← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Feofilakt Kesov, Αρ. Υπόθεσης: 15187/07, 12.03.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Feofilakt Kesov, Αρ. Υπόθεσης: 15187/07, 12.03.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15187/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Feofilakt Kesov Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.03.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κα Κ. Κώστα Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι μόνο η πρώτη από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τούτο εφόσον ο κατηγορούμενος εξαρχής παραδέχθηκε ενοχή στη δεύτερη κατηγορία. Η πρώτη και η μόνη υπό διερεύνηση κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 11.06.07 στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής WU645 χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε την απόδειξη της κατηγορίας παρουσιάζοντας στο δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως, ενώ περαιτέρω κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού αναδεικνύει διάσταση μεταξύ των εκατέρωθεν θέσεων. Σύμφωνα με το Γιώργο Κουμανταρή (ΜΚ3), οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής KNS531, αλλά και τη Δανάη Κουμανταρή (ΜΚ1), αδελφή και κατά τον επίδικο χρόνο συνοδηγό του ΜΚ3, στις 11.06.07 ο ΜΚ3 οδηγούσε το εν λόγω όχημα στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού με κατεύθυνση τη διασταύρωση των οδών Νικολάου Θεμιστοκλέους και Γραβιάς. Σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ3, προσεγγίζοντας την εν λόγω διασταύρωση, όχημα με αριθμό εγγραφής WU645, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, εισήλθε στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού χωρίς προηγουμένως να συμμορφωθεί στο σήμα αλτ της πορείας του. Πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να διασταυρώσει, δηλαδή να μεταβεί απέναντι στην οδό Γραβιάς. Ο αστ. 517 Α. Ανδρέου (ΜΚ2) μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος όπου έλαβε μετρήσεις και ετοίμασε τόσο πρόχειρο όσο και τελικό σχέδιο σκηνής (βλ. τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα). Περαιτέρω, εξέταση που διενήργησε ο ΜΚ2 αναφορικά με την προς τα αριστερά εκτεινόμενη ορατότητα οδηγού με κατεύθυνση ως η πορεία του κατηγορουμένου, κατέδειξε ότι τούτη ανέρχεται σε 28μ. Αντίθετη είναι η εκδοχή του κατηγορουμένου και της μάρτυρος του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο κατευθυνόταν από την οδό Νικόλαου Θεμιστοκλέους προς την οδό Γραβιάς. Σταμάτησε στο αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους, ήλεγξε την τροχαία κίνηση τόσο αριστερά όσο και δεξιά, διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και τότε προχώρησε να μεταβεί απέναντι στην οδό Γραβιάς. Όταν το όχημά του εισήλθε στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού ξανά κοίταξε αριστερά ως η κατεύθυνσή του, επαναβεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος και επανεκκίνησε για να ολοκληρώσει την πρόθεσή του. Κατά τον ίδιο χρόνο και όταν πλέον ευρισκόταν κοντά στην οδό Γραβιάς, το όχημά του κτυπήθηκε από το όχημα του ΜΚ
  2. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μαρτυρία της Νίνας Κεσίδου (ΜΥ1). Η εν λόγω μάρτυρας είναι σύζυγος και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο συνοδηγός του κατηγορουμένου. Η ΜΥ1 επανέλαβε με τη σειρά της ότι ο κατηγορούμενος προσεγγίζοντας το αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους ακινητοποίησε το όχημά τους, ήλεγξε δεξιά και αριστερά και ο δρόμος ήταν ελεύθερος, προχώρησε λίγο εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού, ήλεγξε εκ νέου κατά πόσον οι δύο αντίθετες κατευθύνσεις τούτης ήταν ελεύθερες οχημάτων και όταν επανεκκίνησε επεσυνέβη η σύγκρουση. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να παραθέσω ό,τι κατά τη γνώμη μου εκλαμβάνω ως πραγματική μαρτυρία. Πράττω τούτο προ της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού εφόσον καταλυτικός είναι ο ρόλος αυτού του είδους της μαρτυρίας κατά την εν λόγω έκφανση της διαδικασίας. Ως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία αποτελεί το καλύτερο μέτρο κρίσης των προβαλλόμενων θέσεων ένεκα της αδιαμφισβήτητης αλλά και αταλάντευτης υπόστασής της (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51). Πραγματική μαρτυρία αποτελούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Η οδός Αγίου Γεωργίου Κοντού είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν διακρίνονται με άσπρη διαχωριστική γραμμή ενώ το συνολικό πλάτος του δρόμου ανέρχεται σε 6,8μ. Το ασφάλτινο οδόστρωμα περιβάλλεται δεξιά και αριστερά από τσιμεντένιο παγκέτο. Η οδός Νικολάου Θεμιστοκλέους διακόπτει την οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού από δεξιά ως η κατεύθυνση του ΜΚ3, ενώ η οδός Γραβιάς διακόπτει τούτην από αριστερά. Στο εν λόγω σημείο δημιουργείται τοιουτοτρόπως σταυροδρόμι. Ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω και τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων ως τούτες υποδεικνύονται στο τεκμήριο
  1. Το όχημα με αριθμό εγγραφής WU645 υποδεικνύεται με το ψηφίο Α2, ενώ το όχημα με αριθμό εγγραφής KNS531 υποδεικνύεται με το ψηφίο Β
  2. Επίσης, ίχνος μαυρίσματος ελαστικού που στο τεκμήριο 4 υποδεικνύεται με το ψηφίο Α1, αποτελεί και αυτό πραγματική μαρτυρία. Τέλος, πραγματική μαρτυρία αποτελούν και οι ζημίες επί των δύο οχημάτων. Το μεν όχημα με αριθμό εγγραφής WU645 μετά το δυστύχημα έφερε ζημίες στο αριστερό μέρος του, δηλαδή στις δύο θύρες και στο μπροστινό αριστερό φτερό και τροχό. Επίσης, ζημίες έφερε και στο δεξιό μπροστινό φτερό και φανάρι, στο καπό και τον προφυλακτήρα. Οι δε ζημίες που έφερε το όχημα με αριθμό εγγραφής KNS531 εντοπίζονται σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ3 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Η όλη παρουσία τους στο δικαστήριο ήταν εμπλουτισμένη τόσο από αυθορμητισμό όσο και από αληθοφάνεια. Περαιτέρω, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία, στοιχεία τα οποία δίδουν πιστεύω το δικαίωμα να καταλήξει κανείς ότι η μαρτυρία τους είναι αξιόπιστη. Παρεμβάλλω εδώ πως εν σχέσει με τη μαρτυρία της ΜΚ1, παρά την εν λόγω κατάληξη, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Ό,τι συγκρατώ από τη μαρτυρία της είναι τη θέση της για ξαφνική είσοδο του οχήματος του κατηγορουμένου στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού. Ως προς το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1, δηλαδή τι ενέργειες έκανε ο ΜΚ3 προς αποφυγή του δυστυχήματος και εάν η ταχύτητα που οδηγείτο το εν λόγω όχημα προ του δυστυχήματος ήταν υψηλή, παρότι η μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, κατέστη αντιληπτό ότι πιθανολογούσε βασιζόμενη σε δικά της συμπεράσματα. Τούτη η στάση της δεν αλλοίωσε τη θετική εικόνα που άφησε στο δικαστήριο εφόσον πρόθεσή της δεν ήταν η παραποίηση των γεγονότων και τούτο εφόσον η ΜΚ1 παραδέχθηκε και δεν απέκρυψε ότι δεν ήταν σίγουρη για τις απαντήσεις που έδωσε. Παρόλα ταύτα, δεν μπορώ να αποδεχθώ τούτα τα συμπεράσματα της μάρτυρος και ως εκ τούτου, πλην του σημείου της μαρτυρίας της που προανέφερα, το υπόλοιπο μέρος τούτης το απορρίπτω. Εξαιρετική όμως ήταν και η εντύπωση που αποκόμισα από το ΜΚ
  1. Χωρίς αντιφάσεις, με σταθερότητα και ειλικρίνεια ο ΜΚ2 εξιστόρησε τις παρατηρήσεις του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Η εξέταση του μάρτυρα αναφορικά με την ορατότητα του κατηγορουμένου προς την κατεύθυνση από την οποία οδηγείτο το όχημα του ΜΚ3, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά επιβεβαιώνεται και από τη συμπληρωματική κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο 7). Περαιτέρω, η διαπίστωση του μάρτυρα αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία. Στο εν λόγω σημείο ο ΜΚ2 εντόπισε ίχνος μαυρίσματος ελαστικού το οποίο απέδωσε στο όχημα του κατηγορουμένου. Τόσο ο εντοπισμός του αναφερόμενου ίχνους, όσο και η απόδοση τούτου σε συγκεκριμένο όχημα δεν αμφισβητήθηκαν. Έχοντας κατά νου και τις ζημίες επί των ενεχόμενων οχημάτων και ιδιαίτερα ότι σημείο άμεσης επαφής επί του οχήματος του κατηγορουμένου είναι η θύρα συνοδηγού, διαπιστώνω ότι η θέση του ΜΚ2 αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης επιβεβαιώνεται και υποστηρίζεται. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία του ΜΚ2 την αποδέχομαι ως ορθή και αξιόπιστη. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μάρτυράς του με εξέπληξαν αρνητικά. Πέραν της φυσικής τους παρουσίας στην οποία η υπερβολή, η ασάφεια και η παραπλάνηση ήταν στοιχεία που κυριάρχησαν, εξίσου διάτρητο κρίνεται και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Βασική θέση της υπεράσπισης ήταν πως ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους και αφότου κοίταξε δεξιά και αριστερά και ο δρόμος ήταν ελεύθερος προχώρησε λίγο εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού με σκοπό να επαναλάβει τον έλεγχο. Στο σημείο όπου σταμάτησε για να επανελέγξει την τροχαία κίνηση, σημείο που ο κατηγορούμενος υπέδειξε στο τεκμήριο 4 ως ευρισκόμενο μεταξύ της διαχωριστικής γραμμής του αλτ και του σημείου Χ, σε εκείνο το σημείο έγινε η σύγκρουση, ενώ το όχημα του κατηγορουμένου μετακινήθηκε ένεκα της σύγκρουσης στο σημείο Χ. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι τούτη η θέση προτοεμφανίστηκε ενόσω ο κατηγορουμένος μαρτυρούσε ενόρκως. Σε κανένα μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής και ιδιαίτερα στους ΜΚ1 και ΜΚ3 δεν υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε λίγο εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού και ακινητοποίησε το όχημά του. Σημειώνω δε ότι η θέση της υπεράσπισης πως η σύγκρουση έλαβε χώραν σε σημείο άλλο από το σημείο Χ που υποδεικνύεται στο τεκμήριο 4, δεν υποβλήθηκε στο ΜΚ2 και ούτε αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας για τις διαπιστώσεις του. Τούτη όμως η θέση της υπεράσπισης δεν είναι η μόνη που δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ανάλογα ισχύουν και για τη θέση του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ3 ψεύδετο όταν έλεγε πως οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Τέτοια υποβολή ουδέποτε έγινε στο ΜΚ3, ενώ ακόμη η αναφορά τόσο του κατηγορουμένου όσο και της μάρτυρος του ότι ο ΜΚ3 δυνατό να μιλούσε στο τηλέφωνο προ του δυστυχήματος, πέραν της επιπολαιότητας με την οποία τούτη η θέση προβλήθηκε, ουδέποτε υπεβλήθη στο ΜΚ
  2. Αναφέρομαι σε επιπολαιότητα εφόσον ούτε ο κατηγορούμενος αλλά ούτε και η ΜΥ1 ήταν εις θέση να δώσουν περαιτέρω στοιχεία και πιθανολογούσαν μόνο. Παράλειψη υποβολής βασικών θέσεων σε μάρτυρα δημιουργεί πέπλο αναξιοπιστίας που επισκιάζει την εκ των υστέρων επίκληση τέτοιων θέσεων. Τίθενται τούτες οι θέσεις εν αμφιβόλω εφόσον το δικαστήριο αποστερήθηκε, ένεκα τακτικισμών και νομικισμών της πλευράς που πράττει τοιουτοτρόπως, της ευχέρειας να έχει ενώπιόν του και την αντίθετη άποψη. Είναι τούτες ενέργειες οι οποίες δεν σκοπούν στη αναζήτηση της αλήθειας παρά μόνο σε απόκτηση πλεονεκτήματος έναντι της άλλης πλευράς, πλεονέκτημα όμως που επιζητείται κατά παράβαση αυτής καθεαυτής της πεμπτουσίας της όλης διαδικασίας, δηλαδή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης κατόπιν διαπίστωσης των αληθινών γεγονότων που προκύπτουν μέσα από την αντιπαράθεση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Παρότι παράλειψη υποβολής βασικής θέσης στους μάρτυρες της άλλης πλευράς είναι ικανός λόγος για να καταδικάσει την εν λόγω θέση σε αποτυχία, εντούτοις διαπιστώνω ότι στη δοσμένη περίπτωση δεν είναι το μόνο κώλυμα που οι προαναφερόμενες θέσεις αντιμετωπίζουν. Η θέση του κατηγορουμένου ότι προχώρησε λίγο στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού δεν εντοπίζεται στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. τεκμήριο 5). Στην εν λόγω κατάθεση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι "όμως από κοντινή απόσταση είδα ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Έτσι προχώρησα μπροστά για να πάω στην οδό Γραβιάς απέναντι. Όταν εισήλθα στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού και σχεδόν ήμουν στην οδό Γραβιάς κατάλαβα ότι κάτι με κτύπησε". Λογική θεώρηση των όσων ο κατηγορούμενος ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του δεν αναδεικνύει ούτε περιορισμένη είσοδο στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού, αλλά ούτε και είσοδο στην εν λόγω οδό με σκοπό την επανεξέταση των δύο αντίθετων τούτης κατευθύνσεων. Τουναντίον, εκείνο που λογικά συμπεραίνεται από τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου είναι ότι η μοναδική φορά που ήλεγξε την οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού είναι ενόσω ευρισκόταν στο αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους και ότι στη συνέχεια προχώρησε να ολοκληρώσει την πρόθεσή του. Προκύπτει έτσι ότι η πρωτοεμφανιζόμενη θέση στο στάδιο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου είναι υστεροκατασκευασμένη και στοχευμένη στην απαλλαγή του κατηγορουμένου από οιεσδήποτε ευθύνες. Πέραν όμως των πιο πάνω, η θέση του κατηγορουμένου και της ΜΥ1 αναφορικά με τον τρόπο και τόπο που έλαβε χώραν η σύγκρουση απορρίπτεται και από την πραγματική μαρτυρία. Το σημείο σύγκρουσης υποδεικνύεται στο τεκμήριο 4 με το γράμμα Χ. Τούτο το σημείο απέχει από τη γραμμή του αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους 3,8μ. Σχολιάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 ανέφερα ήδη γιατί αποδέχομαι το σημέιο Χ επί του τεκμηρίου 4 ως το σημείο σύγκρουσης. Προκύπτει λοιπόν ότι το ίχνος μαυρίσματος επί της ασφάλτου (σημείο Α1 στο τεκμήριο 4), δηλώνει όχι μόνο τη σύγκρουση αλλά, σε συνδιασμό και με τις ζημίες επί των δύο οχημάτων, δηλώνει και τον τρόπο που τούτη διενεργήθηκε. Τα πιο πάνω στοιχεία ορώμενα στο σύνολό τους αποκαλύπτουν ότι η θέση του κατηγορουμένου και της ΜΥ1 δεν ευσταθεί. Η είσοδος του οχήματος τους εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού δεν ήταν περιορισμένη αλλά ανερχόμενη σε 3,8μ. Σε εκείνο το σημείο ευρισκόταν το μπροστινό αριστερό ελαστικό του οχήματος το οποίο, ένεκα της σύγκρουσης, άφησε ίχνος μαυρίσματος μήκους 0,6μ. Όπως ο ΜΚ2 επεξήγησε σημείο άμεσης επαφής του οχήματος του ΜΚ3 επί του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν η θύρα του συνοδηγού, στοιχείο το οποίο μαρτυρεί ότι το όχημα του κατηγορουμένου καταλάμβανε ακόμη περισσότερο χώρο εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού και όχι περιορισμένο ως ο κατηγορούμενος και η ΜΥ1 διατείνονται. Επαναλαμβάνω εδώ ότι και πιο πάνω. Το σύνολο τούτης της μαρτυρίας απορρίπτει τη θέση της υπεράσπισης ενώ ενισχύει τόσο τη θέση των ΜΚ1 και ΜΚ3 αλλά και ό,τι αντικειμενικά προκύπτει από τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, ως έχω ήδη επεξηγήσει. Τα πιο πάνω είναι όλα όσα με καθοδήγησαν στην απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και της μάρτυρός του ως αναξιόπιστης, αλλά και στην αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Ό,τι προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία είναι πως ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε στο σήμα αλτ της οδού Νικολάου Θεμιστοκλέους ενώ περαιτέρω, οδήγησε το όχημά του εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού όταν πολύ κοντά στη διασταύρωση των δύο δρόμων και εντός της οδού Αγίου Γεωργίου Κοντού οδηγείτο το όχημα του ΜΚ3. Τούτη η διαπίστωση του δικαστηρίου θέλει τις ενέργειες του κατηγορουμένου να υπάγονται κάτω από τις αρχές της νομολογίας που αφορούν πλημμελή είσοδο σε κύριο δρόμο από πάροδο και εν συνεχεία ανακοπή πορείας. Ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις Adamis v. Eracleous
(1982)1 CLR 746, Μίσιης ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 421 και Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ
  1. Υποχρέωση του κατηγορουμένου ήταν να βεβαιωθεί ότι η τροχαία κίνηση στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού ήταν τέτοια που του επέτρεπε να εισέλθει σε αυτή. Για μόνο λόγο το γεγονός ότι η εξ αριστερών, ως η κατεύθυνση του κατηγορουμένου, ορατότητα ανερχόταν σε 28μ. και ότι εντός αυτής της απόστασης ο κατηγορούμενος δεν διαπίστωσε την ύπαρξη του οχήματος του ΜΚ3, δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος εδικαιούτο να εισέλθει στον κύριο δρόμο με τον τρόπο που ίδιος έπραξε. Υποχρέωση του ήταν να εισέλθει κατά τρόπο τέτοιο που θα εκρίνετο ασφαλής υπό τις περιστάσεις και διευρύνοντας την ορατότητά του κατά το έπακρον δυνατό. Αντί ο κατηγορούμενος να πράξει ως πιο πάνω ανέφερα, εισήλθε απότομα στην οδό Αγίου Γεωργίου Κοντού, χωρίς να συμμορφωθεί στο σήμα αλτ της πορείας του και ενώ το όχημα του ΜΚ3 ευρίσκετο σε κοντινή κατά τον εν λόγω χρόνο απόσταση. Ενεργώντας τοιουτοτρόπως ο κατηγορούμενος ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του ΜΚ
  2. Ότι η ανακοπή ελεύθερης πορείας συνιστά αμελή οδήγηση έχει με επάρκεια διευκρινιστεί στην απόφαση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ
  1. Ας σημειωθεί εδώ ότι η θέση του κατηγορουμένου αναφορικά με υπερβολική ταχύτητα του ΜΚ3 παρέμεινε μετέωρη και χωρίς οιονδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Τα συμπεράσματα του κατηγορουμένου δεν μπορούν στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας να οδηγήσουν σε διαπίστωση υπερβολικής ταχύτητας. Ως εκ τούτου, αναλλοίωτο παρέμεινε το συμπέρασμα που προκύπτει από τις πιο πάνω διαπιστώσεις ότι γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης ήταν οι ενέργειες του κατηγορουμένου, ενέργειες που οδήγησαν σε ανακοπή πορείας του ΜΚ
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας και έτσι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για τη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.