Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χαρίλαος Χαριλάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:17228/2006, 21 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:17228/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν -
- Χαρίλαος Χαριλάου
- Εταιρεία Charilaos Charilaou & Sons Ltd Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τους κατηγορούμενους : κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενος 1 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε προφορικό αίτημα για έκδοση διατάγματος για εξέταση μαρτυρικού υλικού από την Υπεράσπιση, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 18 κατηγορίες. Αφορούν διάφορα αδικήματα που έχουν σχέση με προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας κατά παράβαση του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου (Ν.59/1976)και αδικήματα εισαγωγής αισχρού θέματος κατά παράβαση του περί Δημοσίευσης Αισχρών Θεμάτων Νόμου (Ν 35/1963) όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε αίτημα όπως εκδοθεί σχετικό διάταγμα από το δικαστήριο με το οποίο να διατάσσεται όπως επιτραπεί στους κατηγορούμενους με τη βοήθεια και εμπειρογνώμονα τους να ελέγξουν ένα προς ένα τα τεκμήρια τα οποία κατασχέθηκαν από το σπίτι του 1ου κατηγορουμένου και τα οποία για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξέταση αυτή, εισηγήθηκε, θα μπορεί να γίνει εκεί όπου φυλάγονται τα τεκμήρια στη παρουσία αντιπροσώπου ή εμπειρογνώμονα της Κατηγορούσας Αρχής ακόμα και να χρησιμοποιηθούν μηχανήματα για τον έλεγχο τους τα οποία διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή έτσι ώστε να διασκεδαστούν οι φόβοι της Κατηγορούσας Αρχής ότι μπορεί να υπάρξει επέμβαση επί των τεκμηρίων. Πρόκειται για 1.671 αντίτυπα DVD έργων, 31 αντίτυπα VCD έργων, 1.015 αντίτυπα CD Μουσικής, 45 αντίτυπα Βιντεοκασετών έργων, 61 αντίτυπα παιχνιδιού Play station ψηφιακούς δίσκους, 10 αντίτυπα παιχνιδιών X Box ψηφιακούς δίσκους, 7 αντίτυπα παιχνιδιών PC Games ψηφιακούς δίσκους, 29 αντίτυπα DVD μουσικής, 8.131 ψηφιακούς δίσκους DVD αισχρού περιεχομένου και με εξώφυλλο αισχρού περιεχομένου και 2.858 βιντεοκασέτες αισχρού περιεχομένου και με εξώφυλλο αισχρού περιεχομένου όπως αυτά περιγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Προς υποστήριξη του πιο πάνω αιτήματος της η Υπεράσπιση επικαλέστηκε το Άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα : ¨ Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημα του προς την κατηγορούσα αρχή να ζητήσει να εφοδιαστεί με αντίγραφο των καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση αδίκημα: Νοείται ότι έναντι της παροχής των αντιγράφων ο κατηγορούμενος θα καταβάλλει το τέλος το οποίο εκάστοτε θα καθορίζεται από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού ο όρος ¨αντίγραφο¨ περιλαμβάνει φωτοαντίγραφα των καταθέσεων και εγγράφων στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται¨. Έγινε επίσης επίκληση της υπόθεσης Κορέλληs v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1718 η οποία όμως διαφοροποιείται ως προς αυτή την υπόθεση, κατά την εισήγηση, καθ΄ότι χωρίς την κατάθεση όλων αυτών των αντικειμένων η Κατηγορούσα Αρχή δεν θα μπορέσει να αποδείξει την υπόθεση της και από την άλλη η Υπεράσπιση θα πρέπει να έχει τον απαραίτητο χρόνο να προετοιμαστεί, αφού εξετάσει πρώτα κάθε τεκμήριο που θα επιχειρηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή να κατατεθεί και μάλιστα με δικό της εμπειρογνώμονα εφόσον η υπεράσπιση συνίσταται στο ότι αυτά είναι γνήσια (original) αντίτυπα και δεν είναι αισχρού περιεχομένου όσα από αυτά παρουσιάζονται ως τέτοια, διαφορετικά δεν θα μπορεί να αντεξετάσει τον εμπειρογνώμονα της Κατηγορούσας Αρχής. Εάν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα τότε θα υπάρξει εξοικονόμηση χρόνου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη ότι η έρευνα και η κατάσχεση αυτών των αντικειμένων από την οικία του 1ου κατηγορουμένου έγινε ενόσω αυτός απουσίαζε και δεν υπάρχει υπογραφή για την κατάσχεση αυτών των αντικειμένων και δεν ξέρει τι προτίθεται η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει ότι κατασχέθηκε από την οικία του. Θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η εξέταση των τεκμηρίων, στα οποία έγινε αναφορά, πριν την κατάθεση τους ως τεκμηρίων θα είναι επιζήμια για την σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι δυνατό να υπάρξει, εάν εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, κενό και διάσπαση της αλυσίδας των μαρτύρων οι οποίοι ήρθαν ή θα έρθουν σε επαφή με τα τεκμήρια. Αν δοθούν τέτοιες οδηγίες από το Δικαστήριο θα χρειαστεί να ακουστεί και η δική τους η μαρτυρία ως μάρτυρες κατηγορίας, προσώπων δηλαδή που δεν προτίθεται να καλέσει η Κατηγορούσα Αρχή. Να καλέσει δηλαδή ως δικούς της μάρτυρες πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης, εάν έχουν οποιαδήποτε άποψη επί των γεγονότων της υπόθεσης. Τα τεκμήρια φυλάσσονται σε μέρος ασφαλισμένο και αν δοθεί διαταγή από το Δικαστήριο να εξεταστούν μπορεί ακόμα να υπάρξει ο κίνδυνος αλλοίωσης ή και να δημιουργηθούν προβλήματα ως προς την ταυτότητα των αντικειμένων. Ήταν η εισήγηση της ότι είναι πιο σωστό να κατατεθούν στο Δικαστήριο από τα άτομα τα οποία τα έχουν στην κατοχή τους και εφόσον κατατεθούν στο Δικαστήριο και γίνουν τεκμήρια δεν θα υπάρχει πρόβλημα να ελεγχθούν από την Υπεράσπιση μέσα όμως στα πλαίσια της δίκης και αυτό ανεξάρτητα του χρόνου που θα απαιτηθεί. Το περιεχόμενο της επιστολής η οποία εστάλη προς τον κ. Νικηφόρου στις 13/12/07 από την εισαγγελία Λάρνακας και αφορούσε το ίδιο αίτημα είναι αυτόδηλο της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής όπως την ανέπτυξε πιο πάνω. Το υπό κρίση ζήτημα έχει δύο πτυχές. Η πρώτη αφορά το κατά πόσο το δικαστήριο μπορεί και έχει δικαιοδοσία να εξετάσει ένα τέτοιο αίτημα. Η δεύτερη αφορά την ουσία του αιτήματος και ειδικότερα εάν η κατάληξη του δικαστηρίου είναι αρνητική πως αυτή μπορεί να επιδράσει ή επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε δίκαιη δίκη. Σχετικά με την πρώτη πτυχή, το διαδικαστικό διάβημα της Υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο νόμο αλλά ούτε και στη νομολογία. Στην υπόθεση Κορέλλης (ανωτέρω), στην οποία έγινε αναφορά και από τις δύο πλευρές, έγινε εκτενής ανάλυση του θέματος. Προκύπτει από αυτή την υπόθεση ότι: ¨Οι δικονομικοί κανόνες για την άσκηση των εξουσιών του Κακουργιοδικείου - όπως ήταν η εκεί περίπτωση και κατά παρόμοιο τρόπο θα έλεγα και στη δικαιοδοσία του πρωτόδικου δικαστηρίου - προδιαγράφονται από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155. Η τήρηση τους ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Η διασφάλιση του δικαιώματος του εφεσείοντα να τύχει δίκαιης δίκης, δεν μπορεί να μεταβάλει τους κανόνες της αντιδικίας. Η εξουσία του Κακουργιοδικείου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, πρέπει να ασκείται με βάση τους δικονομικούς κανόνες. Οι συμφυείς εξουσίες του δεν αποτελούν μέσο και δεν παρέχουν ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η προληπτική - όπως την αποκάλεσε το Κακουργιοδικείο - άσκηση των εξουσιών του Κακουργιοδικείου για διασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη, δεν θα έχει οποιοδήποτε πρακτικό όφελος για τον κατηγορούμενο, ενόψει της εξουσίας που διαθέτει να τον απαλλάξει και να τον αθωώσει, αν στο τέλος της δίκης φανεί ότι η μη αποκάλυψη σχετικού μαρτυρικού υλικού από την Κατηγορούσα Αρχή είχε καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη¨. Και στη συνέχεια: ¨Η Κυπριακή νομολογία είναι η ίδια με την Αγγλική επί του προκειμένου. Από την Αγγλική Νομολογία προκύπτουν, με ρητό και άμεσο τρόπο, οι πιο κάτω προτάσεις:
(1)Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της.
(2)Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη εγείρεται μόνο σε σχέση με τη σχετική και ουσιώδη μαρτυρία ή με μαρτυρία η οποία είναι δυνατόν να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν ή τα οποία εγείρονται αναπάντεχα στη διάρκεια της δίκης¨. Δεν θα με απασχολήσουν τα όσα η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε σε σχέση με τους φόβους που ενυπάρχουν για το ενδεχόμενο αλλοίωσης των τεκμηρίων ή της ανάγκης κλήτευσης μαρτύρων που θα εμπλακούν με τα τεκμήρια και τους οποίους θα είναι αναγκασμένη να καλέσει ως μάρτυρες κατηγορίας (αδιάσπαστο της αλυσίδας τεκμηρίων). Πιστεύω ότι τέτοιοι φόβοι είναι υπερβολικοί εν΄ όψη της μεθόδου που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση να ακολουθηθεί σε περίπτωση που εγκρινόταν το αίτημα της. Όπως αποφασίστηκε όμως στην υπόθεση Κορέλλης, έτσι και στη παρούσα κρίνω ότι δεν υπάρχει δικονομικός κανόνας ο οποίος να προβλέπεται από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, ο οποίος να παρέχει εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού ρυθμίζεται από το Άρθρο 7 του Κεφ. 155. Σε αυτό, όπως ανέφερα και πιο πάνω, κατοχυρώνεται το δικαίωμα των κατηγορουμένων να ¨εφοδιαστούν με αντίγραφα των καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα¨. Τα αντικείμενα που καθορίζονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων και τα οποία κατ΄ ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων χαρακτηρίζονται ως αντίτυπα που παρήχθησαν προς πώληση και έτσι παραβιάζουν πνευματικά δικαιώματα, οι δύο δε τελευταίες κατηγορίες αφορούν αδικήματα εισαγωγής ψηφιακών δίσκων DVD και βιντεοκασεττών αισχρού περιεχομένου. Γίνεται λεπτομερής περιγραφή τους και οι κατηγορούμενοι εφόσον βρέθηκαν, όπως ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή στην κατοχή τους γνωρίζουν γι΄αυτά. Όταν η Κατηγορούσα Αρχή εκδηλώσει την πρόθεση της να τα καταθέσει ως τεκμήρια τότε η Υπεράσπιση θα έχει το δικαίωμα αλλά και τη δυνατότητα να τα επιθεωρήσει και να ενστεί στην κατάθεση τους αν με τη κατάθεση τους παραβιάζονται διατάξεις του αποδεικτικού μας δικαίου. Η Υπεράσπιση επιπλέον θα έχει τη δυνατότητα με βάσει του κανόνες του αποδεικτικού μας δικαίου κατά τη διάρκεια της δίκης είτε να αμφισβητήσει ότι αυτά βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων είτε ότι αυτά είναι αντίτυπα τα οποία παραβιάζουν τον νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας ή τέλος ότι όσα από αυτά χαρακτηρίζονται ότι είναι αισχρού περιεχομένου ότι είναι πράγματι τέτοια. Επομένως ούτε τα Άρθρα 12.5(β), 30.2 και 35 του Συντάγματος και τα Άρθρα 6
(1)και 3(β) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα* και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου για τη διασφάλιση δίκαιης δίκης δεν παρέχουν έρεισμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (βλ. την ανάλυση που γίνεται στην πιο πάνω υπόθεση Κορέλλης). Έτσι οι όποιοι φόβοι της Υπεράσπισης για παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων για έλεγχο του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού δεν μπορούν να ευσταθούν εφόσον δυνατότητα για έλεγχο του παρέχεται από τον περί Αποδείξεως Νόμο μέσα στα πλαίσια της δίκης. Καταλήγω ότι το αίτημα της Υπεράσπισης δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης και έτσι απορρίπτεται. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ *Άρθρο 12 5(β) του Συντάγματος: Πας κατηγορούμενος δι΄αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ΄ελάχιστον όριον δικαιώματα: να έχει επαρκή χρόνον και διευκόλυνσιν δια την προπαρασκευήν της υπερασπίσεως αυτού. Άρθρο 30.2 του Συντάγματος: Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδτυομένου διά νόμου. Άρθρο 35 του Συντάγματος: Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής. Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: ¨Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η απόφασις δέον να εκδοθεί δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθεί εις τον τύπον και το κοινόν, καθ΄όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίου μέτρω, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης¨. Το Άρθρο 6
(3)(β): Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: όπως διαθέτει τον χρόν και τα αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεως του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο