Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ηλιάνας Κωνσταντινίδου, Αρ. Υπόθεσης: 15186/07, 31.03.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15186/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Ηλιάνας Κωνσταντινίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 31.03.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Κορφιώτης Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορουμένη στις 30.04.07 στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KJB109 χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. H εκδοχή των ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών έχει ως εξής: Η μεν κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε το όχημά της στη λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου με κατεύθυνση από Α.Δ.Ε. Λάρνακος προς λιμάνι. Κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής της και λίγο πριν προσεγγίσει την οδό Μιχαήλ Νικολαϊδη, δεξιά πάροδο ως η κατεύθυνσή της, έδειξε με το δείκτη του οχήματός της ότι πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά προς την οδό Μιχαήλ Νικολαϊδη. Ακινητοποίησε το όχημά της στο ύψος της παρόδου, ανέμενε εξ΄ αντιθέτου διερχόμενο όχημα να ολοκληρώσει την πορεία του και στη συνέχεια, αφότου ήλεγξε το δρόμο μπροστά της και ήταν καθαρός, οδήγησε προς την οδό Μιχ. Νικολαϊδη. Μόλις το όχημά της εισήλθε κατά το ήμισυ στην οδό Μιχ. Νικολαϊδη άκουσε και ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω αριστερό μέρος του οχήματός της. Ήταν η θέση της ότι ο λόγος που δεν αντιλήφθηκε το άλλο ενεχόμενο στο δυστύχημα όχημα, οφείλεται στον τρόπο που τούτο οδηγείτο από τον άλλο οδηγό, δηλαδή με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς φώτα. Ο άλλος ενεχόμενος στο δυστύχημα οδηγός είναι ο Νίκος Ελευθερίου (Μ.Κ.1). Όπως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΕΥΗ172 στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, με κατεύθυνση από λιμάνι προς Α.Δ.Ε. Λάρνακος. Η ταχύτητά του ήταν περί τα πενήντα χιλιόμετρα και κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του. Είδε το όχημα της κατηγορουμένης να ευρίσκεται ακινητοποιημένο στην εξ΄ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ίδιος έχοντας αναμμένα τόσο τα φώτα πορείας του όσο και το δεξιό του δείκτη. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1, σε κάποια στιγμή που τα δύο οχήματα βρίσκονταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, το εξ΄ αντιθέτου όχημα έστριψε δεξιά ως η πορεία του, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία. Μόλις αντιλήφθηκε το άλλο όχημα να στρίβει, έθεσε για λίγο τα φρένα του σε λειτουργία. Ερωτηθείς, προσδιόρισε την απόσταση που είχαν τα δύο οχήματα όταν το όχημα της κατηγορουμένης επιχείρησε στροφή, σε 30 με 40 μέτρα. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε το μοτοσυκλέτα του στον πίσω μόνο τροχό, όπως και ότι έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Για ότι αφορά την ταχύτητα που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του ανέφερε ότι κυμαινόταν μεταξύ 60 με 70 χιλιόμετρα. Τέλος, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του χωρίς φώτα πορείας. Πέραν όμως των ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών, τη σκηνή του δυστυχήματος βίωσαν και άλλα πρόσωπα τα οποία επίσης παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Λούκας Ηλία (Μ.Κ.2) ποδηλατούσε στη λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς λιμάνι. Είδε το όχημα της κατηγορουμένης να τον προσπερνά και να δείχνει ότι προτίθετο να στρίψει δεξιά. Στη συνέχεια άκουσε θόρυβο μοτοσυκλέτας και σε κλάσματα δευτερολέπτου είδε τούτη να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση και να κτυπά στο όχημα της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 η μοτοσυκλέτα οδηγείτο και στους δύο τροχούς αλλά με μεγάλη ταχύτητα. Ανάλογες ήταν και οι διαπιστώσεις του Αντρέα Πισσούριου (Μ.Κ.3). Πρόκειται για ιδιοκτήτη εστιατορίου στη λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου ο οποίος τη στιγμή του δυστυχήματος βρισκόταν στην αυλή του εστιατορίου. Άκουσε μεγάλο θόρυβο μοτοσυκλέτας να προσεγγίζει από το λιμάνι και κοιτάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση αντιλήφθηκε τον οδηγό της να μην φορεί κράνος ενώ η μοτοσυκλέτα οδηγείτο κανονικά, δηλαδή και στους δύο τροχούς, ενώ περαιτέρω η ταχύτητα τούτη ήταν λίγο μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου. Ερωτηθείς επεξήγησε ότι ως υπολογίζει η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας κυμαίνετο μεταξύ 80 και 100 χιλιομέτρων. Η Έλενα Ανδρέου (Μ.Υ.1) κατά τον επίδικο χρόνο ακολουθούσε το όχημα της κατηγορουμένης. Στο ύψος του πρατηρίου ΕΚΟ αντιλήφθηκε τούτο να ελαττώνει ταχύτητα και μετά να σταματά και ως εκ τούτου, η Μ.Υ.1 άρχισε να προσπερνά το όχημα της κατηγορουμένης. Πράττοντας τούτο κόρναρε, εφόσον το προπορευόμενο όχημα δεν έστριψε παρότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Μόλις το όχημα της πέρασε το όχημα της κατηγορουμένης περί τα 5 με 6 μέτρα, άκουσε ένα δυνατό κτύπημα και σταμάτησε για να διαπιστώσει τελικά ότι έγινε δυστύχημα. Τέλος, η Μ.Υ.1 συμφώνησε ότι δεν σταμάτησε στο δρόμο για να ελέγξει την εξ΄ αντιθέτου τροχαία κίνηση. Λίγο πριν το δυστύχημα ο Ανδρέας Νικολάου (Μ.Υ.2) ευρισκόταν εκτός του οχήματός του στο αριστερό άκρο της λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου, με κατεύθυνση προς λιμάνι. Ενόσω ευρισκόταν εκτός του οχήματος του σε απόσταση περί τα 200 μ. από το σημείο σύγκρουσης, είδε μια μοτοσυκλέτα η οποία κινείτο από λιμάνι προς Α.Δ.Ε. Λάρνακος να οδηγείται στον ένα τροχό. Παρακολουθούσε τούτη μέχρι που πέρασε από μπροστά του, ενώ μέχρις ότου κλειδώσει το όχημά του άκουσε ένα δυνατό θόρυβο. Επειδή υπολόγισε ότι έγινε δυστύχημα μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος όπου εκεί διαπίστωσε ότι στο δυστύχημα ενέχετο η μοτοσυκλέτα που είχε δει νωρίτερα. Αμέσως μετά τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων στο επίδικο σημείο μετέβη ο αστ. 2933 Γ. Γεωργίου (Μ.Κ.4). Ο μάρτυρας ετοίμασε σχέδιο σκηνής ενώ μέτρησε και την ορατότητα της κατηγορουμένης προς την κατεύθυνση από την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 και διαπίστωσε ότι ανέρχετο σε 384 μ. Αξίζει να επισημανθεί εδώ ό,τι οι δύο συνήγοροι ανέφεραν στις τελικές τους αγορεύσεις. Πέραν της σύνοψης του μαρτυρικού υλικού η εν λόγω ενέργεια θα διευκρινίσει περαιτέρω, πιστεύω, τα επίδικα θέματα. Θέση του κ. Κορφιώτη, για την κατηγορουμένη, ήταν ότι όλοι οι μάρτυρες, πλην του Μ.Κ.1, ήταν ειλικρινής. Περαιτέρω, ένεκα των όσων προκύπτουν από τη μαρτυρία τούτων, ανέφερε ο κ. Κορφιώτης, η κατηγορουμένη δεν μπορούσε και δεν θα ήταν δυνατό να εντοπίσει τη μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης κατέληξε σε αυτό εφόσον εισήγηση του ήταν ότι από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, πλην της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, προκύπτει ότι ο τελευταίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο κ. Κορφιώτης κατά την αγόρευση του παρουσίασε και σχετικό πίνακα για να καταδείξει ότι σε υψηλές ταχύτητες ο χρόνος κάλυψης διαφόρων αποστάσεων σμικρύνεται κατά πολύ Εισηγήθηκε τέλος ότι η νομολογία δεν αναμένει το μέσο συνετό οδηγό να έχει αντανακλαστικά οδηγού αυτοκινήτων ταχύτητας και ότι σε αυτή τη βάση, νομολογίας και γεγονότων υπόθεσης, η κατηγορουμένη δεν έπραξε οτιδήποτε το μεμπτό. Εν ολίγοις, ανέφερε, η κατηγορούμενη εξέτασε την εξ΄ αντιθέτου της τροχαία κίνηση, αλλά η ταχύτητα του Μ.Κ.1, ιλιγγιώδης και υπερβολική, δεν της επέτρεπε να τον εντοπίσει. Στον αντίποδα, η κα Πίπη, για την κατηγορούσα αρχή, εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η αμέλεια της κατηγορούμενης εφόσον η τελευταία δεν διαπίστωσε την παρουσία του Μ.Κ.1 στο δρόμο ενώ τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ.Κ.1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Κρίνω ορθό σε αυτό το στάδιο της απόφασης να εντοπίσω και να παραθέσω εκείνη τη πτυχή του μαρτυρικού υλικού που δυνατό να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, ο εντοπισμός αυτού του είδους της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της απόφασης κρίνεται αναγκαίος εφόσον θα συνδράμει στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού διά των αντικειμενικών συμπερασμάτων που δυνατό να προκύπτουν από την αντιδιαστολή των εκατέρωθεν θέσεων με την πραγματική μαρτυρία (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51). Σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της λεωφόρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Η λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι λωρίδες των δύο αντίθετων κατευθύνσεων διακρίνονται μεταξύ τους από άσπρη διαχωριστική γραμμή. Με κατεύθυνση από Α.Δ.Ε. Λάρνακος προς λιμάνι η λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου παρεμβάλλεται δεξιά από την οδό Μιχαήλ Νικολαίδη. Περαιτέρω, πραγματική μαρτυρία συνιστούν και τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας με αριθμό εγγραφής ΕΥΗ172 και υποδεικνύονται στο τελικό σχέδιο (τεκμήριο 6) με το ψηφίο Γ. Το ίδιο ισχύει και για τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων οι οποίες στο τεκμήριο 6 υποδεικνύονται, για μεν το όχημα της κατηγορουμένης με το ψηφίο Α1, για δε της μοτοσυκλέτας του Μ.Κ.1 με το ψηφίο Β1. Τέλος, πραγματική μαρτυρία αποτελούν και οι ζημίες επί των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων. Στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚJB109 εντοπίζονται στο πίσω αριστερό μέρος, στο φτερό, στην πίσω αριστερή θύρα, στο πίσω μικρό αριστερό τζάμι και στο πίσω αριστερό ελαστικό το οποίο τρύπησε. Η μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΕΥΗ172 καταστράφηκε ολοσχερώς. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΥ1 και ΜΥ2 είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα εφόσον η μαρτυρία τους ταυτίζεται ενώ και το ύφος, ο τόνος αλλά και η θέση τούτων των μαρτύρων, παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Σημειώνω ακόμη ότι κανένα στοιχείο δεν αλλοίωσε και ούτε επισκίασε την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία τούτων των μαρτύρων με οιονδήποτε ενεχόμενο στο δυστύχημα οδηγό. Παρόλα ταύτα, αξίζει να διευκρινιστεί εδώ πως παρότι οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 κρίθηκαν αξιόπιστοι και ειλικρινείς, συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας τους χρήζουν ιδιαίτερης επισήμανσης. Ένα εξ΄ αυτών είναι η αναφορά του Μ.Υ.2 ότι είδε το Μ.Κ.1 να οδηγά τη μοτοσυκλέτα στον πίσω μόνο τροχό. Η εν λόγω θέση περιορίστηκε χρονικά μέχρι που η μοτοσυκλέτα πέρασε μπροστά από το Μ.Υ.
- Από εκείνο το σημείο και μετά, με κατεύθυνση το όχημα της κατηγορουμένης, ο Μ.Υ.2 έχασε οπτική επαφή με τη μοτοσυκλέτα εφόσον έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Ως εκ τούτου, ουδεμία διάσταση παρατηρείται με τους επίσης αξιόπιστους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 οι οποίοι είδαν τη μοτοσυκλέτα πριν τη σύγκρουση να κινείται και στους δυο τροχούς. Περαιτέρω, η αναφορά της Μ.Υ.1 ότι ο δρόμος της κατηγορουμένης ήταν καθαρός και γι΄ αυτό άλλωστε το λόγο η μάρτυρας την προσπέρασε κορνάροντας δεν θεωρώ ότι απαντά το επίδικο θέμα, δηλαδή παρουσία του Μ.Κ.1 στο δρόμο εφόσον, κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας αποδέχθηκε ότι δεν σταμάτησε στο δρόμο για να ελέγξει την απέναντι κατεύθυνση. Προκύπτει έτσι ότι ο έλεγχος από τη Μ.Υ.1 της λωρίδας κυκλοφορίας του μοτοσυκλετιστή δεν ήταν ενδελεχής και ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα του δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό από το δικαστήριο. Ανάλογα ισχύουν και για το Μ.Κ.
- Πέραν της σταθερότητάς του καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, μαρτυρία η οποία είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων, ουσιαστικά ο Μ.Κ.4 δεν είναι κομιστής γεγονότων που αφορούν τη στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα. Η μαρτυρία του συνίσταται σε μεταφορά στο δικαστήριο όλων όσων διαπίστωσε στη σκηνή του δυστυχήματος, δηλαδή της πραγματικής μαρτυρίας αλλά και της ορατότητας που είχε η κατηγορουμένη. Καμία εκ των δυο πτυχών της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τέλος, και οι επεξηγήσεις του μάρτυρα αναφορικά με τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης, συναρτώμενες με τις πορείες των δυο οχημάτων, τις τελικές τους θέσεις αλλά και τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας, κρίνονται ορθές και ικανές για αποδοχή και αυτής της πτυχής της μαρτυρίας τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 την αποδέχομαι στην ολότητά της. Θετική όμως εντύπωση μου άφησε και η κατηγορουμένη. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ενώ παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Μάλιστα η αληθοφάνειά της, πέραν της συνολικής παρουσίας της στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, αναδεικνύεται και με την παραδοχή της ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 στο δρόμο. Τέλος, δεν μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία της κατηγορουμένης αναφορικά με όσα έπραξε προτού οδηγήσει το όχημά της προς την οδό Μιχαήλ Νικολαϊδη, υποστηρίζεται και από τους Μ.Κ.2 και Μ.Υ.
- Εν κατακλείδι, κρίνω την κατηγορουμένη ειλικρινή και αξιόπιστη. Παρά τη διαπιστωμένη όμως ειλικρίνεια της κατηγορουμένης δεν μπορώ να αποδεχθώ την επεξήγηση που έδωσε ως προς το λόγο που δεν αντιλήφθηκε το Μ.Κ.
- Η αναφορά της κατηγορουμένης σε ταχύτητα του μοτοσυκλετιστή καθώς επίσης και σε τρόπο οδήγησης, εδράστηκε όχι σε προσωπικές της παρατηρήσεις αλλά σε συμπεράσματα που απεκόμησε από τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων. Υπό αυτές τις περιστάσεις τούτα τα συμπεράσματα δεν δεσμεύουν το δικαστήριο και τούτο παρ΄ ότι η κατηγορουμένη κρίθηκε αξιόπιστη και ειλικρινής. Επαναλαμβάνω ότι δεν πρόκειται για συμπεράσματα κατόπιν προσωπικών της παρατηρήσεων αλλά για συμπεράσματα στα οποία η κατηγορουμένη κατέληξε αφότου άκουσε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Τέλος, από τη μαρτυρία της κατηγορουμένης απορρίπτω και το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε (σημείο Χ1 στο τεκμήριο 6), εφόσον τούτο δεν συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας αλλά ούτε και με τις τελικές θέσεις των δυο οχημάτων. Στον αντίποδα ο Μ.Κ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έκδηλη ήταν η προδιάθεσή του να προσαρμόσει τη μαρτυρία του αναλόγως των όσων θεωρούσε ότι ενίσχυαν τη δική του εκδοχή. Κατά την αντεξέταση, αποφεύγοντας να δώσει απαντήσεις αοριστολογούσε ή ακόμη απαντούσε υποβάλλοντας ο ίδιος ερώτηση. Για ότι αφορά τα δυο κρίσιμα ερωτήματα που έθεσε η υπεράσπιση δηλαδή, εάν οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εάν οδηγούσε στον πίσω μόνο τροχό της μοτοσυκλέτας, κάνοντας δηλαδή σούζα, κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια. Για μεν την ταχύτητα που οδηγούσε, παρότι στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι κυμαίνετο περί τα 50Km, στην αντεξέταση ανέφερε «μπορεί να ήταν 60 μπορεί να ήταν 70, δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβώς». Έκδηλη ως εκ τούτου η αβεβαιότητα του Μ.Κ.1 για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, δοθέντος μάλιστα ότι τούτην την αβεβαιότητα παρέλειψε να τη γνωστοποιήσει στο δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση, ενώ ακόμη διάσταση παρουσιάζεται στις δυο θέσεις του κατηγορουμένου η οποία καθιστά ανασφαλές για το δικαστήριο την αποδοχή οιασδήποτε εκ των δυο. Για δε τον τρόπο οδήγησης της μοτοσυκλέτας, καθοριστικής σημασίας είναι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ο οποίος συνάρτησε την όλη εκδοχή του με αυτήν ακριβώς την οδήγηση του μοτοσυκλετιστή που στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα. Η αντιπαράθεση των δυο αντικρουόμενων εκδοχών, ως συμπλέκεται με το σύνολο των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και τη συνολική εικόνα κατά την εξιστόρηση τούτων ενώπιον του δικαστηρίου, δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 δεν είπε την αλήθεια επί τούτου και απέκρυψε το γεγονός ότι πρότερον του δυστυχήματος, δηλαδή στο σημείο όπου ευρισκόταν ο Μ.Υ.2, διενήργησε σούζα. Για όλους τους πιο πάνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 δεν είπε όλη την αλήθεια στο δικαστήριο. Παρόλα ταύτα, τη μαρτυρία του δεν την απορρίπτω συλλήβδην. Πλην των δυο σημείων που προανέφερα, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του το αποδέχομαι. Το αποδέχομαι εφόσον διαπιστώνω ότι υποστηρίζεται τόσο από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας όσο και από την πραγματική μαρτυρία. Προτού προχωρήσω στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το σύνολο της αξιόπιστης αλλά και της πραγματικής μαρτυρίας κρίνω ορθό να παρεμβάλλω εδώ ό,τι αφορά το τεκμήριο για αναγνώριση Α. Πρόκειται για κατάθεση προσώπου επ΄ ονόματι Alexander Khrystenkο την οποία ο κ.Κορφιώτης ζήτησε από το Μ.Κ.4, ενόσω κατέθετε ενόρκως, να την παρουσιάσει στο δικαστήριο. Η εν λόγω κατάθεση ουδέποτε μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο. Παρόλα ταύτα, είμαι της γνώμης ότι ένεκα των διατάξεων του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου, Ν.108(Ι)/06, τέτοια παράλειψη - μετεξέλιξη τεκμηρίου για αναγνώριση σε κανονικό τεκμήριο - δεν αποτελεί πλέον φραγμό στην εξέταση του περιεχομένου του και τούτο παρά τα νομολογηθέντα στην απόφαση Δήμος Λευκωσίας ν. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120, 122. Ενόψει λοιπόν των άρθρων 24 και 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, ενσωμάτωσα το περιεχόμενο της αναφερόμενης κατάθεσης στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Παρόλα ταύτα, έχοντας κατά νου και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Κεφ.9, σημειώνω ότι ουδεμία βαρύτητα και αξία έδωσα στο περιεχόμενο τούτης της κατάθεσης εφόσον δεν επεξηγήθηκε στο δικαστήριο οιοσδήποτε λόγος γιατί ο συντάκτης της κατάθεσης δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Ενόψει όμως των πιο πάνω και συγκεραστικά των οιονδήποτε διαπιστώσεων ό,τι προκύπτει από το σύνολο της αξιόπιστης και πραγματικής μαρτυρίας είναι πως κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα της κατηγορουμένης και η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 οδηγούνταν στη λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου σε αντίθετες κατευθύνσεις. Η κατηγορουμένη ευρισκόταν στη δεξιότερη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Α.Δ.Ε. Λάρνακος, ενώ ο Μ.Κ.1 στη δεξιότερη λωρίδα της εξ΄ αντιθέτου κατεύθυνσης. Η κατηγορουμένη ακινητοποίησε το όχημά της στο ύψος της παρόδου Μιχαήλ Νικολαϊδη και έδειχνε με το δείκτη της ότι πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά. Η ορατότητά της προς την κατεύθυνση από την οποία ήλαυνε ο Μ.Κ.1 ανέρχετο σε 384μ. Ενόσω η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 ευρίσκετο λίγο πέραν των 23μ. μακριά από το όχημα της κατηγορουμένης, η τελευταία, παρότι ήλεγξε το δρόμο, εφόσον δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του Μ.Κ.1, οδήγησε το όχημα της προς την πάροδο Μιχαήλ Νικολαϊδη, ανακόπτοντας έτσι την ελεύθερη πορεία του μοτοσυκλετιστή, ο οποίος κινείτο με κάποια σχετικά μεγάλη ταχύτητα. Κατά τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 κινείτο στους δυο τροχούς. Η διαπίστωση ότι η κατηγορουμένη οδήγησε το όχημα της προς την πάροδο ενόσω ο Μ.Κ.1 ευρίσκετο σε απόσταση λίγο πέραν των 23μ. από κοντά της, προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και το σημείο σύγκρουσης. Τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης εντοπίζονται 22,7μ. μακριά από το σημείο σύγκρουσης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Νικολάου ν. Αστυνομία
(2001)2 ΑΑΔ 748, 751, δοθέντος ότι η εφαρμογή αντίδρασης οδηγού χρειάζεται χρόνο ο οποίος αποτιμάται σε απόσταση, εφόσον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει, ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε την είσοδο της κατηγορουμένης στην οδό Μιχαήλ Νικολαϊδη πριν το σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδης. Περαιτέρω, κατά τη σύγκρουση το πίσω αριστερό μέρος του οχήματος της κατηγορουμένης, σημείο επαφής του οχήματος με τη μοτοσυκλέτα, ευρίσκετο περί τα 2,3μ. μακριά από τη διακεκομμένη γραμμή μεταξύ των δυο λωρίδων κυκλοφορίας αντίθετης κατεύθυνσης. Εξάγεται τούτο εφόσον το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται στα 2,3μ. μακριά από την εν λόγω διακεκομμένη γραμμή. Προκύπτει έτσι ότι μέρος του οχήματος της κατηγορουμένης κάλυπτε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του μοτοσυκλετιστή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποκαλύπτουν ότι η κατηγορουμένη δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του μοτοσυκλετιστή ενώ είχε οπτική δυνατότητα και ότι η κατηγορουμένη ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.1. Στην απόφαση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151, 158 τονίστηκε ότι ο οδηγός υπέχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω απ΄ όλες τις περιστάσεις. Στην απόφαση Nicolaides v. Economides
(1963)1 CLR 78, 81 λέχθηκε ότι «Failure to see what is plainly visible is negligence». Περαιτέρω, στις αποφάσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας , εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Όπως προανέφερα ο κ. Κορφιώτης επεξήγησε τόσο την παράλειψη της κατηγορουμένης να εντοπίσει το Μ.Κ.1 όσο και την είσοδο της στην οδό Μιχαήλ Νικολαϊδη στηριζόμενος στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του Μ.Κ.1. Κατ΄ αρχάς, σημειώνω ότι αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ.1 κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με κάποια σχετικά αυξημένη ταχύτητα. Προκύπτει τούτο εφόσον οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Υ.2 αναφέρθηκαν σε υψηλή ταχύτητα. Περαιτέρω, οι εκτεταμένες ζημιές σε όχημα και μοτοσυκλέτα, καθώς επίσης η περιστροφική μετακίνηση του οχήματος της κατηγορουμένης από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την τελική του θέση, μαρτυρούν υψηλή ταχύτητα (βλ. Γιωργαλλή ν. Αστυνομία
(2004)2 ΑΑΔ 21). Παρόλα ταύτα, η διαπίστωση του δικαστηρίου αναφορικά με την ταχύτητα του Μ.Κ.1 δεν συγκεκριμενοποιείται και ούτε άλλωστε θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί, ένεκα της απουσίας επιστημονικής μαρτυρίας. Η εντύπωση μάρτυρα περί επιστημονικού ή τεχνικού θέματος δεν μπορεί, δίχως άλλο, να αποτελέσει εύρημα δικαστηρίου. Ο λόγος εντοπίζεται στην ίδια τη μαρτυρία της παρούσας. Ο Μ.Κ.3 χαρακτήρισε την ταχύτητα που ο ίδιος υπολόγισε ότι ο Μ.Κ.1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα 'λίγο πιο πάνω από το όριο'. Όταν ερωτήθηκε, ανέφερε ότι υπολογίζει τούτη μεταξύ 80 με 100 χιλιόμετρα ενώ το ανώτατο όριο στον εν λόγω δρόμο είναι 50 χιλιόμετρα. Προκύπτει έτσι ότι ο υποκειμενικός χαρακτηρισμός μάρτυρα για ένα εξειδικευμένο θέμα, δυνατό να παραπλανήσει. Ως εκ τούτου, στη δοσμένη περίπτωση, παρότι διαπιστώνω ότι ο Μ.Κ.1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αυξημένη ταχύτητα, διαπιστώνω ότι ελλείπουν εκείνα τα στοιχεία αποδοχή των οπίων θα καθόριζε και την ακριβή ταχύτητα του Μ.Κ.1. Απουσία μαρτυρίας αναφορικά με την ακριβή ταχύτητα του Μ.Κ.1 δεν δικαιολογεί τις θέσεις του κ. Κορφιώτη εδραζόμενες στο χρόνο που χρειάζεται μια μοτοσυκλέτα να διανύσει καθορισμένη απόσταση σε συγκεκριμένη ταχύτητα. Τίποτα ενώπιον μου δεν δικαιολογεί εύρημα ότι η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.1 θα διένυε την απόσταση που τη χώριζε από το όχημα της κατηγορουμένης σε πολύ πολύ περιορισμένο χρόνο. Τέτοια μαρτυρία ελλείπει. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης πως ούτε η υποκειμενική θέση του Μ.Υ.2 ότι μέχρις ότου γυρίσει για να κλειδώσει το όχημά του προκλήθηκε το δυστύχημα, μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του κ. Κορφιώτη. Δεν μπορεί το δικαστήριο στην απουσία οιασδήποτε επιστημονικής μαρτυρίας η οποία θα επεξηγούσε την ταχύτητα του Μ.Κ.1 σε συνάρτηση με το χρόνο που θα χρειαζόταν να καλύψει την απόσταση που τον χώριζε από το όχημα της κατηγορουμένης να εξάξει το συμπέρασμα που ο κ. Κορφιώτης εισηγείται, δηλαδή ότι τούτος ο χρόνος ήταν πολύ περιορισμένος. Προς αποφυγή οιασδήποτε παρερμηνείας αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι δεν αναμένετο οιαδήποτε απόδειξη από την υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης έχει πάντα η κατηγορούσα αρχή. Παρόλα ταύτα, κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων παράλειψη αποδεκτής επεξήγησης γιατί η κατηγορουμένη δεν αντιλήφθηκε το Μ.Κ.1, αφαιρεί το υπόβαθρο γεγονότων από τον ισχυρισμό του κ. Κορφιώτη. Η θέση των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Υ.2 για υψηλή ταχύτητα, ως επίσης η αναφορά του Μ.Υ.2 ότι το δυστύχημα επεσυνέβη δευτερόλεπτα αφότου ο μοτοσυκλετιστής πέρασε από μπροστά του, δεν απαντούν με ακρίβεια στα ερωτήματα ποια ήταν αυτή η υψηλή ταχύτητα του Μ.Κ.1, όπως ούτε πόσος χρόνος χρειάστηκε για να διανύσει την απόσταση που τον χώριζε από το όχημα της κατηγορουμένης. Καθίσταται έτσι αντιληπτό ότ αυτή η πτυχή της μαρτυρίας τους, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ευρήματος ως ο ισχυρισμός του κ. Κορφιώτη. Ό,τι προκύπτει μόνο είναι πως, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας, ο Μ.Κ.1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με υψηλή ταχύτητα (βλ. Γιωργαλλή, πιο πάνω). Ως εκ των πιο πάνω, τίποτα δεν δικαιολογεί γιατί η κατηγορουμένη δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του Μ.Κ.1 στο δρόμο και τούτο παρ΄ ότι είχε δυνατότητα εντοπισμού του τελευταίου, ως επίσης ούτε γιατί η κατηγορουμένη οδήγησε το όχημά της ενώ ο Μ.Κ.1 ευρισκόταν σε απόσταση λίγο πέραν των 23μ.. Οι εν λόγω διαπιστώσεις του δικαστηρίου αναπάντητες και ανεξήγητες, οδηγούν στη διαπίστωση ότι η κατηγορουμένη δεν αντιλήφθηκε το Μ.Κ.1 λόγω μειωμένης παρατηρητικότητας, ενώ στη συνέχεια προέβη σε ανακοπή της ελεύθερης πορείας του τελευταίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο