← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Λευτέρης Ελευθερίου, Αρ. Υποθέσεως: 17062/07, 2.4.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Λευτέρης Ελευθερίου, Αρ. Υποθέσεως: 17062/07, 2.4.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 17062/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Λευτέρης Ελευθερίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2.4.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παντελή Για την κατηγορουμένη: κος Χρυσάνθου Κατηγορουμένη: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, δηλαδή οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 2.6.2007 στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου στη Δρομολαξιά της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΧΗ549, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Άλλες δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας, εφόσον ο κατηγορούμενος εξαρχής παραδέχθηκε τούτες. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ήγειρε θέμα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ο κος Χρυσάνθου ανέφερε πως μοναδικός λόγος στον οποίο εδράζει το αίτημά του είναι η μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος και συγκεκριμένα εκείνου της αμελούς πράξης. Σύμφωνα με τον κο Χρυσάνθου, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αναδεικνύει οιανδήποτε ενέργεια του κατηγορουμένου η οποία μπορεί να κριθεί ως αμελής. Στον αντίποδα, η κα Παντελή, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ισχυρίστηκε ότι έχει αποδειχθεί το εν λόγω συστατικό στοιχείο και ανέφερε ότι η θέση στην οποία κινείτο το όχημα του κατηγορουμένου, προσπερνώντας δηλαδή άλλα σταθμευμένα οχήματα, συνιστά αμέλεια. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια εν σχέσει με το αίτημα. Το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Μείζονος σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Εφόσον όμως η μαρτυρία υπερπηδά το εμπόδιο της αντινομίας, εκλαμβάνεται γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, στον ύψιστο βαθμό (βλ. Azinas, πιο πάνω). Σημαντικό ρόλο στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Αυτό βεβαίως έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η παρουσίαση τέτοιας κατάθεσης στο δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας δεν συνιστά αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντως και όχι κατ' επιλογή. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προβαίνω σε εξέταση του μαρτυρικού υλικού. Σύνοψη τούτου έχει ως ακολούθως. Στις 2.6.2007 ο Λάζαρος Αντωνίου (ΜΚ2) οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΚΑΡ
  1. Ο ΜΚ2 εισήλθε στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου από αριστερή πάροδο ως η κατεύθυνσή του. Εισερχόμενος στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου αντιλήφθηκε ξαφνικά το όχημα του κατηγορουμένου το οποίο καταλάμβανε μέρος τόσο της δεξιάς όσο και της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Δεν ήταν εις θέση να γνωρίζει εάν το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο ή όχι. Ήταν όμως βέβαιος πως κατά τον επίδικο χρόνο, εξ αριστερών της πορείας του κατηγορουμένου, ευρίσκονταν σταθμευμένα οχήματα. Ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι συνεπεία αυτής της ξαφνικής εμφάνισης του οχήματος του κατηγορουμένου, δεν είχε χρόνο αντίδρασης και γι΄ αυτό συγκρούστηκε με το εν λόγω όχημα. Μετά τη σύγκρουση στη σκηνή του δυστυχήματος μετέβη ο λοχίας 1926, Δ. Καρατζιάς (ΜΚ1). Ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε σχέδιο σκηνής το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 3) και το επεξήγησε. Ό,τι προκύπτει από το τεκμήριο 3 είναι πως κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου με κατεύθυνση από Κίτι προς την πάροδο από την οποία εξήλθε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ
  2. Τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου είναι ως υποδεικνύεται στο τεκμήριο 3 δηλαδή, με πορεία ως η κατεύθυνση του κατηγορουμένου, 3,9 μ. μακριά από το αριστερό άκρο της λεωφόρου και 1,9 μ. μακριά από το δεξιό άκρο της λεωφόρου. Το σημείο σύγκρουσης, το οποίο εντοπίζεται στο μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος του κατηγορουμένου, απέχει από το αριστερό άκρο της λεωφόρου 4,4 μ.. Οι ζημίες στο όχημα του κατηγορουμένου εντοπίζονται, πέραν του μπροστινού προφυλακτήρα και στο μπροστινό ανεμοθώρακα. Σύμφωνα με το ΜΚ1 η μοτοσυκλέτα έφερε αρκετά σπασμένα πλαστικά, κυρίως στην αριστερή πλευρά. Το πλάτος της λεωφόρου στο σημείο σύγκρουσης είναι 7,4 μ.. Ίχνη τροχοπέδησης δεν εντοπίστηκαν για κανένα εκ των ενεχόμενων οχημάτων. Τέλος, η ορατότητα του κατηγορουμένου προς την πάροδο από την οποία εξήλθε ο μοτοσυκλετιστής ισούται με την απόσταση που το όχημα του κατηγορουμένου απέχει από τούτη, δηλαδή 16,4 μ.. Όπως επεξήγησε ο ΜΚ1, στη γωνία της παρόδου όπου κινείτο ο μοτοσυκλετιστής ευρίσκεται κτίριο, ο τοίχος του οποίου εμποδίζει περαιτέρω διεύρυνση τούτης της ορατότητας. Η θέση του κατηγορουμένου, ως προκύπτει από τη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 4), εν συντομία έχει ως ακολούθως. Κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημά του στη λεωφόρο 25ης Μαρτίου. Όταν προσέγγισε την υπεραγορά με την επωνυμία Τασούλλα, ειρήσθω εν παρόδω ας λεχθεί ότι ο ΜΚ1 επεξήγησε πως τούτη η υπεραγορά, με κατεύθυνση από Κίτι, τελειώνει στο σημείο Ο του τεκμηρίου 3, διαπίστωσε ότι η λωρίδα κυκλοφορίας του ήταν κατειλημμένη ένεκα σταθμευμένων οχημάτων. Ως εκ τούτου, ελάττωσε ταχύτητα, ήλεγξε το δρόμο μπροστά του και εφόσον δεν διαπίστωσε όχημα, οδήγησε το όχημά του πιο δεξιά και συνέχισε την πορεία του. Ενόσω προχωρούσε με χαμηλή ταχύτητα, ακινητοποιημένα οχήματα ευρίσκονταν στα αριστερά του. Τότε, είδε μια μοτοσυκλέτα να έρχεται από απέναντι με μεγάλη ταχύτητα. Ο ίδιος σταμάτησε το όχημά του εντελώς για να δώσει την ευκαιρία στο μοτοσυκλετιστή να τον αποφύγει εκ των δεξιών του όπου υπήρχε μια απόσταση δυο περίπου μέτρα, αλλά ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας η οποία συγκρούστηκε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο κος Χρυσάνθου δεν ανέφερε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντινομική. Παρόλα ταύτα, η υποχρέωση του δικαστηρίου για εξέταση της τυχόν αντινομικότητας της ενώπιον του μαρτυρίας δεν αίρεται ένεκα ανυπαρξίας σχετικής εισήγησης (βλ. άρθρο 74
(1)(γ) Κεφ. 155). Ως εκ τούτου, έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις που να εκθεμελιώνουν την όποια λογική προσδοκία θετικής αξιολόγησης της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι η μια εκ των δυο προϋποθέσεων πληρούται. Στρέφομαι τώρα σε εξέταση της εναπομείνασας προϋπόθεσης. Από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού είναι αντιληπτό ότι μοναδικό υπό αμφισβήτηση συστατικό στοιχείο του αδικήματος, είναι η τυχόν αμέλεια του κατηγορουμένου και όχι οιονδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως κρίνω πως τα λοιπά του αδικήματος συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, την εξέτασή μου εστιάζω μόνο στο υπό κρίση συστατικό στοιχείο. Το άρθρο 8 του Ν.86/72, δια του οποίου ο νομοθέτης ποινικοποίησε την αμελή οδήγηση, αναφέρει τα εξής: "Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης". Τι συνιστά προσήκουσα επιμέλεια, με ευκρίνεια αποδίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Α. Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, 73: "Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)". Στην παρούσα υπόθεση ό,τι προβληματίζει είναι το ερώτημα, ποία ενέργεια του κατηγορουμένου αποκλίνει από ενέργεια μέσου συνετού οδηγού. Πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η αναφορά του ΜΚ2 πως είδε ξαφνικά το όχημα του κατηγορουμένου δεν είναι ανεξάρτητη του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού αλλά, ούτε και ο ΜΚ2 την παρουσίασε ως τέτοια. Ό,τι εννοώ είναι πως δεν ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι το όχημα του κατηγορουμένου ξεπρόβαλε πίσω από άλλο όχημα και ότι τούτο έγινε ξαφνικά. Η θέση του ΜΚ2, επεξηγηματική της αναφορά του περί ξαφνικής εμφάνισης του οχήματος του κατηγορουμένου, εντοπίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι, «Μόλις έστριψα τη στροφή απέναντι από το πρακτορείο στοιχημάτων ROYAL είδα ξαφνικά απέναντί μου ένα αυτοκίνητο σαλούν να είναι στην πλευρά μου». Προκύπτει λοιπόν ότι, η αναφορά του ΜΚ2 σε ξαφνική αντίληψη του οχήματος του κατηγορουμένου, αφορά τη θέση που το όχημα καταλάμβανε επί του οδοστρώματος και δεν αμφισβητεί ότι το όχημα κινείτο σε εκείνη τη θέση από προηγουμένως. Άλλωστε, ο ΜΚ2 συμφώνησε πως εξ αριστερών του οχήματος του κατηγορουμένου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Ακόμη, σημειώνω πως και η απόσταση που χώριζε το όχημα του κατηγορουμένου από την πάροδο, δηλαδή το σημείο από το οποίο οι δυο οδηγοί μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλο, απέχει 16,4μ. από την τελική θέση του οχήματος, στοιχείο το οποίο περιορίζει διαφορετική ερμηνεία της αναφοράς του ΜΚ2 περί ξαφνικής αντίληψης. Αξίζει τέλος να σημειώσω πως καμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπαινίσσεται υπερβολική για τον κατηγορούμενο ταχύτητα, όπως ούτε και παραβίαση οιονδήποτε κανόνων κυκλοφορίας, πλην του ότι το όχημα του κατηγορουμένου καταλάμβανε μέρος της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα. Η κατάληψη μέρους της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, συνιστά αδίκημα; Η υποχρέωση οδηγού για διατήρηση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και δη της άκριας τούτης αναδεικνύεται μέσα από τους κανονισμούς 58
(1)(κγ) και 58
(2)(α)(i)-(v). Η εν λόγω υποχρέωση, ως αναφύεται μέσα από τους σχετικούς κανονισμούς, δεν είναι ελεύθερη νομολογιακής επεξήγησης. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) 178, 184 λέχθηκε ότι, «Συσχετισμός των αρχών που επεξηγούνται πιο πάνω για τον επιμερισμό της ευθύνης τα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πρωτόδικος Δικαστής παράβλεψε ή παραγνώρισε την προτεραιότητα χρήσης της κυρίας οδού στην οποία εδικαιούτο ο εφεσείων. Επίσης έσφαλε στην απόδοση ευθύνης στον εφεσείοντα για την μη τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου. Δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για την χρήση του ιδίου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα. Κατά τα άλλα η υποχρέωση του οδηγού είναι να κάμνει λογική χρήση του δρόμου χωρίς ειδικό περιορισμό ως προς την πλευρά στην οποία πρέπει να οδηγεί. (Βλ. Άρθρο 2 του Περί Οδικών Κανόνων Νόμου, Κεφ. 334).» Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι το εν λόγω απόσπασμα αφορούσε των περί Οδικών Κανόνων Νόμο, Κεφ.334, ο οποίος καταργήθηκε από τον περί Κατάργησης Ορισμένων Νόμων, Νόμος, Ν.71(Ι)/92. Παρόλα ταύτα , το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νεοφύτου ν. Αντωνιάδη
(1996)1 ΑΑΔ 516, 521, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη νομολογημένη αρχή. Λέχθηκε σε αυτή την τελευταία απόφαση ότι «Το ότι βέβαια ο εφεσίβλητος οδηγούσε στη μέση της λεωφόρου, καταλαμβάνοντας και μέρος της άλλης πλευράς, δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη αμέλειας προς οχήματα εξερχόμενα από πάροδο: βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 178 σελ. 184. Εξέταση των γεγονότων της παρούσας υπό το φως της νομολογιακής αρχής δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε αμελώς. Μόλις ο κατηγορούμενος εντόπισε τη μοτοσυκλέτα του ΜΚ2, δηλαδή στη μέγιστη απόσταση που ήταν δυνατό να την εντοπίσει, ακινητοποίησε το όχημά του. Διαφορετική περί τούτου μαρτυρία δεν υπάρχει. Επαναλαμβάνω εδώ ότι κανένα άλλο στοιχείο δεν αναφύεται μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, πλην της παρουσίας του οχήματος του κατηγορουμένου στη μέση των δυο λωρίδων κυκλοφορίας. Ως πιο πάνω αναφέρεται, τέτοια ενέργεια, από μόνη της, δεν συνιστά αμέλεια. Έχοντας διαπιστώσει ότι ελλείπει μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου ότι οδηγούσε αμελώς, το δικαστήριο υποχρεούται να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο έστω και απ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Άλλωστε, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου τούτης βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομία
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365). Ενόψει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή αμελούς ενέργειας. Ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.