← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σέργιος Σεργίου, Αρ. Υπόθεσης: 2/2008, 27 Μαρτίου,2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σέργιος Σεργίου, Αρ. Υπόθεσης: 2/2008, 27 Μαρτίου,2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2/2008 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Σέργιος Σεργίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Μαρτίου,2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο : κ. Α. Πλουτάρχου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι στις 18.12.2007 μεταξύ των ωρών 20:30 - 23:00 στο ξενοδοχείο PATSALIA στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας με απειλές και χρήση βίας εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την GIRLIE RAMOS από τις Φιλιππίνες δηλαδή την εξανάγκασε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τρεις πελάτες έναντι χρηματικού ποσού. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα του ζην εκ κερδών πορνείας, όπου ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρονται στη 1η κατηγορία εν γνώση του εν μέρει ή εξ ολοκλήρου αποζούσε από κέρδη πορνείας. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας όταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο όπως και στη 1η κατηγορία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της MARY JANE RAMOS από τις Φιλιππίνες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ο Αστ. 278 Χρ. Κυριάκου του Τ.Α.Ε. Λάρνακας (Μ.Κ.1) και οι δύο παραπονούμενες GIRLIE RAMOS και MARY JANE RAMOS (Μ.Κ. 2 και 3). Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία έκαμε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε απλώς ότι είναι αθώος και ότι δεν διέπραξε τα αδικήματα. Η κατάθεση του Μ.Κ.1 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, την υιοθέτησε και την ανέγνωσε. Στη κατάθεση του αναφέρει για την καταγγελία που δέχθηκε μέσω τηλεφώνου περί ώρα 00:15 της 19.12.2007 από κάποια άγνωστη γυναίκα με το όνομα GIRLIE RAMOS η οποία καταγόταν από τις Φιλιππίνες. Είχε καταγγείλει ότι κάποιο πρόσωπο που εκτελούσε χρέη φύλακα στο ξενοδοχείο PATSALIA, όπου διέμενε, την ανάγκασε να έρθει σε συνουσία με τρεις διαφορετικούς άνδρες έναντι αμοιβής. Μετέβη αμέσως στο εν λόγω ξενοδοχείο όπου συνάντησε την πιο πάνω που είναι 24 χρόνων και την αδελφή της MARY JANE RAMOS 22 χρόνων. Η πρώτη του κατάγγειλε ότι γύρω στις 20:35 ενώ βρισκόταν στον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου όπου γινόταν το πάρτι γενεθλίων κάποιας κοπέλας ο κατηγορούμενος της είπε ότι έπρεπε να πάει με πελάτη και να του προσφέρει σεξ έναντι του χρηματικού ποσού των Λ.Κ.40,

  1. Η ίδια αντέδρασε και τότε αυτός την απείλησε ότι εάν δεν πήγαινε θα προκαλούσε κακό στην αδελφή της. Με τον πελάτη εκείνο πήγε εκτός ξενοδοχείου. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος την ανάγκασε να πάει ακόμα με δύο πελάτες στο δωμάτιο 201 και προς τούτο την είχε πληρώσει Λ.Κ.60,
  2. Όταν στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο τους όπου βρισκόταν και η αδελφή της, της ανέφερε τι την ανάγκασε να κάμει ο κατηγορούμενος. Τότε φοβισμένες τοποθέτησαν τις αποσκευές τους πίσω από την πόρτα του δωματίου. Ο κατηγορούμενος επανήλθε και αφού κατάφερε να μπει στο δωμάτιο, αξίωνε από αυτή όπως πάει με ακόμα ένα πελάτη. Η ίδια αντέδρασε και τότε ο κατηγορούμενος έφυγε εκνευρισμένος. Στη συνέχεια η αδελφή της, της είπε ότι ενώ η ίδια είχε φύγει με τον πρώτο πελάτη, ο κατηγορούμενος την ανάγκασε να καθαρίσει όλα τα τραπέζια μετά το τέλος του πάρτι και όταν τέλειωσε της επιτέθηκε άσεμνα αφού την αγκάλιασε και την φίλησε στο πρόσωπο αριστερά και δεξιά στα μάγουλα και ακολούθως έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι της και της χάιδεψε τους γλουτούς. Η GIRLIE RAMOS υπέδειξε στον μάρτυρα το δωμάτιο 201 εντός του οποίου είχε έρθει σε συνουσία με τους δύο πελάτες το οποίο της είχε υποδείξει ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιήσει. Όταν στη συνέχεια συνάντησε τον κατηγορούμενο στο χώρο της καφετέριας του ξενοδοχείου και τον πληροφόρησε για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του, αυτός του ανέφερε τη φράση ¨οη εγιώ εν έκαμα έτσι πράμα¨. Αργότερα η GIRLIE RAMOS του έδωσε έξι προφυλακτικά τα οποία της τα είχε δώσει ο κατηγορούμενος για να τα χρησιμοποιήσει με τους πελάτες με τους οποίους την ανάγκασε να έρθει σε συνουσία. Στη συνέχεια ο συνάδελφος του Αστ. 2196 Ν. Θεοδοσίου του είχε παραδώσει δύο χαρτονομίσματα των Λ.Κ.10= τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3). Ο συνάδελφος του Αστ. 412 Κ. Καραγιώργης του παρέδωσε τέσσερα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά (Τεκμήρια 4 - 7) και τρία περιτυλίγματα προφυλακτικών (Τεκμήριο 8) τα οποία βρέθηκαν σε κάλαθο εντός του δωματίου
  3. Στις 20.12.2007 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9) στην οποία περιγράφει τους όρους εργοδότησης του στο εν λόγω ξενοδοχείο και τα καθήκοντα του, αρνείται όσα του καταλογίζουν οι παραπονούμενες, κατηγορίες τις οποίες δεν γνωρίζει που να τις αποδώσει. Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού του επέστησε τη προσοχή στο νόμο και αυτός του απάντησε ¨δεν έχω να πω τίποτε¨ (Τεκμήριο 10). Στην αντεξέταση του αρνήθηκε υποβολή ότι ο Λοχίας 501 Σπύρος Χρυσοστόμου είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με κάποιο άνδρα πριν μιλήσει ο ίδιος με την παραπονούμενη. Η GIRLIE του είχε πει ότι ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα έκαμνε κακό στην αδελφή της εάν δεν πήγαινε με τους άνδρες που της υπέδειξε χωρίς να προσδιορίσει τι ακριβώς σκόπευε να της κάμει. Όταν είχε μεταβεί στο ξενοδοχείο βρήκε τον κατηγορούμενο στην καφετέρια και του ζήτησε να του υποδείξει το δωμάτιο όπου ευρίσκονταν οι παραπονούμενες πράγμα που έκαμε. Δεν κατέστη δυνατό παρόλο ότι έκαμαν κάποιες προσπάθειες να βρουν τους πελάτες με τους οποίους είχε πάει η παραπονούμενη ούτε και ο χώρος όπου είχε πάει με τον πρώτο πελάτη στη Λάρνακα εφόσον ήταν η πρώτη τους μέρα στη Λάρνακα και δεν γνώριζαν την πόλη. Δεν κράτησε ως τεκμήρια τις Λ.Κ.60,00 που του έδειξε η παραπονούμενη εφόσον δεν το έκρινε σκόπιμο για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων. Στην κατάθεση της η CIRLIE ανέφερε ότι όταν ζήτησε από τους πελάτες να της δώσουν τα χρήματα της, της είχαν πει ότι είχαν πληρώσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεση της η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Αναφέρει σε αυτή ότι είχε έρθει στη Κύπρο μαζί με την αδελφή της στις 29.11.2007 για να εργαστούν ως καλλιτέχνιδες χορού σε καμπαρέ στη Λευκωσία. Εργάστηκαν εκεί για δύο εβδομάδες και στις 17.12.2007 ο καλλιτεχνικός τους πράκτορας επειδή δεν είχαν αρκετούς πελάτες στο εν λόγω καμπαρέ τις πληροφόρησε ότι θα τους άλλαζε χώρο εργασίας. Ο νέος τους εργοδότης κάποιος Δημήτρης ο οποίος τις παρέλαβε από τη Λευκωσία και τις μετέφερε στη Λάρνακα τους εξήγησε τον τρόπο εργασίας τους. Θα χόρευαν για τους πελάτες και θα μιλούσαν μαζί τους με σκοπό να καταναλώνουν όσο γίνεται περισσότερα ποτά. Θα πληρώνονταν Λ.Κ.10= για κάθε ημέρα και Λ.Κ.1= για κάθε επιπλέον ποτό. Θα διέμεναν στο Patsalia Hotel όπου τους πήγε και φτάνοντας εκεί συνάντησαν τον κατηγορούμενο. Το πρώτο βράδυ θα διέμεναν και οι δύο στο ίδιο δωμάτιο όπως τους είπε. Εκείνη την ημέρα δεν θα εργάζονταν στο καμπαρέ και στη δουλειά θα πήγαιναν στις 19.12.
  5. Δύο κοπέλες είχαν πάρτι γενεθλίων στο ξενοδοχείο που θα γινόταν στο χώρο υποδοχής. Γύρω στις 20:35 και ενώ διασκέδαζαν στο πάρτι ο κατηγορούμενος της είπε ότι έπρεπε να πάει με κάποιο πελάτη και εάν δεν πήγαινε θα έκαμνε κακό στην αδελφή της. Της εξήγησε ότι μετά που θα τέλειωνε το σεξ με τον πελάτη θα έπρεπε να της πληρώσει Λ.Κ.40,
  6. Του είπε ότι δεν ήθελε να το κάμει αυτό αλλά αυτός δεν της άφησε επιλογή καθώς την απείλησε ότι θα έκαμνε κακό στην αδελφή της. Έτσι πήγε με τον πελάτη που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος σε χώρο εκτός του ξενοδοχείου. Όταν τέλειωσε το σεξ μαζί με τον πελάτη του ζήτησε τα χρήματα για τα οποία της είχε πει ο κατηγορούμενος. Αυτός της είπε ότι είχε ήδη πληρώσει τα χρήματα στον κατηγορούμενο. Όταν είχε ζητήσει τα χρήματα από τον κατηγορούμενο αυτός της έλεγε συνέχεια ότι θα της τα έδιδε αργότερα. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο γύρω στις 22:08 είχε προσέξει δύο άνδρες να περιμένουν εκεί. Ο κατηγορούμενος της είπε όπως και σε κάποια άλλη κοπέλα ότι είχαν άλλο πελάτη για σεξ. Ταράχτηκε ακούγοντας αυτό το πράγμα αλλά ο κατηγορούμενος της έδειξε το δωμάτιο 201 όπου θα έπρεπε να πάει. Μετά από 30 λεπτά όταν τέλειωσε το σεξ με τον πελάτη κατέβηκε στο χώρο υποδοχής και τότε ο κατηγορούμενος της έδειξε έναν άλλο άνδρα και της ζήτησε να πάει και με αυτόν, όπως και έκαμε, στο ίδιο δωμάτιο. Πριν πάει για σεξ με πελάτη της εξήγησε ότι εάν πήγαινε με πελάτη στο ξενοδοχείο ο πελάτης θα πλήρωνε Λ.Κ.50=, οι Λ.Κ.20= θα ήταν γι΄αυτήν και οι Λ.Κ.30= για το ξενοδοχείο. Όταν είχε τελειώσει και με τον τρίτο πελάτη, του ζήτησε ξανά τα χρήματα της και αυτός της έλεγε πάντα ότι θα της τα έδιδε αργότερα και της είπε ακόμα ότι ήθελε και ο ίδιος να κάμει έρωτα μαζί της. Του αρνήθηκε και έτρεξε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η αδελφή της και της είπε τι της είχε συμβεί και της είπε να ζητήσει γι΄αυτήν τα χρήματα που θα έπρεπε να της δώσει ο κατηγορούμενος. Μετά από συζήτηση ο κατηγορούμενος της έδωσε Λ.Κ.60=. Όταν τον είχε ρωτήσει που είναι τα χρήματα από τον πρώτο πελάτη την αποκάλεσε ανόητη. Έβαλαν τις αποσκευές τους πίσω από την πόρτα του δωματίου και η ίδια ξάπλωσε. Αργότερα ο κατηγορούμενος κτύπησε τη πόρτα και της είπε πως είχε ακόμα ένα πελάτη. Αρνήθηκε να πάει και κάλεσε την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος της είχε δώσει τέσσερα προφυλακτικά όταν της ζήτησε να πάει με τον πρώτο πελάτη και αργότερα της έδωσε μερικά ακόμα. Είχε χρησιμοποιήσει με τους πελάτες μερικά και τα υπόλοιπα τα έδωσε στον ανακριτή. Η μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον Σέργιο που κατονομάζει στη κατάθεση της. Όταν της είχε ζητήσει να πάει με πελάτη της είπε να πάει να ετοιμαστεί καθώς την περίμενε πελάτης έξω από το ξενοδοχείο και ότι εάν δεν θα πήγαινε θα έβλαφτε την αδελφή της. Ο τρόπος που της μιλούσε ήταν φυσικός. Δεν ήθελε να πάει με πελάτη για σεξ αλλά δεν είχε επιλογή εφόσον την απείλησε ότι θα έβλαφτε την αδελφή της και τον είχε πιστέψει καθώς μετά το πάρτι παρέμειναν μόνες στο ξενοδοχείο. Ούτε και με τους επόμενους πελάτες είχε επιλογή και αναγκάστηκε να πάει μετά την απειλή του κατηγορούμενου. Το δωμάτιο τους βρισκόταν πίσω από το χώρο υποδοχής όπου στεκόταν ο κατηγορούμενος και φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα έβλαφτε την αδελφή της που βρισκόταν σ΄αυτό. Τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά και τα περιτυλίγματα που βρέθηκαν κατά την έρευνα στο δωμάτιο 201 είναι αυτά που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος και τα έριχνε κάθε φορά που πήγαινε με πελάτη στον κάλαθο των αχρήστων του δωματίου. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι τα εισιτήρια τους για το ταξίδι τους στη Κύπρο τα είχε πληρώσει ο καλλιτεχνικός τους πράκτορας με το όνομα Γιάγκος. Παραδέχθηκε ότι είχαν κάμει παράπονο η ίδια και η αδελφή της και ήθελαν να επιστρέψουν στη πατρίδα τους όταν ακόμα βρισκόντουσαν στη Λευκωσία. Ο Γιάγκος όμως δεν συγκατατέθηκε. Δεν τους είχε ζητήσει τα χρήματα που κατέβαλε για τα εισιτήρια τους. Στη Λάρνακα είχαν συμφωνήσει με το Δημήτρη να εργάζονται στο καμπαρέ του ως χορεύτριες και να πίνουν ποτά με πελάτες αλλά όχι να κάμνουν σεξ μαζί τους. Ήταν ο Δημήτρης που τις είχε μεταφέρει από τη Λευκωσία στη Λάρνακα και στο ξενοδοχείο συνάντησαν τον κατηγορούμενο ο οποίος ανέλαβε και τους υπέδειξε το δωμάτιο στο οποίο θα διέμεναν. Ο Δημήτρης τους είχε πει ότι εάν ήθελαν να πηγαίνουν με πελάτες θα μπορούσαν να το κάμνουν αλλά κανένας δεν θα τις εξανάγκαζε να το κάμουν. Στο πάρτι στο ξενοδοχείο τις είχε καλέσει ο κατηγορούμενος και σε αυτό συμμετείχαν περίπου είκοσι κοπέλες από τις οποίες 7 - 9 εργάζονταν στο καμπαρέ όπου θα δούλευαν και αυτές. Οι υπόλοιπες ήταν φιλοξενούμενες τους και δεν ήξερε εάν διέμεναν στο ξενοδοχείο. Ήταν κατά τη διάρκεια του πάρτι που ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να πάει με πελάτη όπως αυτός καθόταν δίπλα της. Στα δεξιά της καθόταν μια Ρωσίδα και απέναντι της ένας άνδρας. Όταν είχε φύγει από το ξενοδοχείο για να πάει με τον πρώτο πελάτη το πάρτι ακόμα δεν είχε τελειώσει και εκεί ήταν και η αδελφή της. Τα όσα της είπε ο κατηγορούμενος τα είχε ακούσει και η αδελφή της η οποία όμως δεν αντέδρασε κάμνοντας απλώς ένα μορφασμό. Δεν είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να της πει τι κακό θα έκαμνε στην αδελφή της και ούτε η αδελφή της τον ρώτησε. Ο κατηγορούμενος όταν της είπε αυτά τα πράγματα ήταν σε φυσιολογική κατάσταση. Επέμενε ότι είχε πάει με τον πρώτο πελάτη από φόβο. Δεν ήξερε το τηλέφωνο του Δημήτρη και γι΄αυτό δεν τον πήρε για να τον ενημερώσει για όσα της συνέβαιναν. Ο πρώτος πελάτης την περίμενε στο χώρο στάθμευσης έξω από το ξενοδοχείο και είχαν πάει στο σπίτι του το οποίο δεν ήξερε που ήταν. Ο κατηγορούμενος της είχε πει να πληρωθεί όταν θα πήγαινε με τον πρώτο πελάτη. Δεν είχε δει κανένα πελάτη να δίδει χρήματα στον κατηγορούμενο ούτε και η ίδια είχε δώσει χρήματα σε αυτόν μετά που είχε πάει με πελάτη. Ο λόγος που δεν ζήτησε από τον πρώτο πελάτη να την πάει στην αστυνομία ήταν διότι φοβόταν για την αδελφή της που παρέμεινε στο ξενοδοχείο. Ούτε όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο δεν πήγε να πάρει την αδελφή της και να φύγουν διότι δεν θα τους το επέτρεπε ο κατηγορούμενος. Στο σπίτι όπου είχε πάει με τον πρώτο πελάτη είχε πάει και μια Ρωσίδα η οποία είχε πάει με κάποιο άλλο άνδρα. Είχε πει στη Ρωσίδα ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε να πάει με τον πελάτη αλλά αυτή δεν αντέδρασε καθώς όπως υπέθεσε αυτή ήθελε από μόνη της να πάει με πελάτη. Είχε ταραχθεί καθώς ήταν για πρώτη φορά που θα πήγαινε με πελάτη και όταν επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο ο κατηγορούμενος της ζήτησε να πάει και με άλλο πελάτη ταράχτηκε ακόμα περισσότερο. Το ποσό των Λ.Κ.60= ο κατηγορούμενος της το έδωσε στο δωμάτιο τους στη παρουσία της αδελφής της. Η αδελφή της δεν είχε κινητό τηλέφωνο καθώς το κινητό τους το κρατούσε εκείνη όταν βρισκόταν με τους πελάτες. Δεν ήξερε τον αριθμό της αστυνομίας, ούτε του Δημήτρη ούτε του Γιάγκου. Δεν ζήτησε βοήθεια από τους Κύπριους πελάτες της καθώς φοβόταν για την αδελφή της. Όταν είπε στην αδελφή της τι της συνέβηκε αυτή της πρότεινε να πάνε το επόμενο πρωί στο Τμήμα Αλλοδαπών και να καταγγείλουν τον κατηγορούμενο. Η πόρτα του δωματίου τους δεν είχε κλειδί και ήταν γι΄αυτό που είχαν τοποθετήσει τις αποσκευές τους πίσω από αυτή. Μετά που είχε αρνηθεί να πάει με τον τέταρτο πελάτη είχε βρει κάποιο τηλέφωνο στα έγγραφα που είχαν μαζί τους που τους είχαν δοθεί από την Κυπριακή Πρεσβεία στη χώρα τους και το οποίο βρισκόταν στις αποσκευές τους. Τα χρήματα που της είχε δώσει ο κατηγορούμενος που ήταν τρία χαρτονομίσματα των Λ.Κ.20= τα είχε δείξει στην αστυνομία αλλά δεν τα παρέλαβαν. Ο κατηγορούμενος δεν είχε ασκήσει πραγματική βία πάνω της αλλά την εκφόβισε με τα λόγια του. Η αδελφή της, της είχε πει αμέσως τι έκανε και σε αυτή ο κατηγορούμενος όταν αυτή απουσίαζε από το ξενοδοχείο, ότι δηλαδή τη φίλησε στα μάγουλα παρά τη θέλησή της και ότι έβαλε τα χέρια του στον πισινό της και όταν δεν δέχθηκε τη πρόταση του την έβαλε να πλύνει όλα τα σταχτοδοχεία. Αρνήθηκε στη συνέχεια σειρά υποβολών ότι δεν έλεγε την αλήθεια και ότι τους πελάτες με τους οποίους είχε πάει για σεξ ήταν η ίδια που τους ψώνισε και ότι ο λόγος που έφυγαν από τη Λευκωσία ήταν αυτός καθώς εκεί δεν είχαν αρκετούς πελάτες. Αρνήθηκε επίσης υποβολές ότι ο κατηγορούμενος δεν την εξώθησε στην πορνεία και ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό για την εκπόρνευση της. Η Μ.Κ.3 υιοθέτησε την κατάθεση της στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Σε αυτή περιγράφει για την άφιξη τους στη Κύπρο, την εργασία τους αρχικά στη Λευκωσία και για τη μεταφορά τους στη συνέχεια για να εργαστούν στη Λάρνακα. Αναφέρει ότι ενώ βρισκόντουσαν στο πάρτι με έκπληξη τους άκουσαν τον κατηγορούμενο να καλεί την αδελφή της να πάει να φτιαχτεί γιατί την περίμενε πελάτης και ότι την απείλησε ότι εάν δεν πήγαινε θα έκαμνε κακό στην ίδια. Έτσι η αδελφή της πήγε με τον πελάτη και η ίδια στο δωμάτιο τους καθώς είχε τελειώσει το πάρτι. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο της και την κάλεσε να πλύνει τα πιάτα και να καθαρίσει τα τραπέζια όπου είχε γίνει το πάρτι. Αυτό και έκαμε και παρέμεινε στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου παρακολουθώντας τηλεόραση. Ο κατηγορούμενος την πλησίασε ενώ καθόταν και της είπε ότι θα ήθελε να παντρευτεί ένα κορίτσι από τις Φιλιππίνες. Έβαλε τα χέρια του γύρω της και ταυτόχρονα τη φίλησε και στα δύο μάγουλα και όταν αυτή τον απέτρεψε αυτός θύμωσε και έβαλε τα χέρια του στον πισινό της. Όταν του είπε ότι δεν ήθελε κάτι τέτοιο αυτός μάζεψε όλα τα σταχτοδοχεία και την έβαλε να τα πλύνει. Στη συνέχεια μετέβηκε στο δωμάτιο της περιμένοντας την αδελφή της. Όταν επέστρεψε η αδελφή της, της είπε ότι είχε πάει για σεξ χωρίς τη θέληση της με τρεις άνδρες και ότι ο κατηγορούμενος δεν της είχε δώσει τα χρήματα της. Επίσης ο κατηγορούμενος της είχε πει ότι ήθελε να κάμει έρωτα μαζί της. Είπε στην αδελφή της να πάνε στο Τμήμα Αλλοδαπών και να καταγγείλουν τον κατηγορούμενο την επόμενη το πρωί. Όταν πήγαν να ξαπλώσουν ο κατηγορούμενος κτύπησε την πόρτα και ανέφερε στην αδελφή της πως υπήρχε ακόμα ένας πελάτης και η αδελφή της αρνήθηκε να πάει μαζί του. Κάποια στιγμή πριν τοποθετήσουν τις αποσκευές τους πίσω από την πόρτα όταν είχαν ακούσει τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει τα σκαλιά η ίδια βγήκε έξω και του ζήτησε τα χρήματα της αδελφής της και τότε αυτός της είπε ότι είναι ανόητη και της έδωσε το ποσό των Λ.Κ.60= σε τρία χαρτονομίσματα των Λ.Κ.20= για την αδελφή της. Στη συνέχεια έκλεισαν τη πόρτα βάζοντας τις αποσκευές τους πίσω από αυτή. Όταν η αδελφή της είχε πει στον κατηγορούμενο ότι δεν ήθελε να πάει με τον τέταρτο πελάτη ο κατηγορούμενος θύμωσε και έφυγε. Στη συνέχεια κάλεσαν την αστυνομία. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις περιέγραψε τη σκηνή όπου ο κατηγορούμενος την είχε αγκαλιάσει και στη συνέχεια τη φίλησε και όταν τον έσπρωξε πίσω την αγκάλισε ξανά βάζοντας το χέρι του πίσω στον πισινό της. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 τα έγγραφα που είχαν εξασφαλίσει από την Κυπριακή Πρεσβεία στις Φιλιππίνες και όπου αναγράφονται οι αριθμοί διαφόρων χρήσιμων τηλεφώνων κάποιο από τα οποία στη Λάρνακα το οποίο και ανταποκρίθηκε στη κλήση τους. Στην αντεξέταση της περιέγραψε τη δουλειά που έκαμνε στο καμπαρέ στη Λευκωσία όπου είχε εργαστεί, ότι δηλαδή χόρευε και κρατούσε παρέα σε πελάτες, τους διασκέδαζε για να περνούν καλά και να καταναλώνουν ποτά. Δεν πήγαινε μαζί τους για σεξ. Την ίδια δουλειά έκαμνε και η αδελφή της. Επειδή οι πελάτες ήταν λίγοι μέσα στον Δεκέμβριο ο εργοδότης τους, τους πρότεινε να πάνε να δουλέψουν σε καμπαρέ στη Λάρνακα όπου όπως τους είπε ο νέος εργοδότης τους κάποιος Δημήτρης θα έκαμναν την ίδια δουλειά. Τους είχε πει εάν ήθελαν να πηγαίνουν με άνδρες για σεξ θα μπορούσαν να το κάμνουν και δεν θα τους ενοχλούσε κανένας. Ο Δημήτρης δεν τους είχε δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου του και ποτέ δεν τους είπε ότι εάν χρειάζονταν βοήθεια θα μπορούσαν να αποταθούν σε αυτόν. Για όσο χρόνο βρισκόντουσαν στη Λευκωσία δεν χρειάστηκε να ζητήσουν τη βοήθεια οποιουδήποτε. Στο ξενοδοχείο τις είχαν καλέσει οι κοπέλες που γιόρταζαν και ο κατηγορούμενος μετέβη στο δωμάτιο τους και τις κάλεσε για φαγητό. Ο κατηγορούμενος είχε καθίσει στη μέση τους. Στο τραπέζι κάθονταν περίπου είκοσι πρόσωπα. Δεν ήξερε εάν κάποιες από τις κοπέλες έμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο εφόσον για πρώτη φορά τις έβλεπε και αυτές μόλις είχαν πάει εκεί. Όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από την αδελφή της να πάει να αλλάξει ρούχα, της το είπε με κανονική φωνή αλλά το πρόσωπο του φαινόταν πολύ σοβαρό. Η ίδια στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο της και από το παράθυρο είδε την αδελφή της να μπαίνει σε κάποιο αυτοκίνητο, μαζί της ήταν και κάποια άλλη κοπέλα που ήταν και αυτή προηγουμένως στο πάρτι. Δεν είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να συζητά με την αδελφή της για το ζήτημα της αμοιβής της. Είχε ακούσει όμως την αδελφή της να του λέγει πως δεν ήθελε να πάει με πελάτη και τότε αυτός με σοβαρό ύφος της είπε ότι θα έκαμνε κακό σε αυτή. Επέμενε στη περιγραφή της σκηνής που τη φίλησε ο κατηγορούμενος όταν πήγε και κάθισε δίπλα της ότι δηλαδή την αγκάλιασε αρχικά και τη φίλησε στα δύο μάγουλα και στη συνέχεια έβαλε το χέρι του στον πισινό της παρόλο ότι αυτή αντιδρούσε. Όταν αυτή αντέδρασε και του είπε ότι δεν ήθελε, υτός μάζεψε τα σταχτοδοχεία θυμωμένος και της είπε να τα πλύνει όπως και το έκαμε. Στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο της και δεν ξαναβγήκε από αυτό περιμένοντας την αδελφή της. Τα πιο πάνω δεν τα είχε αναφέρει σε οποιονδήποτε άλλο εφόσον στο ξενοδοχείο δεν υπήρχε άλλο άτομο ή τουλάχιστον δεν είχε δει άλλο άτομο εκεί. Είχε σκεφτεί αμέσως να καταγγείλει τον κατηγορούμενο αλλά ανέμενε την επιστροφή της αδελφής της. Αδυνατούσε να σταματήσει την αδελφή της από του να κάμει κάτι που δεν το ήθελε εφόσον το κινητό της τηλέφωνο το κρατούσε η αδελφή της και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο του ξενοδοχείου μπροστά στον κατηγορούμενο. Επίσης δεν ήθελε να κάμει κάτι που θα έβαζε σε κίνδυνο την αδελφή της και ήταν φοβισμένη καθώς είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να απειλεί ότι θα της έκαμνε κακό. Δεν είχε δει κάποιο από τους πελάτες της αδελφής της να δίδει χρήματα στον κατηγορούμενο. Αρχικά είχε σκεφτεί να περιμένουν την επόμενη να κάμουν την καταγγελία τους στην αστυνομία αλλά μετά θυμήθηκε ότι είχαν κάποια τηλέφωνα στα έγγραφα που είχαν μαζί τους και αυτό το είχε θυμηθεί μετά που ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από την αδελφή της να πάει με τέταρτο πελάτη. Ήταν η αδελφή της που της ζήτησε να ρωτήσει τον κατηγορούμενο που ήταν τα χρήματα της και αυτό το έκαμε μόλις είδε τον κατηγορούμενο. Παρόλο ότι ήταν πρωτόγνωρο γι΄αυτές να βγαίνουν με πελάτες γνώριζαν ότι όταν γινόταν αυτό θα έπρεπε ο άνδρας να πληρώσει. Ο κατηγορούμενος δεν είχε συζητήσει μαζί της για το θέμα της αμοιβής της αδελφής της και όταν της είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.60= το έδωσε αμέσως στην αδελφή της. Είχαν δείξει τα χρήματα αυτά στην αστυνομία η οποία δεν τα κράτησε ως τεκμήρια και όταν πλέον κατέθετε στο Δικαστήριο τα είχαν ήδη μετατρέψει σε Ευρώ. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου και κάλεσε το δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο και στις τρεις κατηγορίες. Ο κ. Πλουτάρχου στην εκτενή και εμπεριστατωμένη αγόρευση του έκαμε αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στη νομική πτυχή των αδικημάτων. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όχι μόνο παρουσιάζει αντιφάσεις αλλά δεν είναι ούτε σαφής και ακριβής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε τέτοια μαρτυρία και να μπορέσει να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου σε οποιοδήποτε από τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες δεν αποδείχθηκαν πέραν από κάθε αμφιβολία και έτσι θα πρέπει να αθωωθεί από όλες τις κατηγορίες. Θα αναφερθώ σε σημεία των εισηγήσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων, όπου χρειαστεί, στη συνέχεια της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω τους μάρτυρες κατηγορίας να καταθέτουν ενόρκως, να ακούσω τους ισχυρισμούς τους και να παρατηρήσω τις κινήσεις και τις αντιδράσεις τους. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165), Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506). Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι μετά από την καταγγελία που δέχθηκε, ενεργώντας στη συνέχεια μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, επισκέφθηκε τις παραπονούμενες με συνάδελφο του στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν. Στη συνέχεια με αντικειμενικό τρόπο διεξήγαγε τις ανακρίσεις περισυλλέγοντας τεκμήρια και λαμβάνοντας καταθέσεις ή ανακρίνοντας τους εμπλεκομένους. Κρίνω ότι ενήργησε αντικειμενικά και όσα ανέφερε και τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε θα τα λάβω υπόψη μου κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου ως παραδεκτή μαρτυρία. Οι Μ.Κ.2 και 3 θα πρέπει εξ αρχής να πω ότι μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση. Στάθηκαν στο εδώλιο αποφασισμένες να υποστηρίξουν με σαφήνεια και πειθώ τα όσα υπέστησαν το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου 2008 και τα οποία τα καταλογίζουν στον κατηγορούμενο. Κατέθεσαν με φυσικό τρόπο και καθαρό λόγο. Παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστησαν δεν διέκρινα οποιοδήποτε σημείο στο οποίο κλονίστηκε η μαρτυρία τους. Επέμεναν στα ουσιώδη κατά ταυτόσημο τρόπο και αυτά ήταν σε εναρμόνιση των όσων υποστήριξαν στις γραπτές καταθέσεις μετά την καταγγελία που έκαμαν. Δεν διέκρινα σε αυτές προσπάθεια να χρωματίσουν τα γεγονότα αλλά αναφέρθηκαν σε αυτά περιγράφοντας τα με λιτό αλλά καθαρό λόγο. Σίγουρα κάποιες μικροδιαφορές που παρουσίασε η μαρτυρία τους δεν θα μπορούσαν να αναχθούν σε ουσιώδεις αντιφάσεις και τέτοιας σημασίας οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία τους. Αυτές κρίνω ότι οφείλονταν είτε στη διαφορετική αντίληψη κάποιων γεγονότων που είναι φυσικό να έχει κάθε άνθρωπος και στη πάροδο κάποιου χρόνου από τα γεγονότα μέχρι που κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι αυτές διακατέχονταν από φόβο και ταραχή για την απειλή που εκτόξευσε ο κατηγορούμενος εναντίον της Μ.Κ.
  1. Στις καταθέσεις τους είναι φανερό ότι κάποια γεγονότα τα ξεχνούν και έτσι ενώ καταγράφονταν επανέρχοντανγια να πουν κάτι σημαντικό που κατά την άποψη τους παρέλειψαν να το πουν προηγουμένως. Ως εκ τούτου κάποια χρονική ανακολουθία που παρατηρείται, αποδεικνύει κατά την άποψη μου, τη φυσικότητα των καταθέσεων και όχι το αντίθετο. Αν επρόκειτο για προκατασκευασμένη και σε συνεννόηση μαρτυρία, σίγουρα δεν θα παρουσιάζονταν αυτά τα χαρακτηριστικά. Για άλλα θέματα ή οι περισσότερες λεπτομέρειες και ακριβείς περιγραφές για γεγονότα στα οποία έκαμαν αναφορά ενώπιον του δικαστηρίου και πάλι δεν θα μπορούσε να τους αποδοθεί σκοπιμότητα ή ότι είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων εφόσον ήταν φανερό ότι όταν ερωτήθηκαν και τους ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες, χωρίς δισταγμό προχώρησαν και τις έδωσαν και δεν μπορεί εκ των υστέρων να κατακρίνονται γι΄αυτό. Οι όποιες μικροδιαφορές παρατηρήθηκαν στερούνται σημασίας και δεν αλλοιώνουν την εικόνα της φιλαλήθειας που διέκρινε τις Μ.Κ. 2 και
  2. Αντίθετα η ύπαρξη θα έλεγα κάποιων διαφορών ενδυναμώνει τη μαρτυρία και τονίζει την φυσικότητα της. Η Υπεράσπιση υπέβαλε τη θέση ότι η Μ.Κ.2 μόνη της ¨ψώνισε¨ τους πελάτες με τους οποίους πήγε για σεξ. Μια τέτοια θέση όμως, κατά την άποψη μου, δεν θα μπορούσε να έχει θετική αντίκριση αφού οι Μ.Κ.2 και 3 ευρίσκονταν στη Λάρνακα μόνο για λίγες ώρες σε μια άγνωστη σε αυτές πόλη και μεταξύ άγνωστων ανθρώπων. Διερωτάται κάποιος πως μέσα σε αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τέτοιες διασυνδέσεις και να έχει η Μ.Κ.2 τόση μεγάλη επιτυχία με τόσους ενδιαφερόμενους άνδρες. Πως μπόρεσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο που διήρκεσε η παραμονή τους στο εν λόγω ξενοδοχείο να έχει μια συνεχή ροή πελατών ενδιαφερόμενων να κάμουν σεξ μαζί της. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η κατάσταση αυτή που επακολούθησε της άφιξης των Μ.Κ.2 και 3 στο ξενοδοχείο Patsalia όπου θα διέμεναν, με τόσους άνδρες να ενδιαφέρονται για αγοραίο έρωτα την οργάνωσε κάποιος και αυτός δεν ήταν άλλος από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που έκαμνε κουμάντο εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο. Έχω διεξέλθει μια προς μια τις αντιφάσεις που απαριθμεί ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση όπως και τα εύλογα ερωτήματα τα οποία του προκάλεσε η μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και
  3. Με όλο το σεβασμό κρίνω ότι αυτές δεν μπορούν είτε να θεωρηθούν ως τέτοιες είτε να αναχθούν σε αντιφάσεις τέτοιας σημασίας και να είναι τόσο καθοριστικές έτσι που να καθιστούν τη μαρτυρία των παραπονουμένων τρωτή. Πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω για το πως αντικρίζω την μαρτυρία τους θα σχολιάσω κάποια από τα υπόλοιπα σημεία τα οποία επισημαίνονται και τα οποία δίδουν και το στίγμα της αντίκρισης που τυγχάνει από το Δικαστήριο το σύνολο της μαρτυρίας των παραπονουμένων. Σχολιάζει ο κ. Πλουτάρχου ότι η Μ.Κ.2 κάλλιστα θα μπορούσε να καταγγείλει τον κατηγορούμενο πριν μεταβεί με τον 1ο πελάτη όταν βρέθηκε μόνη στο δωμάτιο της για να ¨φτιαχτεί¨ όπως την παρότρυνε ο κατηγορούμενος. Επίσης όταν της είχε πρωτοπεί για το ότι έπρεπε να πάει με πελάτη δεν ήταν μόνες αλλά παρευρίσκονταν στο πάρτι καμιά εικοσαριά άτομα. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ταράχτηκε, διακατεχόταν από φόβο, φοβόταν για την αδελφή της που παρέμενε με τον κατηγορούμενο. Από την άλλη ήταν πειστική η μαρτυρία τους όταν και οι δύο ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να βρουν κάποιους αριθμούς τηλεφώνων μόνο όταν πλέον βρέθηκαν μόνες στο δωμάτιο τους και σκαφτόντουσαν πως θα ξέφευγαν από τα πλοκάμια του κατηγορουμένου. Ήταν ακριβώς τότε που θυμήθηκαν ότι είχαν κάποια έγγραφα στις αποσκευές τους στα οποία αναγράφονταν κάποιοι αριθμοί τηλεφώνων. Δεν είχαν το τηλέφωνο του καλλιτεχνικού τους πράκτορα του Γιάγκου, δεν είχαν το τηλέφωνο του Δημήτρη. Όσο ήταν στη Κύπρο δεν χρειάστηκαν ξανά να επικοινωνήσουν με οποιονδήποτε και να ζητήσουν βοήθεια. Έτσι εξηγείται η εύλογη απορία της Υπεράσπισης. Μπορεί ο κατηγορούμενος να μην είχε απειλήσει την Μ.Κ.2 ότι θα έκαμνε κακό σε αυτή όμως είχε εκφράσει τέτοια απειλή εναντίον της μικρότερης αδελφής της. Παραστατικά η μάρτυρας ανέφερε τις συνθήκες που επικρατούσαν στο ξενοδοχείο και μάλιστα τη θέση του δωματίου τους όπου ήταν η αδελφή της σε σχέση με το Reception του ξενοδοχείου όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Κρίνω ότι υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν έστω και εάν ήταν ¨φυσικός¨ ο τρόπος που μιλούσε ο κατηγορούμενος αυτός όπως περιγράφηκε ήταν πολύ σοβαρός όταν εκτόξευε την απειλή του και δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών. Τα είκοσι άτομα που παρευρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στο πάρτι δεν ήταν γνωστά της Μ.Κ.2, για πρώτη φορά τα έβλεπε, οπότε ποια εμπιστοσύνη μπορούσε να έχει γι΄αυτά. Επίσης θα ήταν κάτω από τη στενή και συνεχή παρακολούθηση του κατηγορουμένου όσο βρισκόταν ακόμα εκεί πριν μεταβεί στο δωμάτιο της. Σίγουρα δεν μπορούμε να υποθέσουμε τον λόγο γιατί η Μ.Κ.2 δεν ανέφερε στη κατάθεση της ότι στο σπίτι του 1ου πελάτη είχε μεταβεί με μια άλλη κοπέλα. Δεν ρωτήθηκε σχετικά για να έχουμε την άποψη της. Η Μ.Κ. 2 εξήγησε ότι δεν βρήκε ανταπόκριση σε αυτήν όταν της είπε ότι η ίδια εξαναγκάστηκε να μεταβεί με τον 1ο πελάτη εφόσον αυτή φαίνεται ότι μετέβη με τη θέληση της εύλογα μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν θα ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα στις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο. Τέλος σε σχέση με τις αντιφάσεις που επισημαίνονται για τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 για το αδίκημα της κατηγορίας 3 κρίνω ότι είναι ανεδαφικές και δεν εδράζονται στη μαρτυρία όπως αυτή προκύπτει ούτε από την κατάθεση της ούτε και με όσα διευκρινιστικά ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου όπου προσπάθησε να περιγράψει τα όσα είδε ή αντιλήφθηκε με περισσότερη λεπτομέρεια εφόσον ρωτήθηκε και της ζητήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ούτε και οι κινήσεις του κατηγορουμένου παρουσιάζουν οποιαδήποτε ανακολουθία σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 εφόσον μπορεί να τον είδε από το παράθυρο του δωματίου της κάποια στιγμή στον χώρο στάθμευσης, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός είχε φύγει από τον χώρο του ξενοδοχείου, τουλάχιστον δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο η μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος θα είχε συναντηθεί με τον πελάτη που ανέμενε έξω από το ξενοδοχείο σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι ενώ αρχικά ο κατηγορούμενος είχε πει στην Μ.Κ.2 να λάβει από αυτόν το ποσό των Λ.Κ.40= στη συνέχεια όταν αυτή είχε ζητήσει τα χρήματα από τον πελάτη, αυτός της είπε ότι τα είχε δώσει ήδη στον κατηγορούμενο. Αυτό πολύ πιθανόν να έγινε στο χώρο στάθμευσης όπου συνόδευσε τις κοπέλες που θα έπαιρνε μαζί του ο πελάτης. Ούτε η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που τις είχε μεταφέρει στο σπίτι του πελάτη. Αυτό το γεγονός δείχνει ότι οι Μ.Κ.2 και 3 δεν είχαν προσυνεννοηθεί για τη μαρτυρία που θα έδιδαν. Δεν διακρίνω από τα πιο πάνω οποιαδήποτε αντίφαση της Μ.Κ.2 όταν αναφέρει ότι μετά που τέλειωσε το πάρτι μετέβη στο δωμάτιο της και ήταν εκεί που την βρήκε ο κατηγορούμενος και της είπε να καθαρίσει τα τραπέζια όπου είχε γίνει το πάρτι. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία και των δύο πιο πάνω μαρτύρων ως αληθινή, αξιόπιστη και πειστική σε σημείο που να μην παραμένει καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι τα γεγονότα συνέβησαν όπως τα περιέγραψαν. Ο κατηγορούμενος ως είχε δικαίωμα προέβη σε ανώμοτη δήλωση και σύμφωνα με τη νομολογία μας αυτή η στάση του δεν μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση σε αυτόν (βλ. Τhemistokleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261 και Δημοσθένους κ.ά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 129). ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχω αποδεχθεί την μαρτυρία των Μ.Κ. ως την αληθινή επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπεύθυνος στο ξενοδοχείο Patsalia Hotel στη περιοχή της Ορόκλινης Λάρνακας εφόσον όπως παραδέχεται και ο ίδιος στην δική του κατάθεση ήταν αυτός που αναλάμβανε όλες τις εργασίες σχετικά με την λειτουργία του εν λόγω ξενοδοχείου. Ήταν αυτός που παρέλαβε το απόγευμα της 18ης Δεκεμβρίου 2007 τις δύο παραπονούμενες Μ.Κ.2 και 3 από κάποιο Δημήτρη ο οποίος θα ήταν πλέον ο εργοδότης τους σε καμπαρέ στη Λάρνακα. Οι παραπονούμενες θα διέμεναν στο εν λόγω ξενοδοχείο και θα άρχιζαν δουλειά στο καμπαρέ, όπως είχαν συμφωνήσει με τον Δημήτρη την επόμενη ημέρα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας γινόταν ένα πάρτι γενεθλίων δύο κοπέλων στο χώρο αναμονής του εν λόγω ξενοδοχείου. Προσκλήθηκαν και από τις κοπέλες αλλά και από τον κατηγορούμενο και οι δύο παραπονούμενες. Και ενώ διαρκούσε ακόμα το πάρτι ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή κάλεσε την Μ.Κ.2, η οποία καθόταν δίπλα του, να μεταβεί στο δωμάτιο της να περιποιηθεί τον εαυτό της καθότι υπήρχε πελάτης με τον οποίο θα έπρεπε να μετέβαινε για σεξ επί πληρωμή. Όταν η παραπονούμενη του είπε ότι δεν ήθελε να κάμει κάτι τέτοιο, αυτός την απείλησε ότι θα έκαμνε κακό στην μικρότερη αδελφή της, τη Μ.Κ.3 και αυτό έγινε στην παρουσία της. Έτσι υπό το κράτος του φόβου υπάκουσε και βγήκε με τον πρώτο πελάτη με τον οποίο πήγε σε κάποιο σπίτι και έκαμαν σεξ. Κάποια στιγμή πριν αναχωρήσει από το ξενοδοχείο της εξήγησε ότι για κάθε πελάτη με τον οποία θα πήγαινε για σεξ θα λάμβανε η ίδια το ποσό των Λ.Κ.20,00 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.30,00 θα ήταν του ξενοδοχείου και αυτή η αμοιβή θα ίσχυε όταν θα έκανε σεξ εντός του ξενοδοχείου. Με τον πρώτο πελάτη που θα την πήγαινε εκτός του ξενοδοχείου θα έπρεπε να την πληρώσει Λ.Κ.40=. Όταν η Μ.Κ.2 τέλειωσε με τον 1ο πελάτη του ζήτησε να την πληρώσει και τότε αυτός της είπε ότι το είχε ήδη κάμει πληρώνοντας τον κατηγορούμενο. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο ο κατηγορούμενος της είπε ότι υπήρχε και άλλος πελάτης και της είπε να πάει να κάμει σεξ μαζί του στο δωμάτιο 201 του ξενοδοχείου το οποίο και της υπέδειξε και υπάκουσε τελώντας υπό το κράτος φόβου. Τελειώνοντας με αυτόν παρουσιάστηκε και τρίτος πελάτης και με τις ίδιες οδηγίες έκαμε σεξ και με αυτόν. Όταν αργότερα του ζήτησε τα χρήματα της αυτός συνέχεια της έλεγε ότι θα της τα έδιδε αργότερα. Της ζήτησε να κάμει και μαζί του σεξ πράγμα που αρνήθηκε να κάμει και πήγε στο δωμάτιο της όπου συνάντησε την αδελφή της την Μ.Κ.3, στην οποία εξιστόρησε τι της είχε συμβεί τις προηγούμενες ώρες. Η αδελφή της τότε της εξιστόρησε τη δική της περιπέτεια ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος αφού προηγουμένως την έβαλε να καθαρίσει τα τραπέζια όπου είχε γίνει το πάρτι στη συνέχεια της επιτέθηκε άσεμνα καθώς την αγκάλιασε, την φίλησε στα δύο μάγουλα και της έπιασε τον πισινό ενώ αυτή αντιδρούσε. Λόγω του ότι αρνιόταν και θυμωμένος καθώς ήταν μάζεψε όλα τα τασάκια και την έβαλε να τα πλύνει. Αφού το έκαμε και αυτό κατέφυγε στο δωμάτιο της. Δεν πέρασε πολύς χρόνος αφότου συναντήθηκαν οι δύο αδελφές στο δωμάτιο τους και ο κατηγορούμενος επανήλθε και ζήτησε από την Μ.Κ.2 στη παρουσία της Μ.Κ.3 να πάει και με τέταρτο πελάτη πράγμα που αυτή αρνήθηκε να κάμει. Αυτός απομακρύνθηκε θυμωμένος αφού προηγουμένως της έδωσε το ποσό των Λ.Κ.60= για την αμοιβή της από τους τρεις άνδρες με τους οποίους είχε πάει προηγουμένως. Οι παραπονούμενες έβαλαν τις αποσκευές τους πίσω από την πόρτα του δωματίου τους η οποία δεν κλείδωνε και επικοινώνησαν με την αστυνομία και κατήγγειλαν το γεγονός. Οι αστυνομικοί όταν μετέβησαν στη σκηνή σε έρευνα που έκαμαν στο δωμάτιο 201 όπου η Μ.Κ.2 τους είπε ότι έκαμε σεξ με δύο πελάτες βρήκαν αριθμό προφυλακτικών χρησιμοποιημένων και τα περιτυλίγματα τους. Η Μ.Κ.2 τους παρέδωσε αριθμό προφυλακτικών τα οποία της έδωσε ο κατηγορούμενος και τα οποία δεν τα είχε χρησιμοποιήσει. Τους έδειξε επίσης τρία εικοσάλιρα που της κατέβαλε ο κατηγορούμενος ως την αμοιβή της. Ο κατηγορούμενος σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε αρνήθηκε κάθε ανάμιξη του στην υπόθεση. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κατηγορίας 1 βασίζεται στον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμο (Ν. 87
(1)/2007). Από τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 σχετικοί είναι οι ακόλουθοι ορισμοί: ¨βία¨ σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη στο θύμα. ¨εξαναγκασμός¨ περιλαμβάνει- (α) απειλές για σοβαρή βλάβη ή για φυσικό περιορισμό εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, (β) οποιαδήποτε συμπεριφορά ή σχέδιο το οποίο στοχεύει στο να δημιουργήσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο την εντύπωση ότι η παράλειψη εκτέλεσης μιας πράξης θα επιφέρει σοβαρή βλάβη ή το φυσικό περιορισμό εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, (γ) κατάχρηση εξουσίας ή άλλης μορφής πίεσης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου με στόχο την πλήρη οικονομική του εξάρτηση ή υποτέλεια, (δ) κατάχρηση ή απειλούμενη κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διαδικασιών αναφορικά με το καθεστώς οποιουδήποτε προσώπου¨. ¨εξαρτώμενο πρόσωπο¨ σημαίνει το πρόσωπο που έχει συγγένεια πρώτου και δεύτερου βαθμού με το θύμα και περιλαμβάνει άτομα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτό χωρίς να υπάρχει συγγένεια¨. ¨θύμα¨ σημαίνει το φυσικό πρόσωπο που υπέστη ζημιά συμπεριλαμβανομένης, σωματικής και ψυχικής βλάβης ή οικονομικής απώλειας που προκαλείται απευθείας από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.¨ ¨σεξουαλική εκμετάλλευση¨ περιλαμβάνει - (α) τον εξαναγκασμό προσώπου σε πορνεία ή σε συμμετοχή σε πορνογραφικές παραστάσεις ή την κερδοσκοπία ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση προσώπου για παρόμοιους σκοπούς. (β) την εισαγωγή ή εξώθηση ή παρότρυνση ή στρατολόγηση ή οργάνωση ή κατεύθυνση προσώπου στην πορνεία ή σε συμμετοχή σε θεάματα πορνογραφίας. (γ)τη σεξουαλική δραστηριότητα με πρόσωπο, όταν (ι) γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, (ιι) γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εξουσίας ή επιρροής επί του προσώπου ή της κηδεμονίας ή φύλαξης προσώπου. Η παρ. 3 του Άρθρου 4 του ίδιου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: ¨
(3)Για τους σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία¨. Οι παρ. (α) και (ε) του Άρθρου 9 του ίδιου νόμου προνοούν τα ακόλουθα: Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω- (α) απειλών (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Η 2η κατηγορία βασίζεται στο Άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Όποιος ή όποια που εν γνώση του ζει εξ ολοκλήρου ή μερικώς από τα κέρδη πορνείας, που ασκείται μεταξύ προσώπων είτε του ίδιου ή διαφορετικού φύλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη¨. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτής της κατηγορίας όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού, άλλως ¨Αβισσινός¨
(1993)2 Α.Α.Δ. 104 απαιτείται να αποδειχθούν τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: (α) Το πρόσωπο από τα εισοδήματα του οποίου αποζούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν πόρνη, (β) ότι ο κατηγορούμενος ζούσε εν όλο ή εν μέρει με τα κέρδη από τη πορνεία της, και (γ) γνώση του γεγονότος αυτού. Στο νόμο δεν δίδεται ο ορισμός της λέξης ¨πόρνη¨. Στα συνηθισμένα ορθογραφικά και ερμηνευτικά λεξικά ¨πόρνη¨ χαρακτηρίζεται η γυναίκα του δρόμου, η γυναίκα που παραδίνει επ΄αμοιβή σε άνδρα το σώμα της κ.λ.π. Στην απόφαση R v. Webb
(1963)2 All E.R. 177 αναφέρεται σε μετάφραση: ¨Η έννοια της ¨πόρνης¨ περιορίζεται στη γυναίκα που προσφέρει το κορμί της για την ικανοποίηση ομαλών σεξουαλικών ορέξεων, συγκεκριμένα, για σεξουαλική επαφή¨. Στην ίδια απόφαση δίδεται περαιτέρω διεύρυνση στον ορισμό της ¨πόρνης¨ υιοθετώντας ότι η πόρνη χαρακτηρίζεται ανεξάρτητα αν η εκδήλωση της είναι ενεργητικού ή παθητικού ρόλου περιλαμβανομένου και του αυνανισμού. Ο όρος περιλαμβάνει και την περίπτωση που γυναίκα προσφέρεται για ασέλγεια επί πληρωμή χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση η ολοκλήρωση της γενετήσιας πράξης¨. Στην απόφαση R. v. De Μunk (1918- 1919) All E.R. 499 η έννοια της λέξης ¨πορνεία¨ ερμηνεύεται σε ελεύθερη μετάφραση ότι: ¨πορνεία έχει αποδειχθεί αν φανεί ότι μια γυναίκα προσφέρει το κορμί της για σκοπούς που ισοδυναμούν με κοινή ασέλγεια και ακολασία με αντάλλαγμα την πληρωμή.¨ Το θέμα του πότε πρόσωπο αποζεί από κέρδη πορνείας αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση Shaw v. D.P.P.
(1961)Cr.App. Rep. 113 που υιοθετήθηκε από την υπόθεση Mavrides v.Police
(1987)2 C.L.R. 63 έγινε ευρύτερη ανάλυση μέχρι ποιου σημείου μπορεί να διευρυνθεί η αχτίνα της παροχής υπηρεσιών προς την πόρνη και την συνεπακόλουθη πληρωμή από αυτήν για να ενταχθεί στο πλαίσιο του αδικήματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Calvert v. Mayes
(1954)1 Q.B.342 πρόσωπο θεωρείται ότι αποζεί από τα κέρδη πορνείας έστω και αν δεν εισπράττει χρήματα από την ίδια την πόρνη προσωπικά αλλά μέσω τρίτου προσώπου βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Διευκρινίζεται πάντως ότι ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποζεί από κέρδη πορνείας έστω και αν δεν εισπράττει χρήματα από την ίδια την πόρνη αλλά από τους πελάτες. Στην υπόθεση R v. Ansell, 60 Cr.App. R.45, κρίθηκε ότι αν τα χρήματα δίνονται από τους άντρες με τους οποίους η πόρνη ασχολείται και όχι από την ίδια την πόρνη, τα χρήματα αυτά εξακολουθούν να θεωρούνται κέρδη από την πορνεία. Στην υπόθεση Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 5 λέχθηκε ότι το αδίκημα συντελείται όταν κάποιος εν γνώσει του ζει μερικώς ή εξ΄ ολοκλήρου από τα κέρδη πορνείας. Δεν έχει σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμιγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών. (βλέπε επίσης την απόφαση Petrides v. Police
(1962)2 C.L.R. 114) Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι η γνώση του, που μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Στην υπόθεση Kasapoglou v. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 301 στη σελ. 312 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨... δεν είναι στη περίπτωση μας η άσκηση της πορνείας που τιμωρείται, αλλά το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας, που εμπεριέχει το στοιχείο της εκμετάλλευσης του σώματος γυναικών προς όφελος τρίτων¨. Τέλος το αδίκημα της κατηγορίας 3 βασίζεται στο Άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ¨Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος πλημμελήματος¨. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Στις περιπτώσεις των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για ενισχυτική μαρτυρία όπως προβλέπεται στο άρθρο 157. Έχει όμως νομολογηθεί ότι στις περιπτώσεις αδικημάτων κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)(α) η γυναίκα - πόρνη δεν είναι κατ΄ ανάγκη συναυτουργός του ατόμου που αποζεί από τα εισοδήματα της. Κατά συνέπεια η καταδίκη του μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της γυναίκας. Παρά ταύτα είναι ορθό σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο να προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονούμενης (R v. King
(1914)10 Cr.App.R. 117). Σαν θέμα πρακτικής όμως, σε σχέση με σεξουαλικά αδικήματα όπως το αποζείν από τα κέρδη πορνείας, η μαρτυρία των παραπονούμενων, κρινόμενη αξιόπιστη, χρήζει ενίσχυσης. Η έννοια της πρακτικής αυτής συγκεκριμενοποιείται στο ότι το Δικαστήριο, ελλείψει ενισχυτικής μαρτυρίας προβαίνει σε καταδίκη μόνο εφόσον προειδοποιήσει τον εαυτόν του για τον κίνδυνο καταδίκης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία και ικανοποιηθεί ότι, παρά την έλλειψη ενισχυτικής μαρτυρίας θα ήταν ασφαλές να βασισθεί στη μαρτυρία της παραπονούμενης για να καταλήξει σε βέβαιο συμπέρασμα ενοχής (βλ. Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 390 και Κορέλλης v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 12). Εν πάση περιπτώσει οι μαρτυρίες είτε υπόπτων μαρτύρων είτε παραπονούμενων σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Ττουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, το ζητούμενο, υπό μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι μαρτυρία επάλληλου περιεχομένου προς εκείνη του συνεργού η οποία αφ΄ εαυτής να αποδεικνύει τη διάπραξη του εγκλήματος και να αποκαλύπτει ποιος είναι ο δράστης. Εκείνο το οποίο αναζητείται, είναι η μαρτυρία, η οποία να βεβαιώνει, σε ουσιώδεις λεπτομέρειες, τη μαρτυρία του συνεργού στα δύο κρίσιμα σημεία - της διάπραξης του εγκλήματος και της ταυτότητας του εγκληματία. Προκύπτει ακόμα από την R v. King (ανωτέρω) πως όσο και αν μια γυναίκα δεν είναι κατ΄ ανάγκη συνεργός ενός άνδρα που ζει από τα εισοδήματα που αποκτά με την άσκηση πορνείας το Δικαστήριο πρέπει να είναι προσεκτικό όταν αποδέχεται τη μαρτυρία της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Τέλος στην απόφαση Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 αναφέρονται στη σελ. 269 τα ακόλουθα: ¨Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονούμενης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. σελ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1972)2 Α.Α.Δ. σελ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας
(1961)2 Α.Α.Δ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης (Βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. σελ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονούμενης (Βλ. R.v. Henery and Maning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150)". ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τη πιο πάνω μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 την οποία αποδέχθηκα στην ολότητα της και τη νομική πτυχή της υπόθεσης στην οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: Σε σχέση με την κατηγορία 1 τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση όπως προκύπτουν από την μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα καταδεικνύουν ότι υπήρξε εξαναγκασμός της Μ.Κ.2 να εκπορνευθεί επανειλημμένα η οποία υπό το κράτος φόβου μετά την απειλή του κατηγορούμενου ότι θα έβλαφτε την αδελφή της υπάκουσε στη συνέχεια στις εντολές και οδηγίες του μη έχοντας άλλη επιλογή παρόλο ότι ρητά του είπε ότι δεν αποδεχόταν να εκδίδεται επί πληρωμή (βλ. Kasapoghlou v. Αστυνομίας σελ. 312 (ανωτέρω). Κρίνω ότι όλα τα στοιχεία του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης συντρέχουν. Σε σχέση δε με το αδίκημα αυτό δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Εφόσον αποδέχθηκα τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 3 κρίνω ότι αποδείχθηκε και το αδίκημα της κατηγορίας 1. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 και πάλι η μαρτυρία των Μ:Κ.2 και 3 είναι συντριπτική και την αποδέχομαι χωρίς καμιά επιφύλαξη. Το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι ενισχυτικής μαρτυρίας σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές θα με απασχολήσει πιο κάτω. Πέραν όμως της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3 και εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία οι μαρτυρίες υπόπτων μαρτύρων είτε παραπονουμένων σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Τοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 258) και προειδοποιώντας τον εαυτό μου για τους κινδύνους που ενέχει αυτή η μαρτυρία, λόγω της φύσης των αδικημάτων, έχοντας υπόψη και την νομολογία στην οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω για την ανάγκη ενίσχυσης της μαρτυρίας των πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχει και άλλη μαρτυρία η οποία τις ενισχύει και η οποία επίσης με οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα, την απόδειξη δηλαδή των κατηγοριών 2 και 3 που βαραίνουν τον κατηγορούμενο. Οι παραπονούμενες σύμφωνα με την μαρτυρία τους την οποία αποδέχθηκα και η οποία με οδήγησε στα ευρήματα μου τα οποία κατέγραψα πιο πάνω ανέφεραν η μια στην άλλη, μόλις συναντήθηκαν και ένοιωσαν ασφαλείς στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους, σε τι τις υπέβαλε ο κατηγορούμενος ενόσω αυτές δεν βρισκόντουσαν μαζί, αυτές οι αναφορές τους θεωρούνται και εκλαμβάνονται ως πρώτο παράπονο. Πλέον αυτού το οποίο εκλαμβάνεται ως ενισχυτική μαρτυρία. Ακολούθως και μόλις οι παραπονούμενες, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με την αστυνομία για να κάμουν καταγγελία το έκαμαν προς τον Μ.Κ.1 ο οποίος ήταν το πρώτο πρόσωπο με το οποίο ήρθαν σε επαφή αρχικά μέσω τηλεφώνου και στη συνέχεια και προσωπικά μετά τη διάπραξη των αδικημάτων (βλ. Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω) βλ. περαιτέρω την ανάλυση στο σύγγραμμα ¨Η Απόδειξη¨ του Γ. Κακογάννη σελ. 130 -139 παρ. 8-26 - 8-33). Κρίνω ότι με την καταγγελία στην αστυνομία αμέσως και από το ίδιο βράδυ κατά το οποίο διαπράχθηκαν τα αδικήματα συντρέχει και το στοιχείο του αυθόρμητου και η χρονική αμεσότητα του παραπόνου. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι κουβέντιασε το ζήτημα με την Ρωσίδα με την οποία αναχώρησαν από το ξενοδοχείο για να πάνε με πελάτες, από την οποία όμως δεν βρήκε ανταπόκριση. Δεν είχε αριθμό τηλεφώνου της αστυνομίας ή αρμόδιας αρχής μαζί της και η εξήγηση που έδωσαν και οι δύο Μ.Κ. 2 και 3 για το πώς θυμήθηκαν ότι είχαν ένα τέτοιο αριθμό στις αποσκευές τους τον οποίο κάλεσαν μόλις ένοιωσαν και οι δύο ασφαλείς ήταν πειστική, επίσης η εξήγηση που έδωσε η Μ.Κ.3 ότι ενόσω απουσίαζε η αδελφή της δεν θα μπορούσε να επικοινωνήσει με την αστυνομία και εξάλλου ήταν λογικό ότι δεν θα μπορούσε να το κάμει από το τηλέφωνο του ξενοδοχείου στη παρουσία του κατηγορουμένου και πάλι είναι πειστική. Η Μ.Κ. 2 επίσης δεν μπορούσε να διαφύγει ή να ζητήσει βοήθεια από τους Κύπριους πελάτες με τους οποίους πήγε για σεξ εφόσον ανησυχούσε για την αδελφή της που παρέμενε στο ξενοδοχείο και για την οποία ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει απειλές. Πέραν όμως από το πρώτο παράπονο σε σχέση με τη κατηγορία 2 κρίνω ότι συνιστούν ενισχυτική μαρτυρία και τα χρησιμοποιηθέντα προφυλακτικά που βρέθηκαν στο κάλαθο του δωματίου 201 όπου η Μ.Κ.2 είχε ισχυριστεί ότι αναγκάστηκε να κάμει σεξ με δύο πελάτες με υπόδειξη του κατηγορουμένου ο οποίος την είχε εφοδιάσει με αυτά. Για τη κατηγορία 3 ως ενίσχυση της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 εκλαμβάνω το πρώτο παράπονο που αυτή έκαμε στην Μ.Κ.2 μόλις την αντίκρισε και μετά που αυτή της ανέφερε τη δική της περιπέτεια όταν βρέθηκαν οι δυο τους στο δωμάτιο τους και ένοιωσαν ασφαλείς (βλ. ¨Το Δίκαιο της Απόδειξης¨ του Τ. Ηλιάδη σελ. 41 και 42). Αναφέρθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε χρήματα από οποιονδήποτε τρίτο και πόσα ήταν αυτά για την προαγωγή στην πορνεία της Μ.Κ.2. Είναι γεγονός ότι οι Μ.Κ.2 και 3 ανέφεραν ότι δεν είχαν δει οι ίδιες να συμβαίνει κάτι τέτοιο και ούτε και η Μ.Κ.2 του έδωσε οποιοδήποτε ποσό που είσπραξε από πελάτη. Όμως ήταν κατηγορηματικές και οι δύο όταν έλεγαν ότι ο κατηγορούμενος μετά από απαίτηση τους, είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.60= σε τρία χαρτονομίσματα των Λ.Κ.20= το οποίο της είχε υποσχεθεί ότι θα έπαιρνε εάν πήγαινε με τους πελάτες. Βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι για να καταβάλει αυτό το ποσό ο κατηγορούμενος στη Μ.Κ.2 θα πρέπει να προηγήθηκε η είσπραξη του όπως και του ποσού που προοριζόταν γι΄αυτόν από τους πελάτες που της είχε βρει. Για το ζήτημα πόσα εισέπραξε ο ίδιος και πάλι συνάγεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 εφόσον ήταν ξεκάθαρος μαζί της ότι εάν η μάρτυρας έβγαινε με πελάτη εκτός του ξενοδοχείου θα πληρωνόταν Λ.Κ.40= οπότε και θα μοίραζαν το ποσό, εάν παρέμενε στο ξενοδοχείο ο πελάτης θα κατέβαλλε Λ.Κ.50= και από αυτό το ποσό θα πληρωνόταν η ίδια Λ.Κ.20= και το υπόλοιπο ποσό θα το έπαιρνε το ¨ξενοδοχείο¨. Σημειώνω ότι το ξενοδοχείο τουλάχιστον το επίδικο βράδυ το διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος, όπως εξάλλου το παραδέχεται και ο ίδιος. Είναι επίσης γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια τα τρία εικοσάλιρα που ισχυρίστηκαν οι Μ.Κ.2 και 3 ότι κατέβαλε ο κατηγορούμενος στην Μ.Κ.2. Κατά την άποψη μου αυτό το γεγονός δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία και δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε στη μαρτυρία εάν παρουσιάζονταν τρία εικοσάλιρα ως τεκμήρια. Ούτε και το γεγονός ότι δεν εισέπραττε από τους πελάτες η ίδια η Μ.Κ.2 σύμφωνα με το νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω έχει οποιαδήποτε σημασία. Είναι λοιπόν η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε στο βαθμό που επιβάλλεται, δηλαδή πέραν από κάθε αμφιβολία, να αποδείξει τις κατηγορίες οι οποίες βαραίνουν τον κατηγορούμενο στις οποίες και τον βρίσκω ένοχο. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε..Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.