← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη (Τάκη) Λουκά Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8441/2006, 7 Απριλίου,2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη (Τάκη) Λουκά Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8441/2006, 7 Απριλίου,2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8441/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v.

  1. Χριστάκη (Τάκη) Λουκά Ξενοφώντος
  2. Ζαχαρία Λουκά Ζάκου
  3. Ανδρούλλα Δημήτρη Παναγιώτου
  4. Γεώργιος Ιωσήφ Γκαζάλ
  5. Ayman Alhamdan
  6. Yog Raj Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 7 Απριλίου,2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για κατηγορούμενο 1 : κ. Γ. Α. Γεωργίου και κ. Σέργη στην εκφώνηση της απόφασης κα Γεωργίου και κα Κυριάκου Για κατηγορούμενο 2: κ. Α. Μούντης Για κατηγορούμενη 3: κ. Θ. Θωμά Για κατηγορούμενο 4: κ. Ταμπούρλας Για κατηγορούμενο 5: Καμιά εμφάνιση Για κατηγορούμενο 6: κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενοι 1,2,3,4 και 6 : Παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Για Δίκη Εντός Δίκης) H παρούσα ενδιάμεση απόφαση μου αφορά δίκη εντός δίκης για την αποδεκτότητα εγγράφου και συγκεκριμένα ενός ημερολογίου ενεργείας όπου είχε καταγραφεί ισχυριζόμενη προφορική ανάκριση του 1ου κατηγορούμενου από τον Λοχ. Ι. Γιωρκάτζη, γι΄αυτό στη συνέχεια παραθέτω μόνο τις κατηγορίες που αφορούν αυτόν τον κατηγορούμενο για πλήρη κατανόηση της απόφασης. Οι κατηγορίες που αφορούν τον 1ο κατηγορούμενο: Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας όταν φέρεται ότι συνωμότησε μεταξύ των ημερομηνιών 13.06.2005-28.07.2005 στην Λάρνακα με τον 2ο κατηγορούμενο να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή να συμβάλουν στην τέλεση εικονικού γάμου. Στη κατηγορία 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συμβολής στη τέλεση εικονικού γάμου όταν φέρεται ότι μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο συνέβαλε στη τέλεση εικονικού γάμου του 6ου κατηγορούμενου με τη Γλυκερία Αλεξάνδρου στις 28.07.2005 στην Αραδίππου με αποκλειστικό σκοπό την παραμονή του στη Δημοκρατία. Στη κατηγορία 3 αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράλειψης ενημέρωσης για την τέλεση γάμου εντός επτά ημερών του Ληξίαρχου γάμων όταν ενώ στις 13.06.2005 τέλεσε τον γάμο της Γλυκερίας Αλεξάνδρου με τον Ayman Alhandan στο Δημαρχείο Αραδίππου παρέλειψε εντός επτά ημερών να ενημερώσει τον Ληξίαρχο Γάμων σύμφωνα με τον νόμο. Στην 7η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος όταν φέρεται ότι μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 6 στις 28.07.2005 στη Λάρνακα συνωμότησαν να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή να συμβάλουν στην τέλεση εικονικού γάμου. Στην 9η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα των συναλλαγών με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά όταν στις 13.06.2005 στην Αραδίππου ενώ ήταν Γραμματέας του Δήμου Αραδίππου φέρεται ότι έλαβε από τον Ζαχαρία Λουκά Ζάκου το ποσό των Λ.Κ.250,00 κατά τρόπο που υποδήλωνε διαφθορά για να διαγράψει τα έντυπα τέλεσης του πολιτικού γάμου της Γλυκερίας Αλεξάνδρου με τον Ayman Alhandan ο οποίος τελέστηκε στις 13.06.2005 και τα οποία τηρούνταν στο Δημαρχείο Αραδίππου. Η ένσταση για την αποδεκτότητα ως τεκμηρίου Ημερολογίου Ενεργείας το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ο Μ.Κ.3 στην κυρίως δίκη: Όταν ο Μ.Κ. 3 Λοχ. 636 Ι. Γιωρκάτζης κλήθηκε στην κυρίως δίκη να καταθέσει αντίγραφο του ημερολογίου ενεργείας το οποίο είχε συμπληρώσει ο ίδιος, όπως ανέφερε, στις 10:40 της 20ης .05.2006 στο ΤΑΕ (Ε) του Αρχηγείου, εγέρθηκε ένσταση από τους συνηγόρους του 1ου κατηγορουμένου για τους εξής λόγους: (α) Πρόκειται για σημειώσεις του μάρτυρα για ερωτήσεις και απαντήσεις που έλαβε από τον 1ο κατηγορούμενο και είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι ουδέποτε του υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις και ούτε και έδωσε οποιεσδήποτε απαντήσεις πέραν της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 7), (β) δεν του είχε επιστηθεί η προσοχή στο νόμο σύμφωνα με τους δικαστικούς κανόνες. Με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μου, όταν είχε προβληθεί η πιο πάνω ένσταση, είχα προκρίνει τη διαδικασία δίκης εντός δίκης για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακρίθηκε ο 1ος κατηγορούμενος εντός του αστυνομικού αυτοκινήτου το βράδυ της συλλήψεως του και ενώ μεταφερόταν από την Αραδίππου στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Παλαιοχωρίου, παρά την διαφορετική άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Η τύχη του ημερολογίου, αντίγραφο του οποίου σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης, θα εξαρτηθεί από την απόφαση σ΄αυτή τη διαδικασία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ο Λοχίας 636 Ι. Γιωρκάτζης και ο Υπ/μος σήμερα Α. Λαμπριανός (Μ.Κ. 1 και 2 αντίστοιχα). Ήταν η θέση και των δύο μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ης.05.2006 και μεταξύ των ωρών 00:20 και 01:10, μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου 1 που έγινε στο σπίτι του στην Αραδίππου μετά από εκτέλεση εντάλματος συλλήψεως και κατά τη μεταφορά του με αστυνομικό αυτοκίνητο στα αστυνομικά κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Παλαιοχωρίου, όπου είχε βρεθεί διαθέσιμο κελί, ο Μ.Κ.1 ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού μετά από επίστηση της προσοχής του συλληφθέντα υπόπτου με τον 2ο Δικαστικό κανόνα του υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις και αυτός του έδωσε απαντήσεις τις οποίες κατέγραφε ταυτόχρονα σε πρόχειρο χαρτί. Δεν θεώρησε σκόπιμο με την ολοκλήρωση αυτής της ανάκρισης να βάλει τον κατηγορούμενο να διαβάσει και να προβεί σε προσθήκες ή διορθώσεις σε αυτά που κατέγραψε εφόσον η ανάκριση που τον υπέβαλε βασιζόταν στον 2ο Δικαστικό κανόνα που δεν απαιτεί κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.1 εξήγησε ότι όσα προέκυψαν από την πιο πάνω ανάκριση στην οποία υπέβαλε τον κατηγορούμενο, τα αντέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας του σταθμού του μετά τη διαδικασία της προσωποκράτησης που έγινε το πρωινό της ίδιας ημέρας και όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα περαιτέρω κράτησης του κατηγορουμένου. Είχε αντιγράψει, όπως ανέφερε, τις σημειώσεις που έπαιρνε στο πρόχειρο χαρτί το οποίο στη συνέχεια κατάστρεψε. Δεν το έκαμε από το ίδιο βράδυ καθώς η ώρα ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη και έπρεπε να πάει να ξεκουραστεί καθώς το πρωί θα μετέβαιναν στο Ε.Δ. Λάρνακας για τη διαδικασία προσωποκράτησης. Δεν το έκαμε ούτε την επόμενη μόλις μετέβη στον αστυνομικό σταθμό και πριν παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου επειδή ο χρόνος του αναλώθηκε στην ετοιμασία της αίτησης και ενόρκου δηλώσεως προσωποκράτησης και θα έπρεπε να μετέβαιναν νωρίς το πρωί για τη διαδικασία προσωποκράτησης όπως τους είχε ζητηθεί. Το έκαμε όμως αμέσως μετά όταν επέστρεψε στη Λευκωσία και αφού στο μεταξύ εξασφαλίστηκε το διάταγμα κράτησης του κατηγορουμένου. Το ότι ανέκρινε τον κατηγορούμενο κατά τον πιο πάνω τρόπο δεν το ανέφερε στην ένορκο κατάθεση του ενώπιον του δικαστηρίου στη διαδικασία προσωποκράτησης διότι δεν το θεώρησε σκόπιμο αφού είχε άλλα ισχυρά στοιχεία με τα οποία θα έπειθε το δικαστήριο για την αναγκαιότητα κράτησης του. Ούτε και στην κατάθεση του που κατέγραψε πέντε ημέρες αργότερα αναφέρθηκε σε αυτή την ανάκριση και στη καταγραφή των όσων προέκυψαν στο ημερολόγιο ενεργείας καθ΄ότι όσα προέκυψαν από αυτή την ανάκριση υπεβλήθησαν στον κατηγορούμενο υπό μορφή ερωτήσεων κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης αργότερα την ίδια ημέρα. Ο Μ.Κ.2 ήταν κατηγορηματικός ότι ο Μ.Κ.1 στη παρουσία του επέστησε την προσοχή με βάσει το 2ο Δικαστικό Κανόνα στον κατηγορούμενο πριν του υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις εντός του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο ίδιος προς τον αστυνομικό σταθμό Παλαιοχωρίου όπου θα εκρατείτο. Δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στις ερωτήσεις που του υπέβαλε και στις απαντήσεις που έδιδε ο κατηγορούμενος καθώς ο ίδιος δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας της υπόθεσης αυτής και δεν γνώριζε τίποτε σε σχέση με την υπόθεση και γι΄αυτό δεν έδιδε ιδιαίτερη σημασία στη συνομιλία του Μ.Κ.1 με τον κατηγορούμενο. Το μόνο που συγκράτησε και θυμόταν ήταν ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να λέγει τη λέξη ¨κουτσή¨. Ήταν σκοτάδι και είχε προσέξει τον Μ.Κ.1 να κρατεί σημειώσεις σε κάποιο χαρτί και ενώ αρχικά ανέφερε ότι ήταν σκοτεινά εντός του αυτοκινήτου στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν ο συνάδελφος του είχε αναμμένο το εσωτερικό φως του αυτοκινήτου που διαθέτουν τα αστυνομικά αυτοκίνητα στη θέση του συνοδηγού. Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και έτσι μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του πιο πάνω μάρτυρα οι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Μιχαήλ ανέφερε ότι δεν παραβιάστηκε οποιοσδήποτε Δικαστικός Κανόνας κατά τη λήψη της προφορικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο από τον Μ.Κ.
  7. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, όπως εισηγήθηκε, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας των οποίων αναφέρθηκε, θα πρέπει να κριθούν ότι είπαν την αλήθεια. Έτσι θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο στην κυρίως δίκη το Τεκμήριο 1 δηλαδή το ημερολόγιο ενεργείας το οποίο συνέταξε ο ίδιος ο Μ.Κ.1 και αφορούσε αντιγραφή σημειώσεων που κράτησε σε πρόχειρο χαρτί όταν ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο το προηγούμενο βράδυ. Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν θα πρέπει να αποδεχτεί το τεκμήριο αυτό καθώς όλα όσα περιβάλλουν τη σύνταξη του αλλά και όσα αναφέρονται σε αυτό το καθιστούν πολύ ύποπτο ως προς τους αληθινούς λόγους για τους οποίους συντάχθηκε. Υπήρξε σαφής παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων, όπως εισηγήθηκε, κατά την ισχυριζόμενη λήψη κατάθεσης από τον πελάτη του, υπήρξαν αρκετές παραλήψεις τόσο κατά τη λήψη της όσο και όσων επακολούθησαν μέχρι να προσλάβει τη μορφή ημερολογίου ενεργείας. Το Τεκμήριο 1 όπως και όσα κατεγράφησαν σε αυτό, ήταν η εισήγηση του ότι είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα και επινόηση για δημιουργία μαρτυρίας με παραδοχές του 1ου κατηγορουμένου τις οποίες ο ίδιος τις απορρίπτει. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ επιφυλακτικό για την αποδοχή του εφόσον οι παραλήψεις όπως τις απαρίθμησε δεν μπορούν να κριθούν ως τυπικές αλλά είναι ουσιώδεις και οι οποίες παραβιάζουν δικαιώματα του κατηγορουμένου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών η απόφαση μου θα πρέπει να εστιαστεί κυρίως ως προς το νομότυπο της λήψης της κατάθεσης, εφόσον δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο παράπονο εκ μέρους της υπεράσπισης περί άδικης και καταπιεστικής χρήσης των εξουσιών της αστυνομίας. Στην προσπάθεια μου όμως να εξαγάγω τα ευρήματα μου θα έχω υπόψη μου την αρχή, ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης θα πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο για να καλυφθούν οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στην δίκη εντός δίκης. Επομένως αποφεύγοντας τη διατύπωση ευρημάτων που να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως απαραίτητου θα προσεγγίσω τη μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή ούτως ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Petri v. The Police

(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Repubic
(1969)2 C.L.R. σελ. 169). Οι Μ.Κ. και κυρίως ο Μ.Κ.1 ήταν αναμενόμενο να υποστηρίξει ένθερμα τις ενέργειες του από τη στιγμή που αποφάσισε να πάρει κατάθεση εντός του αυτοκινήτου κατά τη μεταφορά του κατηγορουμένου μετά τη σύλληψη του σε κρατητήρια αστυνομικού σταθμού μέχρι και την απόφαση του για καταγραφή των όσων προέκυψαν από αυτή την κατάθεση στο ημερολόγιο ενεργείας του σταθμού. Διέκρινα σε αυτόν ενθουσιασμό να υπεραμυνθεί των ενεργειών του ότι συνάδουν με τους Δικαστικούς Κανόνες και πρακτική που ακολουθείται κατά τη λήψη καταθέσεων αλλά ταυτόχρονα δεν δίστασε κάποια στιγμή να παραδεχθεί ότι ίσως να ήταν λάθος του που δεν έβαλε τον κατηγορούμενο να υπογράψει όταν του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Από την άλλη ο Μ.Κ.2 ήταν φανερό με την επανάλειψη της φράσης ότι ο ίδιος το μόνο που έκαμε ήταν να οδηγήσει το αυτοκίνητο με το οποίο θα μετέφεραν τον κατηγορούμενο στα αστυνομικά κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Παλαιοχωρίου ότι δεν επιθυμούσε την εμπλοκή και ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης σε σχέση με την ανάκριση του κατηγορουμένου. Θυμόταν όμως δύο σημεία κλειδιά για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Πρώτο ότι ο Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου και δεύτερο ότι άκουσε από αυτό να λέγει τη λέξη ¨κουτσή¨. Δεν μου διαφεύγει επίσης το σημείο από την αντεξέταση του σε σχέση με τον φωτισμό που υπήρχε εντός του αυτοκινήτου και τη δυνατότητα του Μ.Κ.1 να καταγράφει τη συνομιλία του με τον κατηγορούμενο. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι ήταν σκοτεινά εντός του αυτοκινήτου στη συνέχεια αντιλαμβανόμενος που οδηγούσε αυτή η θέση του θέλησε να διασκεδάσει την εντύπωση που δημιούργησε λέγοντας ότι δεν θυμόταν εάν ο συνάδελφος του είχε αναμμένο το εσωτερικό φως που υπάρχει στα αστυνομικά αυτοκίνητα στη θέση του συνοδηγού. Γι΄ αυτούς τους λόγους αντικρίζω την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα με μεγάλο ενδοιασμό. Προκύπτει από τη μαρτυρία και αυτό δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί στις 23:30 της 19ης .05.2006 κατόπιν δικαστικού εντάλματος συλλήψεως στην οικία του στην Αραδίππου (βλ. Τεκμήριο 4). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 βρήκαν διαθέσιμο κελί όπου μπορούσαν να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Παλαιοχωρίου (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Έτσι ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Μ.Κ.2 του οποίου ζητήθηκε η συνδρομή για την εκτέλεση του Ε/Σ, με αστυνομικό όχημα μετέφεραν τον τότε ύποπτο στον πιο πάνω αστυνομικό σταθμό μετά τη σύλληψη του. Κατά τη διαδρομή όπως ήταν η θέση τους μετά από επίστηση της προσοχής στο νόμο με βάσει τον 2ο Δικαστικό Κανόνα που του έγινε από τον Μ.Κ.1, αυτός του υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις και αυτός έδωσε κάποιες απαντήσεις. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος καθόταν ως συνοδηγός στο όχημα τις κατέγραφε, όπως ανέφερε, σε ένα πρόχειρο χαρτί πράγμα για το οποίο δεν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, ούτε και του διάβασε στο τέλος τι ερωτήσεις του είχε υποβάλει και τι απαντήσεις έδωσε αυτός αλλά ούτε και του ζήτησε να υπογράψει αυτό το χαρτί. Επειδή η ώρα ήταν ήδη προχωρημένη δεν κατέγραψε το ίδιο βράδυ αυτές τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έλαβε στο ημερολόγιο ενεργείας του αστυνομικού σταθμό στον οποίο υπηρετούσε αλλά πήγε για ξεκούραση εν΄ όψει του ότι θα έπρεπε νωρίς το πρωί να μετέφερε τον ύποπτο στο Ε.Δ. Λάρνακας για τη διαδικασία της προσωποκράτησης του. Δεν το έκαμε ούτε το πρωινό της ίδιας ημέρας πριν την πιο πάνω διαδικασία εφόσον ήταν απασχολημένος με την ετοιμασία αίτησης και της ένορκης δήλωσης για τη παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Το έκαμε όμως αμέσως μετά που επέστρεψε στον αστυνομικό σταθμό και αφού είχε εξασφαλιστεί διάταγμα προσωποκράτησης του κατηγορουμένου. Δεν είχε κάμει οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω διαδικασία για τη προφορική ανάκριση στην οποία υπέβαλε τον κατηγορούμενο, ούτε και στην κατάθεση του την οποία κατέγραψε πέντε μέρες αργότερα. Τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, όπως και να διαβαστούν, από μόνα τους δεν συνιστούν ομολογία για τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Τα όσα όμως φέρεται να ανέφερε ο κατηγορούμενος σε σχετικές ερωτήσεις που του υπέβαλε ο Μ.Κ.1 ίσως θα μπορούσαν σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία να συνιστούν επιζήμιες δηλώσεις γι΄αυτόν. Εν πάση περιπτώσει για όση επίδραση θα μπορούσαν να έχουν στην υπόθεση του κατηγορούμενου, οι αποδιδόμενες σε αυτόν απαντήσεις, με είχαν οδηγήσει στο να διατάξω όπως διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε αυτή η κατάθεση. Η ανάκριση όπως ανέφεραν οι Μ.Κ. έγινε με βάσει τον 2ο Δικαστικό Κανόνα. Επομένως θα πρέπει να εξετάσω στη συνέχεια τον τρόπο λήψης μιας τέτοιας κατάθεσης και πότε γίνεται αποδεκτή. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι νομολογιακά καθιερωμένο στη Κύπρο ότι τα Δικαστήρια απορρίπτουν καταθέσεις που λήφθηκαν κατά παράβαση των Κανόνων των Δικαστών ακόμα και σε υποθέσεις όπου μια κατάθεση είναι εκούσια. Είναι θεμελιωμένη γενική αρχή ότι σε περιπτώσεις παράβασης των Κανόνων των Δικαστών, τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποδέχονται ή να απορρίπτουν μια κατάθεση ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας είναι θέματα όπως ο βαθμός που η παράβαση επηρεάζει τη θεληματικότητα της κατάθεσης, η έκταση της παράβασης, το κατά πόσο η παράβαση αφορά σε ζητήματα τυπικά ή ουσιαστικά και τις επιπτώσεις της στην απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την νομολογία μας θα πρέπει να καταδεικνύεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση την οποία αποσκοπεί να καταθέσει ως μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή, λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους Δικαστικούς Κανόνες. Αναφορικά με το νομότυπο της κατάθεσης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε μόνο κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες η οποία να μην επέδρασε στη θεληματικότητα της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την παρουσίαση κατάθεσης ακόμα και όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες (βλ. R. v. Ovenell
(1968)1 All E.R. 933 και R v. Prager
(1972)1 All E.R. 1114). Τα δικαστήρια στην Κύπρο επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε ουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L..R. 181). Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασιστεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική. Σε σχέση με τη τήρηση των Δικαστικών Κανόνων και τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης, παραπέμπω στις αποφάσεις Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9,11 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73,86). Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ανέφεραν και οι δύο ότι ο Μ.Κ.1 έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο εφαρμόζοντας τον 2ο Δικαστικό Kανόνα. Σύμφωνα με αυτόν τον Κανόνα, μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, επιβάλλεται η επίστηση της προσοχής του προσώπου αυτού στο νόμο πριν υποβληθούν οποιεσδήποτε περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό. Η επίστηση της προσοχής γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: ¨Δεν είσαι υποχρεωμένος να πεις οτιδήποτε εκτός αν το επιθυμείς, αλλά οτιδήποτε πεις μπορεί να γραφεί και να δοθεί σαν μαρτυρία¨. Δεν θα ασχοληθώ με το ζήτημα του πως πρέπει να αντικρίζεται μια μαρτυρία από τον αστυνομικό για να προχωρήσει σε ανάκριση ενός προσώπου με βάσει αυτόν το Δικαστικό Κανόνα, εφόσον δεν είναι αυτό το ζήτημα που ενδιαφέρει την υπόθεση αλλά η τήρηση του τύπου που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που διακρίνει τα όσα εφαρμόζονται στη Κύπρο από το αγγλικό δίκαιο και την πρακτική που ακολουθείται εκεί είναι η εφαρμογή του Άρθρου 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 καθώς το Άρθρο 8 του ίδιου νόμου με το οποίο ενσωματώνονται οι Κανόνες των Δικαστών στην Κυπριακή Νομοθεσία και πρακτική, προβλέπει πως η εφαρμογή των Κανόνων των Δικαστών στην Κυπριακή Νομοθεσία και πρακτική δεν επηρεάζει την ισχύ του Άρθρου 5. Το Άρθρο 5
(2)της Ποινικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: ¨Ο ανακριτής μπορεί να καταγράψει οποιαδήποτε κατάθεση προσώπου που εξετάζεται και αυτή η κατάθεση θα διαβάζεται στο πρόσωπο αυτό, το οποίο ακολούθως θα την υπογράψει ή αν είναι αναλφάβητος να τοποθετήσει σ΄αυτήν το δακτυλικό του αποτύπωμα και αν το πρόσωπο αυτό αρνείται να ενεργήσει έτσι, ο ανακριτής θα σημειώσει στο τέλος της καταθέσεως την άρνηση παραθέτοντας και τον λόγο της αρνήσεως αν τον διατυπώσει και τότε η κατάθεση θα υπογραφεί από τον ανακριτή¨. Προκύπτει από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη ότι εφόσον ο ανακριτής θελήσει να καταγράψει δήλωση του προσώπου που εξετάζει, όπως έκαμε εν προκειμένω ο Μ.Κ.1, ανεξάρτητα από το ποιος Κανόνας των Δικαστών εφαρμόζεται, πρέπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 5
(2)της Ποινικής Δικονομίας. Ενώ η συμμόρφωση ή η μη συμμόρφωση σε θέμα που καλύπτεται από τους Δικαστικούς Κανόνες δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην αποδοχή ή στην απόρριψη καταθέσεως, γιατί εκεί, αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η παράβαση του Άρθρου 5
(2)του Κεφ. 155, είναι μοιραία για την κατάθεση, η οποία οπωσδήποτε θα απορριφθεί γιατί σε αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε επιτακτική απαίτηση του Νόμου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με βάσει λοιπόν την μαρτυρία που παρέθεσαν οι Μ.Κ., ο Μ.Κ. 1 όταν αποφάσισε υπό τις συνθήκες που περιέγραψαν να καταγράφει τι ερωτούσε και τι απαντήσεις λάμβανε από τον κατηγορούμενο σε καμιά περίπτωση δεν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο γι΄αυτό, ούτε και στη συνέχεια του διάβασε τόσο τις ερωτήσεις όσο και τις απαντήσεις που κατέγραφε και ούτε στο τέλος το κάλεσε να υπογράψει αυτή του την κατάθεση. Επομένως είναι η κατάληξη μου ότι υπήρξε παραβίαση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης η οποία καθιστά μοιραία και την προσπάθεια για την κατάθεση του εγγράφου αυτού ως τεκμηρίου. Εάν η διαδικασία την οποία ακολούθησε ο Μ.Κ.1 κατά τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και της οποίας υπεραμύνθηκε αντικριζόταν με τον τρόπο που αυτός εξήγησε τότε θα υπήρχε μια έμμεση παράκαμψη των προνοιών της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης η οποία αποσκοπεί στη προστασία των δικαιωμάτων κρατουμένων προσώπων τα οποία τυγχάνουν ανάκρισης. Θα μπορούσε δηλαδή κάθε ανακριτής να λαμβάνει κατάθεση με βάσει τον 2ο Δικαστικό Κανόνα όπου σύμφωνα με αυτόν δεν επιβάλλεται να καταγράφεται και στη συνέχεια να καταφεύγει στο Ημερολόγιο Ενεργείας και να καταγράφει όσα αυτός ενθυμείται ή όπως αυτός αντιλαμβάνεται τα λεγόμενα ενός ανακρινόμενου προσώπου και στη συνέχεια να έχει την ευχέρεια εφόσον πρόκειται πλέον για καταγραφή δική του στο ημερολόγιο να το παρουσιάζει ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου προς αυτοενίσχυση ουσιαστικά του εαυτού του. Ας μη μας διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.1 ήταν πρόσωπο εξουσίας απέναντι στον κατηγορούμενο τον οποίο είχε συλλάβει αργά το βράδυ και τον οδηγούσε για να τον κλείσει σε αστυνομικό κρατητήριο. Το τι αισθανόταν ο κατηγορούμενος εκείνες τις στιγμές μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό από τον οποιονδήποτε. Επομένως οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις νομοθετικές διατάξεις δεν θα πρέπει να επικροτείται. Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω και να εξετάσω τους υπόλοιπους επί μέρους λόγους οι οποίοι προβλήθηκαν εκ μέρους της Υπεράσπισης του 1ου κατηγορουμένου και αφορούσαν το μεμπτό της διαδικασίας που ακολούθησε ο Μ.Κ.1 για αυτή την κατ΄ισχυρισμό ανάκριση του κατηγορουμένου και όσων επακολούθησαν, εφόσον κάθε τέτοια συζήτηση θα ήταν πλεονασματική. Εξασκώ επομένως τη διακριτική μου εξουσία προς όφελος του κατηγορούμενου και δεν επιτρέπω την κατάθεση του Τεκμηρίου 1 στη παρούσα διαδικασία ως κανονικού τεκμηρίου και ως αποδεκτής μαρτυρίας στην κυρίως δίκη. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.