Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Έλενας Γεωργίου, Αρ. Υποθέσεως: 15702/07, 14.03.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 15702/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Έλενας Γεωργίου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 14.03.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χ"Μιχαήλ Για την κατηγορουμένη: κος Δημητρίου Κατηγορουμένη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από δήλωση της κατηγορούσας αρχής ότι έκλεισε την υπόθεσή της ο συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδάς του. Προτού παραθέσω τα νομικά σημεία στα οποία ο συνήγορος της κατηγορουμένης έδρασε το αίτημά του, επιβεβλημένη θεωρώ την αναφορά τόσο στο αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη όσο και στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εφόσον αυτή η ενέργεια θα συνδράμει πιστεύω σε ευχερέστερη κατανόηση των όσων ακολουθούν. Το υπό κρίση αδίκημα αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των κανονισμών 58
(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υπό διερεύνηση κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 09.02.07 στην οδό Νικολάου Ρώσου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΜΖ092 και δεν έλαβε κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια της να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός της, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ένας μάρτυρας. Τούτος είναι ο ειδικός αστ. 5191 Ν. Πέτρου (ΜΚ1). Σύμφωνα με το ΜΚ1 στις 09.02.07 και ενώ ευρισκόταν καθήκον για έλεγχο τροχαίων παραβάσεων είδε την οδηγό του οχήματος ΗΜΖ092, δηλαδή την κατηγορουμένη, να κρατά κινητό τηλέφωνο. Ο μάρτυρας αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι το όχημα της κατηγορούμενης δεν κινείτο με τρόπο που να προκαλούσε προσοχή. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι δεν είδε την κατηγορουμένη να ομιλεί με το τηλέφωνο όπως ούτε να τοποθετεί τούτο στο αυτί της, ενώ όταν την ανέκοψε η τελευταία του ανέφερε ότι πήρε το τηλέφωνο από τη θέση όπου ευρισκόταν για να το βάλει στη θήκη του. Τέλος, κατά την ανακοπή του οχήματος από το ΜΚ1 το τηλέφωνο ήταν συνδεδεμένο με το φορτιστή που ευρισκόταν στο ταμπλό του οχήματος. Όπως προανέφερα, μετά τη σχετική δήλωση της κατηγορούσας αρχής ο κος Δημητρίου, εκ μέρους της κατηγορουμένης, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως αδίκημα. Υποστήριξε τούτη τη θέση σε τρεις ανεξάρτητους και διαζευκτικούς λόγους. Τούτοι συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) ο κανονισμός 58
(5)ο οποίος ποινικοποίησε τη χρήση τηλεφώνου κατά την οδήγηση, είναι ultra vires του σχετικού νόμου, δηλαδή είναι έξω από την εξουσιοδότηση του νόμου, (β) η αναφερόμενη στον κανονισμό φράση "χρήση τηλεφώνου" πρέπει να ερμηνευθεί στενά και αυστηρά αποκλείοντας έτσι οιανδήποτε γενική και αόριστη μετακίνηση της αναφερόμενης συσκευής. Ως εκ τούτου, έκνομη ενέργεια δεν είναι η μετακίνηση της συσκευής αλλά η τεχνική χρήση τούτης, και (γ) όποια ερμηνεία και αν δοθεί στη φράση "χρήση τηλεφώνου", η εν λόγω ενέργεια, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, συναρτάται με την προηγηθείσα στον ίδιο κανονισμό φράση, δηλαδή ότι ο οδηγός οφείλει να έχει άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ως εκ τούτου, απόδειξης χρήζει όχι μόνο η χρήση τηλεφώνου αλλά και ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο έλεγχος του οχήματος δεν ήταν άμεσος, πλήρης και ασφαλής. Αξίζει να σημειωθεί ότι αναφορικά με τον πρώτο λόγο ο κος Δημητρίου επικαλέστηκε τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174 ενώ για τους άλλους δύο λόγους επιχειρημαλόγησε εν σχέσει με την έννοια του όρου χρήση. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ευρεία ερμηνεία τούτου και δη ανεξαρτήτως του ελέγχου που ο οδηγός ασκεί επί του οχήματός του, οδηγεί σε τραγελαφικά αποτελέσματα, εφόσον η οιαδήποτε ενέργεια οδηγού με ένα εκ των χεριών του, λόγου χάριν μείωση ήχου ραδιόφωνου, θα συνιστούσε αδίκημα. Στον αντίποδα, η κατηγορούσα αρχή ισχυρίστηκε ότι η φράση άμεσος, πλήρης και ασφαλής έλεγχος του οχήματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ότι η όποια χρήση τηλεφώνου, με την ευρύτερη έννοια του όρου, συνιστά αδίκημα. Κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ ότι θεωρώ πως τα θέματα που ηγέρθησαν από την υπεράσπιση πρέπει να απαντηθούν σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Είναι κατανοητό ότι εάν μεν το δικαστήριο αποδεχθεί τον πρώτο από τους τρεις λόγους τότε δεν υφίσταται αδίκημα προς εκδίκαση και η υπόθεση τελματώνεται εδώ ενώ, εάν οιοσδήποτε από τους άλλους δύο λόγους γίνει αποδεκτός, τότε η αντίστοιχη ερμηνεία του κανονισμού τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας και πάλιν με ενδεχόμενο την αποτελμάτωση της όλης διαδικασίας. Περαιτέρω, ας σημειωθεί εδώ ότι ο κος Δημητρίου δεν ανέφερε ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι αντινομική. Τουναντίον, την υιοθέτησε ως αξιόπιστη και εκεί έδρασε τους διάφορους ισχυρισμούς του. Παρόλα ταύτα, η υποχρέωση του δικαστηρίου για εξέταση της τυχόν αντινομικότητας της ενώπιον του μαρτυρίας δεν αίρεται ένεκα ανυπαρξίας σχετικής εισήγησης (βλ. άρθρο 74
(1)(γ) Κεφ. 155). Ως εκ τούτου, έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις που να εκθεμελιώνουν την όποια λογική προσδοκία θετικής αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1 - μοναδική ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία - (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Για ότι αφορά την άλλη νομολογιακή γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας προϋπόθεση, δηλαδή απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, κρίνω ότι τούτη απαντάται κατά την εξέταση των όσων ηγέρθησαν από την υπεράσπιση. Είμαι της γνώμης ότι σ΄ αυτό το στάδιο της απόφασης επιβάλλεται να προσδιορισθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιούργησε ο κανονισμός 58
(5)[*] με τη δημοσίευσή του. Άλλωστε, μετά τον προσδιορισμό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ευχερέστερη θα είναι η εξέταση των ζητημάτων που έχουν εγερθεί. Τα συστατικά λοιπόν στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, και (β) ελευθερία των χεριών του οδηγού καθ΄ οιονδήποτε χρόνο της οδήγησης για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο. Τούτα είναι πιστεύω τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ό,τι απασχολεί δεν είναι βεβαίως το πρώτο εκ των δύο, το οποίο ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε. Μείζονος σημασίας καθίσταται η επεξήγηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου. Η σχετική στον κανονισμό φράση "άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο" δεν είναι αυτοτελές συστατικό στοιχείο. Η εν λόγω φράση δεν υποδηλώνει οτιδήποτε πέραν του ότι, είναι υποχρέωση του οδηγού να έχει τα χέρια του ελεύθερα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αναφορά στον κανονισμό σε "χέρια....ελεύθερα" δεν νοείται ανεξαρτήτως της φράσης που έπεται, δηλαδή "για άμεσο πλήρη και ασφαλή έλεγχο". Είναι οι δύο φράσεις αλληλένδετες και αδιαχώριστες. Άλλωστε, τυχόν διακριτή και ανεξάρτητη ερμηνεία δημιουργεί παράλογα και άνομα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, δεν αναμένεται ότι ο οδηγός θα έχει τα χέρια του ελεύθερα ακόμη και από το τιμόνι και ούτε αναμένεται ότι ο οδηγός μπορεί να επιτύχει άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος με τρόπο άλλο από τη συγκράτηση του τιμονιού. Ως εκ τούτου, οι δύο φράσεις συγκροτούν τη μια και μοναδική υποχρέωση οδηγού, δηλαδή εξασφάλιση ελευθερίας των χεριών του με τρόπο τέτοιο ούτως ώστε να έχει άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του. Ο υπό κρίση όμως κανονισμός δεν εξαντλείται εδώ. Αμέσως πιο κάτω ρητά εξειδικεύεται και συν τω χρόνω απαγορεύεται συγκεκριμένη συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή, η οποία εισάγεται στον κανονισμό με τη φράση "ειδικότερα", δεν είναι άλλη από "χρήση τηλεφώνου με τα χέρια". Ό,τι προκύπτει από την εν λόγω ρητή αναφορά είναι η συγκεκριμενοποίηση πράξης και η επισήμανση ότι τούτη είναι έκνομη. Από το λεκτικό του κανονισμού προκύπτει ότι η εκεί αναφερόμενη πράξη καθίσταται έκνομη εφόσον η τοιουτοτρόπως ενασχόληση δεν συνάδει με την υποχρέωση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, ως το έχω ήδη επεξηγήσει. Ένεκα της λέξης ειδικότερα που εκεί χρησιμοποιείται, είναι ως να τεκμαίρεται ότι η εξειδικευμένη και απαγορευμένη αυτή ενέργεια δεν συνάδει με το προηγηθέν λεκτικό του κανονισμού, δηλαδή ελευθερία των χεριών του οδηγού για εξασφάλιση του δέοντα ελέγχου του οχήματος. Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι η διάπραξη του αδικήματος συντελέστηκε με αυτό τον ειδικό τρόπο, τότε απόδειξης χρήζει η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια. Η εν λόγω απόδειξη όχι συγκεραστικά του προαναφερόμενου ως δεύτερου συστατικού στοιχείου, αλλά εις αντικατάσταση τούτου. Πρόκειται για αντικατάσταση εφόσον στη δοσμένη περίπτωση η ειδική αναφορά στον κανονισμό σε χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, ξεφεύγει του γενικότερου πλαισίου του κανονισμού συγκεκριμενοποιώντας μια και μόνο ειδική συμπεριφορά. Η γενική αναφορά στον κανονισμό σε υποχρέωση ελεύθερων χεριών ούτως ώστε να επιτυγχάνεται άμεσος, πλήρης και ασφαλής έλεγχος, στόχο είχε την ποινικοποίηση τέτοιας συμπεριφοράς η οποία δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί κατά τρόπο εξαντλητικό κατά τη σύνταξη του κανονισμού. Ως εκ τούτου, κατηγορία της οποίας οι λεπτομέρειες εδράζονται σε αυτό το γενικό πλαίσιο πρέπει να αποδεικνύει κατά τρόπο αντικειμενικό ότι ο οδηγός χρησιμοποιούσε τα χέρια του για λόγο άλλο από οδήγηση και ως εκ τούτου δεν είχε άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του. Στον αντίποδα, η ειδική στον κανονισμό αναφορά σε χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, εκλαμβάνει ως δεδομένη την κατά το χρόνο της περί ου ο λόγος ενέργειας δέσμευση του ενός ή και των δύο χεριών και ως εκ τούτου και τη συνεπακόλουθη απώλεια άμεσου, πλήρους και ασφαλούς ελέγχου. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο τρίτος λόγος στον οποίο η υπεράσπιση έδρασε το αίτημά της, δηλαδή ότι ο άμεσος, πλήρης και ασφαλής έλεγχος είναι αυτοτελές συστατικό στοιχείο και δη επιπρόσθετο εκείνων της οδήγησης και της χρήσης τηλεφώνου με τα χέρια, είναι ανυπόστατος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το δεύτερο λόγο στον οποίο εδράζεται το αίτημα της υπεράσπισης. Ανέτρεξα στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη. Στη σελίδα 1988 δίπλα από τη λέξη χρήση αναγράφονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "το να χρησιμοποιείται (κάποιος /κάτι): το ρούχο έχει φθαρεί από την πολλή ~ ║ διάβασε προσεκτικά τις οδηγίες χρήσεως ║ ο ανελκυστήρας προορίζεται για ~ τού προσωπικού μόνον ║ φάρμακο για εξωτερική ~ μόνον ΦΡ. Κάνω χρήση (+ γεν.) χρησιμοποιώ (κάτι): ~ των δικαιωμάτων μου/ ναρκωτικών/ πυρηνικής ενέργειας/ νέων τεχνολογιών/ σύγχρονων εργαλείων/ λεξικού/ δύσκολης γλώσσας ║ κάνω καλή χρήση του χρόνου μου ΣΥΝ. Χρησιμοποίηση, μεταχείριση, διαχείριση." Σύμφωνα με το ίδιο λεξικό η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει στη λέξη χρεία, δηλαδή στην ανάγκη που δημιουργείται από τις καταστάσεις. Τόσο η ίδια η λέξη όσο και η ετυμολογία της παραπέμπουν σε εξειδικευμένη και εν ολίγοις αναγκαία προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένου σκοπού ενέργεια. Δεν συμφωνώ με τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι στη χρήση συγκαταλέγεται και η μετακίνηση, ή η οποιαδήποτε άλλη γενική και αόριστη ενέργεια. Αντιλαμβάνομαι την αναφορά στον κανονισμό σε χρήση, ως τεχνική χρήση τέτοιας συσκευής και όχι απλή μετακίνηση τούτης. Η εν λόγω κατάληξη υποστηρίζεται και από άλλες δύο ανεξάρτητες παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος προκύπτει από το λεκτικό της εξειδικευμένης στον κανονισμό απαγόρευσης. Η απαγόρευση δεν αφορά την οιανδήποτε χρήση τηλεφώνου αλλά τη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια. Για παράδειγμα, εάν οδηγός ομιλεί στο τηλέφωνο χρησιμοποιώντας οιανδήποτε συσκευή η οποία απαλλάσσει δέσμευση των χεριών του, δεν διαπράττεται το αδίκημα. Τέτοια όμως ενέργεια δεν συγκαταλέγεται σε ευρύτερη ερμηνεία του όρου χρήση; Πιστεύω πως η απάντηση είναι καταφατική και γι΄ αυτό αποδεικνύεται ότι η ερμηνεία του αναφερόμενου όρου πρέπει να είναι εξίσου εξειδικευμένη ως η απαγόρευση του σχετικού κανονισμού. Δεύτερη παράμετρος η οποία υποστηρίζει στενή και συντηρητική ερμηνεία του όρου, είναι όλα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν κατά την ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Όπως εκεί επεξηγήθηκε η θέσπιση του κανονισμού σκοπούσε στην εξασφάλιση της ελευθερίας των χεριών οδηγού για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο. Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο του κανονισμού. Η συγκεκριμενοποίηση μιας και μόνο συμπεριφοράς ήτοι, χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, δεν δημιούργησε νέο αδίκημα. Εξειδίκευσε μόνο συγκεκριμένη ενέργεια η οποία αναφύεται μέσα από το γενικότερο πλαίσιο του κανονισμού. Έχοντας τούτο κατά νου γίνεται αντιληπτό ότι η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής για γενικότερη ερμηνεία του όρου χρήση προσκρούει στο γενικότερο πλαίσιο του κανονισμού. Προκύπτει τούτο εφόσον ανάλογη ερμηνεία, ως αυτή που η κατηγορούσα αρχή εισηγείται, πρέπει να δοθεί και στο γενικότερο πλαίσιο του κανονισμού. Εν τοιαύτη περιπτώσει, η αντίστοιχη και γενικότερη υποχρέωση οδηγού για ελευθερία των χεριών θα επαραβιάζετο σε κάθε περίπτωση που οδηγός διενεργούσε οιανδήποτε ενέργεια ανεξαρτήτου σοβαρότητας ή ακόμη σχετικότητας με το ίδιο το αντικείμενο της οδήγησης. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση που οδηγός αποδεσμεύει ένα εκ των χεριών του για ξύσιμο του προσώπου του θα συνιστούσε παραβίαση του κανονισμού. Προκύπτει όμως πως τούτη δεν ήταν η πρόθεση του νομοθέτη. Πρόθεσή του ήταν η δέσμευση των χεριών του οδηγού κατά το δέοντα τρόπο. Ο δέον τρόπος δεν είναι άλλος από άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Είναι αυτή η υποχρέωση δέουσας οδήγησης που εκλαμβάνεται από τον κανονισμό ότι η πράξη, χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, αποκλίνει και δεν συνάδει. Ενόψει λοιπόν του γενικότερου πλαισίου του κανονισμού, της ειδικής και περιορισμένης αναφοράς σε χρήση τηλεφώνου με τα χέρια και της ετυμολογίας του όρου χρήση, εκλαμβάνω τον εν λόγω όρο ως τεχνική χρήση τηλεφώνου και όχι οποιαδήποτε αόριστη και άσκοπη μετακίνηση της συσκευής και δη ασύνδετη τεχνικής λειτουργίας. Άφησα τελευταίο τον πρώτο λόγο που ήγειρε η υπεράσπιση εφόσον θεωρώ ότι εξέταση αιτήματος ως το υπό κρίση, προϋποθέτει την ακριβή αντίληψη των συστατικών στοιχείων του υπό αμφισβήτηση κανονισμού. Έχοντας επεξηγήσει κάθε σχετική πτυχή του υπό κρίση κανονισμού, δύναμαι τώρα να εξετάσω αυτή τη πτυχή της ένστασης του κου Δημητρίου. Σχετικό είναι βεβαίως και το άρθρο 5
(1)(δ)[†] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72εφόσον ως προκύπτει από τους περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς, Κ.Δ.Π.66/84, είναι αυτό το άρθρο που επικαλέστηκε το υπουργικό συμβούλιο για έκδοση του υπό κρίση κανονισμού. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται εάν ένας κανονισμός είναι έξω από την εξουσιοδότηση του σχετικού νόμου έχουν κατ΄ επανάληψη αναφερθεί στις αποφάσεις Marangos v. Municipal Committee of Famagusta
(1970)3 CLR 7, Spyrou v. The Republic
(1973)3 CLR 627 και Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174. Ως εκεί αναφέρεται η εξέταση του υπό κρίση κανονισμού εξαρτάται από το λεκτικό του σχετικού νόμου, τις περιβάλλουσες κατά τη θέσπιση τούτου περιστάσεις, αλλά και σε ό,τι σκοπούσε να εξυπηρετήσει. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Ξυδιάς, πιο πάνω: "Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο ο περιορισμός ως προς την ηλικία των αυτοκινήτων, των οποίων η εγγραφή επιτρέπεται, αποτελεί ρύθμιση του όλου θέματος εγγραφής. Με άλλα λόγια περιορίζει την εγγραφή ορισμένης κατηγορίας λεωφορείων." ...και πιο κάτω... "Στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 4
(1)
(2)(α)(iii) των Κανονισμών θέτει ένα περιορισμό για λόγους δημόσιας ασφάλειας που πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα απαγορευτικός αφού περιέχει απλώς ένα λογικό περιορισμό που εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του εξουσιοδοτούντος νόμου." Περαιτέρω, στην απόφαση Attorney-General for Ontario v. Attorney-General for the Dominion, and the Distillers and Brewers' Association of Ontario
(1896)A.C. 348, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Spyrou, πιο πάνω, λέχθηκε ότι: "In that view, their Lordships are unable to regard the prohibitive enactments of the Canadian statute of 1886 as regulations of trade and commerce. They see no reason to modify the opinion which was recently expressed on their behalf by Lord Davey in Municipal Corporation of the City of Toronto v. Virgo, in these terms : 'Their Lordships think there is marked distinction to be drawn between the prohibition or prevention of a trade and the regulation or governance of it, and indeed a power to regulate and govern seems to imply the continued existence of that which is to be regulated or governed'." (η υπογράμμιση δική μου) Στη δοσμένη περίπτωση αξίζει καταρχάς να σημειωθεί ότι πρόθεση του νομοθέτη στο σχετικό νόμο, Ν.86/72, ήταν η ρύθμιση της τροχαίας κίνησης. Σε τούτη συμπεριλαμβάνονται βεβαίως και άλλες σχετικές της οδήγησης ενέργειες. Φέρειπειν το άρθρο 6
(3)του σχετικού νόμου απαγορεύει την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, ενώ τα άρθρα 7 και 8 απαγορεύουν οδήγηση που ανάγεται σε αλόγιστη ή επικίνδυνη και αμελή, αντίστοιχα, πράξη. Είναι υπό το φως του συνόλου των προνοιών του εξουσιοδοτούντος νόμου που εξετάζω τον υπό κρίση κανονισμό. Είναι ορθό πως στη δοσμένη περίπτωση ο κανονισμός απαγορεύει συγκεκριμένη συμπεριφορά. Όπως έχω ήδη επεξηγήσει κατά την εξέταση των άλλων δύο λόγων που αποτελούν την ένσταση του συνηγόρου της κατηγορουμένης, η απαγόρευση αφορά τη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση. Εν πρώτοις, παρατηρώ ότι η απαγόρευση αφορά συμπεριφορά κατά την οδήγηση. Εμπίπτει έτσι στο ευρύτερο πλαίσιο του νομοθέτη, πλαίσιο το οποίο καθορίζεται τόσο από το άρθρο 5
(1)(η) όσο και από το σύνολο των διατάξεων του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, απλή ανάγνωση του κανονισμού οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα πως ό,τι εκεί εισάγεται είναι μόνο συγκεκριμένος περιορισμός στοχευμένος σε εξασφάλιση ασφαλούς οδήγησης. Δεν πρόκειται για καθολική απαγόρευση οιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματος αλλά ούτε για απαγόρευση αυτής καθευατής της οδήγησης, η ρύθμιση της οποίας αποτελεί άλλωστε το λόγο θέσπισης του σχετικού νόμου, Ν.86/72. Εν ολίγοις, δεν πρόκειται για απόλυτη απαγόρευση της οδήγησης παρά μόνο για λογικό περιορισμό κατά την οδήγηση ο οποίος στόχο έχει την εξασφάλιση ασφαλούς οδήγησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο κανονισμός 58
(5)δεν είναι έξω από την εξουσιοδότηση του νόμου 86/72 και ως εκ τούτου αυτή η πτυχή της ένστασης απορρίπτεται. Συνοψίζοντας, επαναλαμβάνω ότι οι εγειρόμενες θέσεις της υπεράσπισης (α) και (γ) έχουν απορριφθεί. Ό,τι όμως ενέχει ιδιαίτερη σημασία είναι η ερμηνεία του όρου χρήση τηλεφώνου. Έχοντας ως καθοδήγηση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν διαπιστώνω ότι στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, χωρίς τούτη να αξιολογείται, δεν αποδεικνύει τέτοια τεχνική χρήση. Με ευθύτητα και χωρίς παλινδρομήσεις ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είδε την κατηγορουμένη να χρησιμοποιεί το εν λόγω τηλέφωνο, παρά μόνο να μετακινεί τούτο. Τίποτα από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η κατηγορουμένη είτε ομιλούσε στο τηλέφωνο κρατώντας τούτο με τα χέρια, είτε λειτουργούσε τούτο. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας η μαρτυρία, εφόσον κρίνεται μη αντινομική και χωρίς να αξιολογείται η βαρύτητά της, εκλαμβάνεται στον ύψιστο βαθμό (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 56). Κατ΄ ουδένα όμως λόγο το δικαστήριο καλεί κατηγορούμενο σε απολογία εάν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, στον ύψιστο βαθμό, δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη, εφόσον έτσι θα ήταν ως εάν ο κατηγορούμενος καλείτο να ενισχύσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου τούτης βαρύνει εξολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365). Τούτη πιστεύω είναι και η προκείμενη περίπτωση. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αποδεικνύει χρήση, ως πιο πάνω την έχω ερμηνεύσει. Αποτυχία απόδειξης τέτοιου συστατικού στοιχείου επιφέρει αρνητικές για την υπόθεση επιπτώσεις. Ένεκα όλων των πιο πάνω οι επιλογές του δικαστηρίου περιορίζονται σε μια μόνο κατεύθυνση. Τούτη δεν είναι άλλη από αθώωση και απαλλαγή της κατηγορουμένης από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [*] Καν. 58
(5)Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκίνητων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο, ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια. [†] 5.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδώσει Κανονισμούς για όλους ή μερικούς από τους ακόλουθους σκοπούς (δ) για να ρυθμίζει και ελέγχει τη συμπεριφορά των οδηγών, και προς το σκοπό αυτό καθόριζει τα καθήκοντά τους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο