστυφύλακες 479 και 3807 Ιωάννου να παραμείνουν στη σκηνή και αυτός με τον αστυφύλακα 2230 Γιαννακού και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ άρχισαν να καταδιώκουν το όχημα ΕΕΜ
  7. Όταν αυτό βγήκε από την έξοδο προς Κοτσιάτη το ακολούθησαν. Ο αστυφύλακας 265 Βασιλείου που προπορευόταν επιβαίνοντας άλλου υπηρεσιακού οχήματος, έστειλε μήνυμα μέσω ασυρμάτου ότι είδε να ρίχνεται από το ύποπτο όχημα, από την πλευρά του συνοδηγού, ένα αντικείμενο. Στη συνέχεια, διεμήνυσε ότι είδε να ρίχνεται και δεύτερο αντικείμενο με τον ίδιο τρόπο. Αφού διευθετήθηκε η φύλαξη των εν λόγω αντικειμένων, ο ίδιος μαζί με τον αστυφύλακα 2230 Γιαννακού, συνέχισαν την καταδίωξη του ύποπτου οχήματος το οποίο κατευθύνθηκε προς το Τσέρι και ακολούθως προς τη Δευτερά. Όμως, λόγω του ότι το ύποπτο όχημα ανέπτυσσε συνεχώς ταχύτητα, σε κάποιο σημείο το έχασαν. Αφού έδωσε οδηγίες σε όλα τα υπηρεσιακά οχήματα που βρίσκονταν στην περιοχή να ελέγχουν το δρόμο Λευκωσίας-Παλαιχωρίου, συνέχισε και ο ίδιος να επιτηρεί τον εν λόγω δρόμο μαζί με τον αστυφύλακα 2230 Γιαννακού. Ακολούθως, ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου αναφέρει ότι γύρω στις 00.15 της 6.2.2008 είδαν να έρχεται από το δρόμο του χωριού Άγιος Ιωάννης της Μαλούντας ένα όχημα μεταφοράς οχημάτων πάνω στο οποίο διαπίστωσαν ότι υπήρχε ένα Range Rover χρώματος μπλε χωρίς πινακίδες εγγραφής που ήταν χτυπημένο στην μπροστινή δεξιά πλευρά. Αφού έκαναν γνωστή την αστυνομική τους ταυτότητα, ανέκοψαν το όχημα μεταφοράς και διαπίστωσαν ότι το όνομα του οδηγού ήταν Πρόδρομος Ανδρέου. Το πρόσωπο αυτό απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλαν, τους είπε ότι παρέλαβε το Range Rover το ίδιο εκείνο βράδυ από χωράφι στο χωριό Άγιος Ιωάννης της Μαλούντας κατόπιν οδηγιών που του είχε δώσει τηλεφωνικώς ο Άθως από το Παλιομέτοχο πριν από μια ώρα, περίπου, πληροφορώντας τον συγχρόνως ότι είχε εμπλακεί σε δυστύχημα. Τότε του ζήτησαν και τους ακολούθησε μαζί με το όχημα του στα γραφείο της ΥΚΑΝ. Καταθέτοντας περαιτέρω ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου ανάφερε ότι οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν τρεις ημέρες αργότερα σε πατάρι καταστήματος όπου εντοπίστηκαν, στην περιοχή Ορόκλινης στη Λάρνακα. Έλαβε και ο ίδιος μέρος στην επιχείρηση σύλληψης τους και έτσι είχε την ευκαιρία να δει το συγκεκριμένο χώρο. Τον περιέγραψε ως ανώγειο χώρο ο οποίος βρισκόταν μέσα σε κατάστημα το οποίο ήταν οργανωμένο να λειτουργεί ως μπυραρία, πλην όμως δε λειτουργούσε την περίοδο εκείνη και η ανάβαση σ' αυτόν επιτυγχάνετο από ανεμόσκαλα, όπως την αποκάλεσε. Ανεβαίνοντας και ο ίδιος πάνω, διαπίστωσε ότι υπήρχε ένας μικρός χώρος ο οποίος χρησιμοποιείτο ως ιδιαίτερο δωμάτιο, έχοντας όλα τα χρειώδη και δύο άλλα συνεχόμενα δωμάτια. Στο ένα υπήρχε τηλεόραση, DVD player, play station και καμιά δεκαριά DVD με κινηματογραφικές ταινίες ενώ στο διπλανό υπήρχε ένα διπλό κρεβάτι με δύο ή τρεις κουβέρτες. Εκεί βρήκαν και τους δύο κατηγορούμενους. Κατά την εκτίμηση του σ' αυτό το χώρο μπορούσε να ζήσει κάποιος για μερικές μόνο μέρες διότι δεν υπήρχαν όλα τα απαραίτητα που υπάρχουν συνήθως σε μια κατοικία. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι οι οδηγίες του προς τα μέλη της ΥΚΑΝ που βρίσκονταν στα διάφορα σημεία του αυτοκινητόδρομου από Λευκωσία προς Λάρνακα ήταν να παρακολουθήσουν το όχημα ΕΕΜ082 και όχι να το ανακόψουν. Εξήγησε δε ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν επικίνδυνο για άλλους χρήστες του αυτοκινητόδρομου, δεδομένης της μεγάλης ταχύτητας που το εν λόγω όχημα ανέπτυσσε. Περαιτέρω, ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανάφερε ότι αποφασίστηκε να δημιουργηθεί οδόφραγμα (μπλόκο) στον αυτοκινητόδρομο προκειμένου να ανακοπεί ο πρώτος κατηγορούμενος για τον οποίο γνώριζαν ότι διέμενε στο Παλιομέτοχο και ανάμεναν ότι επιστρέφοντας θα είχε κατεύθυνση προς Λευκωσία. Και συμπλήρωσε λέγοντας πως πίστευε ότι αν τον ανέκοπταν θα έβρισκαν στην κατοχή του ναρκωτικά. Ακολούθως, απέρριψε υποβολή εκ μέρους του πρώτου κατηγορούμενου ότι γνώριζαν από πριν ότι θα έβρισκαν στην κατοχή του ναρκωτικά επειδή είχαν φροντίσει μέλη της ΥΚΑΝ για την παράδοση σ' αυτό της συγκεκριμένης ποσότητας. Όσον αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο ανάφερε ότι η υπηρεσία του αξιολογούσε κάποιες πληροφορίες που υπήρχαν γι' αυτόν όμως, όπως πρόσθεσε, ο ίδιος δεν τον γνώριζε. Τέλος, επέμενε και στον ισχυρισμό του ότι στη σκηνή του οδοφράγματος τα μέλη της ομάδας του φορούσαν φωσφορίζοντα αστυνομικά γιλέκα για να κάνουν εμφανή την παρουσία τους καθώς επίσης και για λόγους ασφάλειας. Οι αστυφύλακες Γιαννακού, Ιωάννου και Βασιλείου οι οποίοι ήσαν οι ΜΚ1, 2 και 3, αντίστοιχα, τόσο με τη γραπτή μαρτυρία τους, δηλαδή τις καταθέσεις τους που υιοθέτησαν και σημειώθηκαν ως Έγγραφα 1, 2 και 3, όσο και με την προφορική τους μαρτυρία, επιβεβαίωσαν τις ενέργειες τις οποίες ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου, ΜΚ4, αποδίδει στον καθένα από αυτούς, ότι έκαναν στο πλαίσιο της πιο πάνω περιγραφείσας από τον ίδιο επιχείρησης εντοπισμού, ανακοπής και ακολούθως καταδίωξης των δύο κατηγορουμένων ενώ αυτοί επέβαιναν του οχήματος ΕΕΜ
  8. Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι δεν προέκυψε ούτε μας υπεδείχθη οτιδήποτε άλλο στη μαρτυρία την οποία οι προαναφερθέντες τρεις μάρτυρες κατάθεσαν στη δίκη και ειδικότερα κατά την αντεξέταση τους το οποίο να αξιολογείται ως σημαντικό για σκοπούς της υπόθεσης ώστε να πρέπει να το επαναλάβουμε εδώ. Ο,τιδήποτε το σημαντικό και ουσιαστικό αυτοί έχουν αναφέρει σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας τους, αναφέρθηκε και από τον αναπλ. λοχία Ιωάννου, τον οποίο κρατούσαν συνεχώς ενήμερο, και ειδικά για τις κινήσεις στον αυτοκινητόδρομο του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι, ενώ στη σκηνή του οδοφράγματος ήταν και ο ίδιος παρών και επίσης συμμετείχε στην καταδίωξη μετά τη διαφυγή τους. Μπορούμε δε από το στάδιο αυτό να πούμε με βεβαιότητα ότι δε διαπιστώνουμε οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία των εν λόγω τεσσάρων μαρτύρων, τουλάχιστο τέτοιες που να κλονίζουν την αξιοπιστία τους. Η μαρτυρία των δύο πολιτών προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή προκειμένου να ριχθεί φως στα όσα συνέβησαν σε σχέση με τους δύο κατηγορούμενους και το όχημα στο οποίο αυτοί επέβαιναν μετά που ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου και ο συνάδελφος του ενώ τους καταδίωκαν, έχασαν οπτική επαφή μαζί τους, για να εντοπίσουν όμως μετά από κάποια ώρα, το όχημα το οποίο οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος να μεταφέρεται σε όχημα μεταφοράς οχημάτων από τον Πρόδρομο Ανδρέου, ΜΚ
  9. Σύμφωνα με ό,τι αναφέρει ο Ανδρέου στην κατάθεση του ημερομηνίας 6.2.2008 προς την αστυνομία, Έγγραφο 6, η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του, η ώρα 23.48 της 5.2.2008 του τηλεφώνησε ο Άθως από το Παλιομέτοχο, τον οποίο αναγνώρισε ως τον πρώτο κατηγορούμενο, και του είπε να παραλάβει το αυτοκίνητο του τύπου Range Rover από κάποιο σημείο που του εξήγησε ότι βρισκόταν στον Άγιο Ιωάννη της Μαλούντας. Αφού το εντόπισε το φόρτωσε στο δικό του όχημα οπότε πρόσεξε ότι επρόκειτο για ένα Range Rover χρώματος μπλε που δεν έφερε αριθμούς εγγραφής. Όταν αργότερα το κατέβαζε σε χώρο της αστυνομίας πρόσεξε, επίσης, ότι ήταν σπασμένο το παράθυρο στην πόρτα του συνοδηγού. Σε άλλη κατάθεση του η οποία κατατέθηκε με τον ίδιο τρόπο και σημειώθηκε Έγγραφο 6Α, ο Ανδρέου αναφέρει ότι όταν μετέβαινε για να παραλάβει το όχημα του Άθου, τον συνάντησε σε κάποιο σημείο της διαδρομής να επιβαίνει ενός οχήματος το οποίο οδηγούσε κάποιος Ξενής και εκεί ο Άθως του έδωσε €2.000 σε σχέση με την επιδιόρθωση του εν λόγω οχήματος. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Άθως του έδωσε, όπως είπε, και άλλο ποσό, έτσι ώστε η δαπάνη για την επιδιόρθωση του Range Rover στην οποία προέβη ο ίδιος, να ανέλθει τελικά στο ποσό των €3.
  10. Το πρόσωπο που κατονόμασε προηγουμένως ο Ανδρέου ότι είδε με τον πρώτο κατηγορούμενο, είναι ο Ξένιος Ξενοφώντος, ΜΚ
  11. Εντοπίστηκε το πρωί της 6.2.2008 από την αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Καταθέτοντας υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και σημειώθηκε Έγγραφο
  12. Σ' αυτήν ο Ξενοφώντος, ο οποίος είναι μηχανικός μοτοσικλετών στο επάγγελμα, αναφέρει ότι το βράδυ της 5.2.2008 κατά η ώρα 11.00 του τηλεφώνησε ο Άθως από το Παλιομέτοχο και του ζήτησε να πάει να τον παραλάβει από συγκεκριμένο σημείο στον Άγιο Ιωάννη γιατί είχε χαλάσει το όχημα του Range Rover και να τον πάρει να παραλάβει το όχημα του Pajero το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο από νωρίς έξω από το σπίτι του, δηλαδή του Ξενοφώντος. Συμφώνησε και το συνάντησε στον κύριο δρόμο προς Άγιο Ιωάννη. Μαζί του ήταν και ο Γιώργος Γιαπανάς με τον οποίο ο Άθως τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του στη Λακατάμεια πιο νωρίς την ημέρα εκείνη, γύρω στις 6.00, για να πάρουν τις μοτοσικλέτες τους τις οποίες αυτός είχε επιδιορθώσει. Όπως εξήγησε, ήταν τότε που ο Άθως είχε αφήσει το όχημα του Pajero έξω από το σπίτι του. Με οδηγίες του Άθου τους μετάφερε κοντά σε κάποιο σταθμό βενζίνης παρά τον ίδιο κύριο δρόμο. Εκεί συνάντησαν τον Προδρομή ο οποίος έχει ρυμουλκό και ο Άθως του εξήγησε που ήταν το Range Rover για να πάει να το πάρει. Ακολούθως, ξεκίνησαν για το σπίτι του και καθοδόν ο Άθως του είπε ότι ήταν με το Range Rover και τους έστησε μπλόκο η αστυνομία και αυτός αντί να σταματήσει έφυγε γιατί, όπως του ανάφερε, «έκαμεν τους την η αστυνομία». Επίσης, ενώ ήταν μαζί του ο ΄Αθως, τηλεφώνησε και σε κάποια δικηγόρο στην οποία ανάφερε τι είχε συμβεί καθώς και στην αδελφή του Άννα την οποία ρώτησε αν έκανε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, σε σχέση με το όχημα της Range Rover. Στη συνέχεια, αφού πήγαν στο σπίτι του, ο Άθως τον πληροφόρησε ότι δε θα έπαιρνε το αυτοκίνητο του Pajero, τελικώς, και τον ρώτησε αν μπορούσε να τους πάρει κάπου με το Γιώργο. Αυτός απάντησε καταφατικά και ακολούθως τους μετέφερε στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου όπου τους άφησε και επέστρεψε στο σπίτι του. Με την προφορική του μαρτυρία ο Ξενοφώντος δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του Έγγραφο
  13. Δήλωσε μόνο ότι δε θυμόταν καθαρά τι είχε πει στο τηλέφωνο ο Άθως με την αδελφή του Άννα. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης αρχιαστυφύλακας 1795 της ΥΚΑΝ Μίλτος Μιλτιάδους, ΜΚ
  14. Όπως και οι προηγούμενοι μάρτυρες έτσι και αυτός υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο 7, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σ' αυτή αναφέρει ότι ως ανακριτής προέβη σε διάφορες ενέργειες προς εξιχνίαση της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων που αναφέρει ότι έκανε ήταν και η φωτογράφηση των πρώτων δύο αντικειμένων που είχαν ριφθεί από το αυτοκίνητο των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια της καταδίωξης τους, η συμμετοχή του σε έρευνα που διεξήχθη στην περιοχή Κοτσιάτη, ο εντοπισμός από τον ίδιο και η φωτογράφηση και τρίτου παρόμοιου αντικειμένου και η φωτογράφηση του κτυπημένου οχήματος Range Rover το οποίο μετέφερε και ξεφόρτωσε σε χώρο του Αρχηγείου Αστυνομίας ο Πρόδρομος Ανδρέου κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 6.2.
  15. Όλες οι φωτογραφίες που έλαβε, σύνολο 15, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν τεκμήριο
  16. Σε σχέση με το εν λόγω όχημα παρατήρησε ότι έφερε ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος και ήταν σπασμένο το τζάμι της πόρτας του συνοδηγού. Ενώ την επόμενη ημέρα 7.2.2008 η Άννα Χαραλάμπους, αδελφή του πρώτου κατηγορούμενου, αναγνώρισε στην παρουσία του ότι το εν λόγω όχημα που δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, ήταν το ΕΕΜ082 του οποίου ήταν η ιδιοκτήτρια. Στο ίδιο πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω, ο αρχιαστυφύλακας Μιλτιάδους έλαβε επίσης σε διάφορους χρόνους τρεις καταθέσεις από τον πρώτο κατηγορούμενο και δύο καταθέσεις από το δεύτερο κατηγορούμενο. Τις κατάθεσε και σημειώθηκαν τεκμήρια 10 έως 14, συμπεριλαμβανομένων. Ενώ δύο καταθέσεις έλαβε και από την Άννα Χαραλάμπους, τεκμήρια 15 και
  17. Στις καταθέσεις της αυτές η Άννα Χαραλάμπους αναγνωρίζει ότι είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος Range Rover με αριθμό εγγραφής ΕΕΜ 082 και επίσης αναφέρει ότι το βράδυ της 5.2.2008 όταν δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει τον αδελφό της Άθω μέσω τηλεφώνου για να βεβαιωθεί αν το εν λόγω αυτοκίνητο της το οδηγούσε αυτός, προέβη σε καταγγελία στο Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς ότι αυτό είχε κλαπεί. Τον τελευταίο πιο πάνω ισχυρισμό για την καταγγελία, τον επιβεβαίωσε ο αρχιαστυφύλακας Μιλτιάδους σε επικοινωνία που είχε με τον υπεύθυνο του εν λόγω Σταθμού, όπως ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία. Τέλος, ο Μιλτιάδους κατάθεσε και σημειώθηκαν τεκμήρια 17 και 17Α δύο έγγραφα προερχόμενα, όπως ανάφερε, από την ΑΤΗΚ με τα οποία πληροφορείται ότι το κινητό 97652999 είναι της προπληρωμένης υπηρεσίας So Easy ώστε να μην είναι δυνατό να διαπιστωθεί ο ιδιοκτήτης του και επίσης ότι δεν υπήρξαν εισερχόμενες αλλά ούτε και εξερχόμενες κλήσεις σ' αυτό. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε προηγουμένως, το εν λόγω κινητό το παρέλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος του έδωσε και γραπτή συγκατάθεση δυνάμει της οποίας εξασφάλισε διάταγμα με βάση το οποίο πήρε ακολούθως τις πιο πάνω πληροφορίες από την εν λόγω Υπηρεσία. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κρίναμε ότι με βάση τη ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, σε σχέση με τις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν και τους καλέσαμε να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Επέλεξαν και οι δύο και κατέθεσαν ενόρκως και, βεβαίως, αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή. Μόνο αυτό, δεν προσέφεραν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώ πρώτος κατέθεσε ο κατηγορούμενος Άθως Χαραλάμπους. Ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε τη μαρτυρία του υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 10.2.2008, τεκμήριο 10, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σημειώθηκε ακολούθως ως Έγγραφο
  18. Σ' αυτήν αναφέρει ότι στις 5.2.2008 γύρω στις 8.00 τη νύχτα δέχτηκε τηλεφώνημα από κάποιο πρόσωπο που, όπως του είπε, ονομαζόταν Κυριάκος και ήταν από τα Κοκκινοχώρια. Του είπε πως γνώριζε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και ήθελε να το βοηθήσει και αν συμφωνούσε να μετέβαινε στο Παραλίμνι όπου θα παραλάμβανε κάτι για να το μεταφέρει στη Λευκωσία σε σημείο κοντά στην Κάλσπερκ. Η αμοιβή του θα ήταν €2.
  19. Για το λόγο ότι είχε, όπως αναφέρει, οικονομικά προβλήματα αποδέχτηκε την πρόταση. Στη συνέχεια τηλεφώνησε του φίλου του Γιαπανά στον οποίο είπε να πήγαιναν για περίπατο στο Παραλίμνι και γύρω στις 8.30 ο τελευταίος το συνάντησε έξω από το σπίτι του. Με τον ίδιο να οδηγά το όχημα τύπου Range Rover χρώματος μπλε της αδελφής του Άννας, και το Γιώργο Γιαπανά συνοδηγό, ξεκίνησαν για το Παραλίμνι. Όταν πλησίασαν αρκετά τον πήρε τηλέφωνο ο Κυριάκος και του εξήγησε πού να το συναντούσε. Ήταν κάπου μέσα σε ένα πλαγιόδρομο στα δεξιά μετά την έξοδο προς Λιοπέτρι. Φθάνοντας εκεί κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ο Κυριάκος του παρέδωσε τρία πακέτα στρογγυλά, σε σχήμα μπάλας, περιτυλιγμένα με καφέ κολλητική ταινία (τέλλα). Αφού τα παρέλαβε, καθώς επίσης και το ποσό των €2.000, ο Κυριάκος του είπε ότι σε περίπτωση που τον σταματούσε η αστυνομία ή έβλεπε οτιδήποτε το ύποπτο, να πετούσε τις μπάλες. Τότε, υποψιάστηκε, όπως αναφέρει, ότι ήταν κάτι παράνομο, αλλά δεν γνώριζε τι υπήρχε μέσα σ' αυτές ενώ ο Κυριάκος του εξήγησε περαιτέρω ότι τις μπάλες θα τις μετέφερε κάπου στην περιοχή της Κάλσπερκ και θα τις άφηνε σε συγκεκριμένο στύλο (πάσσαλο). Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του ότι αφού τοποθέτησε τις μπάλες στο πάτωμα του αυτοκινήτου, στην πλευρά του συνοδηγού, ξεκίνησαν για να επιστρέψουν στη Λευκωσία. Ενώ πλησίαζαν, στην έξοδο προς Κοτσιάτη διαπίστωσε ότι υπήρχε δυστύχημα και με υπόδειξη αστυνομικού ελάττωσε αρχικά ταχύτητα και σε κάποιο σημείο σταμάτησε εντελώς. Τότε πρόσεξε άντρες με πολιτική περιβολή οι οποίοι πετάχτηκαν, κατά την έκφραση του, από πίσω και από τις πλευρές του αυτοκινήτου που οδηγούσε, φέροντες όπλα. Φοβήθηκε ενώ συγχρόνως άκουσε και ένα τζάμι του αυτοκινήτου του να σπάζει και πανικοβλήθηκε, οπότε ανάπτυξε ταχύτητα για να φύγει. Στην προσπάθεια του αυτή κτύπησε πάνω σε ένα αυτοκίνητο και ακολούθως προχώρησε από την πρώτη έξοδο που βρήκε μπροστά του προς Κοτσιάτη. Στη διαδρομή είπε στο Γιώργο, δηλαδή στο δεύτερο κατηγορούμενο, να πετάξει τις μπάλες με το ύποπτο περιεχόμενο και αυτός συμμορφώθηκε. Συνεχίζοντας δε την πορεία τους κατέληξαν σε ένα χωράφι στον Άγιο Ιωάννη της Μαλούντας. Από εκεί τηλεφώνησε του φίλου του Ξενή ο οποίος επιδιορθώνει μοτοσικλέτες για να πάει να τους πάρει διότι είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο του. Ακολούθως, από το τηλέφωνο του Ξενή τηλεφώνησε του Προδρομή για να πάει να μεταφέρει με το όχημα του μεταφοράς οχημάτων (πλατφόρμα) το κτυπημένο αυτοκίνητο του. Φεύγοντας από εκεί συνάντησαν τον Προδρομή στο Αρεδιού και του εξήγησε πού ήταν το αυτοκίνητο και επίσης του έδωσε τις €2.000 που του είχε δώσει προηγουμένως ο Κυριάκος για τη μεταφορά των τριών μπαλών. Θα τα χρησιμοποιούσε για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου του. Στη συνέχεια ο Ξενής το μετάφερε μαζί με το Γιώργο στη βιομηχανική περιοχή Δαλιού και έφυγε. Από εκεί πήραν ταξί και πήγαν στη Λάρνακα όπου φιλοξενήθηκαν από τη θεία του Σούλα σε σπίτι το οποίο δεν κατοικείτο από κανένα και βρίσκεται στην Ορόκλινη. Ενώ ήσαν εκεί άκουσε στην τηλεόραση ότι οι τρεις συσκευασίες που πέταξαν από το αυτοκίνητο περιείχαν ναρκωτικά και στις 8.2.2008 τους συνέλαβε η αστυνομία. Τελειώνοντας στο σημείο αυτό την κατάθεση του ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Γιώργος δεν είχε ιδέα για οτιδήποτε συνέβηκε ενώ ούτε και ο ίδιος γνώριζε ότι οι τρεις συσκευασίες σε σχήμα μπάλας περιείχαν ναρκωτικά. Εκτός από την πιο πάνω κατάθεση ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε ακόμα δύο καταθέσεις, μια ανακριτική στις 12.2.2008, τεκμήριο 11, και μια άλλη στις 13.2.2008, τεκμήριο
  20. Στην ανακριτική έδωσε σε όλες τις ερωτήσεις τη στερεότυπη απάντηση πως ό,τι είχε να πει το είπε στη θεληματική κατάθεση του της 10.2.2008, Έγγραφο
  21. Στην άλλη κατάθεση, τεκμήριο 12, βασικά, έδωσε τη συγκατάθεση του στην αστυνομία για να ελέγξουν από την ΑΤΗΚ τα τηλεφωνήματα που έκανε και τα τηλεφωνήματα που δέχθηκε στις 5.2.2008 μέσω του τηλεφώνου
  22. Επίσης, αναφέρει ότι θυμόταν πως μετά τα πρώτα δύο ψηφία το τηλέφωνο του Κυριάκου άρχιζε με τα ψηφία 18 και ότι αν έβλεπε ολόκληρο τον αριθμό μπορούσε να το θυμηθεί. Για να προσθέσει ότι την ημέρα εκείνη δέκτηκε από τον Κυριάκο περί τις επτά με οκτώ κλήσεις από απόκρυψη αριθμού, όμως δεν μίλησαν όλες τις φορές. Καταθέτοντας περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του, ο πρώτος κατηγορούμενος επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι όταν ο Κυριάκος του παρέδιδε τις τρεις συσκευασίες του είπε αν δει αστυνομία να τις πετάξει. Ενώ σε σχέση με το επεισόδιο στον αυτοκινητόδρομο προς Λευκωσία επανέλαβε τη θέση του ότι αυτό που τον έκανε να φύγει από τη σκηνή ήταν τα δύο πρόσωπα που είδε να κρατούν όπλα και να πηγαίνουν προς το αυτοκίνητο του. Επειδή δε ο δρόμος μπροστά ήταν, όπως είπε, κλειστός με ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, κτύπησε βίαια σε ένα από αυτά που ήταν στα αριστερά και έφυγε. Αρνήθηκε, όμως, ότι αμέσως προηγουμένως τα εν λόγω δύο πρόσωπα τους φώναξαν οτιδήποτε. Όσον αφορά την παράλειψη του να επικοινωνήσει με την αστυνομία σε σχέση με το προαναφερόμενο συμβάν ισχυρίστηκε ότι αφού είδε τις ειδήσεις, είπε να αφήσει τα πράγματα να ηρεμήσουν και μετά να το πράξει. Προσθέτοντας ότι επειδή άκουγε τόσα πολλά να συμβαίνουν από αστυνομικούς φοβόταν πως αν πήγαινε να παραδοθεί την ίδια ημέρα πιθανόν να του έκαναν κάποιο κακό. Τέλος, στο στάδιο της μαρτυρίας του ο πρώτος κατηγορούμενος ανάφερε ότι έχει οικονομικό πρόβλημα επειδή δεν μπορεί να εργαστεί και παίρνει επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας. Κατά την αντεξέταση του ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι με το δεύτερο κατηγορούμενο, βασικά, έχει μια χαλαρή φιλική σχέση από το γεγονός ότι είναι γείτονες και χωριανοί, και ότι στις 5.2.2008 του είχε πει να πάνε μαζί περίπατο στο Παραλίμνι. Και συμπλήρωσε ότι ούτε και μετά, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδρομής, έδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο οποιεσδήποτε εξηγήσεις και ειδικά για το πού πήγαν τελικά και τι αυτός έκανε, ενώ ούτε και ο δεύτερος κατηγορούμενος του ζήτησε οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Όπως είπε, ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι λιγομίλητο άτομο και δεν είναι ο τύπος που ζητά εξηγήσεις. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι όταν πήγαν αργότερα στο σπίτι της θείας του ο δεύτερος κατηγορούμενος την περισσότερη ώρα κοιμόταν και δεν άκουσε στις ειδήσεις ότι τα αντικείμενα που είχαν πετάξει από το αυτοκίνητο περιείχαν ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος υπέστη την πιο πάνω αντεξέταση από το συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος στη συνέχεια από τη συνήγορο κατηγορίας, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στο σημείο που σταμάτησε στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχαν αστυνομικοί και ούτε άκουσε να του φωνάζει κάποιος «Αστυνομία». Ενώ όταν έφευγαν προς τον Κοτσιάτη αντιλήφθηκε ότι κάποιο αυτοκίνητο τους καταδίωκε οπότε είπε στο δεύτερο κατηγορούμενο να πετάξει τις μπάλες έξω από το αυτοκίνητο. Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ο πρώτος κατηγορούμενος γιατί δεν πήρε το άλλο αυτοκίνητο του τύπου Pajero για να μεταβούν στη Λάρνακα και αντίθετα ζήτησε από το Ξενή να τους μεταφέρει, απάντησε ότι δεν το σκέφτηκε αυτό, ενώ συγχρόνως ισχυρίστηκε ότι δε θυμόταν να είχαν πάει το βράδυ εκείνο στο σπίτι του Ξενή. Όμως, ομολόγησε ότι θυμόταν πως το ίδιο βράδυ είχε κάνει δύο τηλεφωνήματα στην αδελφή του Άννα, το πρώτο για να της πει να καταγγείλει ότι έκλεψαν το αυτοκίνητο Range Rover και το άλλο για να βεβαιωθεί ότι αυτή προέβη ακολούθως στην καταγγελία. Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετική υποβολή αρνήθηκε ότι έδωσε στην αστυνομία τηλέφωνο που δεν είχε κλήσεις για να μην καταδώσει έτσι τον Κυριάκο στην αστυνομία με τον οποίο συνεργάζετο σε σχέση με ναρκωτικά. Όσο για το δεύτερο κατηγορούμενο επέμενε στη θέση του ότι δεν το ρώτησε τι συνέβαινε ούτε όταν διέφυγαν κτυπώντας σε άλλο αυτοκίνητο, ούτε όταν του είπε να πετάξει τις τρεις συσκευασίες έξω από το αυτοκίνητο ούτε όταν πήγαν και κρύφτηκαν στο σπίτι στην Ορόκλινη. Τέλος, ερωτηθείς αν ρώτησε τον Κυριάκο να του πει τι περιείχαν οι συσκευασίες που του είχε παραδώσει για να μεταφέρει στη Λευκωσία, ο Κυριάκος με διάφορους τρόπους απέφυγε να του απαντήσει και τότε ο ίδιος δεν επέμενε να του πει διότι λόγω οικονομικών προβλημάτων που είχε ήθελε να πάρει τις €
  23. Ακολούθως, κατάθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε ότι στις 5.2.2008 του τηλεφώνησε ο Άθως να πάνε μαζί περίπατο στο Παραλίμνι και αυτός συμφώνησε. Όταν δε έφτασαν στην περιοχή Λιοπετρίου σταμάτησαν κάπου και ο Άθως κατέβηκε από το αυτοκίνητο, όπως αντελήφθη, για να ουρήσει. Όταν μετά από 4 με 5 λεπτά επέστρεψε πίσω στο αυτοκίνητο αυτός μιλούσε στο τηλέφωνο και ο Άθως έριξε κάτι στο χώρο που ήταν τα πόδια του. Ο ίδιος δεν τον ρώτησε τι ήταν αυτά, και ο Άθως δεν του ανάφερε οτιδήποτε σχετικά. Ξεκίνησαν όμως για να επιστρέψουν πίσω στη Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής είδαν ένα όχημα της Τροχαίας και ένα αστυνομικό που τους ένεψε να κάνουν σιγά. Συμμορφώθηκαν και περίπου 200 μέτρα πιο κάτω σταμάτησαν τελείως διότι μπροστά τους είχε αυτοκίνητα σταματημένα. Τότε ήρθε ένα πολιτικό αυτοκίνητο, κατά την έκφραση του, και σταμάτησε δίπλα τους και από αυτό κατέβηκαν δύο άτομα που κρατούσαν κάτι που του φάνηκε ότι ήσαν όπλα. Ο ένας πήγε από την πλευρά του και έσπασε το τζάμι της πόρτας. Ένα θραύσμα τον κτύπησε και φώναξε από τον πόνο. Τη στιγμή εκείνη ο Άθως ανάπτυξε ταχύτητα και κτύπησε σε ένα αυτοκίνητο. Ισχυρίστηκε πως δεν κατάλαβε ότι τα άτομα που κατέβηκαν προηγουμένως από το πολιτικό αυτοκίνητο και τους πλησίασαν ήσαν αστυνομικοί, διότι φορούσαν πολιτική περιβολή και, εν πάση περιπτώσει όπως είπε, συνέβησαν όλα μέσα σε 10 με 20 δευτερόλεπτα. Για τον ίδιο αυτό λόγο δεν πρόσεξε αν τα άτομα που τους είχαν προσεγγίσει φορούσαν αστυνομικά γιλέκα. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία του ο δεύτερος κατηγορούμενος ανάφερε ότι σε κάποια στιγμή ενώ βρίσκονταν στο δρόμο προς Κοτσιάτη ο Άθως του είπε να πετάξει έξω από το αυτοκίνητο τα τρία αντικείμενα που ήσαν κάτω στα πόδια του. Δεν του εξήγησε το λόγο αλλά ο ίδιος νόμισε ότι ήταν για να ανακόψουν την πορεία του αυτοκινήτου που τους ακολουθούσε. Όπως είπε, δεν πέρασε από το μυαλό του ότι μέσα σ' αυτά υπήρχαν ναρκωτικά. Εξηγώντας γιατί δεν πήγε στην αστυνομία να αναφέρει το περιστατικό ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν επειδή ήταν πολύ φοβισμένος και ο Άθως του είπε ότι θα πήγαιναν στην αστυνομία τη Δευτέρα. Στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος αντεξετάστηκε από τη συνήγορο για την κατηγορία. Σε ερώτηση πώς ήταν ο χώρος που είχαν σταματήσει και κατέβηκε ο Άθως από το αυτοκίνητο - εκεί που είχε πάρει τις τρεις συσκευασίες - απάντησε ότι δεξιά και αριστερά υπήρχαν χωράφια, όμως, συμπλήρωσε ότι δεν είδε κάποιο άλλο αυτοκίνητο εκεί. Ακολούθως, εμμένοντας στον ισχυρισμό του ότι το μόνο που αυτός γνώριζε ήταν ότι θα πήγαιναν περίπατο στο Παραλίμνι, επανέλαβε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τα τρία αντικείμενα που ο Άθως έφερε σε κάποιο στάδιο μέσα στο αυτοκίνητο. Σε άλλο σημείο όταν ετέθη αντιμέτωπος με την αναφορά στην κατάθεση του, τεκμήριο 13, όπου αναφέρει ότι το αυτοκίνητο του Άθου με την εκκίνηση κτύπησε και στο κιγκλίδωμα του δρόμου, συμφώνησε ότι έτσι είχαν τα πράγματα αν και δεν το ανάφερε στην προφορική του μαρτυρία. Ενώ ερωτηθείς γιατί δεν είπε στις καταθέσεις του ότι τα πρόσωπα που πήγαν προς το μέρος τους κρατούσαν όπλα, περιορίστηκε να υποδείξει ότι αναφέρει σ' αυτές πως δύο άτομα τους έκοψαν το δρόμο. Σε ερώτηση γιατί δεν πήγε στο νοσοκομείο αφού είχε τραυματιστεί ισχυρίστηκε ότι ήταν συγχυσμένος και περιορίστηκε να ξεπλύνει μόνος του τις πληγές του και ότι θα πήγαινε στο νοσοκομείο μετά που θα πήγαιναν στην αστυνομία. Όπως δε ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, στην αστυνομία θα πήγαινε για να τους πει για το δυστύχημα και για το επεισόδιο με τα δύο πρόσωπο που τους επιτέθηκαν. Όσο για την κάρτα του τηλεφώνου του, ισχυρίστηκε ότι την αφαίρεσε από το τηλέφωνο του για να μην του τηλεφωνούν οι δικοί του και την άφησε κάπου στο διαμέρισμα που είχαν πάει με τον Άθω. Τέλος, αρνήθηκε ότι θα πήγαινε με τον πρώτο κατηγορούμενο να παραλάβουν ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλο πρόσωπο. Οι δύο κατηγορούμενοι ήσαν και οι μοναδικοί μάρτυρες υπεράσπισης. Έχουμε παραθέσει με αρκετή λεπτομέρεια τους διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι προήλθαν και από τις δύο πλευρές, άνκαι όπως έχουμε διαπιστώσει από την αρχή το βασικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση ότι οι τρεις συσκευασίες, τεκμήριο 2, σε σχήμα μπάλας στην αρχική τους μορφή, περιείχαν τα ναρκωτικά, τεκμήριο
  24. Όμως, συγχρόνως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εκατέρωθεν εκδοχές οι οποίες προκύπτουν από τους εν λόγω ισχυρισμούς δεν αντιστρατεύονται η μια την άλλη παρά μόνο σε μεμονωμένες πτυχές τους. Θα τις εξετάσουμε και αυτές στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο. Εν ολίγοις, πρόκειται για περίπτωση στην οποία η κατηγορούσα αρχή έχει παραθέσει τα γεγονότα όπως αυτά έχουν, βασικά, συμβεί. Αναφέρονται δε σε συγκεκριμένη συμπεριφορά και ενέργειες των κατηγορουμένων τις οποίες οι τελευταίοι, ουσιαστικά, παραδέχονται ενώ μέσα από τη δική τους αντίστοιχη εκδοχή, προσπάθησαν να τις δικαιολογήσουν. Στο πλαίσιο αυτό προσπάθησαν με τα όσα ισχυρίστηκαν να ρίξουν σκιά αμφιβολίας στα πιθανώς εύλογα συμπεράσματα που μπορεί να προκύπτουν από τη μαρτυρία της κατηγορίας. Αυτό είναι αρκετό, όταν επιτευχθεί, να ανατρέψει τυχόν συνακόλουθα συμπεράσματα ενοχής που μπορεί διαφορετικά να προκύπτουν από αυτή, όσον αφορά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων. Συνεπώς, μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ιδωμένη η μαρτυρία η οποία προήλθε από την κατηγορούσα αρχή και δεδομένου ότι δεν παρουσιάζει, εν πάση περιπτώσει, οποιεσδήποτε ουσιαστικές αδυναμίες, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της ως εμπεριέχουσα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι σχετικά για την υπό κρίση υπόθεση. Ό,τι συνάγεται άμεσα είναι αυτά που αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια από όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικά τους αναπλ. λοχία Ιωάννου, Πρόδρομο Ανδρέου και Ξένιο Ξενοφώντος. Συνοψίζοντας τα γεγονότα αυτά, το βράδυ της 5.2.2008 η ομάδα του αναπληρωτή λοχία Ιωάννου, όλοι μέλη της ΥΚΑΝ, αφού εντόπισαν πιο νωρίς το όχημα ΕΕΜ082 τύπου Range Rover χρώματος μπλε, να κατευθύνεται από Λευκωσία προς Λάρνακα κατέστρωσαν σχέδιο για ανακοπή και έλεγχο του, πιθανολογώντας ότι μέσα σε σύντομο χρόνο θα επέστρεφε με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Για το σχεδιασμό αυτό έλαβαν υπόψη τους πληροφορίες που είχαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το εν λόγω όχημα για να προβαίνει στη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ενώ γνώριζαν επίσης ότι ο τόπος διαμονής του βρίσκεται στο Παλιομέτοχο. Το τελευταίο στοιχείο σχετίζεται με την πιθανολόγηση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος θα επέστρεφε με κατεύθυνση προς Λευκωσία και ήσαν πράγματι ορθοί. Όταν αργότερα το βράδυ εκείνο το εν λόγω όχημα οδηγούμενο από τον πρώτο κατηγορούμενο θεάθηκε να επιστρέφει, με τη βοήθεια και μελών της Τροχαίας Αρχηγείου που πήγαν επιτόπου με τα υπηρεσιακά τους οχήματα και ήσαν άμεσα αναγνωρίσιμα ότι ήσαν αστυνομικά, οργάνωσαν οδόφραγμα πριν από την έξοδο προς Κοτσιάτη. Συγχρόνως, έλαβαν μέτρα για την προστασία του κοινού που χρησιμοποιούσε κατ' εκείνο το χρόνο τον αυτοκινητόδρομο, τοποθετώντας προειδοποιητικές πινακίδες και κώνους που επίσης καθιστούσαν άμεσα γνωστή την παρουσία της αστυνομίας στο σημείο εκείνο του αυτοκινητόδρομου. Πιο μπροστά τοποθέτησαν οχήματα της ΥΚΑΝ χωρίς διακριτικά που έφεραν όμως φάρους, και έτσι ελαττώθηκε ο ελεύθερος χώρος από όπου μπορούσε να διέρχεται η τροχαία. Τα μέτρα αυτά προκάλεσαν δραστική μείωση της ταχύτητας με την οποία κινούντο τα αυτοκίνητα στον αυτοκινητόδρομο, μεταξύ αυτών και του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, με συνεπιβάτη το δεύτερο κατηγορούμενο. Επειδή υπήρχαν στη σκηνή οχήματα και αστυνομικοί της Τροχαίας οι κατηγορούμενοι εξέλαβαν ότι είχε συμβεί κάποιο δυστύχημα. Όμως, σαφώς η εντύπωση τους αυτή διαφοροποιήθηκε όταν υποχρεώθηκαν να σταματήσουν και τότε διαπίστωσαν ότι ο αυτοκινητόδρομος μπροστά τους ήταν κλειστός από οχήματα που υπήρχαν, σχεδόν, σε όλο το πλάτος του. Ακολούθως, δύο μέλη της ΥΚΑΝ εκ των οποίων ο ένας ήταν ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννου, ΜΚ2, πλησίασαν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι και προσπάθησαν να ανοίξουν τις πόρτες του οδηγού και του συνοδηγού αφού φώναξαν δυνατά «Αστυνομία» ενώ η ιδιότητα τους αυτή ήταν αναμφίβολα εμφανής και από τα φωσφορίζοντα αστυνομικά γιλέκα που έφεραν για το σκοπό αυτό αλλά και για δική τους ασφάλεια. Θα κάνουμε μια παρένθεση εδώ για να παρατηρήσουμε ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων πως τα δύο πρόσωπα που τους πλησίασαν δε φαίνοντο να ήσαν αστυνομικοί και ότι αυτοί έφεραν όπλα, δεν ευσταθεί. Μάλιστα, ο τελευταίος ισχυρισμός προβλήθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο πολύ καθυστερημένα, όταν κατέθετε στη δίκη, προφανώς για να συνάδει η μαρτυρία του όσον αφορά την πτυχή αυτή, με τη μαρτυρία του πρώτου κατηγορούμενου. Ενώ άνκαι το θεωρούσε σοβαρό στοιχείο της εκδοχής του, δεν το ανάφερε στις καταθέσεις του προς την αστυνομία, τεκμήρια 13 και
  25. Η θέση αυτή, ότι νόμισαν πως δέχθηκαν επίθεση από παράνομα στοιχεία, επιεικώς μπορεί να χαρακτηριστεί ως αφελής προκειμένου να γίνει αποδεκτή ως αληθινή, τη στιγμή που, εν πάση περιπτώσει, λίγα μέτρα πιο πριν υπήρχαν τα περιπολικά και τα μέλη της Τροχαίας Αρχηγείου και έλεγχαν την τροχαία κίνηση με τα μέτρα που αναφέρθηκε ότι είχαν ληφθεί για το σκοπό αυτό. Επομένως, τίποτε από τα όσα ανάφεραν οι κατηγορούμενοι περί οπλοφορίας και μη εμφανούς παρουσίας της αστυνομίας στη σκηνή ευσταθεί. Δεδομένου ότι πρόθεση της αστυνομίας ήταν να διενεργήσουν έλεγχο ενώ με τα υπηρεσιακά οχήματα τους τα μέλη της ΥΚΑΝ είχαν κλείσει τον αυτοκινητόδρομο, δεν είχαν λόγο να μην κάνουν την παρουσία τους στη σκηνή με τους διάφορους τρόπους που ανάφερε ο αναπλ. λοχίας Ιωάννου, εμφανή. Ήταν, ακριβώς, το γεγονός αυτό και μόνο που ώθησε τον πρώτο κατηγορούμενο να επιχειρήσει να διαφύγει από τον αστυνομικό κλοιό που είχε δημιουργηθεί. Άλλωστε κατά τα λεγόμενα και του ίδιου αυτές ήσαν και οι οδηγίες του από τον Κυριάκο. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, είναι πρόφαση για την προδιάθεση και προσχεδιασμό του να επιχειρήσει να διαφύγει και να πετάξει τα ναρκωτικά, στην περίπτωση που βρισκόταν αντιμέτωπος με την αστυνομία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα γεγονότα, ακολούθησε η διαφυγή των κατηγορουμένων αφού προηγήθηκε σύγκρουση του Range Rover που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος με δύο αστυνομικά οχήματα, με το δεύτερο μάλιστα η σύγκρουση να ήταν πολύ βίαιη, και με το εξωτερικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου, η καταδίωξη τους από αστυνομικά οχήματα, η απόρριψη των ναρκωτικών από το δεύτερο κατηγορούμενο όταν αντιλήφθηκαν ότι καταδιώκοντο και η εγκατάλειψη του Range Rover σε χωράφι στον Άγιο Ιωάννη της Μαλούντας αφού προηγουμένως ξέφυγαν από τους διώκτες τους. Στο στάδιο αυτό επισημαίνουμε ιδιαίτερα κάποια γεγονότα σε σχέση με το στάδιο που ακολούθησε. Κατ' αρχάς είναι η ανεύρεση του Range Rover από τον αναπλ. λοχία Ιωάννου ενώ αυτό μεταφέρετο από τον Πρόδρομο Ανδρέου μέσα στη νύκτα, και χωρίς να φέρει αριθμούς εγγραφής. Όμως, αναμφίβολα επρόκειτο για το ίδιο όχημα που οδηγούσε προηγουμένως ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως βεβαιώνει ο Ανδρέου καθώς επίσης και η ιδιοκτήτρια του Άννα Χαραλάμπους, αδελφή του πρώτου κατηγορούμενου, ενώ ο τελευταίος δεν το αρνήθηκε. Μάλιστα, ενώ παραδέχεται ότι το είχε στην κατοχή του, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την αφαίρεση των αριθμών εγγραφής από αυτό. Την ίδια ώρα ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε τηλεφωνήσει στην αδελφή του Άννα και της είπε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία ότι το εν λόγω όχημα είχε, δήθεν, κλαπεί ενώ στη συνέχεια έλεγξε ξανά μαζί της για να βεβαιωθεί ότι έγινε η καταγγελία, η οποία όντως είχε γίνει. Κατά το ίδιο στάδιο ο πρώτος κατηγορούμενος οργάνωσε τη διαφυγή τους από την περιοχή όπου είχαν εγκαταλείψει το Range Rover, αναθέτοντας στο Ξένιο Ξενοφώντος να τους μεταφέρει στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου, παραλείποντας εσκεμμένα να πάρει το αυτοκίνητο του Pajero το οποίο είχε αφήσει πιο νωρίς έξω από το σπίτι του Ξενοφώντος και ενώ κατά τη φυγή τους πέρασαν από εκεί. Αυτά προκύπτουν από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Ξενοφώντος. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι από εκεί που τους άφησε ο Ξενοφώντος πήραν ταξί για τον επόμενο προορισμό τους, σύμφωνα με ό,τι ανάφεραν οι κατηγορούμενοι, ως πρόσθετο μέτρο για το μη εντοπισμό τους από την αστυνομία. Αυτός ο προορισμός, σύμφωνα και με τους κατηγορούμενους, ήταν ένα υποστατικό της θείας του πρώτου κατηγορούμενου που βρίσκεται στην περιοχή Ορόκλινης. Πρόκειται για υποστατικό το οποίο δεν χρησιμοποιείτο κατά το δεδομένο χρόνο και οι δύο κατηγορούμενοι το χρησιμοποίησαν για τη διαμονή τους και συγκεκριμένα τον ανώγειο χώρο του, δηλαδή το πατάρι. Συνελήφθησαν εκεί από την αστυνομία στις 8.2.
  26. Σύμφωνα με την περιγραφή του χώρου από τον αναπλ. λοχία Ιωάννου ο οποίος μετείχε στην επιχείρηση σύλληψης των κατηγορουμένων - δεν χρειάζεται να την επαναλάβουμε εδώ - ο χώρος εκείνος ήταν διαρρυθμισμένος για προσωρινή διαμονή και θα μπορούσε εύλογα να χαρακτηριστεί ως κρυψώνα. Οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν ποτέ το γεγονός ότι ουσιαστικά είχαν κρυφτεί εκεί για να μην τους εντοπίσει η αστυνομία. Ένα άλλο πολύ σημαντικό εύρημα, στο οποίο αναπόφευκτα οδηγεί η σχετική μαρτυρία είναι ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησε ο Κυριάκος και είδε και τον αριθμό του τον οποίο αν έβλεπε ολόκληρο θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει, στον ανακριτή της υπόθεσης παρέδωσε τηλέφωνο στο οποίο όπως διαπιστώθηκε δεν έγινε οποιαδήποτε κλήση. Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι είναι σε άλλο τηλέφωνο που είχε επικοινωνία με τον Κυριάκο το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος δεν παρέδωσε στην αστυνομία, προφανώς, σε μια προσπάθεια του να μην τον καταδώσει. Ενεργώντας περίπου με τον ίδιο τρόπο εξαφάνισε και ο δεύτερος κατηγορούμενος την κάρτα του δικού του τηλεφώνου πασιφανώς για τον ίδιο λόγο αφού ο λόγος ότι την αφαίρεσε από το τηλέφωνο του για να μην επικοινωνούν μαζί του οι δικοί του δεν συνάδει με τη λογική. Θα μπορούσε απλά να το είχε απενεργοποιήσει. Ενώ συγχρόνως ο πρώτος κατηγορούμενος δεν προώθησε με δική του μαρτυρία την υποβολή προς τους μάρτυρες κατηγορίας ότι τον είχε παγιδεύσει η αστυνομία. Τα πιο πάνω είναι τα περισσότερα και τα πλέον σημαντικά, όπως διαδραματίστηκαν, γεγονότα τα οποία έχουν προκύψει από τη μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή και αποτελεί το βασικότερο μέρος των ευρημάτων μας στην παρούσα υπόθεση. Όμως, είναι επίσης γεγονός ότι ως έχουν, δεν καταδεικνύουν ευθέως κατά πόσο οι δύο κατηγορούμενοι είχαν ή όχι γνώση της φύσης του περιεχομένου των συσκευασιών, τεκμήριο
  27. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τη νομική διάσταση της πτυχής αυτής αφού σημειώσουμε πρώτα τις εισηγήσεις των συνηγόρων των μερών, οι οποίοι βασιζόμενοι, ουσιαστικά, στα ίδια γεγονότα καθώς επίσης και στη σχετική νομολογία, υποστήριξαν ότι αυτά αποδεικνύουν του καθενός από αυτούς τη θέση: των μεν συνηγόρων υπεράσπισης ότι δεν αποδεικνύεται η γνώση και άρα ούτε και η κατοχή, της δε συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι το συστατικό στοιχείο αυτό, των υπό εξέταση κατηγοριών, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η γνώση είναι το ένα από τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)
(2)του Νόμου 29/77 και αναφέρεται σε παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου. Το άλλο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η άσκηση, συγχρόνως, φυσικού ελέγχου, σε κάποιο βαθμό, επί του ελεγχομένου φαρμάκου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι τα ναρκωτικά, τεκμήριο 1. Όπως το έθεσε ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Οueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, στη σελίδα 61, "Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance". Ότι τα πιο πάνω δύο στοιχεία συνιστούν συστατικά της κατοχής όπου ο όρος αυτός συναντάται στο Νόμο 29/77 σε σχέση με το αδίκημα της απλής κατοχής ή αδικήματα που έχουν ως συστατικό τους στοιχείο την κατοχή, επιβεβαιώνεται και σε επόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρουμε σχετικά τις υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομία
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 2/2006 και 3/2006, 17.5.2007. Η αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα σε "content" είναι σε σχέση με το περιεχόμενο της βαλίτσας την οποία ο κατηγορούμενος στην υπόθεση εκείνη είχε στην κατοχή του και το γνώριζε βέβαια αυτό, όμως αρνείτο ότι γνώριζε το περιεχόμενο της που, όπως αποδείχτηκε, ήταν ναρκωτικά. Το Κακουργιοδικείο το οποίο είχε εκδικάσει την υπόθεση πρωτόδικα αποφάσισε, και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του, ότι με βάση περιστατική μαρτυρία την οποία αξιολόγησε και αποδέχτηκε ως αληθινή, ο κατηγορούμενος γνώριζε ποια ήταν η φύση του περιεχομένου της βαλίτσας, ότι δηλαδή ήταν ναρκωτικά, και κατέληξε σε ενοχή του. Το ζήτημα που εξετάζεται εδώ, όσον αφορά το θέμα της γνώσης, είναι ως προς το τι θα πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή προκειμένου να ικανοποιήσει το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου στο αδίκημα της κατοχής. Από την προαναφερθείσα υπόθεση και ειδικά από το απόσπασμα που έχουμε παραθέσει, οπωσδήποτε προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως απόδειξη οτιδήποτε λιγότερο από «γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής». Το απόσπασμα είναι από την απόφαση του Δικαστή Πογιατζή στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στη σελίδα 219, με την οποία τα άλλα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικής και Χρυσοστομής ΔΔ οι οποίοι έδωσαν ξεχωριστή απόφαση ο καθένας, δεν έχουν διαφωνήσει. Ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης του ο ίδιος Δικαστής παρατηρεί, στη σελίδα 218, ότι «η γνώση εκ μέρους του εφεσείοντα ως προς το πραγματικό περιεχόμενο της τσάντας που παραδέχεται ότι κρατούσε στα χέρια του, αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο το Κακουργιοδικείο τον έχει καταδικάσει». Να αναφέρουμε τέλος τη διαπίστωση με όμοιο περιεχόμενο του Δικαστή Αρτεμίδη, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Youssef ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στις σελίδες 294 και 295 ότι: "Στοιχείο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο εφεσείων είναι η κατοχή και η γνώση του περιεχομένου του παράνομου αντικειμένου". (Η υπογράμμιση έγινε από εμάς). Στην τελευταία υπόθεση ο κατηγορούμενος, όπως και στην παρούσα υπόθεση, αντιμετώπιζε κατηγορίες για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου. Επρόκειτο βέβαια για ναρκωτικά τα οποία ήσαν τοποθετημένα σε βαλίτσα η οποία βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορούμενου, όμως αυτός αρνείτο ότι γνώριζε το περιεχόμενο της. Έχουμε προβεί στην πιο πάνω ανάλυση της σχετικής νομολογίας προκειμένου να καταδείξουμε τι απαιτείται να αποδειχθεί σε σχέση με το ζήτημα της γνώσης. Καταλήγουμε δε ότι το θέμα καλύπτεται πλήρως από την κυπριακή νομολογία ώστε να μη χρειάζεται να εξετάσουμε περαιτέρω και την αγγλική νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος για την κατηγορία. Άλλωστε, υπάρχει μια διαφοροποίηση εκεί η οποία είναι ομολογουμένως σημαντική και διευκολύνει ιδιαίτερα την κατηγορούσα αρχή στο θέμα της απόδειξης της γνώσης, όπου το ελεγχόμενο φάρμακο περιέχεται σε συσκευασία η οποία βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορούμενου, όμως αυτός αρνείται ότι γνώριζε τι ήταν το περιεχόμενο της. Για να καταδείξουμε τη διαφορά είναι αρκετό να παραθέσουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Clyde στην υπόθεση R. v. Lambert
(2001)3 All E.R. 577, στη σελίδα 617, παράγραφο
  1. Αναφέρει: "A more difficult problem arises where the drug in question is within some container, such as a box or a bag. But the law here is clear to the effect that if the defendant is in possession of the container and knows that there is something in it, he will be taken to be in possession of the contents of the container. That was clearly affirmed in R. v. McNamara 87 Cr. App. R.
  2. Where the drug is in a container, it is sufficient for the prosecution to prove that the defendant had control of the container, that he knew of its existence and that there was something in it, and that the something was in fact the controlled drug which the prosecution alleges it to be. The prosecution does not require to prove that the accused knew that the thing was a controlled drug". Η απόδειξη γνώσης με άμεση μαρτυρία μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε κάποιας μορφής ομολογία ως προς τούτο, κάτι βέβαια που σπάνια μπορεί να συμβεί. Γι' αυτό, όπως παρατηρεί ο Δικαστής Αρτεμίδης στη Youssef v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στη σελίδα 295: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορούμενου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. (Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258)». Δύο θέματα που προκύπτουν από το πιο πάνω απόσπασμα και επιθυμούμε να τα επισημάνουμε ιδιαίτερα είναι, πρώτον ότι η κατηγορούσα αρχή, προκειμένου να καταδείξει τη γνώση του κατηγορούμενου, μπορεί να προσκομίσει περιστατική μαρτυρία. Η δυνατότητα αυτή είχε αναγνωριστεί προηγουμένως και στις υποθέσεις Οueiss v. Republic και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω. Για την ακρίβεια αυτό είχε συμβεί και στις τρεις πιο πάνω περιπτώσεις, και περιστατική μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής, στο βαθμό που απαιτείται σε ποινική υπόθεση, με το δικαστήριο βασικά να υπεισέρχεται στην εξέταση του εύλογου και βάσιμου της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Το δεύτερο θέμα βασικά, έχει σχέση με το βάρος απόδειξης το οποίο οι πρόνοιες του άρθρου 32
(3)(β)(i), φαινομενικά, θέτουν στους ώμους ενός κατηγορούμενου προκειμένου να αποδείξει τυχόν ισχυρισμό του ότι δεν είχε γνώση ότι αυτό που κατείχε ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Ήδη από το 1991 που αποφασίστηκε η υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, εξηγήθηκε με πλήρη σαφήνεια από το Δικαστή Πογιατζή το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει σε τέτοια περίπτωση η κάθε πλευρά. Όπως το θέτει στην απόφαση του, στις σελίδες 218 έως 219: «. το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12.4 του Συντάγματος δεν επιτρέπει οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 32
(3)(β)(ι) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Νόμος αρ. 29 του 1977) η οποία θα αφαιρούσε την υποχρέωση από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κατά τρόπο θετικό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η τσάντα που κατείχε περιείχε ναρκωτικά και θα επέβαλλε σ' αυτόν την υποχρέωση να αποδείξει την έλλειψη της απαραίτητης αυτής γνώσης· και ότι σε υποθέσεις όπως η παρούσα «κατοχή» εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής». Και πιο κάτω, εξετάζοντας το ίδιο θέμα, προσθέτει: «Ο εφεσείων δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός του αυτός (ότι δεν γνωρίζει) είναι αληθινός και βάσιμος. Είναι αρκετή η δημιουργία πραγματικής αμφιβολίας κατά πόσο γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο το περιεχόμενο της τσάντας». Είναι το ίδιο βάρος απόδειξης στο οποίο αναφέρεται στην μεταγενέστερη απόφαση Youssef ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο δικαστής Αρτεμίδης και επιβεβαιώθηκε πολύ αργότερα και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στη σελίδα
  1. Αυτή ήταν πάντοτε η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου και πολύ σημαντικού θέματος από την κυπριακή νομολογία, ενώ στην Αγγλία υιοθετήθηκε η ίδια άποψη σε σχέση με το βάρος απόδειξης που προβλέπεται στην αντίστοιχη αγγλική νομοθεσία μόλις το 2002 στην υπόθεση R. v. Lambert που αναφέρθηκε προηγουμένως. Με δεδομένες τις νομικές αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να εξετάσουμε το μοναδικό, ουσιαστικά, ζήτημα στην υπόθεση αυτή, δηλαδή της ύπαρξης ή μη γνώσης από μέρους των κατηγορουμένων όσον αφορά το περιεχόμενο των τριών συσκευασιών καθώς επίσης και τα ευρήματα στα οποία έχουμε προβεί σε σχέση με τα γεγονότα, θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε και τις διάφορες πτυχές της εκδοχής των κατηγορουμένων σε σχέση με το εν λόγω επίδικο ζήτημα, όπως επίσης και κάποια από τα ευρήματα μας, ανωτέρω, ιδωμένα από την πλευρά των κατηγορουμένων. Ό,τι είναι τελικά σχετικό είναι τα συμπεράσματα τα οποία εύλογα μπορεί να προκύπτουν από όλα αυτά. Βέβαια, προβαίνοντας στην άσκηση αυτή έχουμε ιδιαίτερα κατά νου πως είναι αρκετό αν η μαρτυρία των κατηγορουμένων σε σχέση με την επίμαχη πτυχή δημιουργεί απλά πραγματική αμφιβολία, η κατηγορούσα αρχή θα έχει αποτύχει να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Γεγονός ενώπιον μας αποτελεί και η εκδοχή του πρώτου κατηγορούμενου όσον αφορά το λόγο που τον έκανε να μεταβεί το βράδυ της 5.2.2008, τελικώς, στην περιοχή Λιοπετρίου και όχι στο Παραλίμνι, για να παραλάβει, όπως ισχυρίστηκε, κάτι το περιεχόμενο του οποίου του ήταν άγνωστο, και να το μεταφέρει και να το αφήσει σε συγκεκριμένο σημείο κοντά στην Κάρλσπερκ στη Λευκωσία. Έχοντας υπόψη μας το περιεχόμενο της εκδοχής αυτής σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία του πρώτου κατηγορούμενου, μπορούμε με ασφάλεια να παρατηρήσουμε ευθύς εξαρχής ότι πρόκειται για μια εντελώς αφελή και αναληθή εκδοχή η οποία είναι αδύνατο να υποστηριχθεί στη βάση οποιασδήποτε λογικής. Και εξηγούμε περαιτέρω διερωτώμενοι κατ' αρχάς, πώς είναι δυνατό να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι, δήθεν, κάποιος άγνωστος του ονόματι Κυριάκος τον εντόπισε και μάλιστα ως σοβαρά δυσπραγούντα και τον επέλεξε ως «ηθικά ικανό», μέσα από ολόκληρο τον πληθυσμό αυτής της χώρας, για να του αναθέσει τη μεταφορά κάποιου αντικειμένου το περιεχόμενο του οποίου και ο ίδιος πιθανολογούσε ότι ήταν παράνομο. Θα μπορούσε δε αυτό να περιείχε κάτι που ίσως να ήταν βλαβερό ή σοβαρά επικίνδυνο και για τον ίδιο, όμως δεν ζήτησε ή δεν επέμενε να πληροφορηθεί τι ήταν αυτό. Με αυτή τη λογική ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πρόθυμος να μεταφέρει ακόμα και ναρκωτικά μη γνωρίζοντας το είδος τους και διακινδυνεύοντας μια πολύχρονη φυλάκιση για το ποσό των €2.
  2. Όλα αυτά, όπως ισχυρίστηκε, για να δώσει την ευκαιρία στον εαυτό του να αποκτήσει το πιο πάνω ποσό. Όμως, ενώ το θεωρούσε αυτό τόσο σοβαρό, διότι θα επέφερε σοβαρή βελτίωση στα οικονομικά του, δε δίστασε να προκαλέσει εσκεμμένα τη σύγκρουση του Range Rover που οδηγούσε με τα οχήματα της αστυνομίας που του έφρασσαν το δρόμο, προκαλώντας μια σχετικά σοβαρή ζημιά στο εν λόγω όχημα του. Όπως ελέχθη από τον Πρόδρομο Ανδρέου τελικά η επιδιόρθωση του Range Rover στοίχισε €3.500, ποσό το οποίο του κατέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος. Δεν αναφέρθηκε από τον τελευταίο να αντιμετώπισε οποιαδήποτε δυσκολία στην εξόφληση του προαναφερθέντος λογαριασμού. Στο στάδιο αυτό να αναφέρουμε και ορισμένα άλλα γεγονότα που αποτελούν συνέχεια της πιο πάνω συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορούμενου. Παίρνοντας τα με τη σειρά που συνέβησαν μετά τη δραματική και άκρως επικίνδυνη διαφυγή τους, είναι πρώτα η απόρριψη των τριών συσκευασιών ώστε αν συλλαμβάνονταν, και γνώριζαν ότι καταδιώκοντο από την αστυνομία, να μη βρεθούν στην κατοχή τους. Και αυτό ενώ δεν γνώριζαν, κατά τον ισχυρισμό και των δύο, ότι οι συσκευασίες περιείχαν ναρκωτικά. Μετά, είναι η προσπάθεια του πρώτου κατηγορούμενου ο οποίος ομολογουμένως είχε τον έλεγχο σε όλα αυτά, για απόκρυψη, ουσιαστικά, του Range Rover. Συγκεκριμένα, αφαίρεσε τους αριθμούς εγγραφής ώστε να δυσκολέψει την αναγνώρισή του και μερίμνησε για τη μεταφορά του από τον ερημικό τόπο όπου το είχε αφήσει σε συνεργείο επιδιόρθωσης μέσα στη νύκτα, προφανώς, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να επιδιορθωθεί πριν από τον εντοπισμό του. Επίσης, καθοδήγησε την αδελφή του Άννα να καταγγείλει στην αστυνομία ότι, δήθεν, αυτό είχε κλαπεί. Έπειτα, είναι η διαφυγή του μαζί με το δεύτερο κατηγορούμενο και πάλι μέσα στη νύκτα, σε άλλη επαρχία με τη βοήθεια του ανύποπτου Ξένιου Ξενοφώντος και ενώ θα μπορούσε να είχε πάρει το δικό του αυτοκίνητο Pajero για το σκοπό αυτό. Όμως, αντιλαμβανόταν ότι τότε ίσως να εντοπίζετο πιο εύκολα, αφού είναι λογικό και θα το αντιλαμβάνετο και αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι μετά το εν λόγω επεισόδιο στον αυτοκινητόδρομο, η αστυνομία θα είχε εντείνει τις προσπάθειες της για εντοπισμό τους. Στο ίδιο πλαίσιο λοιπόν ζήτησε από τον Ξενοφώντος να τους μεταφέρει μέχρι την βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου και βρήκαν άλλο άγνωστο μέσο για να μεταβούν από εκεί στην Ορόκλινη. Τέλος, στη σειρά των γεγονότων αυτών είναι η απόκρυψη των κατηγορουμένων στο υποστατικό στην Ορόκλινη όπου εντοπίστηκαν από την αστυνομία και συνελήφθηκαν. Στο τελευταίο αυτό σκέλος της διαφυγής τους ο δεύτερος κατηγορούμενος ακολούθησε τον πρώτο κατηγορούμενο χωρίς οποιοδήποτε ιδιαίτερο δισταγμό. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι θα παραδίδοντο στην αστυνομία αφού περνούσαν μερικές μέρες και ησύχαζαν τα πράγματα, κατά την έκφραση του, γιατί λόγω του επεισοδίου ήσαν φοβισμένοι. Μάλιστα, μίλησε και για κίνδυνο που υπήρχε κακοποίησής τους από αστυνομικούς, ως πρόσθετο λόγο για την μη άμεση παράδοση τους. Μας είναι δύσκολο να δεχθούμε τη λογική και αυτών των ισχυρισμών. Τόσο για το ανυπόστατο των φόβων του αλλά και για το γεγονός ότι ήταν από το βράδυ της 5.2.2008 σε επικοινωνία με τη δικηγόρο του και θα μπορούσε να διευθετηθεί μέσω της η παράδοσή τους. Το συμπέρασμά μας είναι ότι αυτά είναι προφάσεις και η πραγματική πρόθεση του πρώτου κατηγορούμενου αλλά και του δεύτερου κατηγορούμενου ήταν να αποφύγουν, αν αυτό ήταν ποτέ δυνατό, τη σύλληψή τους. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα και η συζήτηση των ισχυρισμών του πρώτου κατηγορούμενου αναφορικά με την όλη συμπεριφορά και τις διάφορες ενέργειες του έστω και στη μορφή περιστατικής μαρτυρίας που είναι, μόνο σε συμπεράσματα ενοχής οδηγούν, με την έννοια ότι ο κατηγορούμενος αυτός γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι το περιεχόμενο των τριών συσκευασιών, τεκμήριο 2, ήταν ναρκωτικά και μάλιστα το είδος και η ποσότητα που περιείχαν. Πρόκειται για πραγματικά συντριπτική μαρτυρία που δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία όσον αφορά τη γνώση του αυτή και ότι είχε μεταβεί στην περιοχή Λιοπετρίου ειδικά για να παραλάβει τα συγκεκριμένα ναρκωτικά. Όλη η μετέπειτα συμπεριφορά και οι ενέργειες του είχαν ως μοναδικό σκοπό την απόκρυψη της εν λόγω παράνομης δράσης του που, όμως, λόγω της δραματικής εξέλιξης και της άκρως επιβαρυντικής διάστασης των γεγονότων, τον άφησαν έκθετο σε αναπόδραστα συμπεράσματα ενοχής, όσον αφορά τη γνώση του για το περιεχόμενο των εν λόγω συσκευασιών. Όσον αφορά το θέμα του φυσικού ελέγχου ο πρώτος κατηγορούμενος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι οι τρεις συσκευασίες, τεκμήριο 2, και το περιεχόμενο τους, η κάνναβη, τεκμήριο 1, ήσαν από τη στιγμή που τα παράλαβε και τα τοποθέτησε μέσα στο όχημα του υπό τον άμεσο έλεγχο του, μέχρι βέβαια τη στιγμή που ο δεύτερος κατηγορούμενος τα πέταξε έξω από το αυτοκίνητο. Επομένως, διαπιστώνουμε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε κατοχή των ναρκωτικών μέσα στην έννοια του Νόμου 29/77, και ειδικότερα των προνοιών οι οποίες δημιουργούν τα αδικήματα τα οποία αυτός αντιμετωπίζει. Τα ανωτέρω είναι όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτό. Ήδη με αναφορά μας προηγουμένως, έχουμε καταδείξει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δε διαχώρισε τη θέση του και παρέμεινε μέχρι τέλους με τον πρώτο κατηγορούμενο, συμμεριζόμενος τις αποφάσεις και τις ενέργειες του και συνεργαζόμενος με αυτόν. Η φυγή του μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο από την περιοχή του Αγίου Ιωάννη της Μαλούντας όπου είχαν καταλήξει μετά την καταδίωξη τους από την αστυνομία και η καταφυγή τους στην κρυψώνα τους στην περιοχή Ορόκλινης, αρκετά μακριά από την σκηνή του επεισοδίου στον αυτοκινητόδρομο και από την περιοχή όπου έλαβε χώρα η καταδίωξη τους, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί, το αποδεικνύουν περίτρανα αυτό. Όμως, υπάρχουν και άλλες πτυχές στη μαρτυρία του που καταδεικνύουν μια ιδιαίτερη στάση και συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορούμενου σε σχέση με ενέργειες του πρώτου κατηγορούμενου. Μια τέτοια περίπτωση είναι ότι ενώ θα πήγαιναν περίπατο στο Παραλίμνι, όπως του είχε πει ο πρώτος κατηγορούμενος, κατέληξαν σε απόμερο τόπο σε αγροτική περιοχή του Λιοπετρίου. Εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε πίσω και τοποθέτησε τρεις μεγάλες συσκευασίες σε σχήμα και σε μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου, μέσα στα πόδια του, πλην όμως αυτός δε διερωτήθηκε ούτε γιατί πήγαν στον τόπο εκείνο ούτε τι περιείχαν οι συσκευασίες που ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε μέσα στο αυτοκίνητο. Έτσι ισχυρίστηκε. Όμως, ακόμα και αν τηλεφωνούσε κατά τη δεδομένη στιγμή που συνέβαιναν αυτά, όπως είναι επίσης ο ισχυρισμός του, δεν είναι ούτε φυσιολογική ούτε λογική η δήθεν αντίδραση του, να μην ρωτήσει τον πρώτο κατηγορούμενο γιατί είχαν πάει εκεί και τι περιείχαν εκείνες οι συσκευασίες. Ούτε και σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φυσιολογική και λογική η δήθεν στάση αδιαφορίας του σε σχέση με τις ενέργειες του πρώτου κατηγορούμενου. Εννοούμε από τη στιγμή που ξεκίνησαν και αντιλήφθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι επέστρεφαν προς Λευκωσία αντί να πάνε στο Παραλίμνι που ήταν ο προορισμός τους. Μετά είναι και ο βίαιος τρόπος με τον οποίο διέφυγε ο πρώτος κατηγορούμενος από το οδόφραγμα της αστυνομίας, η απόρριψη από τον ίδιο, το δεύτερο κατηγορούμενο, με οδηγίες του πρώτου κατηγορούμενου των τριών συσκευασιών και όλες οι ενέργειες που ακολούθησαν του πρώτου κατηγορούμενου και οι οποίες, πασιφανώς, σκοπούσαν στην εξαφάνιση των ιχνών τους από την περιοχή όπου είχαν καταφύγει αρχικά αλλά και των ίδιων όταν κρύφτηκαν στο υποστατικό όπου κατέφυγαν τελικά, στην Ορόκλινη. Όλα αυτά τα πολύ σοβαρά και ιδιαίτερα επικίνδυνα σε ορισμένες φορές συμβάντα δεν μας έχουν πείσει για τη δήθεν αδιαφορία και καρτερικότητα στην αντιμετώπιση τους, από το δεύτερο κατηγορούμενο. Σε κάθε λογικό άνθρωπο καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, τουλάχιστον από κάποια στιγμή και μετά, γνώριζε τί ακριβώς έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος, αλλά ειδικότερα τι αυτός κατείχε μέσα στις τρεις συσκευασίες. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός γνώριζε από τη στιγμή που ο πρώτος κατηγορούμενος τοποθέτησε τις εν λόγω τρεις συσκευασίες ανάμεσα στα πόδια του. Αυτό δε που με βεβαιότητα συμπερένουμε ότι γνώριζε είναι για το περιεχόμενο των συσκευασιών αυτών, ότι περιείχαν ναρκωτικά. Όμως, το θέμα δεν τελειώνει εδώ όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτό κατηγορούμενο. Η τοποθέτηση από τον πρώτο κατηγορούμενο των τριών συσκευασιών ανάμεσα στα πόδια του όταν τα έφερε αρχικά μέσα στο αυτοκίνητο, δεν τα έθεσε και υπό τον έλεγχο του. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε έλεγχο των τριών συσκευασιών σε όλη τη διαδρομή προς Λευκωσία και μέχρι τη στιγμή πριν τα ρίξει έξω από το αυτοκίνητο με οδηγίες του πρώτου κατηγορούμενου. Ότι κάποιες στιγμές οι εν λόγω συσκευασίες, λόγω και του στρογγυλού σχήματος τους, μπορεί με την κίνηση του αυτοκινήτου να άγγιζαν τα πόδια του δεύτερου κατηγορούμενου, αυτό συνέβαινε τυχαία, χωρίς παρέμβαση του και ασφαλώς δε συνιστά ανάληψη του φυσικού ελέγχου τους. Όμως, σε κάποια στιγμή ο δεύτερος κατηγορούμενος έθεσε τις εν λόγω συσκευασίες υπό τον πραγματικό φυσικό έλεγχο του. Αυτή η στιγμή ήταν όταν τις πήρε στα χέρια του τη μια μετά την άλλη και τις έριξε έξω από το αυτοκίνητο. Δεν προέβη στην ενέργεια αυτή απλώς για να τις απαλλαγεί χωρίς καμιά αιτία. Αλλά ήθελε να τις απαλλαγεί διότι γνώριζε το παράνομο περιεχόμενο τους. Ενώ γνώριζε, επίσης, ότι κατά τη δεδομένη στιγμή τους καταδίωκε η αστυνομία. Συνεπώς, η γνώση του περιεχομένου τους και η ανάληψη, συγχρόνως, κατά την πιο πάνω δεδομένη στιγμή του φυσικού ελέγχου τους υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται προηγουμένως, συνέστησαν κατοχή και για τον δεύτερο κατηγορούμενο εντός της έννοιας του Νόμου 29/
  3. Αποδεικνυομένης λοιπόν της κατοχής και για τους δύο κατηγορούμενους, όπως εξηγείται προηγουμένως για τον καθένα ξεχωριστά, και δεδομένων των προνοιών του άρθρου 30Α του Νόμου 29/77 καθώς επίσης και της σχετικά μεγάλης ποσότητας κάνναβη την οποία αυτοί κατείχαν, σχεδόν τρία κιλά, δεν θα υπήρχε δυσκολία για απόδειξη και της κατηγορίας για κατοχή της εν λόγω ελεγχόμενης ουσίας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Είναι το αδίκημα το οποίο δημιουργείται με τις πρόνοιες των άρθρων 5
(1)και 6
(1)
(3)του Νόμου 29/77. Το άρθρο 30Α να υπενθυμίσουμε ότι δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι αν η ποσότητα η οποία κατέχεται, προκειμένου για κάνναβη, υπερβαίνει τα 30 γραμμάρια τότε η κατοχή αυτή θεωρείται πως είναι με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Hurbanek v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 111/2007, 18.12.2007, ότι για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου ο κατηγορούμενος «δέον να δείξει με το βάρος βέβαια απόδειξης την πιθανολόγηση ή την εύλογη αμφιβολία, πως δεν τα κατέχει με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα». Η ερμηνεία αυτή του Άρθρου 30Α και ο καθορισμός του βάρους απόδειξης που εναποθέτει στους ώμους του κατηγορούμενου ασφαλώς καθησυχάζει οποιεσδήποτε ανησυχίες για παραβίαση του άρθρου 12.4 του Συντάγματος - θα λέγαμε και του άρθρου 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης με πανομοιότυπη πρόνοια - το οποίο προβλέπει για τη διαφύλαξη του τεκμηρίου της αθωότητας υπέρ κάθε προσώπου που κατηγορείται για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Περαιτέρω, βεβαιώνει ότι το αποδεικτικό βάρος, ήτοι για απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας, παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής μέχρι τέλους. Εντούτοις, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου εισηγήθηκε στην αγόρευση του ότι οι πρόνοιες του άρθρου 30Α για δημιουργία του μαχητού τεκμηρίου που αναφέρουμε πιο πάνω, θα πρέπει να ικανοποιούν τα τρία κριτήρια τα οποία έχει καθιερώσει η υπόθεση Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87 προκειμένου να μην παραβιάζεται το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητας. Αυτά φαίνονται στην ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία έδωσε ο Πρόεδρος Πικής και έχει ως εξής: «Άποψή μας είναι ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβασθεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητος, εφόσον- (α) τα συμπεράσματα, τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων, συναρτώνται άμεσα και αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών· οπόταν, με την καθιέρωσή τους, ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός (β) το αποδεικτικό βάρος, το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσεισή τους (των επίμαχων συμπερασμάτων), δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακόλουθων· και (γ) το βάρος απόδειξης της κατηγορίας - (το αποδεικτικό βάρος) - παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης και δε μετατίθεται, με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου, οποιοδήποτε μέρος του.». Έγινε και πρόσφατα επιβεβαιωτική αναφορά στα κριτήρια αυτά στην υπόθεση Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2006, 4.7.2007, μάλιστα στο πλαίσιο εισήγησης για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 30Α στη βάση που αναφέρεται πιο πάνω. Όμως, τελικώς κρίθηκε ότι δεν ήταν απαραίτητη η απόφαση σε σχέση με την εν λόγω εισήγηση προκειμένου να κριθεί η υπόθεση εκείνη. Επομένως, θα προβούμε στη δική μας ανάλυση που θα περιοριστεί στο αν ικανοποιείται το πρώτο από τα τρία κριτήρια, όπως παρατίθενται πιο πάνω, με δεδομένο ότι τα άλλα δύο ικανοποιούνται με την ερμηνεία που έχει ήδη δώσει η υπόθεση Hurbanek v. Αστυνομίας, ανωτέρω, στο άρθρο 30Α, αναφορικά με το βάρος απόδειξης που έχει να αποσείσει η κάθε πλευρά και ειδικά ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, το συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από την κατοχή, από τον πρώτο κατηγορούμενο, σχεδόν, τριών κιλών κάνναβη, είναι ότι προόριζε την ποσότητα αυτή για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Είναι δε συμπέρασμα το οποίο προκύπτει άμεσα ως φυσιολογικό αποτέλεσμα από την κατοχή της ελάχιστης ποσότητας που προβλέπει για το συγκεκριμένο ελεγχόμενο φάρμακο ο Νόμος, πόσο μάλλον όταν η ελεγχόμενη ποσότητα είναι αυτή των σχεδόν τριών κιλών που κατείχετο στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, κρίνουμε ότι συντρέχει και το πρώτο κριτήριο που θέτει η συγκεκριμένη νομολογία και καταλήγουμε ότι το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 δεν είναι αντισυνταγματικό για το λόγο που έγινε εισήγηση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου. Προχωρώντας, όμως περαιτέρω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα αυτό και χωρίς το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιουργεί το άρθρο 30Α. Η ποσότητα που κατείχετο εδώ είναι σημαντικά μεγάλη ώστε να αποτελεί φυσικό επακόλουθο ο εν λόγω προορισμός της. Ακόμα, και αν ισχυρίζετο ο πρώτος κατηγορούμενος ότι την προόριζε για δική του χρήση που, όμως, ενόψει της συγκεκριμένης υπεράσπισης την οποία πρόβαλε, ήτοι για άγνοια της κατοχής της, δεν προέβαλε τελικά ένα τέτοιο ισχυρισμό. Με βάση δε τόσο το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30Α το οποίο δεν έχει ανατραπεί και ούτε κατεβλήθη οποιαδήποτε προσπάθεια προς τούτο, όσο και από το αναπόδραστο συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί η σχετικά μεγάλη ποσότητα των τριών κιλών οδηγούμαστε στο βέβαιο συμπέρασμα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατείχε την εν λόγω ποσότητα κάνναβη με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Δεν θα λέγαμε, όμως, το ίδιο και για το δεύτερο κατηγορούμενο. Ενώ το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30Α ασφαλώς ισχύει και γι' αυτόν, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέλαβε τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή των ναρκωτικών, όπως εξηγούνται προηγουμένως, ήτοι για να απαλλαγεί από αυτά όταν αντελήφθη ότι καταδιώκοντο από την αστυνομία, και ενώ υπό αυτές τις συνθήκες τυπικά διέπραξε το αδίκημα της κατοχής, οι ίδιες αυτές συνθήκες οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι τέτοια κατοχή κάθε άλλο παρά είχε ως σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα, αφού, ακριβώς, τα πέταξε για να τα απαλλαγεί. Με την εξήγηση αυτή αυτόματα ανατρέπεται το εν λόγω μαχητό τεκμήριο και στην απουσία άλλης μαρτυρίας κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη κατηγορία όσον αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο. Όμως, έχει αποδειχθεί εναντίον του, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η πρώτη κατηγορία της απλής κατοχής ενώ στον ίδιο βαθμό έχουν αποδειχθεί και οι δύο κατηγορίες όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο. Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος μόνο στην πρώτη κατηγορία της κατοχής. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. [Υπ.] ................ Γ.Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. [Υπ.] ................. Λ. Δημητριάδου, Α.Ε.Δ. [Υπ.] ............... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.