Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ricardo Miguel Da Silva, Αρ. Υπόθεσης: 10735/08, 28 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2008:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10735/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ricardo Miguel Da Silva Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κος Θεοδώρου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν ισάριθμα αδικήματα κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ της 27 Απριλίου 2008 και 28 Μαϊου 2008 στη Λεμεσό έκλεψε διά εκφοβισμού: α) το χρηματικό ποσό των € 1.500 περιουσία της Virginia Fernandes Araujo από τη Βραζιλία (πρώτη κατηγορία). β) το χρηματικό ποσό των € 505 περιουσία της Clarissa Rodrigues από τη Βραζιλία (δεύτερη κατηγορία) γ) το χρηματικό ποσό των € 1165 περιουσία της Caroline Cardoso από τη Βραζιλία (τρίτη κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε οχτώ μάρτυρες και ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως. Κατατέθηκαν συνολικά 27 τεκμήρια. Η μαρτυρία που έχει παραθέσει η Κατηγορούσα Αρχή περιληπτικά είναι η ακόλουθη: ΜΚ1 είναι η Viriginia Fernandes Araujo η οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατάγεται από τη Βραζιλία και ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί στις 7.3.08 διά μέσου της καλλιτεχνικού πράκτορα Καλλισθένης Νικολάου. Θα εργάζετο στο νυκτερινό κέντρο De Javoux Club στη Λεμεσό και στην Κύπρο ήρθε μαζί με τον κατηγορούμενο ο οποίος της συστήθηκε ότι θα είναι ο καλλιτεχνικός της πράκτορας. Στην Κύπρο διέμεναν μαζί με τον κατηγορούμενο και τη φιλενάδα του Anna Clara Camargo. Ανέφερε ότι πρώτα ήλθε στην Κύπρο αυτή και ο κατηγορούμενος και ακολούθησαν οι άλλες δύο, η Caroline και η Clarissa. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας του γραφείου που την έχει φέρει στην Κύπρο. Χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο ως βίαιο άνθρωπο ο οποίος τους απαγόρευε να έχουν επικοινωνία με οποιονδήποτε πρόσωπο. Εξήγησε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο τα χρήματα που τράβηξε από το λογαριασμό της. Η πρώτη φορά ήταν στις 17.4.08 και η τελευταία στις 28.5.08. Του έδωσε ακόμη δύο φορές χρήματα ενδιάμεσα και εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος απαιτούσε να του πληρώσει τα χρήματα από το μισθό της ως πρόστιμο. Στην αρχή αρνιόταν να του πληρώσει αλλά την απειλούσε ότι αν δεν του τα έδινε θα την έστελλε πίσω στην πατρίδα της και θα της δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα. Ανέφερε ότι πριν πάει μαζί με τις άλλες δύο κοπέλες στην Αστυνομία συνομίλησε με την πράκτορα στην Κύπρο την Καλλισθένη. Στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 3.6.08 δεν ήθελε να προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου ούτε αυτή αλλά ούτε και οι φίλες της γιατί η Καλλισθένη τις ενημέρωσε ότι θα προσπαθήσει να διευθετήσει το θέμα μαζί με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του. Στις 6.6.08 κάνει καταγγελία τόσο αυτή όσο και οι άλλες δύο φίλες της. Παραδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο ως ο Manager τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 συμβόλαιο που υπογράφηκε από την ίδια, τον κατηγορούμενο και την Katia Ribeiro στη Βραζιλία (έγινε παραδεχτό γεγονός ότι η μετάφραση τεκμήριο 6 (α) αποτελεί την πιστή μετάφραση του τεκμηρίου 6 και η μόνη διαφορά από τα τεκμήρια 3 και 14 είναι τα ονόματα των καλιτέχνιδων. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε επί του τεκμηρίου 6 ειδικά στις παραγράφους 10
(6)και Γ
(2)και
(3)κάτω από τον τίτλο τελικοί όροι. Αρνήθηκε ότι πήγαινε με πελάτες για σεξ, αρνήθηκε ότι χόρευε topless στο νυχτερινό κέντρο και ισχυρίστηκε ότι στην Αστυνομία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την απειλούσε, την εκφόβιζε ότι θα της έκανε κακό και ότι θα μπορούσε να της πωλήσει μέχρι και το σπίτι στη Βραζιλία. Η ΜΚ2 Clarissa Rodrigues ανέφερε και αυτή ότι ήλθε στην Κύπρο στις 27.3.08 μαζί με την Caroline μέσω της καλλιτεχνικού πράκτορος Καλλισθένης Νικολάου και κατοικούσε μαζί με τον κατηγορούμενο, την Anna Clara, την Virginia και την Caroline. Ξεκίνησε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο De Javoux Club στις 15.4.08 και ο Ricardo της έλεγε ότι είναι το αφεντικό της, θα πρέπει να υπακούει μόνο σ' αυτόν, της απαγόρευε να μιλά με τα πρόσωπα που εργάζονταν στο ίδιο κέντρο και όταν αυτή το έκανε της έλεγε ότι της έβαζε πρόστιμο κάποτε €100 και κάποτε €200 γιατί έτσι αναφέρετο στο συμβόλαιο που υπόγραψε στη Βραζιλία κάτι που η ίδια δεν αποδέχθηκε γιατί δεν αναφέρετο στο συμβόλαιο. Η μάρτυρας ανέφερε τρεις περιπτώσεις που έδωσε στον κατηγορούμενο χρήματα. Η πρώτη ήταν όταν της έδωσε πελάτης το ποσό των € 100 και τον είδε ο κατηγορούμενος. Η δεύτερη ήταν όταν απέσυρε ποσό €100 από την τράπεζα και η τρίτη ήταν στις 28.5.08 όταν απέσυρε από την τράπεζα το χρηματικό ποσό των €
- Ο κατηγορούμενος πάντοτε την απειλούσε ότι όποτε ήθελε μπορούσε να την διώξει στη χώρα της και ότι μπορούσε να της κάνει κακό εδώ και στη Βραζιλία. Επίσης της ανέφερε ότι το ποσό των € 305 ήταν για τα φαγητά στην Κύπρο και για το Τμήμα Αλλοδαπών. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το συμβόλαιο που υπέγραψε στη Βραζιλία και κατέθεσε ως τεκμήριο 8 το συμβόλαιο που υπέγραψε στην Κύπρο. Στο στάδιο της αντεξέτασης κατέθεσε ακόμα ένα συμβόλαιο που υπεγράφη από την ίδια στην Κύπρο. Δεν θυμάται τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου
- Ούτε πότε υπέγραψε το τεκμήριο
- Επίσης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όταν αυτή ήρθε στην Κύπρο της έδωσε λεφτά και με τα €444 που αφαίρεσε από την τράπεζα τα €344 τα χρωστούσε στον κατηγορούμενο και τα €100 ήταν για πρόστιμο. Αργότερα δεν θυμόταν πόσα λεφτά της εδάνεισε ο κατηγορούμενος. Επίσης ανέφερε ότι τα λεφτά τα έδωσε στη φιλενάδα του κατηγορούμενου Anna Clara. Η ΜΚ3 Caroline Cardoso αναφέρει και αυτή τις συνθήκες που βρέθηκε στην Κύπρο και περαιτέρω αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος από τις πρώτες μέρες που ξεκίνησε να εργάζεται ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι δεν εργάζεται καλά στο club και γι' αυτό θα πρέπει να της βάλει πρόστιμο. Μεταξύ 15.4.08 και τέλος Μαΐου την ανάγκασε με απειλές να του δώσει το ποσό των €860 που μάζεψε από πελάτες. Στις 28.5.08 έδωσε στον κατηγορούμενο και τα λεφτά που πήρε από το βιβλιάριο και ανέρχονταν στο ποσό των €
- Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε καθημερινώς ότι είναι πυγμάχος και ότι ήταν μέλος της Ιαπωνεζικής και Βραζιλιάνικης μαφίας, ότι θα μπορούσε να τους κάνει τη ζωή κόλαση και ότι θα μπορούσε μέχρι το σπίτι της στη Βραζιλία να πιάσει. Μετά από αυτές τις πιέσεις αναγκάσθηκε και μίλησε στην Κάτια. Για το ποσό των €305 ισχυρίζεται ότι το έδωσε στον κατηγορούμενος γιατί της είπε ότι είναι επιπλέον ποσό για την Καλλισθένη και για το Immigration. Αναγνώρισε το τεκμήριο 6 ως το συμβόλαιο που υπέγραψε η Clarissa και ότι παρόμοιο συμβόλαιο υπέγραψε και αυτή και βρίσκεται στη Βραζιλία. Επίσης αναγνώρισε τα τεκμήρια 8 και 12 και ανέφερε ότι το τεκμήριο 12 είναι το συμβόλαιο που υπέγραψε αυτή στην Κύπρο και το τεκμήριο 8 είναι αυτό που υπέγραψε η Clarissa. Όσον αφορά την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης τεκμήριο 11 ανέφερε ότι η μεταφράστρια μετάφραζε από τα πορτογαλλέζικα στα ελληνικά, καταγράφοντο από τον αστυνομικό και μετά μεταφράζονταν ξανά στα πορτογαλλέζικα. Αφού της διαβάστηκε συμφώνησε με το περιεχόμενο της όμως αρκετά από αυτά που είπε απουσίαζαν από αυτή. Ο ΜΚ4 είναι ο Α/Αστ. 674 Δημήτρης Γερολέμου, κατέθεσε ως τεκμήριο 16 την κατάθεση του και ανέφερε σε γενικές γραμμές την καταγγελία που έγινε από τις παραπονούμενες ΜΚ1, 2 και 3 στις 6.6.08 στη σύλληψη και ανάκριση του κατηγορούμενου. Εξήγησε για ποιο λόγο δεν κάνει αναφορά στις 3.6.08 που έλαβε την πρώτη κατάθεση από την ΜΚ1 και ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρνείτο ότι έκλεψε χρήματα. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι καταθέσεις των ΜΚ1, 2 και 3 αναφέρουν αυτά που του είπαν και τα κατέγραφε με τη βοήθεια διερμηνέα. Έγινε και προφορική συζήτηση με τις ΜΚ1, 2 και 3 πριν από τη λήψη των καταθέσεων. Ο ΜΚ5 είναι ο Νίκος Χριστοδούλου, διευθυντής του νυχτερινού κέντρου Dejavux όπου κατά την επίδικη περίοδο εργάζονταν οι ΜΚ1, 2, 3 και ο κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι οι ΜΚ1, 2 και 3 συμπεριφέρονταν παράξενα, δεν μιλούσαν μαζί του αλλά ούτε και με το υπόλοιπο προσωπικό. Τις αντιλήφθηκε όταν έρχονταν στη δουλειά να τρώνε συνεχώς ξηρούς καρπούς και φρούτα. Το τέλος Μαϊου του 2008 ανέφεραν σ' αυτόν και στον ιδιοκτήτη του κέντρου οι ΜΚ1, 2 και 3 ότι ο κατηγορούμενος τους απαγόρευε να έχουν οποιαδήποτε συνομιλία μ' αυτούς ότι τους έπαιρνε λεφτά με απειλές και αυτές του έδιναν τα λεφτά αφού τους έλεγε ότι ήταν πρόστιμα για τα λάθη που έκαναν. Η ΜΚ6 είναι η Καλλισθένη Ιωάννου είναι καλλιτεχνική πράκτορας και διά μέσου του γραφείου της ήρθαν στην Κύπρο για εργασία ο κατηγορούμενος και οι ΜΚ1, 2 και
- Στις 2.6.08 έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τη σύζυγο του κατηγορούμενου Snizjana Maznova με το οποίο πληροφορείτο τον αριθμό τηλεφώνου της Caroline ΜΚ3 και ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί της γιατί υπάρχει πρόβλημα χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος. Κάλεσε την Caroline αλλά μαζί της ήρθαν και η Virginia, η Clarissa και ο Ricardo. Μίλησε και με τις τρεις κοπέλες οι οποίες της ανέφεραν ότι «ο κατηγορούμενος τους είπε ότι είναι ο μάστρος τους και θα κάνουν ό,τι τους πει αφού αυτός τις έφερε στην Κύπρο και εάν κάνουν οτιδήποτε που δεν του αρέσει θα τους βάζει πρόστιμο χρηματικά ποσά και θα υπακούουν μόνο σ' αυτόν. Τις απειλούσε ότι όποτε θέλει θα τις διώξει στη χώρα τους και θα τους κάνει κακό εάν δεν του δίνουν τα χρήματα τους εδώ στην Κύπρο». Η μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι οι κοπέλες (ΜΚ1, 2 και 3) έρχονταν συχνά στο γραφείο της με τον κατηγορούμενο. Παρατήρησε όμως ότι είχαν παράξενη συμπεριφορά, μιλούσαν μόνο με τον κατηγορούμενο και απαντούσε μόνον αυτός. Για τα τεκμήρια 8 και 12 ανέφερε ότι είναι τα συμβόλαια εργασίας που αφορά την Clarisa και την Carolina ενώ για το τεκμήριο 10 ανέφερε ότι είναι χωρίς την υπογραφή της κοπέλας και δεν έχει καμιά ισχύ. Αργότερα στην αντεξέταση ανέφερε ότι παρόμοια συμβόλαια με αυτό υπάρχουν αρκετά στο γραφείο της και αυτό πρέπει να είναι ένα από αυτά. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αρχηγός του μπαλέτου, παραδέχτηκε όμως ότι αρχικά για οποιαδήποτε προβλήματα είχαν οι κοπέλες μιλούσε με τον κατηγορούμενο και το δικαιολόγησε ότι «αυτός γνώριζε καλύτερα τη γλώσσα». Σε ερώτηση αν ο κατηγορούμενος είναι ο μάστρος των κοπέλων απάντησε «με τα δεδομένα τα δικά μας οι κοπέλες στην Κύπρο δεν είχαν μάστρο». Επίσης ανέφερε ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου Snizjana την ενημέρωσε ότι την αντιπροσωπεύει στην Κύπρο. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος θα έφευγε από την Κύπρο στις 7.6.08 όμως αυτή δεν έχει κάποια σχέση με την καταγγελία που έγινε από τις ΜΚ 1, 2 και 3 στις 6.6.
- Ο ΜΚ7 Γιαννάκης Ιωάννου ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου De Javoux. Η κυρίως εξέταση του είναι το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμηρίου 23 στο οποίο αποτυπώνονται τα ίδια όσα έχουν αναφέρει σε γενικές γραμμές οι ΜΚ5 και 6 και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν είχε παράπονο από τον κατηγορούμενο, και το μόνο που του ζήτησε είναι να έρχεται πιο νωρίς στη δουλειά του και να βγαίνει μαζί με τις κοπέλες για το χορό. Αρνήθηκε ότι τον Μάρτιο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2008 πήγε στο κέντρο μόνο τέσσερις φορές και αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκτός από τον πρώτο μήνα δεν χόρεψε τους υπόλοιπους, δεν γνωρίζει τις προσωπικές σχέσεις του κατηγορούμενου με τις κοπέλες. Ερώτησε ο ίδιος τις κοπέλες γιατί έδιναν λεφτά στον κατηγορούμενο και του απάντησαν ότι του έδιναν λεφτά για να τα δώσει στην Αστυνομία και στην κα Καλλισθένη. Για την Καλλισθένη ανέφερε ότι είναι πρώην σύζυγος του και όταν της ανέφερε τι του είπαν οι κοπέλες αυτή του ανέφερε ότι είναι ψέματα. Η ΜΚ8 είναι η Κάτια Ριμπέϊρο από τη Βραζιλία είναι δασκάλα χορού και είναι αυτή που έφερε σε επαφή τις ΜΚ1, 2 και 3 με το γραφείο της συζύγου του κατηγορούμενου μέσω του οποίου ήρθαν στην Κύπρο. Πληροφορήθηκε τα γεγονότα τα οποία οι ΜΚ1, 2 και 3 κατάγγειλαν εναντίον του κατηγορούμενου και συζήτησε το θέμα με τη σύζυγο του κατηγορούμενου. Συμφώνησε ότι τα τεκμήρια 3, 6 και 14 είναι τα συμβόλαια που υπέγραψαν στη Βραζιλία αυτή, οι ΜΚ1, 2, 3 και ο κατηγορούμενος και ότι το περιεχόμενο του είναι το ίδιο. Συμφώνησε ότι στο συμβόλαιο υπάρχει όρος για πέναλτι. Η ΜΚ1 Virginia δεν της μιλούσε γιατί ο κατηγορούμενος και η Anna Clara της είπαν ότι γνώριζε και αυτή για τα πέναλτι που τους έβαζε ο κατηγορούμενος. Μίλησε με τις άλλες δύο κοπέλες οι οποίες της παραπονέθηκαν ότι ο κατηγορούμενος τους έπαιρνε λεφτά και τις απειλούσε ότι θα τους χαλούσε το καλό όνομα που είχαν στη Βραζιλία. Αυτή μίλησε με τη σύζυγο του κατηγορούμενου και της σύστησε να μιλήσει στην Κύπρο με την Καλλισθένη για να βρουν μια λύση. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Αφού αναφέρθηκε στις συνθήκες που ήρθε στην Κύπρο ανέφερε ότι στην Κύπρο ήρθε ως υπεύθυνος για τις ΜΚ1, 2, 3 και τις άλλες κοπέλες του μπαλέτου. Ενεγράφη στο Τμήμα Αλλοδαπών ως χορευτής καθότι ως αλλοδαπός δεν μπορούσε να είναι ο ιμπρεσάριος. Αρνήθηκε ότι πήρε οποιαδήποτε λεφτά και ανέφερε ότι και οι τρεις κοπέλες του χρωστούν λεφτά. Παρουσίασε ως τεκμήρια 24, 25 και 26 σημειώσεις δικές του που αναφέρονται σ' αυτά ποσά που ισχυρίζεται ότι του οφείλουν οι ΜΚ1, 2 και
- Επίσης ισχυρίζεται ότι με την Καλλισθένη υπέγραψε συμβόλαιο όταν του το έστειλε στη Βραζιλία στην οποία διαπιστώνεται ότι ήταν υπεύθυνος για τις κοπέλες. Το συμβόλαιο το είχε στο διαμέρισμα που διέμενε μέχρι που πήγε φυλακή. Με την ΜΚ1 την Virginia ανέφερε ότι είχε καλές σχέσεις. Παραδέχεται ότι τους είπε ότι θα τους επέβαλλε πρόστιμο αλλά από καμιά δεν πήρε λεφτά. Είναι ο ισχυρισμός του ότι οι ΜΚ1, 2 και 3 κατά παράβαση του συμβολαίου που υπέγραψαν στη Βραζιλία στο καμπαρέ De Javoux χόρευαν εκτός από βραζιλιάνικους χορούς όπως «topless» και άλλα και το βράδυ αντί να επιστρέφουν στο διαμέρισμα τους έβγαιναν έξω με πελάτες. Στην αντεξέταση κατ΄ επανάληψη επανέλαβε ότι ποτέ δεν πήρε λεφτά από τις ΜΚ1, 2 και
- Παραδέχεται ότι προειδοποιούσε τις ΜΚ2 και 3 ότι θα τους επιβάλει πρόστιμο και ότι επέβαλε πρόστιμο μόνο στην ΜΚ1 την Virginia. Ισχυρίζεται ότι οι ΜΚ1, 2 και 3 είπαν στο Δικαστήριο αυτά που τους ετοίμασαν να πουν, ότι η Καλλισθένη δημιούργησε αυτό το πρόβλημα για να μην τον πληρώσει και απόδειξη είναι οι άλλες επτά κοπέλες που ήταν μαζί του και αρνήθηκαν να χορεύουν «topless» ή να βγαίνουν με πελάτες η Καλλισθένη σε τρεις μήνες τις έστειλε πίσω. Το βάρος απόδειξης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση Woolmington v. D.P.P.,
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 110 και Charalambous and another v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει ν' αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη της μαρτυρίας (βλ. Χαράλαμπος Αγαθοκλέους και άλλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Οι αντιφάσεις για να έχουν αυτό το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Αντίθετα τέτοιες αντιφάσεις δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. Οι αντιφάσεις πρέπει να αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και μόνο αν είναι ουσιαστικές μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Κώστας Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 645). Στο στάδιο των αγορεύσεων η κα Θεοδότου αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόνισε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, αφού οι παραπονούμενες διαμέσου των απειλών του κατηγορουμένου, ο οποίος τους δημιουργούσε φόβο, του έδιναν τα λεφτά που τους ανήκαν φοβούμενες οι ίδιες για τη ζωή τους. Ο κ. Θεοδώρου στην αγόρευση του έθεσε ότι υπάρχουν
(4)λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπόθεση και να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Τόνισε ότι ο κάθε λόγος ξεχωριστά μπορεί να οδηγήσει αβίαστα το Δικαστήριο στο συμπέρασμα και να απορρίψει την υπόθεση, αφού ο κάθε λόγος ξεχωριστά αποτελεί και λόγο απόρριψης της. Ο πρώτος λόγος που επικαλέστηκε ήταν η κατάχρηση της διαδικασίας. Στήριξε την εισήγηση του επί του γεγονότος ότι οι παραπονούμενες στις 3.6.08 επισκέφθηκαν την Αστυνομία και ο μόνος λόγος που κατάγγειλαν τον κατηγορούμενο ήταν για να εισπράξουν τα χρήματα τους και το μόνο που ζητούσαν ήταν η είσπραξη των χρημάτων τους. Συνεπώς, είναι η θέση του, ότι η ποινική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Ο δεύτερος λόγος που επικαλέστηκε είναι η εφαρμογή ή όχι του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Είναι η θέση του, με βάση τα όσα οι παραπονούμενες ισχυρίζονται, ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αντιμετωπίζει το αδίκημα του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα αφού οι αναφορές και των τριών παραπονούμενων είναι ότι τους πήρε τα χρήματα με απειλές και όχι εκφοβισμό. Είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να κάμει χρήση του άρθρου 85 της Ποινικής Δικονομίας. Ο τρίτος λόγος που επικαλέστηκε είναι με βάση το άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα ότι δηλαδή ποινικό αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχθηκε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης, δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Είναι η θέση του ότι και αν ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ισχύει ο κατηγορούμενος δικαιούτο να επιβάλει στις παραπονούμενες πέναλτι και περαιτέρω θέτει ότι οι παραπονούμενες έχουν δώσει διαφορετικούς ισχυρισμούς για το λόγο που έδωσαν τα λεφτά στον κατηγορούμενο. Ο τέταρτος λόγος που επικαλέστηκε είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων. Τόνισε ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας πλην του αστυνομικού υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, η μαρτυρία ήταν γεμάτη ελλείψεις και η προσπάθεια όλων των μαρτύρων ήταν απλά να παρουσιασθεί μία εικόνα στο Δικαστήριο εναντίον του κατηγορουμένου. Είναι η θέση του ότι οι μαρτυρίες τόσο των παραπονουμένων όσο και υπόλοιπων μαρτύρων δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Αφού διάβασε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 2-3, Τεκμήρια 7Α και 11Α, αναφέρθηκε στο πανομοιότυπο των καταθέσεων. Τόνισε ότι στις 3.6.00 καμμιά από τις παραπονούμενες δεν κάμνει αναφορά για απειλές, εκφοβισμούς ή οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει σοβαρή προσπάθεια αποσιώπησης γεγονότων εκ μέρους των μαρτύρων κατηγορίας 1, 2 και 3. Αφού συνόψισε τη μαρτυρία, ζήτησε από το Δικαστήριο να υιοθετήσει τη θέση που έχει εκφραστεί εκ μέρους του κατηγορουμένου στην ένορκη του κατάθεση και να απορρίψει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το έργο της αξιολόγησης όπως έχει εύστοχα εξηγηθεί στην υπόθεση Pelecanos & Pelecanos
(1999)1 (B) Α.Α.Δ. 1273 είναι το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου, αφού πρέπει το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να αναδείξει το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης που διαθέτει. Η έννοια εντύπωσης από το μάρτυρα δεν είναι βέβαια ένα σχήμα λόγου, αλλά έχει ακριβώς να κάμει με το αποτέλεσμα αυτής της πολύμορφης διεργασίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη,
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, έχουν λεχθεί τα εξής: «Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητάς του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι θα πρέπει η αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας 1, 2 και 3 να εξεταστεί από κοινού καθότι διαπιστώνεται ότι τόσο από τις καταθέσεις που έχουν δώσει στην Αστυνομία όσο και προφορικά στο Δικαστήριο, είναι ταυτόσημες. Η ΜΚ1 έδωσε δυο καταθέσεις στην Αστυνομία. Η πρώτη κατάθεση της είναι ημερομηνίας 3.6.08 και η άλλη κατάθεση είναι στις 6.6.
- Όντως στην κατάθεση της 3.6.08, Τεκμήριο 1, η αναφορά που γίνεται για τον κατηγορούμενο είναι ότι τα λεφτά που έδωσε στον Ricardo, δηλαδή τον κατηγορούμενο, είναι ότι του τα έδωσε για τα πρόστιμα που της είχε επιβάλει και ανέρχονταν στο ποσό των €
- Επίσης στη κατάθεση της αναφέρει ότι το ίδιο πράγμα έγινε για τις φίλες της, ΜΚ2 και 3 και αναφέρει τα ποσά τα οποία κατ΄ισχυρισμό έδωσαν στον κατηγορούμενο. Συνεχίζοντας, όντως κάνει αναφορά, μιλώντας στον πληθυντικό, αφήνοντας νόημα ότι καλύπτει και τις ΜΚ2 και 3 ότι ήρθαν στην Αστυνομία με σκοπό η Αστυνομία να τις βοηθήσει να πάρουν πίσω τα λεφτά τους γιατί δεν έκαμαν οποιαδήποτε λάθη στην εργασία τους και δεν υπήρχε καθορισμένο στα συμβόλαια τους ότι ο κατηγορούμενος θα τους έπαιρνε χρήματα για τέτοιο θέμα. Επίσης στην ίδια κατάθεση αναφέρει ότι «πριν λίγο μιλήσαμε με την Καλλισθένη Νικολάου, η οποία μας ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε για τα πιο πάνω και μας ανέφερε ότι θα μας δώσει τους επόμενους μήνες και πριν να τελειώσει το συμβόλαιο μας όλα τα χρήματα που δώσαμε στον Ricardo», και συνεχίζει «εμείς εφόσον θα πάρουμε τα χρήματα μας δεν θέλουμε οτιδήποτε άλλο και δεν επιθυμούμε να προβούμε σε καταγγελία εναντίον του». Τέλος αναφέρει ότι «και οι φίλες μου που μίλησα μαζί τους θέλουν το ίδιο πράγμα όπως και εγώ». Μετά παρέλευση τριών ημερών δίδει δεύτερη κατάθεση, η οποία δεν είναι συμπληρωματική κατάθεση αλλά καινούργια κατάθεση και αφού κάνει αναφορά πώς βρίσκεται στη Κύπρο, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος απαιτούσε απ΄αυτή να του πληρώσει χρήματα από τον μισθό της ως πρόστιμο. Αυτή δεν μπορούσε να αποδεχθεί κάτι τέτοιο, αφού δεν αναφέρετο στο συμβόλαιο εργασίας που υπέγραψε στη Βραζιλία, ούτε σε αυτό που υπέγραψε στη Κύπρο. Αρχικά αρνείτο να δώσει χρήματα στον Ricardo αλλά συνέχισε να την απειλεί ότι θα έχει προβλήματα όταν θα επιστρέψει στη πατρίδα της και ότι αν τολμούσε να τον καταγγείλει στην Αστυνομία θα την έστελνε στη πατρίδα της και θα είχε τη δύναμη να της δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα. Ισχυρίζετο ότι στις 17.4.08 ο Ricardo της πήρε το ποσό των €413 που αφαίρεσε από το λογαριασμό της στην τράπεζα και της ανέφερε ότι ήταν πρόστιμο. Ακόμη μια φορά ο Ricardo της πήρε τα λεφτά που είχε στο διαβατήριο της και ισχυρίσθηκε ότι και στην περίπτωση αυτή ήταν πρόστιμο και τέλος ότι του έδωσε το ποσό των €500 που απέσυρε από την Τράπεζα. Επίσης ανέφερε ότι «στις 2.6.08 το ανέφερα στη κα Καλλισθένη Νικολάου, η οποία μας συμβούλευσε να καταγγείλουμε την υπόθεση στην Αστυνομία και να μην φοβόμαστε γιατί δεν θα άφηνε τον Ricardo να μας κάμει κακό». Όντως μεταξύ των δύο καταθέσεων, του Τεκμηρίου 1 και Τεκμηρίου 2 - 2Α εκτός από τα γεγονότα πώς βρέθηκε στη Κύπρο και το γεγονός ότι ο Ricardo της πήρε κάποια ποσά, φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές διαφορές. Στη πρώτη κατάθεση δεν γίνεται καμιά αναφορά για απειλές εκ μέρους του Ricardo και ισχυρίζεται ότι τα ποσά που της πήρε ο Ricardo, τα πήρε ως πρόστιμο που επέβαλλε σε αυτή. Στη δεύτερη κατάθεση γίνονται εκτενείς αναφορές για απειλές εκ μέρους του Ricardo. Οι απειλές αυτές έγιναν πολύ περισσότερες όταν η μάρτυρας έδινε κατάθεση στο Δικαστήριο. Στη πρώτη κατάθεση η μάρτυρας αναφέρει ότι «πριν από λίγο μιλήσαμε με την κα Καλλισθένη», η κατάθεση της δόθηκε στις 3.6.08 στις 21.45 συνεπώς θα πρέπει να μίλησαν την ίδια μέρα ενωρίτερα ενώ στην κατάθεση που δόθηκε στις 6.6.08 αναφέρει ότι μίλησε με τη κα Καλλισθένη στις 2.6.
- Στην κατάθεση 3.6.08 αναφέρει ότι η κα Καλλισθένη τους ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε για τα πιο πάνω και ότι θα τους δώσει τους επόμενους μήνες όλα τα χρήματα που έδωσαν στον Ricardo και ότι θα αλλάξουν χώρο εργασίας και να πάνε σε άλλη πόλη. Στις 6.6.08 αναφέρει ότι αφού ανέφεραν στη κα Καλλισθένη τι συνέβαινε, η κα Καλλισθένη τις συμβούλευσε να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία. Πέραν των όσων έχω αναφέρει για τις διαφορές μεταξύ των δυο καταθέσεων της ΜΚ1, σοβαρές διαφορές υπάρχουν και μεταξύ των ΜΚ2 και
- Η ΜΚ1 στην κατάθεση της Τεκμήριο 1 ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει αποτελούν και τη θέση των ΜΚ2 και
- Οι ΜΚ2 και 3 το διέψευσαν με τη προφορική μαρτυρία. Περαιτέρω όλες ισχυρίζονται ότι τα όσα ανέφεραν στην Αστυνομία δεν καταγράφηκαν στις καταθέσεις τους κάτι που το αμφισβήτησε ο ΜΚ4 αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Σοβαρές διαφορές υπάρχουν μεταξύ των ΜΚ1, 2 και 3 ως προς τους λόγους που έδωσαν τα λεφτά στον κατηγορούμενο και ειδικά ως προς τον τρόπο. Βασίσθηκαν και οι τρεις στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με απειλές κατά τη ζωής τους κατάφερε και είσπραττε τα ποσά εκείνα, ανέφεραν ότι κάποια ποσά αποσύρθηκαν από την τράπεζα και δόθηκαν στον κατηγορούμενο. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια φωτοαντίγραφα των λογαριασμών τους χωρίς όμως να γίνεται επιβεβαίωση των ποσών που εισπράχθησαν με τα ποσά που εδόθηκαν στον κατηγορούμενο. Πολύ εύκολα οι ΜΚ1, 2 και 3 τόσο στις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία όσο και προφορικά ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος τους επέβαλλε πέναλτι με βάση τους όρους, όπως του έλεγε, του συμβολαίου που υπόγραψαν στη Βραζιλία. Αυτές όμως αρνούντο ότι στο περιεχόμενο του συμβολαίου που υπέγραψαν στη Βραζιλία υπήρχαν όροι με τους οποίους διδόταν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να επιβάλλει πέναλτι για λάθη ή παραλείψεις των παραπονουμένων. Τα συμβόλαια που υπέγραψαν στη Βραζιλία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 3, 6 και 14 και ειδικά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά και είναι το Τεκμήριο 6(α) και είναι παραδεκτό γεγονός ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 6(α) είναι τα ίδια που αναφέρονται στα Τεκμήρια 3 και 14 με μόνη αλλαγή το όνομα της καλλιτέχνιδος. Φαίνεται από το Τεκμήριο 6(α) ότι ο καλλιτεχνικός πράκτορας δικαιούτο να επιβάλει πέναλτι στη καλλιτέχνιδα που υπέγραψε το συμβόλαιο. Κάτι επίσης που απέκρυψαν επιμελώς τόσο οι ΜΚ1, 2, 3 όσο και οι ΜΚ6 και 7 και αρνούντο ενώπιον Δικαστηρίου ήταν ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη Κύπρο ως καλλιτεχνικός πράκτορας των ΜΚ1, 2 και 3 και επέμεναν ότι στην Κύπρο ο κατηγορούμενος δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα μέλος του χορευτικού συγκροτήματος που συμμετείχαν και οι ΜΚ1, 2 και
- Όμως τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6(α) όσο και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος μεταξύ των παραπονουμένων ΜΚ1, 2 και 3 θεωρείται ως ο καλλιτεχνικός πράκτορας. Αυτό διαπιστώνεται και εμμέσως από τη μαρτυρία των ΜΚ1, 2, 3, 6 και
- Ο δε κατηγορούμενος εξήγησε τους λόγους που υπέγραψε συμβόλαιο στην Κύπρο ως χορευτής. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνεται από την όλη παρουσία του ΜΚ1, 2 και 3 στο εδώλιο του μάρτυρα ότι δεν είναι πρόσωπα τα οποία άγοντο και φέροντο από τον κατηγορούμενο ότι ήταν πρόσωπα τα οποία αν είχαν κάποιο πρόβλημα δεν θα σιωπούσαν γιατί φοβούνται τον κατηγορούμενο. Η ημερομηνία επιλογής για καταγγελία του κατηγορούμενου στην Αστυνομία, η ξαφνική αλλαγή στις καταθέσεις τρεις μέρες αργότερα και ειδικότερα όταν έμαθαν ότι ο κατηγορούμενος θα έφευγε από την Κύπρο την επόμενη, η στιχομυθία των γραπτών καταθέσεων, η προφορική τους μαρτυρία σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των ΜΚ5, 6 και 7 αφήνουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους απορρίπτεται. Οι ΜΚ5, 6 και 7 έχουν αφήσει τη χείριστη εντύπωση στο Δικαστήριο και ειδικά το γεγονός ότι όλοι τους μπορεί να είχαν κάποιο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Το γεγονός ότι οι ΜΚ5 και 7 αντιλήφθηκαν τις παραπονούμενες όταν έρχονταν δουλειά να τρώνε κούννες και φρούτα δεν σημαίνει ότι ήταν και νηστικές. Οι ΜΚ1, 2 και 3 πουθενά στη μαρτυρία τους δεν ανέφεραν ότι συζήτησαν το θέμα με τους ΜΚ5 και 7 και ότι με το μόνο πρόσωπο που μίλησαν πριν πάνε στην Αστυνομία ήταν με τη κα Καλλισθένη. Επίσης η κα Καλλισθένη, ΜΚ6 ανέφερε ότι με τις μόνες που συζήτησε το θέμα ήταν με τις παραπονούμενες και όχι με τους ΜΚ5 και
- Τόσο ο ΜΚ7 όσο και η ΜΚ6 απέκρυψαν το γεγονός ότι είχαν αμφότεροι συμφέρον από το νυχτερινό κέντρο που εργάζονταν οι παραπονούμενες και ότι ήταν μεταξύ τους πρώην σύζυγοι και συνιδιοκτήτες του συγκεκριμένου κέντρου. Καθαρά τυπική μπορεί να χαρακτηριστεί η μαρτυρία του ΜΚ4 Αρχιαστυφύλακα 674 Δημήτρη Γερολέμου, ο οποίος όμως εξήγησε ότι στις καταθέσεις που λήφθηκαν από τις παραπονούμενες, ΜΚ1,2 και 3 εγγράφησαν τα όσα οι παραπονούμενες παρέθεσαν. Επίσης ότι ο κατηγορούμενος από την αρχή ανέφερε ότι ποτέ του δεν πήρε οποιαδήποτε λεφτά από τις παραπονούμενες. Η ΜΚ8 Κάτιας Ριμπέϊρο από την Βραζιλία είναι δασκάλα χορού και είναι αυτή που έφερε σε επαφή τις παραπονούμενες με το γραφείο της συζύγου του κατηγορουμένου. Αυτή πληροφορήθηκε τα γεγονότα από τις παραπονούμενες, ΜΚ2 και 3, οι οποίες τις παραπονέθηκαν ότι ο κατηγορούμενος τους έπαιρνε λεφτά και τις απειλούσε ότι θα τους χαλούσε το καλό όνομα που είχαν στη Βραζιλία. Παραδέχθηκε ότι στη Βραζιλία οι παραπονούμενες υπέγραψαν συμβόλαια μαζί με τον κατηγορούμενο και είναι τα Τεκμήρια 3, 6 και
- Συμφώνησε ότι στα συμβόλαια υπάρχει όρος για πέναλτι. Η μαρτυρία της θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ενίσχυση της μαρτυρίας των ΜΚ1, 2 και 3, ως προς το παράπονο που έκαναν οι ΜΚ2 και 3 προς αυτή, εάν κρίνετο αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΚ1, 2 και
- Η κατάληξή μου επί της ποιότητας της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής οδηγεί από μόνη της σε κατάρρευση των κατηγοριών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαλιώτη αρ. 2
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ.
- Παρά την πιο πάνω θεώρηση μου ωστόσο για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθό να εξετάσω και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου είχε μία συνοχή και τα πλείστα σημεία της επιβεβαιώνονταν από τα Τεκμήρια 3, 6 και 14 και ειδικά λόγω του ότι ήταν γραμμένα στα Βραζιλιάνικα από το Τεκμήριο 6α που αποτελεί την μετάφραση του Τεκμηρίου 6 και αποδίδει και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και
- Φαίνεται ότι στη Κύπρο μαζί με τον κατηγορούμενο ήρθαν και άλλες καλλιτέχνιδες, οι οποίες εγκατέλειψαν την Κύπρο μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου και απ΄αυτές δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση. Πέραν τούτου διαπιστώνεται από τη μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κάποια λεφτά στις παραπονούμενες όταν ήρθαν στην Κύπρο, κάτι που οι παραπονούμενες απέκρυψαν κατά τη κυρίως εξέταση, το έχουν παραδεχθεί όμως στην αντεξέταση. Θεωρώ ότι τα όσα έχει αναφέρει βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της λογικής και ήταν η θέση του κατηγορουμένου ευθύς εξ αρχής από τη στιγμή της σύλληψης του, κάτι που το έχει επιβεβαιώσει και ο ΜΚ
- Η μη τήρηση του καθήκοντος της πλήρους αλήθειας από τους μάρτυρες κατηγορίας έχει ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να διατυπώσει ευρήματα. Και αν ακόμη το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, τα όσα ανέφεραν βρίσκονται πολύ πιο κοντά και θα μπορούσαν να αποδείξουν το αδίκημα του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα καθότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα λεφτά που οι παραπονούμενες ισχυρίζονται ότι έδωσαν στον κατηγορούμενο τα έδωσαν σ' αυτόν κατόπιν απειλών. Όμως είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το ίδιο το κατηγορητήριο, αφού σαφώς και απολύτως ως εκ της φρασεολογίας του τίθεται ότι το αδίκημα αφορά την κλοπή διά εκφοβισμού. Σ΄αυτό το αδίκημα στηρίχθηκε η υπεράσπιση. Συνεπώς οποιαδήποτε τροποποίηση με βάση το άρθρο 85 της Ποινικής Δικονομίας θα συνιστούσε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Τα όσα η κα Θεοδότου έχει αναφέρει επί του θέματος του εκφοβισμού και ότι οι απειλές είχαν σκοπό τον εκφοβισμό και ως αποτέλεσμα την εξασφάλιση των χρημάτων διά εκφοβισμού, δεν μπορούν να στηριχθούν σε καμία μαρτυρία που έχει παραθέσει στο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσω τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που έθεσε ο συνήγορος του κατηγορούμενου στο στάδιο των αγορεύσεων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, ως όφειλε, δεν έχει αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) .............. Μ. Δρουσιώτης, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ: ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΛΗ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Κλοπή άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο