← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντώνη Κονναρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 17953/07, 30 Ιανουαρίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αντώνη Κονναρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 17953/07, 30 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή,Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17953/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Αντώνη Κονναρίδη, Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κος Τ. Μυλωνάς. Κατηγορούμενος παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής η αστυνομία είχε πληροφορία πως στις 21.08.07 και σε καθορισμένη περιοχή θα εγίνετο διακίνηση ναρκωτικών. Αστυνομικοί μετέβησαν στο χώρο και έθεσαν τούτον υπό παρακολούθηση. Εντός ολίγου θεάθηκε πεζός ο Θωμάς Ματθαίου ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, είναι γνωστός στην Υ.ΚΑ.Ν. Στη συνέχεια θεάθηκε και ο κατηγορούμενος ο οποίος ευρισκόμενος εντός οχήματος κατευθύνετο προς το Θωμά Ματθαίου. Μόλις οι δυο τους συναντήθηκαν και άρχισαν να συνομιλούν ο αστ. 1779 Φ. Νικολάου (Μ.Κ.3) φανερώθηκε από τη θέση απ΄ όπου ευρίσκετο και κατευθυνόμενος προς το μέρος των δύο προσώπων φώναξε "αστυνομία" και τους κάλεσε να παραμείνουν στις θέσεις τους. Δεν έχει σημασία ότι ακολούθησε παρά μόνο πως τα δύο πρόσωπα διέφυγαν με το όχημα του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια ο αστ. 2757 Χρ. Στυλιανού (Μ.Κ.2), ο οποίος ελάμβανε μέρος στην παρακολούθηση και ήτο εντός οχήματος, αντιλήφθηκε και παρέλαβε το Μ.Κ.3 και οι δύο μαζί κατευθύνθηκαν στην οικία της μητέρας του κατηγορουμένου. Εκεί εντόπισαν το όχημα του τελευταίου και εντός τούτου το Θωμά Ματθαίου, να κάθεται στη θέση του συνοδηγού και τον κατηγορούμενο, να κάθεται στη θέση του οδηγού. Ο Μ.Κ.3 εξήλθε του οχήματος της αστυνομίας και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορουμένου. Ο δε Μ.Κ.2 κατευθύνθηκε προς το μέρος του Θωμά Ματθαίου από τον οποίο ζήτησε να κατέβει και εκείνος συμμορφώθηκε. Σύμφωνα όμως με το Μ.Κ.3, όταν ο ίδιος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατέβει ο τελευταίος αρνήθηκε. Περαιτέρω, όταν ο αστυφύλακας προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του οχήματος, μόλις έβαλε το χέρι του να πιάσει τούτην ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τον ισχυρισμό του μάρτυρα, έσπρωξε την πόρτα με δύναμη προς το μέρος του μάρτυρα με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει στο χέρι. Το δε κτύπημα του προκάλεσε πρήξιμο και κοκκίνισμα. Γι΄ αυτό το λόγο ο Μ.Κ.3 επισκέφθηκε το νοσοκομείο αυθημερόν απ΄ όπου έλαβε ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 5). Επανέρχομαι όμως στο επεισόδιο της 21.8.
  2. Σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.3 η βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, συνιστάμενη σε επίθεση, έδωσε έναυσμα να συλληφθεί ο κατηγορούμενος για αυτόφωρο αδίκημα. Παρόλα ταύτα, η προσπάθεια του μάρτυρα δεν ήταν ελεύθερη αντίστασης, εφόσον, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν, δηλαδή δεν εξερχόταν του οχήματος και προσπαθούσε να απωθήσει τον αστυφύλακα. Εν τέλει, ο Μ.Κ.3 με επιτυχία τράβηξε τον κατηγορούμενο εκτός του οχήματος, τον τοποθέτησε στο έδαφος και του έβαλε χειροπέδες. Πολύ αργότερα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην αστυνομική διεύθυνση Λάρνακος στο τμήμα μικροπαραβάσεων όπου εκεί κατηγορήθηκε από το αστ. 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.1). Ο λόγος της καθυστερημένης μεταφοράς του στο τμήμα μικροπαραβάσεων ήταν η διερεύνηση άλλων αδικημάτων από την υπηρεσία καταπολέμησης ναρκωτικών. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος τόσο στην αστυνομική διεύθυνση όσο και ενώπιον του δικαστηρίου είναι δύο. Η μεν πρώτη κατηγορία αντικείμενο έχει το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ η δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της αντίστασης δια ματαίωση νομίμου συλλήψεως. Αντικείμενο της παρούσας είναι το αίτημα της υπεράσπισης για απόρριψη των δύο κατηγοριών λόγω μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σύμφωνα με το συνήγορο του κατηγορουμένου η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντινομική εφόσον συγκρούεται σε ουσιώδεις πτυχές της, ενώ περαιτέρω, δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των δύο αδικημάτων. Συγκεκριμένα ο κος Μυλωνάς ανέφερε ότι τα δύο αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζονται σε κατ΄ ισχυρισμό επάλληλα γεγονότα. Προχώρησε να σημειώσει ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία η αντίσταση του κατηγορουμένου ήτο για ματαίωση της σύλληψης ένεκα επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και συνεπώς, εάν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο του πρώτου αδικήματος και απορρίψει αυτή την κατηγορία, τότε θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο και από τη δεύτερη. Τέλος, ο κος Μυλωνάς υπέδειξε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά το Μ.Κ.3 (βλ. τεκμήριο 5), πουθενά δεν αναφέρει οιανδήποτε πραγματική σωματική βλάβη και τούτο παρά τις περί αντιθέτου αναφορές του μάρτυρα. Ως εκ των πιο πάνω, κατέληξε, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 είναι αντινομική και η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ήτοι, πραγματική σωματική βλάβη. Στον αντίποδα η κα Χ" Μιχαήλ συμφώνησε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αποδεικνύει σωματική βλάβη του Μ.Κ.
  3. εφόσον το τεκμήριο 5 δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά, θέση της ήταν ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Γι΄ αυτό το λόγο κάλεσε το δικαστήριο να τροποποιήσει το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα την πρώτη κατηγορία από επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε απλή επίθεση. Ενόψει του ενδιάμεσου σταδίου στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση είμαι της γνώμης πως αναγκαία είναι η επεξήγηση τούτου. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Καθοριστική είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Ο δε όρος αντινομικότητα μαρτυρίας προϋποθέτει ότι στη μαρτυρία εντοπίζονται τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες εκθεμελιώνουν την όποια λογική προσδοκία θετικής αξιολόγησης στο κατάλληλο περί τούτου στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Εξαρχής αναφέρω ότι η θέση του κου Μυλωνά πως τα δύο αδικήματα ευρίσκονται σε αλληλουχία ως εδραζόμενα σε διαδοχική βάση γεγονότων, ευσταθεί. Εμμέσως πλην σαφώς ό,τι προκύπτει από τη μαρτυρία είναι πως ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αδίκημα της επίθεσης και πως γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, δηλαδή τη σύλληψη, αντιστάθηκε. Είναι περαιτέρω ορθό πως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας (αντίσταση δια ματαίωση νόμιμης σύλληψης) είναι η νομιμότητα της σύλληψης. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω πρώτη εξετάζω την πειστικότητα του μαρτυρικού υλικού. Κατ΄ αρχάς, διαπιστώνω ότι ο μόνος γνώστης του επεισοδίου της πρώτης κατηγορίας (επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης), είναι μόνο ο Μ.Κ.
  1. Μπορεί μεν ο Μ.Κ.2 να προέβη σε εξιστόρηση σχετικών γεγονότων (βλ. τεκμήριο 3) παρόλα ταύτα, ερωτηθής από τον κο Μυλωνά εάν είναι σίγουρος ως προς το ποιος άνοιξε την πόρτα του οχήματος του κατηγορουμένου, δηλαδή ο κατηγορούμενος ή ο συνάδελφός του, απάντησε «δεν θυμάμαι». Ο ισχυρισμός όμως του Μ.Κ.3 στηρίζεται στο ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που του κτύπησε με την πόρτα μάλιστα του οχήματος. Διαφαίνεται έτσι ότι ο Μ.Κ.2 αγνοεί σήμερα, ένεκα μνήμης, το ουσιαστικότερο σημείο του όλου επεισοδίου της επίθεσης. Περαιτέρω, ανάλογη ήταν η απάντηση του Μ.Κ.2 για κάθε σχετικό της επίθεσης γεγονός παραπέμποντας μάλιστα στο Μ.Κ.
  2. Ο δε Μ.Κ.1 δεν ήταν παρών στο επεισόδιο και η δική του μαρτυρία αφορά ότι διαδραματίστηκε πολύ αργότερα όταν ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του ως συλληφθής. Αναφορικά τώρα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η θέση του ότι από το κτύπημα που του κατάφερε ο κατηγορούμενος με την πόρτα του οχήματος, τραυματίστηκε στο χέρι. Ο δε τραυματισμός, τον οποίο δεν μπορούσε να προσδιορίσει κατά πόσο ήτο στην εσωτερική ή εξωτερική επιφάνεια του χεριού, προκάλεσε ερεθισμό και κοκκίνισμα ως επίσης φούσκωμα, το οποίο διήρκησε τρεις με τέσσερις ημέρες. Είναι λόγω αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 που ο κος Μυλωνάς εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία είναι αντινομική. Υπέδειξε συναφώς το τεκμήριο 5 στο οποίο κάτω από τον τίτλο ευρήματα αναφέρεται «Ανέφερε άλγος δ. (προφανώς εννοεί δεξιάς) άκρας χειρός και άλγος δ. άκρας ποδός. Ελαφρύ οίδημα ραχιαίας επιφάνειας δ. άκρας ποδός και άλγος στις κινήσεις πέλματος. Άλλες κακώσεις δεν έφερε. Έγιναν ακτινογραφίες χωρίς οστική κάκωση. Δόθηκε άδεια ασθενείας και απελύθη» Ας σημειωθεί δε ότι το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου του και συνεπώς ισχύουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Nigmedzianov v. Παναγίδου
(2005)1 ΑΑΔ 1440,
  1. Εάν εξετάσει κανείς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, διαπιστώνει ότι ευρίσκονται σε διάσταση. Ουδεμία κάκωση σχετικά με το χέρι του Μ.Κ.3 αναφέρεται στο τεκμήριο 5, καθιστώντας έτσι τρωτή και αμφίβολη και την άλλη θέση με την οποία συναρτήθηκε, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος του προκάλεσε αυτή την πραγματική σωματική βλάβη μετά από επίθεση. Αυτή η διάσταση στο μαρτυρικό υλικό, με τα παραδεκτά βεβαίως γεγονότα να υπερισχύουν ένεκα αυτής καθ΄ εαυτής της φύσης τους, είμαι της γνώμης ότι πλήττει καίρια το κύρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  2. Θέση του μάρτυρα ήτο πως η επίθεση από τον κατηγορούμενο του προκάλεσε κάκωση στο χέρι. Εφόσον λοιπόν τα παραδεκτά γεγονότα αποκαλύπτουν ότι ουδεμία κάκωση είχε, κατ΄ ουσίαν πλήττεται η εγκυρότητα της θέσης του μάρτυρα περί επίθεσης, θέση η οποία συναρτήθηκε με συγκεκριμένο τραυματισμό. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε το δικαστήριο να τροποποιήσει τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας σε απλή επίθεση. Είμαι της γνώμης πως στη δοσμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επιλογή. Η διάσταση μεταξύ του μαρτυρικού υλικού και η επιμονή του Μ.Κ.3 ότι τραυματίστηκε στο χέρι, παρά την περί αντιθέτου παραδεκτή μαρτυρία, καθιστούν τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αντινομική σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την αποδεκτή. Η αντινομία βέβαια συνίσταται στα όσα προαναφέρθηκαν, ως εκ τούτου, εφόσον ο ισχυρισμός περί τραυματισμού τίθεται εν αμφιβόλω, συμπαρασύρει μαζί του το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, με το οποίο συνδέθηκε. Έπεται ότι η όποια τροποποίηση είναι ανίκανη να προσδώσει πειστική υπόσταση και περισσότερο κύρος στην ούτως ή άλλως αντινομική μαρτυρία. Τέλος, εφόσον η θέση του Μ.Κ.3 περί επίθεσης κρίνεται αμφίβολη και αντινομική, αναπόδεικτο παραμένει και το συστατικό στοιχείο της δεύτερης κατηγορίας περί νομίμου συλλήψεως. Μη έχοντας αποδείξει η κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος επιτέθη στο Μ.Κ.3, αναπόδεικτη παρέμεινε και η προϋπόθεση νόμιμης σύλληψης. Περαιτέρω, ας σημειωθεί εδώ ότι ανεξαρτήτως νομιμότητας της σύλληψης, ούτως ή άλλως, κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα ήτο διατεθειμένο να διαχωρίσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε αντινομική και μη αποδεχόμενο έτσι μέρος της ως ικανοποιητικό να στοιχειοθετήσει υπόθεση και απορρίπτοντας άλλο ως αντινομικό. Κάτι τέτοιο θα ήταν οξύμωρο ιδιαίτερα εφόσον η κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των δύο αδικημάτων εδράζεται σε συναφή και διαδοχικά γεγονότα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση τόσο εν σχέσει με την πρώτη κατηγορία όσο και με τη δεύτερη και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπογρ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.