← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Επιφάνιος Σταυρίδης, Αρ. Υπόθεσης:9316/07, 31 Μαρτίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Επιφάνιος Σταυρίδης, Αρ. Υπόθεσης:9316/07, 31 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9316/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Επιφάνιος Σταυρίδης Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κ. Πουτζιουρής Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απλής επίθεσης. Πρόκειται για αδικήματα στα οποία υπέπεσε σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους την 4.03.2007 στο χωριό Αβδελλερό όταν παράνομα επιτέθηκε στο Σάββα Καλυφόμματο από τη Λεμεσό και τη σύζυγο του Χριστίνα Καλυφόμματου κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Η παρούσα υπόθεση είναι μια από τις πολλές υποθέσεις που είτε έχουν εκδικασθεί από τα Δικαστήρια μας στη Λάρνακα (διάφορες δικαιοδοσίες) είτε εκκρεμούν ακόμα για την ακρόαση τους. Η παρούσα ως ποινική υπόθεση προήλθε από επεισόδια που είχαν προκληθεί είτε εκτός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο χωριό Αβδελερό είτε ακόμα και εντός της εκκλησίας ή στον περίβολο της, όταν πριν από περίπου ένα χρόνο προέκυψαν διαφορές μεταξύ των μελών της εκκλησίας των Παλαιοημερολογιτών της Κύπρου οι οποίες διαφορές πλέον των άλλων, δυστυχώς τους οδήγησαν και στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Για τους λόγους που εξήγησα και σε άλλη απόφαση μου που εκδόθηκε στο μεταξύ και αφορούσε άλλο επεισόδιο, δεν θα υπεισέλθω σε μαρτυρία που παρείσφρησε και αφορά τις διαφορές των δύο ¨παρατάξεων¨, όπως τις αποκαλούσαν οι μάρτυρες, των μελών της πιο πάνω εκκλησίας, ως άσχετη με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν οι παραπονούμενοι (Μ.Κ.1 και 2) και ο Λοίζος Γεωργίου (Μ.Κ.3) που ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου, κατατέθηκαν εκ συμφώνου τεκμήρια σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης και όταν κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία κατέθεσε και ο ίδιος δίδοντας σχετική διαβεβαίωση. Όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιου είδους υποθέσεις υποστηρίχθηκαν δύο εκδοχές. Η μια αυτή της Κατηγορούσας Αρχής η οποία προήλθε από τους Μ.Κ. και η άλλη, αυτή της Υπεράσπισης, από τον κατηγορούμενο. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι το υπό εκδίκαση επεισόδιο από το οποίο προκλήθηκαν τα αδικήματα συνέβηκε έξω από την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Αβδελλερό όταν στις 4.03.2007 περί ώρα 11:10 ο Μ.Κ. 1 Σάββας Καλυφόμματος επισκέφθηκε την εν λόγω Μονή όπου μονάζει η γιαγιά της συζύγου του Χριστίνας Καλυφόμματου (Μ.Κ2) μαζί με τα έξι από τα εννέα παιδιά τους και τον θείο της Μ.Κ.2 τον Λοίζο Γεωργίου (Μ.Κ.3). Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προήλθε από τους πιο πάνω μάρτυρες προκύπτει ότι αυτοί φτάνοντας έξω από τη Μονή την οποία βρήκαν κλειστή χτύπησαν το κουδούνι της Μονής εφόσον και τότε άνοιξε την πόρτα ή κάποιο μικρότερο παράθυρο που υπάρχει εκεί η μοναχή με το όνομα Συγκλητική που είναι αδελφή του κατηγορουμένου. Μόλις αντιλήφθηκε ποιοι ήταν, έκλεισε αμέσως τη πόρτα καλώντας τους να φύγουν καθώς ήταν ανεπιθύμητοι όπως τους είπε. Αυτό το έκαμε σύμφωνα με τους Μ.Κ. χωρίς να έχει ένα τέτοιο δικαίωμα εφόσον δεν ήταν η Ηγουμένη της Μονής. Η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε σε κάποια άλλη μοναχή εντός της Μονής και της είπε τι είχε γίνει, τότε ακούστηκαν φωνές από το εσωτερικό της Μονής όπου φαίνεται οι Μοναχές προέκυψε διαφωνία και οι μοναχές φιλονικούσαν αν θα έπρεπε να ανοίξουν ή όχι την πόρτα. Φαίνεται ότι υπήρξε σχετική ειδοποίηση και σε μερικά λεπτά είχαν καταφτάσει στο μέρος συγγενείς της μοναχής Συγκλιτικής με πρώτο τον κατηγορούμενο ο οποίος κρατούσε ρόπαλο και με ¨λυσσαλέο τρόπο¨ όπως ήταν η περιγραφή εκ μέρους του Μ.Κ.1 του και κινούμενος προς το μέρος του, του είπε τη φράση ¨να φύης τώρα αμέσως από εδώ¨. Τότε κάποια από τα παιδιά του όπως και οι Μ.Κ.2 και 3 μπήκαν ανάμεσα τους για να μην τον κτυπήσει. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έσπρωξε τη Μ.Κ.2 η οποία τότε ήταν έγκυος πράγμα που το είπαν στην σκηνή και τον κτύπησε με το ρόπαλο που κρατούσε στο δεξί του ώμο και στην πλάτη με πεντέξι κτυπήματα ¨δυνατά και με λυσσαλέο τρόπο¨. Σημεία του σώματος του είχαν παρουσιάσει μώλωπες την επόμενη και μεθεπόμενη του επεισοδίου, εν πάση περιπτώσει δεν θέλησε να πάει στο νοσοκομείο και δεν εξέφρασε παράπονο για τα κτυπήματα που δέχθηκε και τον συνεπεία αυτών τραυματισμό του. Δεχόμενος τα κτυπήματα ο Μ.Κ. 1 δεν αντέδρασε και του είπε ότι δεν θα έφευγε από εκεί όσο και εάν τον χτυπούσε. Ο κατηγορούμενος όπως είπε δεν είχε δικαίωμα να τον διώξει από την Μονή. Στη σκηνή είχαν μαζευτεί πολλοί συγγενείς του κατηγορούμενου. Μπήκαν στη συνέχεια στο αυτοκίνητο τους και έφυγαν για το κέντρο του χωριού Αβδελλερό καθώς άλλες μοναχές τους έδιωχναν για να γλυτώσουν ενώ άλλες, συγγενείς του κατηγορουμένου, κρατώντας ρόπαλα, με απειλητικές διαθέσεις τους έδιωχναν. Στη συνέχεια στη παρουσία της αστυνομίας που εν τω μεταξύ κατέφθασε επέστρεψαν πίσω στη Μονή και μπήκαν μέσα. Με τον κατηγορούμενο ο Μ.Κ. 1 δεν είχαν καμιά προσωπική διαφορά και τον γνωρίζει μόνο εξ όψεως. Ο Μ.Κ.1 παραδέχθηκε ότι ήταν παρών σε προηγούμενα επεισόδια που είχαν συμβεί στο Μοναστήρι. Στη συνέχεια του επεισοδίου κάποια Μοναχή είχε σπρώξει την Μ.Κ.2 και κάποια άλλη Μοναχή, αδελφή του κατηγορουμένου, είχε κτυπήσει με ρόπαλο πάνω στο αυτοκίνητο τους, όμως δεν προέβηκαν σε καταγγελία γι΄αυτά τα επεισόδια. Τα ίδια τα παιδιά είχαν κτυπηθεί αλλά οι αστυνομικοί τους απέτρεψαν να ανακατέψουν και τα παιδιά στο επεισόδιο. Ο Μ.Κ.1 δεν θα μπορούσε να ξέρει τι απέγινε το ρόπαλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος μετά το επεισόδιο. Αρνήθηκε υποβολή ότι η καταγγελία του έγινε για εκδικητικούς λόγους ή για αντιπερισπασμό σε σχέση με άλλη υπόθεση με αδικήματα επιθέσεων που είχαν συμβεί στην Ελλάδα και εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού και στην οποία κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του. Η κατάθεση του Αστ. 2734 Ν. Σατσιά κατατέθηκε εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτή καταγράφει ότι όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του, αυτός του απάντησε ¨δεν κρατούσα ρόπαλο¨. Είχε διενεργήσει έρευνα με τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 4), στο αυτοκίνητο και στο σπίτι του αλλά δεν βρήκε οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Στην γραπτή του κατηγορία η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 απάντησε: ¨Τον Σάββα τον έσπρωξα αλλά δεν βαστούσα ρόπαλο και την Χριστίνα μάρτυρας μου ο θεός ούτε την άγγιξα, το μόνο που κρατούσα στα χέρια μου ήταν ένα κλωνί κληματαριάς¨. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στα διάφορα προβλήματα που ανεφύησαν στις σχέσεις των μελών της εκκλησίας τους και συνεπεία των πολλών και βίαιων επεισοδίων που συνέβαιναν και λόγω του ότι έχει δύο κόρες στο μοναστήρι 20 και 21 ετών οι οποίες είχαν ξυλοκοπηθεί σε κάποια από αυτά τα επεισόδια ανησυχώντας μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Αθιένου και ζήτησε όπως η αστυνομία παράσχει στις μοναχές του μοναστηριού προστασία. Η αστυνομία αρνήθηκε κάτι τέτοιο και του είπαν ότι όποτε συνέβαινε κάτι θα μπορούσαν αμέσως να ζητούν τη συνδρομή της αστυνομίας. Την ημέρα του υπό εκδίκαση επεισοδίου βρισκόταν στην ανδρική Ιερά Μονή Αγίου Επιφανείου όπου είχε μεταβεί για να παραλάβει φυτά κληματαριάς για να φυτευτούν στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κάποια στιγμή δέχθηκε τηλεφώνημα από την Μονή ότι ο Μ.Κ.1 βρισκόταν έξω από τη Μονή και προσπαθούσε να μπει μέσα. Ο Μ.Κ.1 είναι ένα από τα μέλη της εκκλησίας τους που τους απαγορεύτηκε η είσοδος στη Μονή. Αρνήθηκε ότι είχε καθ΄οιονδήποτε τρόπο κτυπήσει με ρόπαλο τον Μ.Κ.1 και σε καμιά περίπτωση δεν άγγιξε την Μ.Κ.
  2. Εκείνο το οποίο κρατούσε στα χέρια του ήταν δύο φυτά κληματαριάς. Βλέποντας τον Μ.Κ.1 του είπε τη φράση: ¨ Ήρθατε εδώ να σκοτώσετε κόσμο¨. Αυτός εξακολουθούσε να κλωτσά πάνω στη σιδερένια πόρτα της Μονής και να φωνάζει να του ανοίξουν. Μπήκε μπροστά του για να μη κτυπά και ο Μ.Κ.1 τον έσπρωξε και τότε τον έσπρωξε και αυτός. Είπε στον Μ.Κ. 1 ότι είχε ειδοποιήσει την αστυνομία και τον κάλεσε να περιμένει να έρθει στο μέρος η αστυνομία. Αυτός επέμενε να μπει στη Μονή και κάποια στιγμή και η γυναίκα του η Μ.Κ.2 κινήθηκε εναντίον του. Επειδή είναι συγγενείς και γνώριζε ότι είναι έγκυος ζήτησε από την κόρη του να την απομακρύνει, σε καμιά όμως περίπτωση δεν την άγγιξε. Ορισμένα από τα παιδιά τους ήταν στο αυτοκίνητο και ορισμένα ήταν έξω και αυτά ήταν τέσσερα και όχι έξι, όπως ανέφεραν οι Μ.Κ.1 και
  3. Όταν είπε στον Μ.Κ.1 ότι ερχόταν η αστυνομία τότε αυτός πήρε την οικογένεια του, μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν από εκεί. Ο Μ.Κ.3 ήταν παρών στο επεισόδιο αλλά δεν είχε αναμειχθεί σε αυτό. Είχε πληροφορηθεί ότι τους παραπονούμενους τους οδήγησε στην αστυνομία στην Αθιένου όπου έκαμαν το παράπονο τους κάποιος Ζήνωνος της παράταξης τους. Παραδέχθηκε ότι είχε σπρώξει τον Μ.Κ.1 στη προσπάθεια του να τον εμποδίσει να κτυπά πάνω στη πόρτα της Μονής. Ήταν μια από τις κόρες του που ήταν Μοναχή που τον ενημέρωσε για την άφιξη του Μ.Κ.1 στη Μονή και αυτή φαινόταν τρομαγμένη καθώς είχε υποστεί επίθεση σε επεισόδιο που είχε συμβεί κάποια προηγούμενη ημέρα όπου κινδύνεψε ακόμα και η ζωή της. Δεν είχε δει Μοναχές να κρατούν ρόπαλα και ο Μ.Κ.1 δεν θυμόταν να κρατούσε γλυκά. Στην αντεξέταση του και σε υποβολή ότι δεν είχε δικαίωμα ο ίδιος να εμποδίσει την είσοδο οποιουδήποτε στη Μονή ανέφερε ότι είχε δύο κόρες εκεί και η ζωή τους κινδύνευε. Επέμενε ότι είχε σπρώξει τον Μ.Κ.1 αφού προηγήθηκε σπρώξιμο που δέχθηκε από αυτόν. Τα φυτά που κρατούσε τα είχε παραδώσει στην αστυνομία όπως ανέφερε και αρνήθηκε υποβολή ότι κάτι τέτοιο δεν έκαμε εφόσον δεν φαίνεται σε καμιά κατάθεση αστυνομικού. Αρνήθηκε τέλος σειρά υποβολών ότι ήταν αυτός που προκάλεσε το επεισόδιο και όχι ο Μ.Κ.1 ή η Μ.Κ.
  4. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι ο καθένας υποστήριξε ότι θα πρέπει να γίνει δεκτή η εκδοχή της πλευράς του. Ο κ. Πουτζιουρής επιπλέον υποστήριξε την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο να καταθέτουν ενόρκως ή με διαβεβαίωση, να ακούσω τους ισχυρισμούς τους και να παρατηρήσω τις κινήσεις και τις αντιδράσεις τους. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση και το οποίο τους καταλογίστηκε, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165), Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506). Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από τους Μ.Κ. ήταν καλή. Αυτή προήλθε από τον μειλίχιο τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν όσο και από τη γενική συμπεριφορά τους ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν των όσων είχαν καταγράψει στις καταθέσεις τους στην αστυνομία και στα οποία περιορίστηκε η κυρίως εξέταση τους για όσα ερωτήθηκαν και απάντησαν κατά την αντεξέταση τους κρίνω ότι ήταν σε συνάφεια με αυτά. Μικροδιαφορές που παρατηρήθηκαν δεν μπορούν να αναχθούν σε αντιφάσεις τέτοιας σημασίας οι οποίες να επιδράσουν καταλυτικά στην μαρτυρία τους. Θα έλεγα ότι οι μικροδιαφορές που παρουσιάστηκαν και οι οποίες φαίνονται και μέσα από τις ίδιες τις καταθέσεις τους οι οποίες σημειώνω ότι δόθηκαν την ίδια ημέρα του επεισοδίου οφείλονται στη διαφορετική αντίληψη που ο κάθε άνθρωπος μπορεί να έχει για γεγονότα, λόγια, περιγραφή αντικειμένων τα οποία παρατήρησαν στη σκηνή. Αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Το αφύσικο θα ήταν να ταυτίζονταν απόλυτα οι καταθέσεις τους. Επομένως κρίνω ότι δεν υπήρξε προσυνεννόηση τους για να φτιάξουν ένα φανταστικό επεισόδιο με απώτερο σκοπό να ενοχοποιήσουν άδικα τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος θέτει τον εαυτό του στη σκηνή και δεν αρνείται ότι κάποια στιγμή είχε σπρώξει τον Μ.Κ.
  1. Αναφορικά με το ρόπαλο, αν και έγινε προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία των Μ.Κ. σε σχέση με την περιγραφή του, δηλαδή το μέγεθος ή το χρώμα του δεν διέκρινα ουσιώδη αντίφαση τους. Δεν είναι αντίφαση εάν ο ένας το περιγράφει ως 1μ. ο άλλος 80εκ. ή ο τρίτος 60εκ. ούτε και εάν διέφεραν τα χρώματα του ή πόσο χοντρό ήταν. Σημασία έχει ότι και οι τρεις κατέθεσαν ότι τον είχαν δει να κρατά κάποιο ρόπαλο περιγράφοντας το ο καθένας όπως το είχε αντιληφθεί κάτω από την ένταση της στιγμής, χωρίς οι διαφορές στη περιγραφή του να είναι ουσιώδεις και να συνιστούν αντίφαση. Βρίσκω ότι πράγματι ο κατηγορούμενος πλησιάζοντας τον Μ.Κ.1 κρατούσε ένα ξύλινο ρόπαλο με το οποίο επέφερε κάποια κτυπήματα επί του Μ.Κ.
  2. Θα έλεγα όμως ότι ο Μ.Κ.1 ήταν υπερβολικός στην περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο κατηγορούμενος τον χτύπησε καθώς εάν ήταν όπως τον περίγραψε σίγουρα θα τραυματιζόταν και μάλιστα πολύ σοβαρά. Θα αντιπαρέλθω όμως αυτό το σημείο της μαρτυρίας του, εξάλλου είναι γνωστή η νομολογία μας ότι κάποιο μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να απορριφθεί και κάποιο άλλο όχι. Εν πάση περιπτώσει ο τραυματισμός δεν συνιστά στοιχείο του αδικήματος εφόσον η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απλής επίθεσης. (βλ. Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 1 για το επιτρεπτό αποδοχής μέρους μαρτυρία και απόρριψης άλλου μέρους). Καταλήγω ότι η μαρτυρία τους ήταν φυσική και ως εκ τούτου πειστική, χωρίς προσχεδιασμό και ειλικρινής. Κρίνω τους Μ.Κ.3 ως ειλικρινείς και ότι στη μαρτυρία τους μπορώ να βασιστώ και να εξαγάγω τα ορθά συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Θα δεχθώ την εκδοχή που παρουσιάζεται μέσα από την κατάθεση των Μ.Κ. ως την αληθινή. Τουναντίον ο κατηγορούμενος με τη στάση που επέδειξε από το εδώλιο του μάρτυρα δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Κατ΄αρχή ο τόνος της φωνής του αλλά και η συναισθηματική φόρτιση από την οποία διακατεχόταν και η οποία ήταν φανερή στον τόνο της φωνής του φανέρωσε έναν άνθρωπο φανερά φανατικό για όσα ταλανίζουν την εκκλησία της οποίας είναι μέλος. Η ιδιότητα του ως πατέρα δύο Μοναχών και αδελφός άλλων Μοναχών στην Μονή όπου έγινε το επεισόδιο φαίνεται ότι τον ωθεί σε ανάληψη ρόλων που δεν του ανατέθηκαν ούτε και αρμόζει υπό τις περιστάσεις να ασκεί ως ένας λαϊκός που είναι. Λόγω λοιπόν της συναισθηματικής φόρτισης από την οποία διακατεχόταν σε πολλά σημεία της κατάθεσης του ο τόνος της φωνής του αλλοιωνόταν, ανέβαινε ή κατέβαινε ανάλογα και κάποια στιγμή τον πήραν και τα κλάματα. Θέλησε να αναλάβει ρόλο προστάτη των Μοναχών του μοναστηριού ή έστω κάποιων από αυτές, ένα ρόλο που όπως ανέφερε ζήτησε από την αστυνομία όταν μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Αθιένου για να ζητήσει προστασία των Μοναχών που μόναζαν στην Μονή. Η συμβουλή του εκεί Λοχία στον οποίο έθεσε το αίτημα του σίγουρα δεν ήταν όπως την εξέλαβε καθώς δεν του ανέθετε ρόλο προστάτη. Από την άλλη το ενδιαφέρον του, το οποίο δεν απέκρυψε, επεκτείνεται και σε άλλους τομείς της μοναστικής ζωής όταν όπως ίδιος ανέφερε ενδιαφέρθηκε να μεταφέρει εκεί κληματαριές για να φυτευτούν από μια άλλη Μονή. Δεν λέγω ότι δεν είναι καλό να επιδεικνύει ενδιαφέρον κάποιος για μια Μονή, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να επεκτείνεται και σε τομείς που δεν είναι της αρμοδιότητας του όπως το να απαγορεύει σε τρίτους να εισέρχονται σε αυτή. Δεν ισχυρίστηκε ότι του είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα από την Ηγουμένη της Μονής ούτε και ότι είχε τέτοια εξουσιοδότηση. Έτσι ο ρόλος του περιοριζόταν να ενημέρωνε την αστυνομία ή να κατάγγελλε τυχόν παρανομίες και να ζητά την παρέμβαση της. Έτσι και όταν, όπως και ο ίδιος ισχυρίστηκε, είχε λάβει τηλεφώνημα από την Μονή από μια από τις μοναχές κόρες του για να προστρέξει εκείνη την ημέρα στη Μονή για το λόγο ότι ο Μ.Κ.1 ως ανεπιθύμητο πρόσωπο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, επιθυμούσε να εισέλθει στη Μονή, όφειλε να ειδοποιήσει την αστυνομία και όχι να αναλάβει ρόλο προστάτη ο ίδιος. Παραδέχθηκε ότι είπε τη φράση που του αποδίδει ο Μ.Κ.1. Η φράση εκείνη όπως την απηύθυνε στον Μ.Κ.1 σε συνδυασμό με την κίνηση προς το μέρος του κρατώντας μάλιστα και το ρόπαλο σύμφωνα με την νομολογία μας ήταν στάση που θα μπορούσε από μόνη της να συνιστά επίθεση. Πέραν όμως αυτού παραδέχθηκε ότι έσπρωξε κάποια στιγμή τον Μ.Κ.1 και αυτό το έκαμε αφού τον είχε σπρώξει πρώτα εκείνος. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε στην αστυνομία όταν τον κατηγόρησε γραπτώς για να καταγραφεί στην γραπτή κατηγορία. Παρέμεινε στην ομολογία ότι είχε σπρώξει τον Μ.Κ.1 αλλά αρνήθηκε ότι κρατούσε ρόπαλο. Κρίνω ότι ήταν εκ των υστέρων εφεύρημα το ότι πρώτα τον είχε σπρώξει ο Μ.Κ.1 και μετά αυτός. Τα όσα περαιτέρω ανέφερε ότι στο τηλεφώνημα που έλαβε από την μοναχή κόρη του, η οποία φαινόταν τρομαγμένη, ήταν λόγος που τον έκαμε να σπεύσει το συντομότερο εκεί και για τούτο και ο Μ.Κ.3 του απέδωσε ιλιγγιώδη ταχύτητα όταν κατέφθασε εκεί με το αυτοκίνητο του και ευρισκόμενος κάτω από αυτή τη συναισθηματική φόρτιση και ένταση προέβη στις πιο πάνω πράξεις που του καταλογίζουν οι Μ.Κ. Καταλήγω ότι δεν πείστηκα από όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι θα απορρίψω την εκδοχή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Οι κατηγορίες βασίζονται στο Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ¨ Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Ο όρος ¨επίθεση¨ χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει ¨assault¨ και ¨battery¨. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ.R v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η Έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071 -2). Η μεγάλη αδιαφορία που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R.v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974,982, R.v. Calswell
(1981)1 All E.R. 964,966 και Archbold, 42η έκδοση παρ. 17-25). Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber
(1983)77 Cr. App. R. 225,228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για τα σχόλια στο θέμα αυτό της αδιαφορίας (recklessness) παραπέμπω επίσης στον Archbold, 42η έκδοση παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση τόμος 1, σελ. 724). Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russel, πιο πάνω σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2 W.BI.. 892 όπου ρίχτηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχτηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά χτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. N.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματιστεί. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας και την πιο πάνω αξιολόγηση της, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 4.03.2007 και περί ώρα 11:10 ο Μ.Κ.1 συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Μ.Κ.2 και τον θείο της Μ.Κ.3 καθώς και από έξι από τα παιδιά τους μετέβησαν στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο χωριό Αβδελλερό για να επισκεφθούν την γιαγιά της Μ.Κ.2 η οποία είναι Μοναχή στην εν λόγω Μονή. Φτάνοντας εκεί βρήκαν την πόρτα κλειστή και όταν κτύπησαν το κουδούνι κάποια Μοναχή όταν αντιλήφθηκε ποιοι ήταν τους είπε ότι ήταν ανεπιθύμητοι και έτσι δεν τους άνοιξε. Η Μ.Κ.2 τηλεφώνησε σε κάποια από τις Μοναχές που ήταν εντός της Μονής και την ενημέρωσε σχετικά, οπότε άρχισε μια συζήτηση εντός της Μονής κατά πόσο θα άνοιγαν ή όχι την πόρτα η οποία ακουγόταν και εκτός της Μονής κατά τρόπο που ακούγονταν από όσους ευρίσκονταν εκτός όπως τους Μ.Κ.. Σε μερικά λεπτά κατέφθασε στη Μονή ο κατηγορούμενος ο οποίος πηγαίνοντας προς το μέρος του Μ.Κ.1 και κρατώντας ένα ξύλινο ρόπαλο του είπε τη φράση ¨να φύης τώρα αμέσως απ΄εδώ¨. Αμέσως μπήκαν ανάμεσα τους τα παιδιά του και οι Μ.Κ.2 και
  1. Ο κατηγορούμενος έσπρωξε κάποια στιγμή τη Μ.Κ. 2 και κτύπησε τον Μ.Κ. 1 με το ρόπαλο που κρατούσε σε διάφορα σημεία του σώματος του. Στη συνέχεια και αφού μαζεύτηκαν και άλλα πρόσωπα στη σκηνή οι Μ.Κ. μαζί με τα παιδιά μπήκαν στο αυτοκίνητο και απομακρύνθηκαν μέχρι που έφτασε στη σκηνή η αστυνομία όπου αργότερα οι Μ.Κ. έδωσαν καταθέσεις και οι Μ.Κ.1 και 2 εξέφρασαν παράπονο για επίθεση εναντίον τους από τον κατηγορούμενο. Η έρευνα που διεξήγαγε η αστυνομία στο αυτοκίνητο και στο σπίτι του για να βρει το ρόπαλο απέβη άκαρπη. Ο κατηγορούμενος όταν κατηγορήθηκε γραπτώς δέχθηκε ότι έσπρωξε τον Μ.Κ.1, αρνήθηκε όμως ότι κρατούσε ρόπαλο και ότι είχε αγγίξει έστω την Μ.Κ.
  2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την κατάληξη μου στα πιο πάνω ευρήματα και έχοντας υπόψη και τη νομική πτυχή της υπόθεσης όπως την κατέγραψα πιο πάνω καταλήγω χωρίς κανένα ενδοιασμό ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε και απέδειξε τα αδικήματα. Ως εκ τούτου βρίσκω ένοχο τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.