← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Εταιρεία Π.Γ.Π. (Έμποροι Κρεάτων) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:14220/07, 29 Ιανουαρίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Εταιρεία Π.Γ.Π. (Έμποροι Κρεάτων) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:14220/07, 29 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14220/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν -

  1. Εταιρεία Π.Γ.Π. (Έμποροι Κρεάτων) Λτδ
  2. Παναγιώτης Γεωργίου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος 2 παρόν E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράλειψης ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής 24 ώρες προηγουμένως από την παραλαβή ζωικών προϊόντων κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4,5,13,33

(1)(β)
(2)και 36 του περί Κτηνιατρικών Ελέγχων στο Ενδοκοινοτικό Εμπόριο και την Εισαγωγή από Τρίτες Χώρες Ζώων και Ζωικών Προϊόντων Νόμου 98
(1)/02 και κανονισμού 4 Κ.Δ.Π.232/2004 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι στις 26.03.2007 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας παρέλαβαν από την Ελλάδα 950 νωπά αρνιά συνολικού βάρους 16422,06 κιλά χωρίς να ενημερώσουν 24 ώρες προηγουμένως για τον αριθμό, το είδος, ο κράτος μέλος προέλευσης, την υπολογισμένη ώρα άφιξης και τον τελικό προορισμό του κρέατος. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα έγγραφα: Το πιστοποιητικό σύστασης ως εταιρείας της 1ης κατηγορουμένης το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Το πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα της 1ης κατηγορουμένης όπου ο 2ος κατηγορούμενος κατονομάζεται ως ένας εκ των διευθυντών της το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Η κατάθεση της Γ/Αστ. 4056 Μ. Δημητρίου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 στην οποία κάνει αναφορά σε σχέση με την καταγγελία που έγινε στο τμήμα της από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Λάρνακας. Τέλος η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην απάντηση του ο 2ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε ενημερώσει την αρμόδια υπηρεσία στις 26.03.2007 το πρωί επειδή 24.03.2007 ήταν Σάββατο και 25.03.2007 ήταν Κυριακή και αργία. Το εμπορευματοκιβώτιο έφτασε στις 26.03.2007 αργά το απόγευμα. Κλήθηκε και κατέθεσε ως Μ.Κ.1 ο Χαράλαμπος θεοδώρου, Επαρχιακός Κτηνιατρικός Λειτουργός στην Λάρνακα. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σε αυτή αναφέρει ότι περί ώρα 08:22 της 26.03.2007 είχε ληφθεί στο γραφείο του τηλεμειονότυπο (Φάξ) (Τεκμήριο 6) από την 1η κατηγορουμένη με το οποίο ενημέρωνε την Κτηνιατρική Υπηρεσία ότι την ίδια ημέρα δηλαδή στις 26.03.2007 θα παραλάμβαναν εμπορευματοκιβώτιο με 950 νωπά αρνιά συνολικού βάρους 16422 Κιλών από την Ελλάδα. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία τους με την 1η κατηγορουμένη πληροφορήθηκαν ότι η ακριβής ώρα άφιξης του εμπορευματοκιβωτίου θα ήταν η 15:00 της ίδιας ημέρας. Το παράπονο που εξέφραζε ήταν ότι όφειλαν οι κατηγορούμενοι να τους είχαν ενημερώσει σύμφωνα με τον νόμο είκοσι τέσσερις ώρες προηγουμένως. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα ανέφερε ότι ο χρόνος των είκοσι τεσσάρων ωρών προειδοποίησης απαιτείται για να δίδεται ικανοποιητικός χρόνος στις αρμόδιες υπηρεσίες για να προβαίνουν στους ενδεδειγμένους ελέγχους. Στη προκειμένη περίπτωση έγινε ο έλεγχος των αρνιών που εισήχθησαν. Το τηλεομειονότυπο (φάξ) του γραφείου του είναι σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Τα γραφεία τους είχαν κλείσει την Παρασκευή που προηγήθηκε της Δευτέρας που διαπράχθηκε το αδίκημα και περί ώρα 14:
  6. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι την υπηρεσία του ενδιαφέρει η ημερομηνία και η ώρα άφιξης των προϊόντων στον τελικό τους προορισμό που ήταν οι εγκαταστάσεις των κατηγορουμένων και δεν ήξερε πότε είχαν φτάσει στη Κύπρο τα αρνιά. Δεν αμφισβήτησε ότι το εμπορευματοκιβώτιο είχε φτάσει στον προορισμό του ημέρα Δευτέρα και ότι η προηγούμενη ημέρα ήταν Κυριακή και δημόσια αργία. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του παραπέμποντας στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή και σε σχετική νομολογία, ότι δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος και έτσι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από αυτό το στάδιο. Σε σχέση δε με τον 2ο κατηγορούμενο ότι η ιδιότητα του και μόνο ως διευθυντού της εταιρείας δεν του αποδίδει ποινική ευθύνη εφόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης. Υπάρχει κενό στο νόμο σε σχέση με την ειδοποίηση που έπρεπε να στείλουν οι κατηγορούμενοι προς ενημέρωση της αρμόδιας αρχής καθώς δεν διευκρινίζεται τι γίνεται όταν προηγείται αργία όπως στη προκείμενη περίπτωση. Η ασάφεια του νόμου θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος των κατηγορουμένων. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία εφόσον είναι παραδεκτό ότι η σχετική ειδοποίηση που όφειλαν να στείλουν και να ενημερώσουν την αρμόδια αρχή για την άφιξη των αρνιών θα έπρεπε με βάσει τον νόμο να είχε σταλεί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν την άφιξη τους και κάτι τέτοιο δεν έγινε, όπως είναι παραδεκτό, και στην ειδοποίηση που έστειλαν δεν αναγραφόταν η ακριβής ώρα της άφιξης των ζώων στον τελικό τους προορισμό. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  7. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο κ. Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. Όταν συντρέχει η δεύτερη περίπτωση τότε: (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ ¨Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο δικαστήριο λογική αμφιβολία, το δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο¨. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Το αδίκημα βασίζεται στη παράγραφο 1 του Άρθρου 13 του περί Κτηνιατρικών Ελέγχων στο Ενδοκοινοτικό Εμπόριο και την Εισαγωγή από Τρίτες Χώρες Ζώων και Ζωικών Προϊόντων καθώς και άλλα Συναφή Θέματα Νόμου (Ν. 98
(1)2002) η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Κανένα πρόσωπο δεν παραλαμβάνει και δεν αποδέχεται ζώο ή αποστολές ζώων ή ζωικών προϊόντων εξαιρουμένων των καταχωρημένων, όπως προβλέπεται στον περί της Βελτίωσης των Ζώων Νόμο του 2001, ίππων, εκτός εάν ο εισαγωγέας ή ο αποστολέας έχουν ειδοποιήσει γραπτώς, την Αρμόδια Αρχή, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες προηγουμένως για τον αριθμό, το είδος, το κράτος μέλος προέλευσης, την υπολογισμένη ώρα άφιξης και τον τελικό προορισμό της παρτίδας.¨ Στην ερμηνευτική διάταξη του Άρθρου 2 του ίδιου νόμου δίδονται οι πιο κάτω σχετικοί ορισμοί: «Αρμόδια Αρχή» σημαίνει τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ενεργουσών διά του Διευθυντή ή οποιουδήποτε άλλου λειτουργού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κατάλληλα εξουσιοδοτημένου από αυτόν. «Εισαγωγέας» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εισάγει ζώα και ζωικά προϊόντα στη Δημοκρατία και περιλαμβάνει τον εκπρόσωπο του ή το άτομο που φέρεται ως υπεύθυνο για την εισαγωγή. «Έμπορος» σημαίνει το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Παραθέτω επίσης από τον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 τις παραγράφους (β) και (γ) του Άρθρου 31 ως σχετικές: ¨Στον υπολογισμό χρόνου για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου εκτός αν φαίνεται το αντίθετο _ (β) αν η τελευταία ημέρα της περιόδου είναι Κυριακή ή δημόσια αργία (οι οποίες ημέρες αναφέρονται στο άρθρο αυτό ως ¨εξαιρούμενες ημέρες¨) η περίοδος θα περιλαμβάνει την επόμενη ημέρα η οποία δεν είναι εξαιρούμενη ημέρα, (γ) όταν πράξη ή διαδικασία διατάσσεται ή επιτρέπεται να γίνει ή να λάβει χώρα σε ορισμένη ημέρα, τότε αν η ημέρα εκείνη είναι εξαιρούμενη ημέρα, η πράξη ή διαδικασία θα θεωρείται ότι έγινε ή έλαβε χώρα σε ορθό χρόνο αν γίνει ή λάβει χώρα την επόμενη ημέρα μετά, η οποία δεν είναι εξαιρούμενη ημέρα¨. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Από την Υπεράσπιση δεν αμφισβητήθηκαν οι ιδιότητες του εισαγωγέα και εμπόρου που είχε η 1η κατηγορούμενη, εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε είναι η ποινική ευθύνη του 2ου κατηγορουμένου ως ενός εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορουμένης ενόψει μάλιστα των γεγονότων της υπόθεσης όπως αυτά παρουσιάστηκαν με την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτημα το οποίο θα με απασχολήσει αμέσως στη συνέχεια. Η ποινική ευθύνη του 2ου κατηγορουμένου ως διευθυντή εταιρείας, της 1ης κατηγορουμένης, εδράζεται σύμφωνα με το κατηγορητήριο στο Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με το Άρθρο αυτό: ¨Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, επιφέρει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη, δύναται να διωχθεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιο τέτοια πράξη ή παράλειψη¨ Οι εταιρείες είναι νομικά πρόσωπα, τα οποία ενεργούν μέσω φυσικών προσώπων. Οι διευθυντές και σύμβουλοι εταιρειών υπέχουν την ευθύνη που το καταστατικό και ο νόμος επιβάλλει σ΄αυτούς. Ο διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος εταιρείας αναλαμβάνει και έχει έναντι του νόμου τις ευθύνες του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. BISCO Ltd και άλλων
(1991)2 Α.Α.Δ. σελ. 16, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Toorac Fashion
(1993)2 A.A.Δ. σελ. 117). Όπως είναι διατυπωμένη η παράγραφος 1 του Άρθρου 13 (ανωτέρω), στην οποία βασίζεται το αδίκημα, η ποινική ευθύνη που υπέχει η 1η κατηγορουμένη είναι αυτή του αυτουργού όπως εξάλλου καθορίζεται και η ευθύνη των δύο κατηγορουμένων στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως προσωπικά δηλαδή υπεύθυνων. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 1ης κατηγορουμένης. Για να κατηγορηθεί όμως ως συνεργός ένας διευθυντής ή διοικητικός σύμβουλος μιας εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, όπως είναι η 1η κατηγορούμενη, πρέπει να αποδειχθεί σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ότι βοήθησε, συνέδραμε, παρακίνησε ή προήγαγε την εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα, και ότι ο διευθυντής είχε πρόθεση και σκοπό όπως οι πράξεις ή οι παραλείψεις του να βοηθήσουν, να συνδράμουν, να παρακινήσουν ή προαγάγουν τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, να ενήργησε δηλαδή ως αυτουργός. Για να καταδικασθεί ως συνεργός για ποινικό αδίκημα, για το οποίο η εταιρεία είναι ο αυτουργός, απαιτείται επιπρόσθετα και απόδειξη ένοχης σκέψης (mens rea) του συμβούλου, όπως π.χ. πρόθεση του να βοηθήσει ή να ενθαρρύνει την 1η κατηγορούμενη στη διάπραξη του αδικήματος. Στην υπόθεση Βαρνάβα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. η οποία αφορούσε αδίκημα αποθήκευσης πετρελαιοειδών άνευ αδείας κατά παράβαση διατάξεων του περί Πετρελαιοειδών Νόμου Κεφ. 272, καταδίκη του εφεσείοντα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντού εταιρείας, παρόλο ότι αναγνωρίστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο πως δεν είχε προσαχθεί άλλη μαρτυρία που να συνέδεε τον κατηγορούμενο με το αδίκημα, ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει συνδρομή του 2ου κατηγορουμένου και ένοχη σκέψη στην διάπραξη του αδικήματος. Επομένως ένεκα αυτού και μόνου του λόγου θα αθώωνα τον 2ο κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο (βλ. μεταξύ άλλων Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. σελ. 261, Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ.600) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης και τέλος την υπόθεση Παντελή v. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 708 όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη προσέγγιση απαλλαγής του διευθυντή επί του ότι δεν υπήρχε αποδεικτικό υλικό που να την συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο με την τέλεση του αδικήματος). Σε σχέση με τα περιστατικά της υπόθεσης παραμένουν ως αναμφισβήτητα γεγονότα ότι οι κατηγορούμενοι νωρίς το πρωί της 26.03.2007 και περί ώρα 08:22, ημέρα κατά την οποία θα παραλάμβαναν φορτίο με αρνιά που εισήγαγαν από την Ελλάδα, ενημέρωσαν εγγράφως την αρμόδια αρχή. Η παράλειψη της αναγραφής της ακριβούς ώρας επί του εντύπου καλύφθηκε αμέσως μετά μέσω τηλεφώνου. Ως εκ τούτου δεν θα δώσω μεγαλύτερη σημασία σε αυτήν την παράλειψη και τη θεωρώ ως τυπική παράλειψη η οποία αμέσως μετά ξεπεράστηκε αλλά και για τον λόγο ότι η ουσία της υποχρέωσης που απορρέει από την κρινόμενη νομοθετική διάταξη έγκειται στην παροχή κατάλληλης ειδοποίησης στην αρμόδια αρχή για να έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στους ενδεδειγμένους ελέγχους και όχι στις επιμέρους λεπτομέρειες τις οποίες διαλαμβάνει μια τέτοια ειδοποίηση, φτάνει βεβαίως να μην αποκρύβει στοιχεία ή να δίδει παραπλανητικές πληροφορίες. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω καθώς τα αρνιά τελικά ελέγχθηκαν αρμοδίως το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Η υπεράσπιση προβάλλει ότι ενόψει του γεγονότος ότι οι δύο ημέρες που είχαν προηγηθεί της άφιξης των αρνιών ήταν δημόσιες αργίες η ειδοποίηση που στάλθηκε από την 1η κατηγορούμενη αμέσως, όταν λειτούργησαν τα γραφεία της αρμόδιας αρχής την επόμενη εργάσιμη ημέρα, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η κατάλληλη και ότι έγινε σε ορθό χρόνο σύμφωνα με το νόμο, ενόψει μάλιστα και της πιο πάνω ερμηνευτικής διάταξης στον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1. Εν πάση περιπτώσει λόγω ύπαρξης κενού ή ασάφειας στο νόμο θα πρέπει αυτά να προσμετρήσουν προς όφελος των κατηγορουμένων. Θα συμφωνήσω με τις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης καθώς ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το μόνο που ενδιαφέρει την υπηρεσία του είναι η πληροφόρηση της σχετικά με την ώρα της άφιξης των αρνιών και ότι αυτή θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες προηγουμένως για να τους παρέχεται η δυνατότητα να προγραμματίσουν τον έλεγχο τους. Πέραν αυτού δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσει το δικαστήριο για οτιδήποτε άλλο σε σχέση με άλλα γεγονότα της υπόθεσης π.χ. πότε αφίχθησαν στην Κύπρο τα προϊόντα, πότε έλαβαν γνώση οι κατηγορούμενοι αυτού του γεγονότος, εάν ήταν αυτοί που είχαν την υποχρέωση να τα περάσουν από τελωνειακό έλεγχο, πότε έπρεπε να γίνει αυτός ο έλεγχος και πότε έγινε τελικά, ποιος είχε την ευθύνη της διευθέτησης της μεταφοράς τους στις εγκαταστάσεις των κατηγορουμένων στη Λάρνακα και τέλος πότε το πληροφορήθηκαν οι κατηγορούμενοι. Η έλλειψη απαντήσεων ή στοιχείων σε σχέση με τα πιο πάνω ερωτήματα τα οποία θα έριχναν φως στο κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν τη δυνατότητα να ενημερώσουν την αρμόδια αρχή πριν κλείσουν τα γραφεία της τουλάχιστον κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα που προηγήθηκε, δηλαδή την Παρασκευή μέχρι τις 14:30, καθιστά την μαρτυρία ελλιπή εφόσον η υποχρέωση που εναποθέτει ο νομοθέτης στους κατηγορούμενους χρησιμοποιώντας τη λέξη ¨τουλάχιστον¨ επεκτείνεται σε οποιονδήποτε παρελθόντα χρόνο πριν τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες από την άφιξη των προϊόντων νοουμένου ότι θα είχαν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου και τα πιο πάνω στοιχεία από τα οποία θα φανερωνόταν περαιτέρω η υποχρέωση των κατηγορουμένων. Εφόσον λοιπόν δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε από τα πιο πάνω στοιχεία κρίνω ότι οι κατηγορούμενοι ενημέρωσαν την αρμόδια αρχή κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο την επομένη ημέρα της εξαιρούμενης ημέρας (δημόσιας αργίας) και ότι η ειδοποίηση έλαβε χώρα σε ορθό χρόνο. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα παρέθεσα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει παραβιαστεί η νομοθετική διάταξη στην οποία βασίζεται ο αδίκημα και επομένως θα αθωώσω τους κατηγορούμενους από αυτό το στάδιο. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.