← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αστ. 1265 Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 27202/06, 6 Αυγούστου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αστ. 1265 Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 27202/06, 6 Αυγούστου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27202/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Αστ. 1265 Ανδρέας Ανδρέου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Αυγούστου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αρτεμίου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και Κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες Κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Ο Μ.Κ.1 Αστυφύλακας 814 Χαράλαμπος Σιαλή ανέφερε ότι την 4.11.2005 επισκέφτηκε την σκηνή ατυχήματος που επεσυνέβη στην διασταύρωση των οδών Μουσείου, Νεχρού και Λόρδου Βύρωνα με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΗΤ 023 που οδηγείτο από τον κ. Πόλυ Νικολάου, και το Αστυνομικό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΗ 886 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Τα αυτοκίνητα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση, ενώ δεν υπήρχε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία στην σκηνή. Το σημείο σύγκρουσης υπέδειξαν οι δύο οδηγοί, και αμφότεροι ισχυρίστηκαν ότι πέρασαν με πράσινο φως. Η διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν ορθά. Δεν προέβη σε μέτρηση σε σχέση με την ορατότητα. Ο Υπαστυνόμος Γιώργος Πεχλιβάνης ανέφερε ότι ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας τον κάλεσε στο γραφείο του και του ανέθεσε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Επισκέφτηκε την σκηνή την 4.11.2005 αλλά δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία. Κατέθεσε ένα σχεδιάγραμμα στο Δικαστήριο το οποίο δεν ήταν σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος, αλλά για να καταδειχθεί η θέση του μάρτυρα Ανδρέα Γιωργαλλή. Έκανε ελέγχους αλλά δεν γνώριζε την ταχύτητα με την οποία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Ανδρέας Γιωργαλλής ανέφερε ότι την 4.11.2005 και περί ώρα 09.10 βρισκόταν στην καντίνα έξω από το Μουσείο και άκουσε θόρυβο ατυχήματος. Πήγε προς το πεζοδρόμιο και είδε δύο αυτοκίνητα χτυπημένα στο κέντρο της διασταύρωσης. Κατά τον χρόνο που πήγε στο πεζοδρόμιο το φως στην διασταύρωση ήταν κόκκινο σε σχέση με την πορεία αυτοκινήτων που ερχόντουσαν από την Ελληνική Πρεσβεία προς το Μουσείο. Σε σχέση με τα φώτα τροχαίας ανέφερε ότι είδε το φως κόκκινο «περίπου» την ώρα του ατυχήματος. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο εισηγήθηκε ότι δεν αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε να κληθεί σε απολογία, ενώ η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή άφησε ουσιαστικά το θέμα στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα. Οι Μ.Κ.1 και 2 δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες στην σύγκρουση, ούτε και μπορούσαν να αναφέρουν λεπτομέρειες του πως αυτή επεσυνέβη. Ο δε Μ.Κ. 3 ανέφερε ουσιαστικά ότι δεν είδε την σύγκρουση απλά άκουσε τον θόρυβο αυτής, ενώ ούτε τα φώτα τροχαίας είδε κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, αλλά περίπου εκείνη την ώρα. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα € 1708,00 ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι επιβάλλεται η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Καμία μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Εν' όψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται στις Κατηγορίες 1 και 2 από το στάδιο αυτό. € 139,00 έξοδα να καταβληθούν από την Κ.Δ. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.