← Κύπρος

Η Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Antoine B Mansour κ.α., Αρ. Υποθ.: 1488/08, 14 Οκτωβρίου 2008.

Η Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Antoine B Mansour κ.α., Αρ. Υποθ.: 1488/08, 14 Οκτωβρίου

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 1488/08 Η Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν.
  2. Antoine B. Mansour, από το Λίβανο
  3. Abdo Kanaan, από το Λίβανο Κατηγορουμένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Οκτωβρίου
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου Κατηγορούμενος αρ. 1 παρών, εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες όπως αυτές φαίνονται στο κατηγορητήριο. Προτού αναφερθούμε σ΄ αυτές να πούμε ότι τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες αντιμετώπιζε ακόμη ένα πρόσωπο - ο πρώην κατηγορούμενος 2 - ο οποίος κατόπιν παραδοχής του σε όλες κατεδικάσθη σ΄ αυτές και του επεβλήθη ποινή. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν αντίστοιχα το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι αυτού που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, ήτοι 5797,7117 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης και κατοχή της ίδιας προαναφερθείσας ποσότητας ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Οι τελευταίες δύο κατηγορίες βασίζονται στις ανάλογες πρόνοιες του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. Όλα δε τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ της 27.2.2008 και της 1.3.
  5. ΜΑΡΤΥΡΙΑ EK MEΡΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν συνολικά 7 μάρτυρες κατηγορίας. Η προσφερθείσα μαρτυρία, η οποία προέρχεται κυρίως από τον Μ.Κ.3, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Στις 27.2.2008 δόθηκε η πληροφορία στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου ότι δύο αλλοδαποί από το Λίβανο, εν ονόματι Antoine Mansour και Abdo Kanaan κατέχουν έξι κιλά κάνναβης και αναζητούν αγοραστή. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 συνάντησε τον πληροφοριοδότη ο οποίος του είπε ότι οι πιο πάνω αλλοδαποί, οι οποίοι διαμένουν στη Λάρνακα, είναι πρόθυμοι όπως πωλήσουν την αναφερόμενη ποσότητα έναντι του ποσού των €60.
  6. Λόγω του ότι το ποσό που ζητείτο ήταν ψηλό ζητήθηκε από τον πληροφοριοδότη όπως έλθει σε επαφή μαζί τους και να ζητήσει δείγμα ούτως ώστε να διαφανεί το είδος των ναρκωτικών. Ο πληροφοριοδότης στην παρουσία του Μ.Κ.3 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 και του είπε ότι βρήκε αγοραστή ο οποίος, όμως, επιθυμεί όπως δει δείγμα των ναρκωτικών για να προχωρήσει στην αγορά. Στις 29.2.2008 ο πληροφοριοδότης μετέβηκε στη Λάρνακα όπου συνάντησε τους δύο κατηγορουμένους οι οποίοι τον προμήθευσαν χωρίς λεφτά με ένα μικρό κομμάτι καφέ συμπαγούς ουσίας βάρους 16 γραμμάρια. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 συναντήθηκε με τον πληροφοριοδότη και ο τελευταίος του έδωσε το δείγμα που είχε παραλάβει από τους κατηγορουμένους. Στο δείγμα έγινε προκαταρκτική εξέταση με θετική ένδειξη ότι πρόκειται για ρητίνη κάνναβης. Την ίδια μέρα όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, δηλαδή οι δύο κατηγορούμενοι, ο πληροφοριοδότης και ο Μ.Κ.3 συναντήθηκαν στο Costa Coffee στη Λευκωσία και στη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε όπως οι δύο κατηγορούμενοι προμηθεύσουν τον Μ.Κ.3 με έξι κιλά ρητίνης κάνναβης στην τιμή των €30.
  7. Λόγω του ότι δεν ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί το εν λόγω ποσό τη συγκεκριμένη μέρα συμφωνήθηκε όπως την επομένη, αν και εφόσον εξευρεθεί το ποσό από τον Μ.Κ.3, να προχωρήσουν στην παράδοση των ναρκωτικών. Την επόμενη μέρα, 1.3.2008, ο πληροφοριοδότης επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 λέγοντας του ότι οι δύο κατηγορούμενοι του τηλεφωνούν συνέχεια ζητώντας να μάθουν αν έχουν βρεθεί τα χρήματα. Ο Μ.Κ.3 του είπε να τους απαντήσει καταφατικά και ότι θα ανέμενε τηλεφώνημα από τον ίδιο με σκοπό να διευθετηθεί συνάντηση για να γίνει η πράξη. Εν τέλει διευθετήθηκε συνάντηση στην καφετερία του ξενοδοχείου HILTON η ώρα 16.
  8. Εκεί αφού οι κατηγορούμενοι είδαν τα χρήματα πήγαν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου για την παράδοση. Ο πληροφοριοδότης, μετά από προτροπή του Μ.Κ.3, παρέμεινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου αποφεύγοντας έτσι να είναι παρών στην παράδοση των ναρκωτικών. Εν τω μεταξύ ο Μ.Κ.3 είχε ήδη ενημερώσει τον Μ.Κ.5 όπως μαζί με άλλους συναδέλφους που βρίσκονταν μαζί του, κατευθυνθούν κοντά στο ΗΙLTON και να αναμένουν. Οι δύο κατηγορούμενοι πήγαν κοντά σ΄ ένα αυτοκίνητο μάρκας Mazda RX8 χρώματος κίτρινου με αριθμό εγγραφής KKW931 και, αφού άνοιξαν το πορτ μπακάζ, έδειξαν στο Μ.Κ.3 μια μαύρη τσάντα χειρός η οποία περιείχε ένα πράσινο νάιλον σακούλι σκυβάλων, το οποίο περιείχε δεύτερο νάιλον σακούλι χρώματος μπλε εντός του οποίου υπήρχε τρίτο νάιλον σακούλι χρώματος μαύρου με 6 τεμάχια καφέ συμπαγούς ουσίας περιτυλιγμένης με διαφανή πλαστική μεμβράνη. Κάτω από το αναφερόμενο σακούλι υπήρχε άλλο μαύρο σακούλι σκυβάλων με αριθμό τεμαχίων καφέ συμπαγούς ουσίας διαφόρων μεγεθών επίσης περιτυλιγμένα με διαφανή πλαστική μεμβράνη. Στο ίδιο σακούλι υπήρχε και δεύτερο νάιλον σακούλι χρώματος μπλε το οποίο περιείχε τρία τεμάχια συμπαγούς ουσίας περιτυλιγμένα με διαφανή πλαστική μεμβράνη. Αφού ο Μ.Κ.3 βεβαιώθηκε για την ύπαρξη ναρκωτικών ανέφερε στους δύο κατηγορούμενους να παραμείνουν στο μέρος μέχρι να πάει να φέρει κοντά τους το όχημα του για να βάλει μέσα την τσάντα με τα ναρκωτικά και την ίδια ώρα να τους δώσει τα χρήματα. Ο Μ.Κ.3, αφού απομακρύνθηκε αρκετά από το σημείο που βρίσκονταν οι δύο κατηγορούμενοι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους συναδέλφους του οι οποίοι ήσαν κοντά στην περιοχή και οι οποίοι επέδραμαν και συνέλαβαν τα δύο πρόσωπα. Πρόκειται για τους Μ.Κ.5 και 6 και τους Αστ. 4036 και Α/Αστ.
  9. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους ο Μ.Κ.5 στάθμευσε το υπηρεσιακό του όχημα, στο οποίο βρισκόταν και ο Μ.Κ.6, κοντά στο όχημα με αρ. εγγραφής KKW931 όπως έπραξαν και οι υπόλοιποι συνάδελφοι του και αμέσως πλησίασαν τους δύο άνδρες. Αφού ο Μ.Κ.5 υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα τους ανέφερε στα Αγγλικά την ιδιότητα του και την ίδια ώρα και οι δύο το έβαλαν στα πόδια με σκοπό να διαφύγουν. Ο Μ.Κ.5 κατάφερε σε μικρή απόσταση να ανακόψει τον κατηγορούμενο ενώ ο Μ.Κ.6 τον πρώην συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.5 τους ρώτησε σε ποιον ανήκε το όχημα αρ. εγγραφής ΚΚW 931 και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι δικό του και ότι ο πρώην συγκατηγορούμενος ήταν μαζί του και ότι τον είχε φέρει ο ίδιος. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.5 ανέφερε και στους δύο ότι υπήρχε πληροφορία ότι έχουν ναρκωτικά στο όχημα τους και ότι είχαν πρόθεση να το ερευνήσουν. Και οι δύο αρνήθηκαν ενώ ο κατηγορούμενος του είπε ρητά να ερευνήσει το όχημα. Κατά την έρευνα ο Μ.Κ.5 εντόπισε όσα περιγράφηκαν ανωτέρω ως το περιεχόμενο μιας χειραποσκευής μαύρου χρώματος. Αφού ο Μ.Κ.5 πληροφόρησε στα Αγγλικά τους δύο κατηγορούμενους για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε: «It´s not mine», ενώ ο πρώην συγκατηγορούμενος του: «I don´t know». Κατόπιν τούτου συνελήφθηκαν και οι δύο για αυτόφωρο αδίκημα. Αφού ενημερώθηκε σχετικά το κλιμάκιο ΥΚΑΝ Λευκωσίας κατέφθασαν στη σκηνή ο Α/Αν Λοχ. 596, ΑΣτ. 1704 και ο Μ.Κ.
  10. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι παρέλαβε τα τεκμήρια και τους συλληφθέντες για τα περαιτέρω ενώ το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας ο Μ.Κ.2 με τη βοήθεια διερμηνέα ενημέρωσε τους συλληφθέντες για τα δικαιώματα τους. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με δύο δικηγόρους ενώ ο πρώην συγκατηγορούμενος του με τη σύζυγο του στο Λίβανο. Εν συνεχεία στην παρουσία τους συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν τα τεκμήρια. Αργότερα την ίδια μέρα λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον πρώην συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου ενώ στις 2.3.2008 εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον και των δύο κατηγορουμένων για τέσσερις μέρες. Στις 3.3.2008 ο κατηγορούμενος ανεκρίθη προφορικά από τον Μ.Κ.2 στην Αγγλική γλώσσα στην παρουσία του Μ.Κ.
  11. Κατά την ανάκριση ο κατηγορούμενος κατονόμασε τον Νικόλα Μαύρο ως το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον αγοραστή. Αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο απάντησε ότι ήθελε να προβεί σε κατάθεση αλλά προτίμησε όπως πρώτα συμβουλευτεί το δικηγόρο του. Την επόμενη μέρα όταν ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε κατά πόσο συμβουλεύτηκε δικηγόρο και αν ήθελε να δώσει κατάθεση, ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά και του ζήτησε να βρει τον Ν. Μαύρο τον οποίο και πάλι κατονόμασε ως το μεσάζοντα για την πώληση των ναρκωτικών. Στις 7.3.2008 ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα στην οποία δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Στις 11.3.2008 ελήφθη η εργαστηριακή έκθεση της Μ.Κ.7 στην οποία αναφέρεται ότι η καφέ συμπαγής ουσία των τεκμηρίων 3 και 4 είναι ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 5 κιλά και 797,7117 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης. Ας σημειωθεί ότι κατά την προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου στη διάρκεια της οποίας είχε κατονομάσει τον Νικόλα Μαύρο ως το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον αγοραστή, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και το άτομο αυτό συνελήφθη χωρίς να είναι εις γνώση σε άλλα μέλη της ΥΚΑΝ ότι το άτομο αυτό ήταν πληροφοριοδότης της Αστυνομίας. Ένεκα του γεγονότος τούτου δεν έγιναν περαιτέρω ενέργειες σε σχέση με το άτομο αυτό, το οποίο και απελύθη. Μέσα στα πλαίσια της προφορικής ανάκρισης του κατηγορουμένου, ο τελευταίος είχε πει ότι ο Νικόλας Μαύρος ήταν φίλος του, γνώριζε ότι βοηθούσε την Αστυνομία και ότι του είχε πει να βοηθήσει για να παραδώσουν κάποια ποσότητα ναρκωτικών στην Αστυνομία. Οι αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην ανάκριση του κατηγορουμένου δεν γνώριζαν ότι αγοραστής των ναρκωτικών που είχαν βρεθεί μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν υπό κάλυψη αστυνομικός. Όταν συνελήφθη από την Αστυνομία ο Μαύρος τους ανέφερε ότι ήταν ο άνθρωπος ο οποίος είχε συνεργασθεί με την Αστυνομία για τη σύλληψη του κατηγορουμένου και του πρώην συγκατηγορούμενου του στην παρούσα υπόθεση και ότι ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο είχαν στην κατοχή τους ναρκωτικά και αναζητούσαν αγοραστές. Ότι τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου αποτελούν ρητίνη καννάβεως διαπιστώθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, από εξετάσεις στο Γενικό Χημείο του κράτους με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, η οποία δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. ΕΚΔΟΧΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ - ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ O κατηγορούμενος κληθείς να προβάλει την υπεράσπιση του επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτήν αναφέρθηκε με αρκετή λεπτομέρεια, οφείλουμε να επισημάνουμε, στην εκδοχή του και στη σχέση του με κάποιο πρόσωπο ονόματι Νικόλας Μαύρος. Εν ολίγοις η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι ότι είχε πληροφορηθεί από τον πρώην συγκατηγορούμενο του τον οποίο γνώριζε εδώ και ενάμιση μήνα ότι είχε στην Κύπρο έξι κιλά χασίς για σκοπούς διάθεσης. Μόλις πήρε αυτή την πληροφορία ο κατηγορούμενος αρχικά φοβήθηκε και στη συνέχεια επικοινώνησε με τον φίλο του Νικόλα Μαύρο ο οποίος, όπως γνώριζε, έχει σχέση με την Αστυνομία και ότι συνεργάζεται με αυτήν. Η συμβουλή του Νικόλα Μαύρου προς τον κατηγορούμενο ήταν να πληροφορήσει τον πρώην συγκατηγορούμενο του ότι υπάρχει πελάτης στην Κύπρο για να αγοράσει τα ναρκωτικά και ταυτόχρονα να τεθεί υπό παρακολούθηση με απώτερο σκοπό να συλληφθεί από την Αστυνομία ο πρώην συγκατηγορούμενος όπως και ο προμηθευτής του. Αρχικά ο κατηγορούμενος δίσταζε να αναμιχθεί σε μια τέτοια υπόθεση αλλά ο φίλος του Νικόλας Μαύρος τον έπεισε ότι με την ανάμιξη του θα βοηθούσε την Αστυνομία και ταυτόχρονα θα έπαιρναν το 70% της αξίας των ναρκωτικών ως πληρωμή. Ο κατηγορούμενος εξήγησε συναφώς ότι σε διάφορα στάδια είχε βοηθήσει οικονομικά το φίλο του Νικόλα Μαύρο και με αυτή τη διευθέτηση τα λεφτά που θα έπαιρνε ο Μαύρος από την Αστυνομία θα τα έδινε στον κατηγορούμενο εξοφλώντας τον με αυτό τον τρόπο. Ο Νικόλας Μαύρος τον πληροφόρησε ότι τα έξι κιλά χασίς κόστιζαν γύρω στα €60.000 και επομένως το 70% της αξίας τους θα ανέρχετο στα €40.
  12. Τελικά ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε να αναμιχθεί στην υπόθεση αυτή με απώτερο σκοπό να εισπράξει λεφτά και να εξοφλήσει με αυτό τον τρόπο το χρέος που είχε προς αυτόν ο Νικόλας Μαύρος. Ο πρώην συγκατηγορούμενος του ήρθε στην Κύπρο από τη Βηρυτό στις 27.2.2008 και συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο στη Λάρνακα όπου μίλησαν για την υπόθεση των ναρκωτικών. Η συμφωνία ήταν ότι ο πρώην συγκατηγορούμενος θα εξασφάλιζε τα ναρκωτικά αφού μιλούσε με το άτομο που τα κατείχε στην Πάφο. Επικοινωνία με το άτομο στην Πάφο είχε ο πρώην συγκατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης και στις 28.2.2008 αυτός συμφώνησε να συναντηθεί με το άτομο από την Πάφο στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ για να παραλάβουν τα ναρκωτικά. Για το τι γινόταν και γενικότερα για τις επαφές που λάμβαναν χώρα ο Νίκος Μαύρος τηρείτο ενήμερος από τον κατηγορούμενο. Η αντίληψη του πρώην συγκατηγορούμενου ήταν ότι στην υπόθεση των ναρκωτικών θα υπήρχαν τρεις συνέταιροι, δηλαδή ο κατηγορούμενος, ο ίδιος και ο Νίκος Μαύρος. Αφού έγινε διευθέτηση να συναντηθεί το άτομο από την Πάφο με τον πρώην συγκατηγορούμενο συμφωνήθηκε να έρθουν στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ και ο κατηγορούμενος και ο Νίκος Μαύρος με την Αστυνομία με στόχο να συλληφθεί το άτομο που θα έφερνε τα ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος πήγε με το συγκατηγορούμενο του στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ και ο συγκατηγορούμενος του συνάντησε το άτομο από την Πάφο ενώ ο κατηγορούμενος περίμενε στο αυτοκίνητο του. Ο συγκατηγορούμενος του τον πληροφόρησε ότι το άτομο αυτό ήταν έτοιμο να δώσει τα ναρκωτικά αλλά ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θα γινόταν τίποτε μέχρι να έρθει και ο Νίκος Μαύρος. Επειδή όμως ο Νίκος Μαύρος δεν ερχόταν στο μέρος εκεί ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του για να τον πληροφορήσει ο Νίκος Μαύρος ότι είχε αλλάξει το πλάνο της Αστυνομίας, ζητώντας του ταυτόχρονα να προσπαθήσει να πάρει το άτομο αυτό στη Λάρνακα. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος κάλεσε τον συγκατηγορούμενο του να προσπαθήσει να φέρει το άτομο από την Πάφο στη Λάρνακα όπως και έγινε. Στη Λάρνακα σταμάτησαν σε μια περιοχή κοντά στο σπίτι του κατηγορούμενου όπου ήρθε και ο Νίκος Μαύρος και είχε την ευκαιρία να δει το άτομο από την Πάφο. Η πληροφόρηση που είχε ο κατηγορούμενος ήταν ότι η Αστυνομία παρακολουθεί το άτομο από την Πάφο από τη στιγμή που είχε φθάσει στο ΧΙΛΤΟΝ. Τα ναρκωτικά βρίσκονταν σε τραπεζάκια του καφέ τα οποία άνοιξαν και έβαλαν σε μια τσάντα, την οποία τοποθέτησε ο κατηγορούμενος στο αυτοκίνητο του. Προηγουμένως ο Νίκος Μαύρος πήρε δείγμα από τα ναρκωτικά. Την επόμενη μέρα, στις 29.2.2008, ο Νίκος Μαύρος τηλεφώνησε του κατηγορούμενου και τον πληροφόρησε ότι υπάρχει αγοραστής για τα ναρκωτικά για το ποσό των €30.
  13. Η συμφωνία που είχε ο κατηγορούμενος με το Μαύρο ήταν ότι όταν θα έφθανε ο αγοραστής θα τον συλλάμβανε η Αστυνομία. Ο Νίκος Μαύρος ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα έπρεπε να συναντηθούν και οι τρεις τους με τον αγοραστή στη Λευκωσία. Έγινε επαφή με τον αγοραστή ο οποίος τους πληροφόρησε ότι είχε εξασφαλίσει τα λεφτά. Έγινε συνάντηση του κατηγορούμενου με το συγκατηγορούμενο του σε ένα καφέ στη Λευκωσία όπου περίμεναν να επικοινωνήσει μαζί τους ο αγοραστής. Στη συνέχεια συναντήθηκαν με τον αγοραστή στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ. Η συνάντηση αυτή έγινε με την προϋπόθεση ότι θα ερχόταν η Αστυνομία για να συλλάβει τόσο τον αγοραστή όσο και τον πρώην συγκατηγορούμενο. Τελικώς εκείνο που έγινε ήταν να συλληφθεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενος του. Όπως τόνισε ο κατηγορούμενος αν συνεργαζόταν με την Αστυνομία ο Νίκος Μαύρος θα μπορούσε να καταδώσει το άτομο που έφερε τα ναρκωτικά αλλά τελικά φάνηκε ότι ήταν άτομο στο οποίο δεν θα μπορούσε να είχε βασιστεί ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης, τον πρώην συγκατηγορούμενο του. Η μαρτυρία αυτού του ατόμου ήταν συνοπτική. Συνίστατο στον ισχυρισμό ότι είχαν παραλάβει τα ναρκωτικά στη Λάρνακα στην παρουσία του Νίκου Μαύρου ο οποίος είχε δει το άτομο που τα έφερε. Τα ναρκωτικά ευρίσκονταν σε τραπέζια του καφέ και ο Νίκος Μαύρος είχε πληρώσει €200 στο άτομο που τα μετέφερε. Επίσης ότι πήρε δείγμα από τα ναρκωτικά και δεύτερο δείγμα την επόμενη μέρα. Αντεξεταζόμενος ο συγκατηγορούμενος και ρωτηθείς κατά πόσο στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία είχε αναφέρει ότι τα ναρκωτικά τα παρέλαβε από άλλο άτομο στη Λάρνακα απάντησε ότι δεν τον είχε ρωτήσει η Αστυνομία. Όταν του τέθηκε η αναφορά του στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σύμφωνα με την οποία είχε συναντήσει στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ με τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που είχε την τσάντα με τα ναρκωτικά, απάντησε ότι δεν τον είχε ρωτήσει η Αστυνομία πώς πήγε και πώς ήρθε και πού έβγαλε τα ναρκωτικά. Ερωτηθείς ξανά κατά πόσο τα ναρκωτικά τα είχε παραλάβει με τον κατηγορούμενο στο χώρο στάθμευσης του ΧΙΛΤΟΝ σε τσάντα απάντησε ότι είναι στη Λάρνακα που τα παρέλαβαν. Δέχθηκε, ωστόσο, ότι όπως αναφέρει και στην κατάθεση του στην Αστυνομία, στο ΧΙΛΤΟΝ πήρε τα ναρκωτικά αφού προηγουμένως μίλησε συνθηματικά σε κάποιο πρόσωπο που του τα έδωσε και ότι στο ίδιο μέρος είχε πάει την άλλη μέρα με τον κατηγορούμενο για να συναντήσει τον αγοραστή. Ερωτηθείς γιατί σήμερα ομιλεί για ξύλινα τραπεζάκια ενώ στην κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία αναφέρθηκε στο ότι είχε παραλάβει τα ναρκωτικά σε τσάντα απάντησε ότι όταν τον συνέλαβαν ήταν με την τσάντα. Ως δεύτερο μάρτυρα υπεράσπισης ο κατηγορούμενος κάλεσε τον Νικόλα Μαύρο. Στην κατάθεση του ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είναι συνεργάτης του Λοχία Ιωάννου στον οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις έδινε πληροφορίες που έρχονταν στη γνώση του ανεξάρτητα αν το αποτέλεσμα των πληροφοριών αυτών είχε επιτυχή έκβαση για την Αστυνομία. Ενεργούσε με αυτό τον τρόπο θεωρώντας ότι κάνει το καθήκον του όπως κάθε πολίτης πρέπει να κάμνει εναντίον της μάστιγας των ναρκωτικών. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Με τον κατηγορούμενο είναι γνωστοί εδώ και 20 χρόνια. Υπήρξε μάλιστα σε κάποιο χρονικό στάδιο και υπάλληλος του. Είχαν συνεργασία σε κάποιες επιχειρήσεις. Δεν χρωστά λεφτά στον κατηγορούμενο αλλά μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας τους ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση η κουβέντα για ναρκωτικά έγινε αρχές της εβδομάδας που συνελήφθη ο κατηγορούμενος. Η εμπλοκή του μάρτυρα ήταν κατόπιν οδηγιών της ΥΚΑΝ. Ο υποτιθέμενος αγοραστής των ναρκωτικών που ο κατηγορούμενος και ο πρώην συγκατηγορούμενος του προσπαθούσαν να βρουν ήταν υπό κάλυψη αστυνομικός. Εκείνη την εβδομάδα είχε γνωρίσει ο μάρτυρας και τον συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου, τον Abdo. Η έναρξη της εμπλοκής του μάρτυρα ξεκίνησε όταν βρέθηκαν εκείνη την εβδομάδα και τον ρώτησαν αν ήξερε κανένα που αγοράζει ναρκωτικά στην Κύπρο για να τα πουλήσουν σε αυτόν και ήταν τότε που ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον λοχία της ΥΚΑΝ από τον οποίο στη συνέχεια έπαιρνε οδηγίες. Ο Μ.Υ.2 δεν είδε κανένα να φέρνει ναρκωτικά στον κατηγορούμενο. Με τον κατηγορούμενο είχε συναντήσεις για το θέμα αυτό και την ημέρα της σύλληψης του κατηγορούμενου είχαν βρεθεί στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ όπου θα τους έφερνε τον υποτιθέμενο αγοραστή των ναρκωτικών. Εκεί θα παραδίδονταν τα ναρκωτικά και οι κατηγορούμενοι θα έπαιρναν τα λεφτά. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στο στάδιο της σύλληψης γιατί είχε πάρει οδηγίες από την ΥΚΑΝ να παραμείνει στην καφετερία του ξενοδοχείου, όπως και έγινε. Ο Μ.Υ.2 δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης από την Κατηγορούσα Αρχή. Ως Μ.Υ.3 κλήθηκε η σύζυγος του κατηγορούμενου, η οποία κατέθεσε ότι μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου από την Αστυνομία είχε έλθει στο σπίτι τους ο Νίκος Μαύρος. Ο Νίκος Μαύρος ήθελε να επισκεφθεί τον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος αρνείτο να τον δεχθεί. Επίσης ανέφερε ότι ήταν ο Νίκος Μαύρος ο οποίος παρακαλούσε τον κατηγορούμενο ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου να αναβάλει τη δίκη. Τέλος ανέφερε ότι έτυχε να δει ένα μικρό τραπέζι το οποίο χαρακτήρισε ως σουβενίρ και το οποίο κρατούσε ο άντρας της στο γκαράζ. Η Μ.Υ.3 δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Ως Μ.Υ.4 κλήθηκε ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, ο οποίος είναι συνεργάτης του κατηγορούμενου σε κάποιες δουλειές. Η μαρτυρία του βασικά συνίστατο στο ότι ο Νίκος Μαύρος επιθυμούσε να τον δεχθεί ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στα κρατητήρια του Δικαστηρίου και να ζητήσει αναβολή της δίκης. Πρόσθεσε ότι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το λόγο της αναβολής και ότι ο Νίκος τους είχε πει ότι είχε συζητήσεις με το δικηγόρο του την προηγουμένη μέρα και ότι με κάποιο τρόπο υπήρχαν προοπτικές ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. Στο τέλος αποδέχθηκαν και έγινε η αναβολή και είχαν συνεννοηθεί να επικοινωνήσει ο Νίκος Μαύρος μαζί τους για να συντονιστούν, κάτι το οποίο δεν έγινε. Αντεξεταζόμενος για τα πιο πάνω διευκρίνισε ότι μετά τα όσα τους είχε πει ο Νίκος Μαύρος θεώρησαν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε να χάσει τίποτε με τον να τον ακούσει τι έχει να του πει. Αρχικά ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι δεν ήθελε την αναβολή και ότι απλώς τον ήθελε να πει την αλήθεια. Ο Μ.Υ.4 στην κύρια εξέταση του αναφέρθηκε επίσης στο ότι είχε ακούσει για αναφορές για κάποια τραπεζάκια και στο τέλος ανέφερε ότι και του ιδίου ακόμη ο Νίκος Μαύρος του είχε πει ψέματα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στην παρούσα υπόθεση. Να επισημάνουμε από το σημείο αυτό ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.4, 5, 6 και 7 παρέμεινε αδιαμφισβήτητη από πλευράς κατηγορούμενου και, επομένως, αναντίλεκτη. Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό είναι η θέση μας ότι οι αστυνομικοί Μ.Κ.5 και 6 αναφέρθηκαν με ειλικρίνεια και θετικότητα στο σύνολο των ενεργειών τους που είχαν σχέση με την εμπλοκή τους στην παρούσα υπόθεση και, επομένως, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 η οποία, από τα όσα κατέθεσε προέκυψε ότι είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα της δικανικής χημείας και τοξικολογίας, αποδεχόμαστε πλήρως τα ευρήματα και συμπεράσματα της σε σχέση με την εξέταση που διενήργησε στα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 επισημαίνουμε ότι ήταν τυπική και συνίστατο στο γεγονός ότι ήταν ο μεταφραστής από την ελληνική στην αραβική, μητρική γλώσσα του κατηγορούμενου, στο στάδιο που βρισκόταν υπό κράτηση και τελούσε υπό σύλληψη. Μεταξύ άλλων ενεργειών, ο Μ.Κ.4 βοήθησε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο και εν πάση περιπτώσει ήταν αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας θα αναφερθούμε σε αυτή του Μ.Κ.
  14. Αυτός ήταν και ο ουσιώδης μάρτυρας στα πλαίσια του ρόλου του στην παρούσα υπόθεση ως ο υπό κάλυψη αστυνομικός και υποτιθέμενος αγοραστής των ναρκωτικών. Περιέγραψε με λεπτομέρεια το ρόλο του και τι ακριβώς έγινε από τη στιγμή που είχε έρθει σε επαφή μαζί του πληροφοριοδότης της Αστυνομίας σε σχέση με υπόθεση προσφοράς πώλησης έξι κιλών κάνναβης. Ο Μ.Κ.3 εξήγησε με απόλυτη σαφήνεια όλες τις διευθετήσεις που είχαν γίνει σε συνεργασία με το συγκεκριμένο πληροφοριοδότη, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον κατηγορούμενο και το σχέδιο που είχε καταστρωθεί με απώτερο σκοπό τη σύλληψη του κατηγορούμενου και του πρώην συγκατηγορούμενου του. Ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως κατατοπιστικός σε σχέση με τις συναντήσεις που έγιναν με τον κατηγορούμενο και τον πρώην συγκατηγορούμενο του (πρώην κατηγορούμενο 2) στην παρούσα υπόθεση και το τι είχε διαμειφθεί σ΄ αυτές τις συναντήσεις. Ήταν ξεκάθαρος ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο και τον πρώην συγκατηγορούμενο του (πρώην κατηγορούμενο 2) όπως αυτοί τον προμηθεύσουν με 6 κιλά ρητίνης κάνναβης έναντι του τιμήματος των €30.
  15. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης υπήρξε απόλυτα συνεπής με τα όσα είχε καταθέσει στην κύρια εξέταση και ξεκαθάρισε επιπρόσθετα ότι δεν προέκυψαν στοιχεία για το ποιος ήταν ο προμηθευτής των ναρκωτικών. Απάντησε δε όλες τις ερωτήσεις που του υπέβαλε ο κατηγορούμενος δίδοντας κάθε διευκρίνιση που του ζητήθηκε. Δεν υπήρξε οποιοδήποτε στάδιο διαφοροποίησης της μαρτυρίας του, η οποία ήταν απόλυτα αξιόπιστη και, επομένως, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και αυτός ο μάρτυρας έχει με θετικότητα περιγράψει τις δικές του ενέργειες στην παρούσα υπόθεση ως, επίσης, και το τι είχε λεχθεί στα πλαίσια της προφορικής ανάκρισης του κατηγορούμενου μετά τη σύλληψη του. Στα πλαίσια της αντεξέτασης είχε την ευκαιρία να εξηγήσει με περισσότερη λεπτομέρεια το τι ακριβώς είχε γίνει με τον πληροφοριοδότη Νίκο Μαύρο και το λόγο που μετά τη σύλληψη του ατόμου αυτού δεν έγιναν οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες. Ήταν ξεκάθαρος ότι η σύλληψη του ατόμου αυτού ήταν το αποτέλεσμα των ισχυρισμών που ο κατηγορούμενος προέβαλε στα πλαίσια της προφορικής του ανάκρισης, εφόσον εκεί είχε κατονομάσει το άτομο αυτό ως τον μεσάζοντα της υπόθεσης. Ήταν, επίσης, ξεκάθαρος ότι μετά τη σύλληψη του Νίκου Μαύρου διαπίστωσαν ότι το άτομο αυτό είχε ενεργήσει ως πληροφοριοδότης της Αστυνομίας στη συγκεκριμένη υπόθεση, κάτι το οποίο δεν γνώριζαν εκ των προτέρων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και, επομένως, την αποδεχόμαστε εξ ολοκλήρου. Τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις θα κάνουμε και σε σχέση με τη μαρτυρία του εξεταστή της παρούσας υπόθεσης, Μ.Κ.2, ο οποίος και αυτός ήταν παρών κατά την προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου μετά τη σύλληψη και κατέθεσε τα ίδια που είχε καταθέσει και ο Μ.Κ.1 σε σχέση με αυτό το θέμα. Παρομοίως και ο Μ.Κ.2 δεν ήταν ενήμερος για το ρόλο του Νικόλα Μαύρου στην παρούσα υπόθεση και τη συνεργασία που είχε με την Αστυνομία με στόχο τη σύλληψη του κατηγορούμενου και του συγκατηγορούμενου του στην παρούσα υπόθεση, ούτε και για το γεγονός ότι αγοραστής των ναρκωτικών ήταν υπό κάλυψη αστυνομικός. Ο Μ.Κ.2 ήταν κατηγορηματικός ότι ο κατηγορούμενος δεν του είχε αναφέρει τον προμηθευτή των ναρκωτικών στην Κύπρο για να μπορέσει να τον συλλάβει, ότι προσπαθούσε να βγάλει τον εαυτό του από την υπόθεση και ότι δεν έδιδε οποιαδήποτε εξήγηση για το ποιος τους είχε δώσει τα ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.2 κρίνεται και αυτός απόλυτα αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΝΩΜΟΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Όσον αφορά την εκδοχή που πρόβαλε η Υπεράσπιση έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Προτού το αξιολογήσουμε θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για τον τρόπο που μια τέτοια δήλωση αξιολογείται από το Δικαστήριο. Είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται όμως με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο από αντεξέταση[1]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ

(1983)του Κακογιάννη το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι η δήλωση του κατηγορούμενου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr.App.R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 από το Λόρδο Shaw το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Πρόσφατα στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πολύβιος Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 115/2006 και 125/2006, ημερομηνίας 21.2.2007 επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου διαπιστώνουμε εν πρώτοις ότι σε αυτήν ο κατηγορούμενος προσπάθησε, ανεπιτυχώς κατά την άποψη μας, να προβάλει μια εντελώς ευφάνταστη εκδοχή. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο ισχυρίστηκε είναι ότι αναμίχθηκε σε μια υπόθεση που αφορούσε πώληση ναρκωτικών σημαντικής ποσότητας, μετά που τον προσέγγισε ο συγκατηγορούμενος του, επειδή τάχατες τον συμβούλευσε ο φίλος του Νικόλας Μαύρος να βοηθήσει την Αστυνομία και κατά δεύτερο λόγο να εξασφαλίσει ένα σημαντικό ποσό της τάξης των €40.000 ως το τίμημα που θα κατέβαλλε η Αστυνομία γι΄ αυτή τη συνεργασία. Θεωρούμε το λιγότερο αφελή την εξήγηση που έδωσε για το λόγο εμπλοκής του στην παρούσα υπόθεση, μια υπόθεση η οποία, αναμφίβολα, εγκυμονούσε σοβαρότατους κινδύνους για τον ίδιο, ένα κατά τα άλλα επιτυχημένο επιχειρηματία με σημαντικό κύκλο εργασιών. Έπειτα η θέση του ότι η Αστυνομία θα κατέβαλλε το 70% της αξίας των ναρκωτικών ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία του ιδίου και του Νικόλα Μαύρου με απώτερο σκοπό τη σύλληψη του προμηθευτή των ναρκωτικών και του αγοραστή, φαντάζει το ολιγότερο απίστευτη. Ούτε βέβαια και οι υπόλοιπες αναφορές του κατηγορούμενου για το ότι με την είσπραξη από τον ίδιο του 70% της αξίας των ναρκωτικών θα κάλυπτε τα χρωστούμενα του κατά τα άλλα καλού του φίλου Νικόλα Μαύρου, τις βρίσκουμε με οποιοδήποτε τρόπο αληθοφανείς ή πειστικές. Ένα άλλο παράδοξο στην εκδοχή του κατηγορούμενου σημείο το οποίο, κατά τη γνώμη μας, δείχνει το μέγεθος της αναλήθειας που περιέχεται σε αυτήν, είναι ότι ενώ προσπάθησε να ισχυριστεί ότι η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση ήταν αυτή της συνεργασίας με την Αστυνομία με στόχο τη σύλληψη του πρώην συγκατηγορούμενου του και του προμηθευτή των ναρκωτικών δεν φάνηκε ο ίδιος να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα για να προστατεύσει τον εαυτό του από μια τόσο σοβαρή υπόθεση η οποία, ασφαλώς, και εγκυμονούσε κινδύνους για τον ίδιο. Μπορεί, κατά την εκδοχή του, ο φίλος του Νικόλας Μαύρος να ήταν συνεργάτης της Αστυνομίας αλλά ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν γνωστός στην Αστυνομία και ούτε φάνηκε, με βάση τα όσα δήλωσε στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης, να προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τη θέση του και το ρόλο του απευθείας στην Αστυνομία σε μια τέτοιας φύσεως υπόθεση. Αρκέστηκε, με βάση πάντοτε τα δικά του λεγόμενα, να τηρείται, απλώς, ενήμερος για τις επαφές που λάμβαναν χώρα μεταξύ του Νικόλα Μαύρου και της Αστυνομίας. Πιστεύουμε ότι σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση αυτό που είναι λογικά αναμενόμενο από ένα άτομο που υποτίθεται επιθυμεί να βοηθήσει την Αστυνομία στη σύλληψη προσώπων που διακινούν ναρκωτικά ήταν να έρθει απευθείας σε επαφή με την Αστυνομία για να είναι σίγουρος ότι η Αστυνομία γνωρίζει πολύ καλά το ρόλο και την ανάμιξη του. Η παράλειψη του δε να το πράξει αποδεικνύει ότι η εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί εκ των υστέρων επινόημα και εφεύρημα σε μια απέλπιδα προσπάθεια απεμπλοκής του στην παρούσα υπόθεση και αποφυγής των συνεπειών της παράνομης δραστηριότητας του. Ένα επιπρόσθετο σημείο που αποδεικνύει το αναληθές των όσων ανέφερε στην ανώμοτη δήλωση του είναι και το γεγονός της άρνησης του όταν προσεγγίστηκε από τους Μ.Κ.5 και 6 στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ ότι είχε οποιαδήποτε σχέση στην υπόθεση παράνομης κατοχής ναρκωτικών, όπως διαπιστώνεται και μέσα από τις απαντήσεις του στο στάδιο της σύλληψης του. Επισημαίνεται δε εδώ ότι οι απαντήσεις που έδωσε σε αυτό το στάδιο δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον ίδιο. Αυτή η άρνηση του αποτελεί κατ΄ ουσίαν ηθελημένο ψέμα προς απόκρυψη της αλήθειας, ήτοι, της κατοχής από αυτόν των ναρκωτικών που, κατά τα άλλα, αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο της εκδοχής που προέβαλε στο Δικαστήριο προς υπεράσπιση του. Θεωρούμε δε ότι το στάδιο που προσεγγίστηκε από αστυνομικούς πριν τη σύλληψη του ήταν το κατάλληλο στάδιο - εφόσον προηγουμένως δεν το είχε πράξει - για να αποκαλύψει τον ρόλο του ως συνεργάτη της Αστυνομίας, ως ήταν η εκδοχή που προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον μας. Η παράλειψη του δε να το πράξει διαψεύδει κατάφορα την εκδοχή του. Εν κατακλείδι λέμε ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να στηριχθούμε και να αποδεχθούμε την εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος ενώπιον μας μέσω της ανώμοτης του δήλωσης. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 διαπιστώνουμε ότι έρχεται σε πλήρη ρήξη με το περιεχόμενο των όσων του τέθηκαν κατά την αντεξέταση από την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και τα οποία δεν αμφισβήτησε. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ισχυρίστηκε με σαφήνεια ότι είχε παραλάβει τα ναρκωτικά στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ σε μια τσάντα μαζί με τον κατηγορούμενο, στο Δικαστήριο πρόβαλε ένα εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό λέγοντας ότι τα ναρκωτικά τα είχαν παραλάβει στη Λάρνακα στην παρουσία του Νίκου Μαύρου. Η εξήγηση που έδωσε ότι δεν τον είχε ρωτήσει η Αστυνομία είναι ασφαλώς αβάσιμη γιατί τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην κατάθεση του και υιοθέτησε σε σχέση με το πιο πάνω θέμα είναι ο ίδιος που τους πρόβαλε και ήταν αρκετά συγκεκριμένος. Μάλιστα στην κατάθεση του, όπως πάλι ο ίδιος παραδέχθηκε και ενόρκως στο Δικαστήριο, είχε αναφέρει ότι στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ έγιναν δύο συναντήσεις, την πρώτη φορά όταν παρέλαβε τα ναρκωτικά από άγνωστο πρόσωπο αφού προηγήθηκε το συνθηματικό «Ζιούζιου» και το άτομο αυτό του τα παρέδωσε σε μαύρη τσάντα, και τη δεύτερη φορά όπου μαζί με τον κατηγορούμενο πήγαν για να συναντήσουν τον αγοραστή των ναρκωτικών. Είναι αξιοσημείωτο ότι για πρώτη φορά στο Δικαστήριο πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι τα ναρκωτικά τα παρέλαβαν σε ξύλινα τραπεζάκια ενώ αντίθετα στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο ισχυρισμός ήταν ότι είχαν παραληφθεί σε μια τσάντα που του παραδόθηκε στο ξενοδοχείο ΧΙΛΤΟΝ. Είναι προφανές ότι τα όσα ανέφερε ενόρκως στο Δικαστήριο εναρμονίζονται με την εκδοχή που προώθησε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της ανώμοτης του δήλωσης και δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι αποτελούν εκ των υστέρων επινοήματα σε μια προσπάθεια υποβοήθησης της υπόθεσης του κατηγορούμενου. Η αντίφαση που επισημάναμε ανωτέρω σε σχέση με τον τόπο και τον τρόπο παραλαβής των ναρκωτικών είναι τόσο καίρια που πλήττει αναμφίβολα την αξιοπιστία του. Ως αποτέλεσμα απορρίπτουμε τη μαρτυρία του ως αναληθή. Ο Μ.Υ.2 παρά το γεγονός ότι κλήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο για να καταθέσει, όπως αναμενόταν, προς υπεράσπιση του, εν τούτοις το περιεχόμενο της ένορκης του μαρτυρίας συνάδει απόλυτα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Με άλλα λόγια η μαρτυρία του Μ.Υ.2 επιβεβαιώνει σε ουσιαστικά σημεία την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε ό,τι αφορά ειδικότερα το θέμα της εμπλοκής του πληροφοριοδότη της υπόθεσης, που ήταν ο Μ.Υ.2, και τη συνεργασία που είχε με την ΥΚΑΝ με στόχο τη σύλληψη τόσο του κατηγορούμενου όσο και του πρώην συγκατηγορούμενου του. Ως αποτέλεσμα τα όσα ο κατηγορούμενος προσπάθησε να προωθήσει μέσω της ανώμοτης δήλωσης του και είχαν σχέση με τον Μ.Υ.2 και την εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας αυτός. Ανεξάρτητα από τη διαπίστωση αυτή ο Μ.Υ.2 ήταν απόλυτα θετικός και κατηγορηματικός στις απαντήσεις που έδωσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υπέβαλε ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση και εξήγησε με σαφήνεια ποιος ακριβώς ήταν ο δικός του ρόλος και η δική του ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας ο οποίος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τον κάλεσε ο κατηγορούμενος να μαρτυρήσει, κατάθεσε στο Δικαστήριο ό,τι γνώριζε για την παρούσα υπόθεση και ό,τι στην πραγματικότητα έλαβε χώρα μέσα στα πλαίσια της δικής του εμπλοκής. Εάν έχει σημασία να το προσθέσουμε, λέμε ότι αυτή η μαρτυρία, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη από την Κατηγορούσα Αρχή και ο λόγος, όπως προέκυψε, είναι προφανής. Αποδεχόμαστε, επομένως, τη μαρτυρία του στο σύνολο της και διατυπώνουμε ως εκ τούτου τα ανάλογα ευρήματα, όπως αυτά καταγράφονται αναλυτικά στη συνέχεια. Η μαρτυρία της Μ.Υ.3 ήταν λακωνική και κατά την άποψη μας καθόλου διαφωτιστική για τα θέματα ουσίας της παρούσας υπόθεσης. Περιορίστηκε στο να αναφερθεί στο γεγονός ότι ο Νίκος Μαύρος επιθυμούσε να επισκεφθεί τον κατηγορούμενο μετά τη σύλληψη του από την Αστυνομία και έγινε μια νεφελώδης αναφορά σε ένα μικρό τραπεζάκι που χαρακτηρίστηκε από την ίδια ως σουβενίρ και χωρίς αυτό να συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την εκδοχή του κατηγορούμενου. Δεν θεωρούμε ότι η μάρτυρας αυτή με οποιοδήποτε τρόπο απέφυγε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και σημειώνουμε ότι ούτε η μαρτυρία της αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Κρίνεται, επομένως, αξιόπιστη και αποδεκτή η μαρτυρία της για ό,τι αξίζει. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 θεωρούμε ότι διαπνέετο από μια προσπάθεια υποβοήθησης της θέσης του κατηγορούμενου με την αμφισβήτηση του αξιόπιστου από πλευράς του Νίκου Μαύρου, ενός μάρτυρα που ο ίδιος ο κατηγορούμενος κάλεσε στο Δικαστήριο να καταθέσει προς υπεράσπιση του. Με άλλα λόγια η παρουσία του μάρτυρα αυτού φάνηκε από την αρχή της μαρτυρίας του ότι στόχο είχε την εξουδετέρωση της μαρτυρίας του Νίκου Μαύρου η οποία, όπως προέκυψε, ήταν αρνητική για τον κατηγορούμενο και συνήδε πλήρως με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Μάλιστα ο μάρτυρας αυτός δεν περιορίστηκε στο να απαντά τις ερωτήσεις που του υπέβαλλε ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση αλλά προχωρούσε ο ίδιος με αφηγηματικό τρόπο σε αυτά που εκείνος θεωρούσε χρήσιμα προφανώς για τον κατηγορούμενο και που θα έπλητταν με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του Νίκου Μαύρου. Είναι χαρακτηριστικό επίσης από τη μαρτυρία του ότι ενώ στην κύρια εξέταση είχε αναφέρει σε κάποιο σημείο ότι τελικά παρά την απροθυμία του κατηγορούμενου μίλησε με τον Νίκο Μαύρο στο Δικαστήριο αλλά δεν γνωρίζει ο ίδιος ο μάρτυρας τι είχαν πει, στην αντεξέταση του σε μια προσπάθεια, όπως είναι έκδηλο, να ισχυροποιήσει την εκδοχή του, ανέφερε ότι είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να λέει στον Νίκο Μαύρο στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν ήθελε αναβολή και ότι απλώς ήθελε από το Μαύρο να πει την αλήθεια. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός, προφανώς και λόγω της επαγγελματικής σχέσης που έχει με τον κατηγορούμενο, δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά ότι προσπάθησε να υποβοηθήσει τον κατηγορούμενο στη σοβαρή αυτή υπόθεση που αντιμετωπίζει με τον τρόπο που θεωρούσε ο ίδιος κατάλληλο. Ως αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης απορρίπτουμε την εκδοχή του ως αναξιόπιστη και δεν αποδεχόμαστε συνεπώς τη μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρούμε στη διατύπωση των ευρημάτων μας. Ø Στις 27.2.2008 δόθηκε η πληροφορία στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου ότι δύο αλλοδαποί από το Λίβανο, ο κατηγορούμενος και τρίτο πρόσωπο κατέχουν έξι κιλά κάνναβης και αναζητούν αγοραστή. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 συνάντησε τον πληροφοριοδότη ο οποίος του είπε ότι οι πιο πάνω αλλοδαποί, οι οποίοι διαμένουν στη Λάρνακα, είναι πρόθυμοι όπως πωλήσουν την αναφερόμενη ποσότητα έναντι του ποσού των €60.000. Λόγω του ότι το ποσό που ζητείτο ήταν ψηλό ζητήθηκε από τον πληροφοριοδότη όπως έλθει σε επαφή μαζί τους και να ζητήσει δείγμα ούτως ώστε να διαφανεί το είδος των ναρκωτικών. Ο πληροφοριοδότης στην παρουσία του Μ.Κ.3 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του είπε ότι βρήκε αγοραστή ο οποίος, όμως, επιθυμεί όπως δει δείγμα των ναρκωτικών για να προχωρήσει στην αγορά. Ø Στις 29.2.2008 ο πληροφοριοδότης μετέβηκε στη Λάρνακα όπου συνάντησε τους δύο κατηγορουμένους οι οποίοι τον προμήθευσαν χωρίς λεφτά με ένα μικρό κομμάτι καφέ συμπαγούς ουσίας βάρους 16 γραμμαρίων. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 συναντήθηκε με τον πληροφοριοδότη και ο τελευταίος του έδωσε το δείγμα που είχε παραλάβει από τους κατηγορουμένους. Στο δείγμα έγινε προκαταρκτική εξέταση με θετική ένδειξη ότι πρόκειται για ρητίνη κάνναβης. Ø Την ίδια μέρα όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, δηλαδή ο κατηγορούμενος και τρίτο άτομο, ο πληροφοριοδότης και ο Μ.Κ.3 συναντήθηκαν σε καφετερία στη Λευκωσία και στη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε όπως ο κατηγορούμενος και το τρίτο άτομο προμηθεύσουν τον Μ.Κ.3 με έξι κιλά ρητίνης κάνναβης στην τιμή των €30.000. Λόγω του ότι δεν ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί το εν λόγω ποσό τη συγκεκριμένη μέρα συμφωνήθηκε όπως την επομένη, αν και εφόσον εξευρεθεί το ποσό από τον Μ.Κ.3, να προχωρήσουν στην παράδοση των ναρκωτικών. Ø Την επόμενη μέρα, 1.3.2008, ο πληροφοριοδότης επικοινώνησε με τον Μ.Κ.3 λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος και τρίτο άτομο του τηλεφωνούν συνέχεια ζητώντας να μάθουν αν έχουν βρεθεί τα χρήματα. Ο Μ.Κ.3 του είπε να τους απαντήσει καταφατικά και ότι θα ανέμενε τηλεφώνημα από τον ίδιο με σκοπό να διευθετηθεί συνάντηση για να γίνει η πράξη. Εν τέλει διευθετήθηκε συνάντηση στην καφετερία του ξενοδοχείου HILTON. Εκεί αφού ο κατηγορούμενος και τρίτο άτομο είδαν τα χρήματα πήγαν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου για την παράδοση. Ο πληροφοριοδότης, μετά από προτροπή του Μ.Κ.3, παρέμεινε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου αποφεύγοντας έτσι να είναι παρών στην παράδοση των ναρκωτικών. Εν τω μεταξύ ο Μ.Κ.3 είχε ήδη ενημερώσει τον Μ.Κ.5 όπως μαζί με άλλους συναδέλφους που βρίσκονταν μαζί του, κατευθυνθούν κοντά στο ΗΙLTON και να αναμένουν. Ø Ο κατηγορούμενος και τρίτο άτομο πήγαν κοντά σ΄ ένα αυτοκίνητο μάρκας Mazda RX8 χρώματος κίτρινου με αριθμό εγγραφής KKW931 και, αφού άνοιξαν το πορτ μπακάζ, έδειξαν στο Μ.Κ.3 μια μαύρη τσάντα χειρός, όπου ευρίσκοντο μέσα σε νάιλον σακούλια τα επίδικα ναρκωτικά. Ø Αφού ο Μ.Κ.3 βεβαιώθηκε για την ύπαρξη ναρκωτικών ανέφερε στον κατηγορούμενο και το τρίτο άτομο να παραμείνουν στο μέρος μέχρι να πάει να φέρει κοντά τους το όχημα του για να βάλει μέσα την τσάντα με τα ναρκωτικά και την ίδια ώρα να τους δώσει τα χρήματα. Ø Ο Μ.Κ.3, αφού απομακρύνθηκε αρκετά από το σημείο που βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και τρίτο άτομο επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους συναδέλφους του οι οποίοι ήσαν κοντά στην περιοχή και οι οποίοι επέδραμαν και συνέλαβαν τα δύο πρόσωπα. Ø Ότι τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου αποτελούν ρητίνη καννάβεως διαπιστώθηκε από εξετάσεις στο Γενικό Χημείο του κράτους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας αυτό συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Για τη συμπλήρωση του αδικήματος το μόνο που είναι απαραίτητο είναι να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των συνομωτών για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους.[2] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)
(2)του Νόμου 29/77 είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, φυσικού ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Αυτό έχει κατ΄ επανάληψη αναφερθεί σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφερόμαστε σχετικά στην υπόθεση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, όπου στη σελ. 61 διαβάζουμε: «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Παρόμοια προσέγγιση διαπιστώνεται και στις μεταγενέστερες υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομία
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 2/2006 και 3/2006, 17.5.2007. Όσον αφορά το αδίκημα το οποίο δημιουργείται με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 5
(1)και 6
(1)
(3)του Νόμου 29/77 και αναφέρεται στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, πρέπει να επισημάνουμε το μαχητό τεκμήριο που το άρθρο 30(Α) του Νόμου δημιουργεί όταν η ποσότητα η οποία κατέχεται, προκειμένου για κάνναβη, υπερβαίνει τα 30 γραμμάρια. Σε μια τέτοια περίπτωση η κατοχή αυτή θεωρείται πως είναι με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Hurbanek v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 111/2007 και 112/07, 18.12.2007, για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει με βάρος απόδειξης την πιθανολόγηση ή την εύλογη αμφιβολία πως δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Αναμφισβήτητα το αποδεικτικό βάρος για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθόλη τη διάρκεια της δίκης μέχρι τέλους και δεν μετατίθεται με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου. Όσον αφορά δε το αποδεικτικό βάρος το οποίο εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσειση του τεκμηρίου δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Σκούλλου ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, τονίστηκε ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου μπορεί να συμβιβαστεί με το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητας εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από την απόδειξη γεγονότων να συναρτώνται άμεσα και να αποτελούν φυσιολογικό επακόλουθο των γεγονότων αυτών οπόταν με την καθιέρωση τους ιχνηλατείται αυτό που φυσιολογικά προκύπτει και όχι ανεξάρτητο μη τεκμηριωθέν γεγονός. (β) Το αποδεικτικό βάρος που εναποτίθεται στον κατηγορούμενο για την απόσειση των επίμαχων συμπερασμάτων δεν εκτείνεται πέραν της δημιουργίας λογικής αμφιβολίας για την ύπαρξη των φυσιολογικών επακόλουθων και (γ) Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής καθόλη τη διάρκεια της δίκης και δεν μετατίθεται με τη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου οποιοδήποτε μέρος του. Στα πιο πάνω κριτήρια έγινε πρόσφατα επιβεβαιωτική αναφορά στην υπόθεση Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2006, 4.7.2007, στο πλαίσιο εισήγησης για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 30(Α) χωρίς στο τέλος να κριθεί αναγκαία η απόφαση σε σχέση με μια τέτοια εισήγηση προκειμένου να κριθεί η υπόθεση εκείνη. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα διαπιστώνεται ότι στοιχειοθετούνται όλες οι κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται ότι τα ναρκωτικά τα οποία ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ήτοι, 5.797,7117 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης είναι ελεγχόμενο φάρμακο με βάση το Νόμο 29/77 που εμπίπτει στα φάρμακα τάξεως Β. Έπειτα διαπιστώνεται η κατοχή του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο πριν την προτιθέμενη παράδοση τους στον υπό κάλυψη αστυνομικό της ΥΚΑΝ, με την έννοια που εξηγείται από τη νομολογία, δηλαδή ενώ αυτός γνώριζε το περιεχόμενο της βαλίτσας που ευρίσκετο στο αυτοκίνητο του και στην οποία εντοπίσθηκαν τα επίδικα ναρκωτικά, με ταυτόχρονη άσκηση φυσικού ελέγχου επ΄ αυτών. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 6
(1)και
(2)του Ν. 29/
  1. Η συνεννόηση που ο κατηγορούμενος έκανε με τρίτο πρόσωπο - τον πρώην συγκατηγορούμενο του - να προμηθεύσουν τον υπό κάλυψη αστυνομικό με τα επίδικα ναρκωτικά έναντι χρηματικού ανταλλάγματος σαφώς αποτελεί συμφωνία μεταξύ των δύο για διάπραξη παράνομης πράξης, ήτοι, του αδικήματος της προμήθειας των ναρκωτικών αυτών σε τρίτο άτομο. Συνιστά δε το αδίκημα της συνωμοσίας κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Τέλος, με την προτιθέμενη παράδοση των επίδικων ναρκωτικών στον υπό κάλυψη αστυνομικό στοιχειοθετείται και το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 5
(1)και 6
(1)
(3)του Ν. 29/77. Εδώ επισημαίνουμε ότι, με βάση τα ευρήματα μας, προέκυψε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου και του πρώην συγκατηγορούμενου του από τη μια και του προτιθέμενου αγοραστή, που ήταν ο υπό κάλυψη αστυνομικός, από την άλλη, για την πώληση των επίδικων ναρκωτικών η οποία προχώρησε και στην υλοποίηση της. Η παρούσα περίπτωση συνιστά τέτοια όπου το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί ο Νόμος με βάση το άρθρο 30(Α) αποδεικνύεται από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα έχουμε διαπιστώσει. Ανεξάρτητα τούτου, το μαχητό τεκμήριο που ο Νόμος δημιουργεί, όταν η ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών υπερβαίνει τα 30 γραμμάρια, δεν έχει, οπωσδήποτε, ανατραπεί με οποιοδήποτε τρόπο από τον κατηγορούμενο δεδομένης της συγκεκριμένης εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο και η οποία, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση μας, έχει απορριφθεί. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω διαπιστώνουμε ότι όλα τα αδικήματα που αναφέρονται ανωτέρω έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Γ. Ν. Γιασεμής Π.Ε.Δ. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ [1] Δέστε Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Καντάρ ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους (ανωτέρω), Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)48 Cr.App.R. 284. [2] Δέστε Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 2/2006, 3/2006 ημερ. 17.5.2007. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.