Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Θεοδόσης Ισαάκ, Αριθμό Υπόθεσης: 19259/07, 19.3.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αριθμό Υπόθεσης: 19259/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Θεοδόσης Ισαάκ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19.3.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος Κλεάνθους Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 21.9.07 στον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού παρά το Αλεθρικό της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KJR793 χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε την απόδειξη της κατηγορίας παρουσιάζοντας στο δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πέραν του ενεχόμενου στο δυστύχημα οδηγού, Δημήτρη Παπακώστα (ΜΚ2), ενόρκως κατέθεσε και ο εξεταστής του δυστυχήματος αστ. 2631 Κ. Μιχαηλίδης (ΜΚ1). Ας σημειωθεί ότι αφότου ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Πέραν του κατηγορουμένου η υπεράσπιση δεν παρουσίασε άλλη μαρτυρία. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι απλά. Εν συντομία έχουν ως εξής. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KJR793 σε πάροδο κατευθυνόμενος προς τον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού. Φθάνοντας στον παλαιό δρόμο ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά ως η πορεία του, προς Λεμεσό, ενώ λίγα μέτρα πιο κάτω και ενόσω ευρισκόταν ήδη στον παλαιό δρόμο, έστριψε και πάλιν δεξιά για να μεταβεί προς τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού. Κατά τον επίδικο χρόνο ο Δημήτρης Παπακώστας (ΜΚ2) οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΤΜ606 στον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Σύμφωνα με το ΜΚ2, προσεγγίζοντας την πάροδο όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του, ο τελευταίος εισήλθε ξαφνικά εντός του παλαιού δρόμου και ενώ η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν περί τα 20 μέτρα. Ένεκα τούτου, για να αποφύγει τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων αναγκάστηκε να οδηγήσει το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Πράττοντας όμως τοιουτοτρόπως βρέθηκε εκ νέου αντιμέτωπος με το όχημα του κατηγορουμένου που αυτή τη φορά, ευρισκόμενο πλέον στον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού, επιχειρούσε νέα στροφή δεξιά κατευθυνόμενο προς το νέο αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού. Στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση των δύο οχημάτων και στο ύψος της παρόδου που οδηγεί στο νέο αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λεμεσού έλαβε χώραν η σύγκρουση μεταξύ των δυο οχημάτων. Πέραν της πιο πάνω σύνοψης του μαρτυρικού υλικού πρέπει να λεχθεί εδώ ότι οι εκατέρωθεν των δύο ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών θέσεις, διίστανται. Η μεν θέση του ΜΚ2 θέλει τον κατηγορούμενο να εισέρχεται εντός του δρόμου όπου οδηγούσε ο ΜΚ2 ξαφνικά και απροσδόκητα και ενόσω τα δύο οχήματα ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Η δε θέση του κατηγορουμένου είναι ότι το εν λόγω δυστύχημα δεν αφορά ανακοπή πορείας αλλά, αφότου ο κατηγορούμενος εισήλθε στον ίδιο δρόμο που κινείτο το όχημα του ΜΚ2, οδήγησε το όχημά του αλλά 35 περίπου μέτρα και ενώ επιχειρούσε να στρίψει δεξιά έλαβε χώραν η σύγκρουση. Είναι ως εκ τούτου η θέση της υπεράσπισης ότι το δυστύχημα προκλήθηκε ένεκα πλημμελούς του ΜΚ2 προσήκουσας προσοχής της έμπροσθέν του τροχαίας κίνησης. Κρίνω ορθό σε αυτό το στάδιο της απόφασης να εντοπίσω και να παραθέσω εκείνη τη πτυχή του μαρτυρικού υλικού που δυνατό να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε ο εντοπισμός αυτού του είδους της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της απόφασης κρίνεται αναγκαίος εφόσον θα συνδράμει στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού διά των αντικειμενικών συμπερασμάτων που δυνατό να προκύψουν από την αντιδιαστολή των εκατέρωθεν θέσεων με την πραγματική μαρτυρία (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51). Σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Ο δρόμος του δυστυχήματος είναι ο παλαιός δρόμος Λάρνακας-Λεμεσού. Είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες έχουν πλάτος 3,00μ. έκαστη, διακρίνονται μεταξύ τους με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Λεμεσό σε δύο περιπτώσεις ο παλαιός δρόμος παρεμβάλλεται δεξιά. Στην πρώτη περίπτωση ο δρόμος από τον οποίο παρεμβάλλεται δημιουργεί άνοιγμα (πάροδο) στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 4,40μ. Στη συνέχεια, προς την ίδια πάντα κατεύθυνση, δηλαδή από Λάρνακα προς Λεμεσό, στη δεξιά πάλιν λωρίδα κυκλοφορίας δημιουργείται άνοιγμα από το δρόμο που οδηγεί προς τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού. Αυτή η τελευταία πάροδος στο σημείο συμβολής της με τον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Οι δύο εξ αυτών οδηγούν στις δύο αντίθετες κατευθύνσεις του παλαιού δρόμου ενώ η τρίτη οδηγεί προς τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού. Η δεξιά άκρια της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί προς τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού, απέχει από την προηγηθείσα και προαναφερθείσα πάροδο τουλάχιστον 26,20μ. Πέραν των πιο πάνω, πραγματική μαρτυρία αποτελούν και οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων. Το μεν όχημα με αριθμό εγγραφής KJR793 εντοπίζεται εντός της παρόδου που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού και η θέση του υποδεικνύεται στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Β, ενώ το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΤΜ606 εντοπίζεται σε ανάχωμα αριστερά ως είσοδος της παρόδου που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού. Η θέση του υποδεικνύεται στο τεκμήριο 3 με το γράμμα Α. Τέλος, και οι ζημίες που εντοπίζονται στα δύο οχήματα συνιστούν πραγματική μαρτυρία. Στο όχημα με αριθμό εγγραφής KJR973 εντοπίζονται στο δεξιό μπροστινό μέρος ενώ στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΜΤ606 είναι περιμετρικές, κυρίως όμως στην αριστερή πλευρά. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 άφησε θετικές στο δικαστήριο εντυπώσεις. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και απαλλαγμένη παλινδρομήσεων. Το ίδιο ισχύει και για τον τόνο και το ύφος του μάρτυρα κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του συνίσταται σε μεταφορά στο δικαστήριο των διαφόρων μετρήσεων που έλαβε στη σκηνή του δυστυχήματος, μετρήσεις που κατ΄ ουσίαν δεν αμφισβητήθηκαν. Οι επίσης αναμφισβήτητες επεξηγήσεις του μάρτυρα για το σημείο που ο ίδιος καθόρισε ως σημείο σύγκρουσης, όπως ανέφερε εντόπισε εκεί διάφορα στοιχεία όπως σπασμένα φανάρια των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, κρίνονται ικανές αλλά και καθοριστικές για αποδοχή τούτου ως του σημείου σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων. Παρόλα ταύτα, η θέση του μάρτυρα αναφορικά με την εξ αριστερών ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος προτού οδηγήσει το όχημά του από την πάροδο εντός του παλαιού δρόμου, δεν γίνεται αποδεχτή. Δεν γίνεται αποδεχτή για λόγους ανεξάρτητους της αξιοπιστίας του μάρτυρα εφόσον δεν διαπίστωσα πρόθεση ή προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Επί του προκειμένου παραδέχθηκε ο ΜΚ1 ότι δεν μέτρησε τούτη την απόσταση παρά μόνο την υπολόγισε. Καθίσταται έτσι πρόδηλο ότι ο μάρτυρας δυνατό να λανθάνεται, πιθανότητα που το δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει και ούτε να αποδεχτεί. Ακόμη ας σημειωθεί ότι ούτε επεξηγήθηκε στο δικαστήριο πως ο ΜΚ1 υπολόγισε τούτη την απόσταση. Το δικαστήριο δεν αποδέχεται εικασίες παρά μόνο επιβεβαιωμένα στοιχεία. Τούτων λεχθέντων τη μαρτυρία του ΜΚ1 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Ο ΜΚ2 παρά τη σοβαρότητα και την αληθοφάνεια με την οποία παρουσιάστηκε στο δικαστήριο δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κρίνω το περιεχόμενο της μαρτυρίας του διάτρητο και ανυποστήρικτο από την πραγματική μαρτυρία. Ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στον παλαιό δρόμο ενόσω ο ίδιος βρισκόταν μόλις 20 μέτρα μακριά. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι για να αποφύγει το όχημα του κατηγορουμένου φρέναρε και επειδή αποσταθεροποιήθηκε το όχημά του έκανε ελιγμό δεξιά. Εάν ο κατηγορούμενος εισήλθε στον παλαιό δρόμο ενόσω ο ΜΚ2 ευρισκόταν 20 μόλις μέτρα μακριά και έχοντας ως δεδομένη την παραδοχή του ΜΚ2 ότι οδηγούσε με ταχύτητα μεταξύ 70km με 100km αντί 50km που είναι το εκεί ανώτατο όριο ταχύτητας, γιατί τότε ο ΜΚ2 οδήγησε το όχημά του δεξιά, δηλαδή προς το σημείο από το οποίο εξέρχετο το όχημα του κατηγορουμένου; Ας σημειωθεί ότι η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν έχει εντοπίσει ίχνη τροχοπέδησης, στοιχείο το οποίο αφαιρεί το πραγματικό υπόβαθρο από τον ισχυρισμό του ΜΚ2 περί αποσταθεροποίησης του οχήματός του μετά τη χρήση φρένων. Αλλά πάλιν εάν ο ΜΚ2 έστριψε δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, θέση ούτως ή άλλως οξύμωρη εφόσον η δεξιά στροφή θέλει τα δύο οχήματα να οδηγούνται το ένα προς την κατεύθυνση του άλλου, γιατί τότε ο ΜΚ2 δεν ακινητοποίησε το όχημά του το συντομότερο δυνατό; Το σημείο σύγκρουσης όπως εντοπίστηκε από το ΜΚ1, ευρίσκεται σε απόσταση 32,20μ. μετά την πάροδο από την οποία εξήλθε ο κατηγορούμενος. Εάν λοιπόν πρόθεση του ΜΚ2 ήταν να ακινητοποιήσει το όχημά του και έχοντας ήδη αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του κατηγορουμένου, γιατί τότε δεν σταμάτησε το όχημά του το συντομότερο δυνατό; Τα πιο πάνω ερωτήματα σε συνάρτηση με τις περιβάλλουσες περιστάσεις δεν υποστηρίζουν τη μαρτυρία του ΜΚ2. Ό,τι προκύπτει από την όλη μαρτυρία είναι πως ο ΜΚ2 δεν έκανε χρήση των φρένων του. Περαιτέρω, η αντικειμενική διάσταση των ενεργειών του, δηλαδή να οδηγήσει το όχημά του προς την πάροδο από την οποία εξερχόταν το όχημα του κατηγορουμένου δεν υποδηλώνει προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης αλλά μάλλον προσπάθεια προσπεράσματος του οχήματος του κατηγορουμένου που είχε ήδη εξέλθει της παρόδου και κινείτο στον παλαιό δρόμο. Άλλωστε, εάν ο ΜΚ2 επιθυμούσε να αποφύγει τη σύγκρουση γιατί δεν ακινητοποίησε το όχημά του; Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω το ΜΚ2 αναξιόπιστο και τη μαρτυρία του δεν την αποδέχομαι. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος μου άφησε καλή εντύπωση. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητήθηκε αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Στο στάδιο αντεξέτασης του κατηγορουμένου η υπόθεση αντιμετωπίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή ως έλλειψη προσήκουσας προσοχής της τροχαίας κίνησης που ακολουθεί και όχι ως ανακοπή πορείας. Επομένως αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του κατηγορουμένου ότι ενόσω ευρισκόταν στη διασταύρωση της παρόδου με τον παλαιό δρόμο ήλεγξε την τροχαία κίνηση δεξιά και αριστερά και βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Η επί του προκειμένου παράλειψη αντεξέτασης δεν σημαίνει αυτόματη αποδοχή της μαρτυρίας μάρτυρα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 267). Παρόλα ταύτα, η εν λόγω παράλειψη σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα του κατηγορουμένου, δεν παρέχουν έρεισμα στο δικαστήριο απόρριψης των αναφερόμενων αναμφισβήτητων θέσεων. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία του κατηγορουμένου την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Συγκεραστικά των πιο πάνω διαπιστώσεων, η αξιόπιστη μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν οδήγησε το όχημά του εντός του παλαιού δρόμου ενόσω το όχημα του ΜΚ2 ευρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Τουνατίον, όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του παλαιού δρόμου, η λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ΜΚ2 ήταν ελεύθερη οχημάτων και γι΄ αυτό άλλωστε το λόγο ο ΜΚ2 οδήγησε το όχημά του άλλα 35 περίπου μέτρα μετά τη στροφή. Η πιο πάνω διαπίστωση περί μη ανακοπή πορείας του ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο καθορίζει βεβαίως και την τύχη της όλης υπόθεσης. Παρόλα ταύτα, κρίνω ορθό να αναφέρω ότι ούτε και στην περίπτωση θετικής του ΜΚ2 αξιολόγησης θα απέληγε η υπόθεση σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Αναφέρω τούτο εφόσον όπως τονίζεται στην απόφαση Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696, 1704 "Έχει νομολογηθεί ότι μόνο όπου η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης." Στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής εξ αντικειμένου αποδεικνύει ότι το δυστύχημα δεν προκλήθηκε ένεκα της εισόδου του οχήματος του κατηγορουμένου στον παλαιό δρόμο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο στο σημείο της διασταύρωσης ο ΜΚ2 απέφυγε το όχημα του κατηγορουμένου. Μάλιστα, δεν απέφυγε τούτο στιγμιαία. Τα δύο οχήματα κινήθηκαν εντός του παλαιού δρόμου με κατεύθυνση τη Λεμεσό για άλλα 35 περίπου μέτρα. Απ΄ όλα τα πιο πάνω, εξ αντικειμένου ανακύπτει διακοπή στην αλυσίδα της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης. Ως εκ τούτου, ούτε η τυχόν θετική του ΜΚ2 αξιολόγηση θα περιέσωζε την όλη υπόθεση. Τέλος, η τυχόν αμέλεια του κατηγορουμένου κατά τη διενέργεια δεξιάς στροφής με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λεμεσού ενόσω ευρισκόταν εντός του παλαιού δρόμου, δηλαδή ως η κατηγορούσα αρχή προώθησε την όλη υπόθεση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του κατηγορουμένου και μόνο, δεν ελέγχεται και δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί, εφόσον ελλείπει μαρτυρία η οποία να διαφωτίζει το δικαστήριο για την ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος ενόσω ευρισκόταν στον παλαιό δρόμο της τροχαίας κίνησης που τον ακολουθούσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο