Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόδουλος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 15646/07, 26 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15646/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Χριστόδουλος Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 2η Κατηγορία: Υπέρβαση ορίου ταχύτητας. 3η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος με φθαρμένα ελαστικά. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχουν ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 15.9.2008, και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω για σκοπούς της παρούσας. Η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ έχει 2 Βαθμούς Ποινής. Ο κ. Ιωάννου σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής έκανε εκτεταμένη αναφορά στους παράγοντες που ένα Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ' όψιν του κατά την απόφαση του ως προς την πρέπουσα ποινή, και εισηγήθηκε ότι η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας πρέπει να αποτελεί το ύστατο μέτρο που δυνατόν να επιλέξει. Αναγνώρισε ότι είναι ορατό το ενδεχόμενο να επιβληθεί τέτοια ποινή φυλακίσεως, και εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αυτή να φέρει το επίχρησμα της αναστολής. Την εισήγηση του αυτή στήριξε στο ότι, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, γενεσειουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η μεγάλη ταχύτητα. Όμως, ανέφερε, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καταδεικνύει ότι αυτός μέχρι και την ημερομηνία του ατυχήματος δεν οδηγούσε με οποιοδήποτε τρόπο αμελώς ή απερίσκεπτα. Το πιο πάνω, εισηγήθηκε, είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν εξεταστεί σε συνάρτηση με το ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 29 ετών και επαγγέλεται μηχανοδηγός, με αποτέλεσμα να βρίσκεται συνεχώς στους δρόμους. Πέραν τούτου, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διεπράχθη το αδίκημα είναι ολίγον θολές, παραπέμποντας στην μαρτυρία του κ. Στέλιου Νικολάου σε σχέση με την αμέσως προ του ατυχήματος αντίδραση του Κατηγορούμενου. Το θύμα, ανέφερε ο κ. Ιωάννου, ήταν φίλος του Κατηγορούμενου, και το αποτέλεσμα της τραγικής βραδιάς της 24.12.2006 ήταν η απώλεια ενός τέτοιου φίλου, πράγμα που θλίβει καθημερινώς τον Κατηγορούμενο, ενώ έχει υποστεί και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Εξέφρασε επανειλημμένα την θλίψη αυτή και την απολογία του προς του οικείους του θύματος. Ήταν η εισήγηση του κ. Ιωάννου ότι, αποφασίζοντας για την πρέπουσα ποινή, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν του ότι ο Κατηγορούμενος είναι αρραβωνιασμένος, ότι είναι επαγγελματίας μηχανοδηγός, καθώς και το ότι διεξήλθε και ο ίδιος μίαν τραυματικήν περίοδο μετά το ατύχημα. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Τελειώνοντας, εξέφρασε προς το Δικαστήριο την απολογία του και ζήτησε όπως επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο η μέγιστη επιείκια. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών. Μετά που απολύθηκε από την Εθνική Φρουρά εργάστηκε για 4 περίπου χρόνια ως πλασιέ, και στην συνέχεια εργαζόταν περιστασιακά σε οικοδομικές εργασίες. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο απασχολείτο ως μηχανοδηγός με εβδομαδιαίο εισόδημα €240,00, ενώ έχει δάνειο ύψους €20.000,00 που σύναψε για την αγορά αυτοκινήτου. Είναι αναστατωμένος από την προφυλάκιση του, και ανησυχεί για το προαναφερόμενο του χρέος και επαγγελματικό μέλλον, ενώ στεναχωρείται πολύ για το γεγονός ότι το θύμα ήταν συγγενικό του πρόσωπο. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα € 4.271,50». Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και την επιβολή βαθμών ποινής. Όπως προκύπτει και από την ισχύουσα Νομολογία, τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορα τα Δικαστήρια. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». (βλ. επίσης Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 66). Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 527). Από την Νομολογία προκύπτει ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης, καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη και άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω), R. V. Boswell
(1984)3 All E.R. 353). Καθοριστiκός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωϊστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις όπου το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περίπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως και τα θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση. Υπάρχει επιπλέον και η ανάγκη να δοθεί μήνυμα, ιδιαίτερα σε νεαρά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Με όση επιείκια και αν ειδωθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθησαν τα υπό εξέταση αδικήματα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχουμε στιγμιαία αβλεψία εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε εντός κατοικημένης περιοχής με ταχύτητα 159 χ.α.ω. ταχύτητα αδιανόητη με τα δεδομένα της Λεωφόρου 28ης Οκτωβρίου. Ενδεικτικό του πόσο υπερβολική ήταν η ταχύτητα αυτή, είναι και οι χαρακτηρισμοί που της απέδωσαν οι Μ.Κ.4 και 5, ήτοι ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου πέρασε από δίπλα τους σαν «βολίδα» και «σφαίρα», ενώ η Μ.Κ.4 εξέφρασε και τον φόβο ότι ο Κατηγορούμενος θα χτυπούσε πάνω στο BMW, πράγμα που καταδεικνύει και το προβλεπτό μίας σύγκρουσης από τέτοια οδήγηση. Τραγική κατάληξη της συμπεριφοράς αυτής του Κατηγορούμενου ήταν ο θάνατος ενός νεαρού ανθρώπου, ενώ ασύλληπτος είναι και ο πόνος των οικείων αυτού. Όπως φαίνεται και από την σωρεία υποθέσεων που αφορούν σε θανατηφόρα ατυχήματα που τίθενται ενώπιον Δικαστηρίων, η κατάσταση στην χώρα μας είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Τα Δικαστήρια έχουν και αυτά υποχρέωση να συμβάλουν στην αποτροπή, στον βαθμό που είναι δυνατόν, καταστροφής και άλλων οικογενειών. Η πράξη του Κατηγορούμενου να οδηγεί με ταχύτητα 159 χ.α.ω. σε κατοικημένη περιοχή δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εγωϊστική, αφού παραγνώρισε το ενδεχόμενο πρόκλησης κινδύνου σε άλλους, πράγμα το οποίο οιονδήποτε συνετό άτομο θα αντιλαμβάνετο ότι αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο. Η πιο πάνω πράξη του Κατηγορούμενου ήταν απερίσκεπτη και επικίνδυνη, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που υφίσταντο στο συγκεκριμένο σημείο τον ουσιώδη χρόνο. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Χρίστος Ρηγίνου Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 75/2007, ημερ. 20.11.2007. Στην υπόθεση αυτή το ατύχημα επεσυνέβη την νύχτα, με μηδαμινό οδικό φωτισμό και ο καιρός ήταν βροχερός. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με ταχύτητα 123 χ.α.ω. αντί 100 χ.α.ω. Στην σελ. 6 της πιο πάνω απόφασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση κατά την διάρκεια της νύχτας σε αυτοκινητόδρομο, ενώ έβρεχε, με περιορισμένο φωτισμό και ορατότητα με την ταχύτητα που οδηγούσε ο εφεσείων αναμφίβολα εμπεριέχει, όπως ορθά επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το στοιχείο της αδιαφορίας. Όμως, πλην της ταχύτητας, δεν υπάρχουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες». Σημειώνω ότι στην πιο πάνω υπόθεση, η επιβληθείσα από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλακίσεως των 3 ετών κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών. Στην απόφαση Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο οιαδήποτε παρέμβαση σε σχέση με την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το Δικαστήριο: «Ούτε ως προς την ποινή δικαιολογείται παρέμβαση. Η αλόγιστη οδήγηση του εφεσείοντος εγκυμονούσε, καθώς και ο ίδιος θα πρέπει να αντιλαμβανόταν, σοβαρούς κινδύνους για τους οποίους αδιαφόρησε, με την ελπίδα βέβαια ότι τίποτα δεν θα συνέβαινε. Να όμως που κάποτε συμβαίνει. Και, εν προκειμένω, δύο νέοι άντρες βρίσκονται τώρα στον τάφο». (βλ. επίσης Κ. Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/06 ημερομηνίας 3.4.2006 και Σάββας Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 183/07 ημερομηνίας 2.4.2008). Παραπέμπω επίσης σε απόσπασμα από την απόφαση Thai Al Salay Rushdi ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 43/06 ημερ. 21.2.2007 όπου υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Πρωτόδικη απόφαση: «Έχουμε σοβαρό πρόβλημα στην Κύπρο με τα θανατηφόρα δυστυχήματα. Έχουμε καλούς δρόμους, έχουμε μικρό οδικό δίκτυο και παρόλα αυτά έχουμε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα με τα θανατηφόρα δυστυχήματα. Στις πλείστες περιπτώσεις τα δυστυχήματα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα. Η δραματική αύξηση που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια στα θανατηφόρα δυστυχήματα οφείλεται σε εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων οδηγών ή πεζών και αδιαφορία σε σχέση με το γεγονός ότι το αυτοκίνητο είναι ένα επικίνδυνο αντικείμενο που μπορεί να επιφέρει θάνατο όταν βρίσκεται σε κίνηση. Αυτές οι κακές συνήθειες και αντιλήψεις μπορούν εν μέρει να διορθωθούν με την επιβολή αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής εκεί όπου η οδήγηση του παραβάτη είναι τέτοια που να δικαιολογεί τέτοια μεταχείριση. .................................................................................................................... Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι στην παρούσα περίπτωση θα ήταν φανερό σε οποιονδήποτε που έχει ελάχιστες γνώσεις για την οδήγηση ότι αυτό που έκανε ο κατηγορούμενος είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ακραία περίπτωση κακής οδήγησης." Στην πιο πάνω υπόθεση η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως των 2 ½ ετών δεν θεωρήθηκε έκδηλα υπερβολική. Οι λόγοι για μετριασμό της ποινής που τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης θα ληφθούν υπ' όψιν. Σημειώνω, όμως, ότι στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σωτηρίου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, άνκαι είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, το ότι πρόκειται για νεαρό άτομο αρραβωνιασμένο, ο οποίος βαρύνεται και με χρέη. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου το ότι και ο ίδιος επηρεάστηκε από την απώλεια του φίλου του, καθώς και την απολογία του όπως εξεφράστη μέσω του συνηγόρου του προς το Δικαστήριο. Παραπέμπω, όμως, στα λεχθέντα στην απόφαση Γεώργιος Παμπακά ν. Αστυνομίας (πιο πάνω): «Είναι γεγονός ότι μία ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσο του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι την σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης». Συναφώς, αναφέρω ότι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς, καθώς και των γεγονότων που περιστοιχίζουν την διάπραξη τους, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τούτων δεδομένων, στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται, περαιτέρω, του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 χρόνων από σήμερα. Εν' όψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η Κατηγορία, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις Κατηγορίες 2 και 3. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της, όπως εισηγήθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Οι συνθήκες των αδικημάτων, όμως, είναι τέτοιες που δεν μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στον συγκεκριμένο δρόμο είναι ένδειξη ότι αυτός οδήγησε αδιαφορώντας παντελώς για την ασφάλεια άλλων προσώπων. Ούτε και σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου έχει αναφερθεί οτιδήποτε το οποίο και να δικαιολογεί την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως. Η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως θα είναι άμεση, και να θεωρηθεί ότι άρχισε να εκτίεται από την 15.9.2008, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο