Αστυνομία ν. Ανδρέα Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 10500/07, 26 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10500/07 Αστυνομία ν. Ανδρέα Γεωργίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Χειμώνας. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν την απόσπαση εμπορευμάτων δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει στις 15.3.1994 στη Λάρνακα με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση έδωσε στην Φωτεινή Πούλλου δύο επιταγές, τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς 405887 και 405888, γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός του στην Τράπεζα ήταν κλειστός και απέσπασε από αυτήν είδη ρουχισμού συνολικής αξίας £1.
- Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε πέντε
(5)μάρτυρες για ν΄ αποδείξει την υπόθεσή της. Πρώτος κατέθεσε ο Αστ. 362 Ηλίας Ηλία (ΜΚ1), ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι η Παραπονούμενη, κα Φωτεινή Πούλλου, στις 8.8.1994 του κατάγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος της είχε δώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα δεν πληρώθηκαν γιατί ο λογαριασμός είχε κλείσει. Του παρέδωσε η Παραπονούμενη τις δύο επιταγές με αριθμούς 408587 και
- Τις κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 και
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του είχε αναφέρει η Παραπονούμενη ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Δεύτερος, κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Γιάσουμας (ΜΚ2), ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεσή του και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Στις 12.3.1995 ο ίδιος κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο για τ΄ αδικήματα που αντιμετωπίζει. Κατέθεσε και τη γραπτή κατηγορία που του απάγγειλε ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή κατηγορία ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί τ΄ αδικήματα και ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να πληρώσει τώρα που είχε έρθει στην Κύπρο. Στη συνέχεια κατέθεσε ο Λοχίας 4734, κος Κωστή (ΜΚ3) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, η οποία έγινε Τεκμήριο
- Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι συνέλαβε τον Κατηγορούμενο στον αερολιμένα Λάρνακος στις 12.3.1995 γύρω στις 01:15, ο οποίος επέστρεφε από το εξωτερικό. Οι μάρτυρες ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκαν. Μετά, κατέθεσε η Παραπονούμενη, κα Φωτεινή Πούλλου, (ΜΚ4). Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της και την κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σ΄ αυτήν καταγράφει ότι στις 15.3.1994 ο Κατηγορούμενος είχε ψωνίσει χονδρικός από το κατάστημά της είδη ρουχισμού αξίας £1.
- Του έκδωσε σχετικό τιμολόγιο και αυτός την πλήρωσε με δύο μεταχρονολογημένες επιταγές και η ίδια του παρέδωσε το εμπόρευμα. Η πρώτη με αριθμό 408587 είχε ημερομηνία εξαργύρωσης 29.6.94 και ήταν για £500 και η δεύτερη με αριθμό 408588 είχε ημερομηνία εξαργύρωσης 29.7.94 και ήταν για £
- Κατά τον χρόνο της έκδοσής τους ο Κατηγορούμενος την είχε διαβεβαιώσει ότι υπήρχαν λεφτά στο λογαριασμό του και δεν θ΄ υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και της υποσχέθηκε ότι τις άλλες £100 θα τις έφερνε σε μετρητά. Όταν κατέθεσε τις επιταγές αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες, η πρώτη στις 7.7.94 και η δεύτερη στις 29.7.94 με την ένδειξη "α/c closed". Όταν επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, ο ίδιος της ανέφερε ότι θα την πλήρωνε μέχρι τις 7.8.1994 πράγμα που δεν έκανε. Η μάρτυρας (ΜΚ4) αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τ΄ άτομο που της είχε δώσει τις επιταγές καθώς επίσης αναγνώρισε και τα Τεκμήρια 2 και 3 ως τις επιταγές που της έδωσε ο Κατηγορούμενος. Κατέθεσε το τιμολόγιο που του είχε εκδώσει ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι είχε αναθέσει την υπόθεση στο δικηγόρο κο Κούρτη αλλά δεν γνώριζε τι έγινε. Η ίδια όμως δεν είχε πάρει οποιαδήποτε λεφτά για τις δύο αυτές επιταγές. Κατά την αντεξέταση, ήταν η θέση της, ότι επισκέφθηκε τον δικηγόρο κο Κούρτη και του έδωσε οδηγίες για τη λήψη δικαστικών μέτρων και υπέγραψε κάτι γαλάζια χαρτιά. Όμως δεν ήξερε αν λήφθηκαν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα. Επέμενε στη θέση της ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε λεφτά για τις επιταγές αυτές. Η ίδια δεν γνώριζε τι έγινε μετά που πήγε στον κο Κούρτη αφού δεν είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Αναγνώρισε την υπογραφή της σ΄ ένα χειρόγραφο σημείωμα τ΄ οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, όχι όμως ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Δεν αναγνώρισε όμως το περιεχόμενο του σημειώματος αυτού. Δεν θυμόταν ακριβώς πότε είχε επισκεφθεί τον δικηγόρο Κούρτη αν ήταν το 1999 ή το
- Θυμόταν ότι πρώτα είχε επισκεφθεί την Αστυνομία και μετά τον κο Κούρτη. Τελευταίος κατέθεσε ο κος Π. Ζαννέτος (ΜΚ5) ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 την κατάθεσή του και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σ΄ αυτήν καταγράφεται ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην Ορόκλινη. Εκεί διατηρούσε τον λογαριασμό με αριθμό 0567-12-00215 ο Αντρέας Γεωργίου. Όμως, λόγω του ότι είχε ξεπεραστεί το όριο του λογαριασμού, η Τράπεζα τον έκλεισε στις 12.11.1993 και του έστειλε σχετική επιστολή. Παρά το γεγονός αυτό ο ίδιος έκδωσε δύο επιταγές την 408587 για το ποσό των £500, με ημερομηνία εξαργύρωσης 29.6.94 και την επιταγή με αριθμό 408588 για το ποσό των £600 με ημερομηνία εξαργύρωσης 29.7.
- Αναγνώρισε την υπογραφή στις επιταγές ως αυτή του Ανδρέα Γεωργίου. Οι επιταγές επιστράφηκαν με την ένδειξη "a/c closed" στoν δικαιούχο, την κα Πούλλου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο της επιστολής που στάληκε στον Κατηγορούμενο με την οποία πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός με αρ. 567-12-00215 είχε κλείσει. Όμως, δεν μπορούσε ν΄ αναγνωρίσει τον κο Γεωργίου μετά από τόσα χρόνια. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 ήταν από το ίδιο βιβλιαράκι επιταγών αφού είχαν συνεχώμενους αριθμούς. Αναγνώρισε τη δική του υπογραφή στο Τεκμήριο 11 και έκαμε αναφορά στη διαδικασία που ακολουθείται σχετικά με την αποστολή επιστολών. Οι επιστολές διαβιβάζονται στα κεντριά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου και λόγω της σοβαρότητας του περιεχομένου τους αποστέλλονται με συστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία διεύθυνση του πελάτη και ο ίδιος θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ακριβή διεύθυνση του κου Γεωργίου και κατά πόσο όντως διέμενε εκεί αφού στην Ορόκλινη πήγαινε μόνο για τους σκοπούς της εργασίας του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής έγινε εισήγηση από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο μ΄ ενδιάμεση απόφασή του αποφάνθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε σ΄ απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ο ίδιος ένορκη μαρτυρία και να καλέσει μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Κατά την ένορκη μαρτυρία του βλέποντας το Τεκμήριο 9 ανέφερε ότι τον πήρε ο κος Σιάφκος στο κατάστημα της κας Πούλλου, κοντά στον Αγ. Γεώργιο, για να την πληρώσει και εκεί το έγραψε ο κος Σιάφκος. Η ίδια ειδοποίησε τον δικηγόρο της και πήγαν και πλήρωσαν και τον κο Κούρτη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την απόδειξη πληρωμής. Του είχε κινήσει την αγωγή υπ. αρ. 1047/95, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 13, η οποία του επεδόθηκε στις 20.3.1995 και σε δεκαπέντε
(15)μέρες πήγε και την ξόφλησε. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 11 γιατί ποτέ δεν έμενε σ΄ εκείνη τη διεύθυνση. Εκεί βρισκόταν το κατάστημα που διατηρούσε, τ΄ οποίο ήταν δίπλα από την Τράπεζα. Το κατάστημα λειτουργούσε η πρώην σύζυγός του το 1993 μέχρι το 1998 με την οποία είχε προβλήματα από το
- Δεν γνώριζε, ήταν η θέση του, ότι ο λογαριασμός του ήταν κλειστός. Ήταν η θέση του ότι τον Απρίλιο 1995 είχε εμφανιστεί ενώπιον του κου Ιντιάνου, Επαρχιακού Δικαστή τότε, ο οποίος τον καταδίκασε σε ποινή προστίμου £200 για τις ίδιες επιταγές. Όμως, ο ίδιος δεν είχε ζητήσει να του επιστραφούν οι συγκεκριμένες επιταγές γιατί θ΄ έφευγε για το εξωτερικό. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ασχολείται με κτηματικές επιχειρήσεις στην Κύπρο και τη Ρουμανία. Όταν έκδωσε τις συγκεκριμένες επιταγές ο ίδιος ήταν φθαρτέμπορας και πήγαινε στη Ρουμανία για διάφορες δουλειές. Άλλαξε επάγγελμα γιατί παραχώρησε την φρουταρία στην γυναίκα του. Ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος την μέρα που αγόρασε τ΄ εμπορεύματα κρατούσε μετρητά για να πληρώσει την κα Πούλλου όμως, μετά από συζήτηση, η ίδια αποδέχθηκε την πληρωμή με μεταχρονολογημένες επιταγές. Στην υποβολή ότι η ποινική υπόθεση, την οποία επικαλέστηκε, η Υπ. Αρ. 8017/95, είχε καταχωριστεί στις 6.5.95 και είχε οριστεί στις 9.6.95 ήταν η θέση του ότι είπε περί τον Απρίλιο του
- Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν παραδέχθηκε και η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση στις 18.8.95, ήταν η θέση του ότι το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ο ίδιος παρουσιάστηκε Δικαστήριο. Αρνήθηκε ότι στις 18.8.1995 είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τη μέρα που η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε δώσει τη συγκεκριμένη διεύθυνση στην Τράπεζα, του Τεκμηρίου 11, όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός. Με τη γυναίκα του αντιμετώπιζε προβλήματα από το 1991 όταν η σύζυγός του έμαθε ότι διέμενε με άλλη γυναίκα. Το 1993 έλειπε στο εξωτερικό για 14 συνεχόμενους μήνες. Μετά πηγαινοερχόταν, ενώ από τον Ιούνιο 1995 μέχρι τον Ιούνιο 2000 ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Ερωτηθείς απάντησε ότι όταν ο ίδιος έφυγε από την Κύπρο ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν ανοικτός και ότι ο ίδιος ποτέ δεν παρέλαβε τη συγκεκριμένη επιστολή - Τεκμήριο 11 - από την Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχθηκε όμως ότι δεν έκδωσε οποτεδήποτε άλλες επιταγές από τον λογαριασμό μετά από αυτές - Τεκμήρια 2 και
- Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που δεν έκδωσε άλλες επιταγές ήταν γιατί έφυγε μετά από ένα με ενάμιση μήνα από τις 15.3.1994 για το εξωτερικό. Ούτε ξαναχρησιμοποίησε το συγκεκριμένο λογαριασμό σύμφωνα με τον ισχυρισμό του. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι με τον κο Σιάφκο δεν είναι φίλοι και είναι απλώς γνωστοί ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 9 τ΄ έγραψε ο κος Σιάφκος, γιατί ο ίδιος δεν πήγε σχολείο. Γράφτηκε μπροστά στην κα Πούλλου όταν τον πήρε με τ΄ αυτοκίνητό του για να την πληρώσει. Στη συνέχεια η ίδια τηλεφώνησε και του δικηγόρου της για να πάνε να τον πληρώσουν. Ισχυρίστηκε ότι δεν ζήτησε πίσω στις επιταγές. Δεύτερος μάρτυρας της Υπεράσπισης ήταν ο κος Αντρέας Γεωργίου Σιάφκος (ΜΥ2), ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο για 30 χρόνια. Την Παραπονούμενη, κα Πούλλου, την γνώρισε όταν πήγε μαζί με τον Κατηγορούμενο στο κατάστημά της για να πληρώσει ο Κατηγορούμενος το χρέος του. Ανέφερε ότι ο ίδιος έγραψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, τ΄ οποίο «έβαλαν» την κα Πούλλου να υπογράψει ότι πήρε τα λεφτά γιατί κρατούσε δύο επιταγές. Μετά πήγαν και πλήρωσαν την ίδια μέρα το δικηγόρο της τον κο Κούρτη. Ο ίδιος ήταν εκεί κατά την πληρωμή του δικηγόρου. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο εδώ και τριάντα χρόνια, λόγω του ότι είναι συγχωριανοί, και ότι είναι φίλοι και συγχωριανοί. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την κα Πούλλου είπε ότι είναι μια γριά γυναίκα, άρρωστη, 60 χρονών, μελαχρινή, μέτριου αναστήματος, ταλαιπωρημένη χωρίς οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα στην ομιλία της. Για ν΄ αναφέρει αργότερα ότι ο ίδιος την έκανε για 70 χρονών όταν την είδε. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα πρώτα επισκέφθηκαν και πλήρωσαν την κα Πούλλου στο κατάστημά της στον Άγιο Γεώργιο και την ίδια μέρα πήγαν στο δικηγόρο της, κο Κούρτη, για να την πληρώσουν. Ο ίδιος είχε ανεβεί στο γραφείο του δικηγόρου αλλά δεν θυμόταν να τον είδε, τον Κατηγορούμενο, ν΄ έδινε τα λεφτά στον κο Κούρτη. Όταν του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 9 με το Τεκμήριο 12 διαφέρουν χρονικά τότε ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις ημερομηνίες. Στη συνέχεια κατέθεσε η κα Τσιάππα (ΜΥ3), η οποία είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας από 2.10.
- Ήταν η θέση της ότι υπάρχουν μητρώα για τις ποινικές υποθέσεις που καταχωρούνται. Όμως υπάρχει η πρακτική όταν συμπληρωθούν τα 10 έτη τα μητρώα αυτά να στέλνονται για φύλαξη στο Κρατικό Αρχείο. Στα συγκεκριμένα μητρώα καταγράφεται και το αποτέλεσμα της κάθε ποινικής υπόθεσης. Τελευταίος κατέθεσε ο κος Μπάκας, (ΜΥ4), Πρωτοκολλητής του Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου Λάρνακος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είναι υπεύθυνος για τη φύλαξη των φακέλων των πολιτικών υποθέσεων και είχε στην κατοχή του το φάκελο που αφορούσε την Αγωγή Αρ. 1047/
- Σ΄ αυτήν ως Ενάγουσα καταγράφεται η κα Πούλλου και ως Εναγόμενος ο κος Α. Γεωργίου από την Ορόκλινη. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.3.1995 και επιδόθηκε στις 20.3.
- Στην αγωγή, στις 3.4.1995 δόθηκε άδεια για απόσυρση λόγω του ότι αυτή είχε εξοφληθεί. Κατέθεσε το πρακτικό του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο είχε όντως εξοφληθεί η αγωγή. Η Ενάγουσα όμως δεν είχε έρθει στο Δικαστήριο τη συγκεκριμένη μέρα. Η επίδοση της αγωγής είχε γίνει στην κα Έλενα Ανδρέου, σύζυγο και συγκάτοικο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση ο κος Χειμώνας αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε την αγόρευσή του κατά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Εισηγήθηκε ότι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν δεν αφορούν επιταγές αλλά συναλλαγματικές. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν περιήλθε στην κατοχή του Κατηγορούμενου η επιστολή της Τράπεζας. Ο ίδιος έχει ξοφλήσει την Παραπονούμενη, όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 9, αφού η ίδια αναγνώρισε την υπογραφή της. Τελειώνοντας επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης αφού από το 1994 που είχαν διαπραχθεί τα ισχυριζόμενα αδικήματα η υπόθεση καταχωρίστηκε το 2007, μετά που είχε καταχωριστεί η Ποινική Υπόθεση 8017/95 και επεβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο. Η καθυστέρηση δεν οφείλεται στον Κατηγορούμενο αλλά στην πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κος Παπανικολάου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος αλλά ίσως να μην μπορεί να του επιβληθεί η πρέπουσα ποινή λόγω της καθυστέρησης. Εξήγησε ότι όντως η Ποινική Υπόθεση 8017/95 είχε καταχωριστεί και είχε οριστεί για ακρόαση στις 8.8.1995 αφού ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και αναζητείτο. Καταχωρήθηκε εκ νέου η υπόθεση το 2000, Υπ. Άρ. 13543/00 και ο Κατηγορούμενος δεν ανευρίσκετο στις διευθύνεις που ο ίδιος είχε δώσει. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η υπόθεση δεν αφορά το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής αλλά αυτό της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, οπόταν το σκεπτικό της απόφασης Loizou v. Jumbo Investments Ltd δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Με αναφορά σε σημεία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε για την πλευρά του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι αυτή δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή αφού υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις και ψεύδη. Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ
- Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και ν΄ αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας καθώς επίσης και τους μάρτυρες για την Υπεράσπιση ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Συνοχή και χρονολογική συνταύτιση με τη λογική καλύπτει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, κας Πούλλου (ΜΚ4). Η Παραπονούμενη ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια. Διακατεχόταν από μια διάχητη ειλικρίνεια η μαρτυρία της. Δεν δίστασε ν΄ αναγνωρίσει την υπογραφή της στο Τεκμήριο 9 πλην όμως δεν αναγνώρισε το περιεχόμενό του. Ούτε και αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε τον κο Κούρτη. Ήταν όμως κατηγορηματική ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε λεφτά. Ήταν στην ολότητά της μια πραγματική παράθεση των γεγονότων και την αποδέχομαι. Όσον αφορά τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής την αποδέχομαι ενόψει του ότι όλοι αναφέρθηκαν σ΄ ενέργειες που οι ίδιοι είχαν κάνει αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για τον κο Ζαννέτο (ΜΚ5) ο οποίος παρέθεσε τα όσα ο ίδιος είχε πράξει, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ως υπεύθυνος του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου που χειριζόταν το λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους χωρίς δισταγμό και αισθάνομαι απόλυτα ασφαλής να στηριχτώ σ΄ αυτήν. Η όλη παρουσία του Κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που χωρίς δισταγμό παραποιούσε την αλήθεια. Ισχυρίστηκε ότι αγόρασε τα συγκεκριμένα πράγματα για το μαγαζί του ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι το μαγαζί το λειτουργούσε η εν διαστάση σύζυγός του το 1993 και ότι ο ίδιος πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό. Και ενώ πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό από το 1993 έκδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές το 1994 και συγκεκριμένα τον Μάρτιο 1994 χωρίς καν ν΄ ελέγξει κατά πόσο ο λογαριασμός του είχε μέσα λεφτά αφού σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό του απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Είπε ότι κρατούσε μετρητά την συγκεκριμένη μέρα για να την πληρώσει αλλά της έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές γιατί έτσι συμφώνησαν και £100 σε μετρητά. Όμως, όταν πήγε στις 27.3.1995 της ξαναπλήρωσε τις £100 σε μετρητά σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Αρνήθηκε την 30χρονη φιλία του με τον κο Σιάφκο (ΜΥ2) προφανώς για να πείσει το Δικαστήριο ότι ο κος Σιάφκος ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και είπε ότι είναι απλά γνωστοί. Είπε ψέματα ακόμα και για την επίδοση της αγωγής με αριθμό 1047/
- Είπε ότι του "παραδόθηκε" στις 20.3.1995 όμως σύμφωνα με τη μαρτυρία του κου Μπάκα (ΜΥ4) το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθηκε στη σύζυγό του στην Ορόκλινη. Επίσης, είπε ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο γύρω στον Απρίλιο του 1995 και του επεβλήθηκε ποινή όμως η υπόθεση εναντίον του είχε καταχωριστεί τον Μάιο
- Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω ψέματα στ΄ οποία κατέφυγε ο Κατηγορούμενος δεν μπορώ ν΄ αποδεχθώ τη μαρτυρία του ως την πραγματική εκδοχή του τι πραγματικά είχε γίνει. Μ΄ άφησε με την εντύπωση ότι απλά ήρθε στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε επιθυμία να πει την αλήθεια. Ούτε και ο κος Ανδρέας Σιάφκος (ΜΥ2) είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο μόνος λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει τον εδώ και 30 χρόνια φίλο του. Και ενώ στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν έβαλαν την κα Πούλλου να υπογράψει, στις 27.3.1995, το Τεκμήριο 9, γιατί κρατούσε δύο επιταγές οι επιταγές με βάση τη μαρτυρία του Αστ. 362 Ηλία, (ΜΚ1), ήταν στην κατοχή του ίδιου από τις 8.8.
- Επίσης είπε ότι ήταν παρών όταν ο Κατηγορούμενος πλήρωσε τον δικηγόρο της Παραπονούμενης για να το αρνηθεί κατά την αντεξέτασή του και να πει ότι πήγαν στο γραφείο του κου Κούρτη, στο οποίο υπήρχε μια κοπέλα. Ήταν η θέση του ότι η πληρωμή της Παραπονούμενης έγινε την ίδια μέρα. Ο ίδιος είχε οδηγήσει τον Κατηγορούμενο στους δύο αυτούς προορισμούς. Όμως, το Τεκμήριο 9, η κατ΄ ισχυρισμό παραλαβή των λεφτών από την Παραπονούμενη, απέχει από την απόδειξη είσπραξης του δικηγόρου, Τεκμήριο 12, 8 ημέρες. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την Παραπονούμενη πριν 15 χρόνια ισχυρίστηκε ότι ήταν τότε 60 χρονών, άρρωστη, ταλαιπωρημένη, τσακισμένη, μέτριου αναστήματος και μελαχρινή χωρίς οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα στην ομιλία της. Όταν ξαναρωτήθηκε είπε ότι ο ίδιος την έβαζε για 70 χρονών. Όμως τα όσα ανέφερε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική εικόνα της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη τώρα είναι γύρω στα 60 και τώρα είναι ταλαιπωρημένη λόγω του χαμού της κόρης της σ΄ αυτοκινητιστικό δυστύχημα που έγινε μετά από τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η ομιλία της είναι χαρακτηριστική γιατί η προφορά της είναι ελληνική και όχι κυπριακή όπως ισχυρίστηκε ο κος Σιάφκος. Μ΄ όλες αυτές τις αντιφάσεις δεν μπορώ ν΄ αποδεχθώ τη μαρτυρία του κου Σιαφκού και την απορρίπτω ως μια προσπάθεια να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο λόγω της 30χρονης φιλίας τους. Όσον αφορά τη μαρτυρία των δύο Πρωτοκολλητών (ΜΥ3) και (ΜΥ4) των αποδέχομαι αφού αυτή πηγάζει από στοιχεία τ΄ οποία προέκυψαν από τ΄ αρχεία και τους φακέλους του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 298 του Ποινικού Κώδικα τ΄ οποίο διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: "Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Ο ορισμός του όρου "ψευδής παράσταση" δίνεται στο άρθρο
- Ο όρος ερμηνεύεται ως ακολούθως: "Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδή ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή." Η Κατηγορούσα Αρχή καθόρισε την ψευδή παράσταση στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε δώσει τις δύο επιταγές στην παραπονούμενη γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός του ήταν κλειστός. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ήταν κλειστός από τον Οκτώβριο 1993 λόγω του ότι είχε υπερβεί το όριό του. Οι επιταγές - Τεκμήρια 2 και 3 - εκδόθηκαν πέντε μήνες μετά από το κλείσιμο του λογαριασμού και καμιά άλλη επιταγή δεν εκδόθηκε μετά από αυτές. Ένας λογικός άνθρωπος ο οποίος έλειπε στο εξωτερικό, όπως ήταν η θέση του Κατηγορούμενου, μετά την έκδοση των επιταγών και μέχρι την ημερομηνία της πληρωμής τους, τον Ιούνιο και Ιούλιο 1994 θα έκαμνε κάποια έρευνα για να διαπιστώσει την κατάσταση του λογαριασμού του. Οπόταν, η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο ίδιος νόμιζε ότι είχε λεφτά και ότι δεν είχε λάβει την ειδοποίηση κλεισίματος του λογαριασμού είναι εκτός λογικής. Ο Κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με την έκδοση των δύο επιταγών παρέστησε στην παραπονούμενη ότι όταν θα παρουσιάζονταν οι επιταγές θα πληρώνονταν παρόλο που ο ίδιος κατά το χρόνο της έκδοσης των επιταγών ο ίδιος δεν πίστευε ότι υπήρχαν λεφτά στο λογαριασμό του για να πληρωθούν. Εξ΄ ου και δεν έκδωσε οποιεσδήποτε άλλες επιταγές από το συγκεκριμένο βιβλιάριο επιταγών. Στο σύγγραμμα του Archbold, έκδοση 2002, στην παράγραφο 21-187 καταγράφεται η ακόλουθη αρχή: "The representations which may as a matter of law be inferred from the mere fact of the drawing of a cheque are: (a) what the drawer has an account with the bank upon which the cheque is drown, and (b) that the existing state of fact is such that in the ordinary course the cheque will be met i.e. in first presentation. . R. v. Gilmartin [1983] Q.B. 953." Βλ. Επίσης την παράγραφο 21-
- Η παραπονούμενη ΜΚ2 έδωσε τον ρουχισμό λόγω του ότι της είχαν δοθεί οι δύο επιταγές.. Αυτή ήταν η θέση της. Οπόταν η έκδοση των δύο επιταγών ενήργησε με τέτοιο τρόπο στο μυαλό της έτσι ώστε να δώσει τα προϊόντα στον Κατηγορούμενο παρόλο που της όφειλε ακόμα £
- βλ. R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132 και παράγραφο 21-198 του συγγράμματος Archbold (ανωτέρω). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μόνος λόγος που η παραπονούμενη είχε παραδώσει τ΄ εμπορεύματά της στον Κατηγορούμενο ήταν γιατί της είχαν δοθεί οι επιταγές με την έκδοση των οποίων ο Κατηγορούμενος είχε παρουσιάσει στην παραπονούμενη ότι είχε λογαριασμό στην εκδότρια Τράπεζα και ότι κατά την ημερομηνία πληρωμής τους θα πληρώνονταν. Κάτι που δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Συνεπακόλουθα έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ...... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο