← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Σπύρος Ζαχαρίου, Αριθμό Υπόθεσης: 17058/07, 16.04.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Σπύρος Ζαχαρίου, Αριθμό Υπόθεσης: 17058/07, 16.04.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αριθμό Υπόθεσης: 17058/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Σπύρος Ζαχαρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.04.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος Χ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 21.07.07 στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής DAJ574 χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ενώπιον του δικαστηρίου παρήλασαν έξι συνολικά μάρτυρες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται τόσο ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, όσο και μια μάρτυρας υπεράσπισης. Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως. Στις 21.07.07 οι αστυφύλακες 1967 Ε. Ευριπίδου (ΜΚ1) και 2746 Π. Παύλου (ΜΚ2) επισκέφθηκαν σκηνή τροχαίου δυστυχήματος. Η επίδικη σκηνή ήταν η διασταύρωση των οδών Παιδείας και 1ης Οκτωβρίου στην Ορόκλινη. Διαπίστωσαν ότι στο δυστύχημα ενέχονταν το όχημα με αριθμό εγγραφής DAJ574 (στη συνέχεια το όχημα) και η μοτοσυκλέτα HZM472 (στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα). Οδηγός του οχήματος διαπίστωσαν ότι ήταν ο Σπύρος Ζαχαρίου, δηλαδή ο κατηγορούμενος. Όταν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μετέβησαν στη σκηνή του δυστυχήματος κανένα εκ των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων δεν ήταν στην τελική του θέση. Αντιλήφθηκαν όμως δύο τραυματισμένα πρόσωπα εντός διπλοκάμπινου οχήματος τα οποία συστήθηκαν στο ΜΚ1 ως οι Παναγιώτης Κωστέας (ΜΚ3) και Ανδρέας Δημητρίου (ΜΚ4). Τα δύο τελευταία αυτά πρόσωπα αναχώρησαν από το μέρος για να μεταβούν στο νοσοκομείο. Αργότερα την ίδια ημέρα, σε γραπτή κατάθεση που έδωσαν στην αστυνομία (βλ. τεκμήρια 6 και 8, αντίστοιχα) ανέφεραν ότι οδηγός της ενεχόμενης στο δυστύχημα μοτοσυκλέτας ήταν ο ΜΚ4 και συνεπιβάτης ο ΜΚ
  2. Κατόπιν εξέτασης της υπόθεσης υποψίες που ηγέρθησαν στον αστ. 2746 Π. Παύλου (ΜΚ2) αναφορικά με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, οδήγησαν σε νέο κύκλο εξετάσεων όπου τότε οι ΜΚ3 και ΜΚ4 παραδέχθηκαν ότι δεν είπαν την αλήθεια επί τούτου εφόσον, κατά τον επίδικο χρόνο πραγματικός οδηγός της μοτοσυκλέτας ήταν ο Παναγιώτης Κωστέας (ΜΚ3), ο οποίος δεν καλύπτετο από ασφάλεια και συνοδηγός ο Ανδρέας Δημητρίου (ΜΚ4). Αναφορικά με αυτή την αποκάλυψη οι ΜΚ3 και ΜΚ4 έδωσαν νέα γραπτή κατάθεση στην αστυνομία (βλ. τεκμήρια 7 και 9, αντίστοιχα). Ενώπιον του δικαστηρίου οι ΜΚ3 και ΜΚ4 υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους το περιεχόμενο και των δύο καταθέσεων που έκαστος έδωσε στην αστυνομία. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις στη σκηνή του δυστυχήματος και ότι μεταξύ άλλων διαπίστωσαν (ο ΜΚ1), πως η εκ δεξιών ορατότητα του κατηγορουμένου, από τη γραμμή του αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου προς την οδό Παιδείας, ανέρχετο σε 55μ. Αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος ο ΜΚ3 ανάφερε τα εξής. Κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα στην οδό Παιδείας με κανονική ταχύτητα. Προσεγγίζοντας την οδό 1ης Οκτωβρίου, πάροδος εξ΄ αριστερών ως η κατεύθυνσή του, είδε ένα όχημα χρώματος πράσινου να ευρίσκεται σταματημένο πίσω από τη γραμμή του αλτ της εν λόγω παρόδου. Προσδιόρισε την απόσταση που για πρώτη φορά εντόπισε τούτο το όχημα στα 30 με 40 μέτρα μακριά. Όπως ανέφερε, σε απόσταση 15 περίπου μέτρα από την πάροδο τούτο το όχημα εισήλθε μέχρι τη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε. Τότε, έκανε χρήση των φρένων της μοτοσυκλέτας· επειδή όμως στην άσφαλτο είχε χώμα η μοτοσυκλέτα γλίστρισε και έπεσε στην άσφαλτο για να συρθεί στη συνέχεια μέχρι το δεξιό πεζοδρόμιο. Αφότου σηκώθηκε, είδε το πράσινο όχημα να ευρίσκεται λοξώς εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Παιδείας, δηλαδή της λωρίδας που εκείνος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα πρότερων του δυστυχήματος, σε απόσταση λίγων εκατοστών από τη μέση του δρόμου. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΚ3 ότι αμέσως μετά το δυστύχημα ο κατηγορούμενος τους προσέγγισε και τους είπε "Συγνώμη ρε παιδιά δεν σας είδα". Σύμφωνα με τον Ανδρέα Δημητρίου (ΜΚ4), παρότι συνεπιβάτης και όχι οδηγός της μοτοσυκλέτας, κατά τον επίδικο χρόνο είχε καλή οπτική εικόνα. Ανέφερε ότι είδε ένα πράσινο όχημα να εξέρχεται από αριστερή πάροδο χωρίς να σταματήσει και να καταλήγει σχεδόν μέχρι την άσπρη διαχωριστική γραμμή. Σε εκείνο το σημείο το όχημα σταμάτησε ανακόπτοντας έτσι την πορεία της μοτοσυκλέτας. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ4 επεξήγησε ότι το εν λόγω όχημα προτού εισέλθει στην οδό Παιδείας, πρώτα ελάττωσε ταχύτητα και μετά μπήκε. Αντίθετη ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής DAJ574 στην οδό 1ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση την οδό Παιδείας. Φθάνοντας στη διασταύρωση σταμάτησε ακριβώς πίσω από τη γραμμή του αλτ για να ελέγξει την τροχαία κίνηση στην οδό Παιδείας. Πρόθεσή του ήταν να στρίψει αριστερά. Εξετάζοντας την τροχαία κίνηση της οδού Παιδείας έκανε να εκκινήσει αλλά τότε είδε μια μοτοσυκλέτα να έρχεται από δεξιά και αμέσως ακινητοποίησε το όχημά του. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν κινήθηκε πέραν της γραμμής του αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου. Όταν ακινητοποίησε το όχημά του είδε τη μοτοσυκλέτα, η οποία ειρήσθω εν παρόδω σύμφωνα με τον κατηγορούμενο κινείτο με ταχύτητα περί τα 90km, να κάνει ελιγμούς, να φρενάρει και σε κάποιο σημείο του δρόμου στο οποίο υπήρχε χώμα επί του οδοστρώματος, να γλιστρά και να πέφτει χάμω. Είδε τότε τη μοτοσυκλέτα να σέρνεται στην άσφαλτο για μια απόσταση περί τα 10μ. Τότε, στάθμευσε αμέσως το όχημά του και κατέβηκε για να βοηθήσει τους επιβαίνοντες στη μοτοσυκλέτα. Δεν θυμόταν σε ποια οδό στάθμευσε το όχημά του αλλά σίγουρα σε κάποιο στάδιο οδήγησε τούτο στην οδό Παιδείας, σε χώρο όπου δεν εμπόδιζε την τροχαία κίνηση. Κατά τον επίδικο χρόνο η Ειρήνη Σωτήρη (ΜΥ1) ευρισκόταν στην αυλή της οικίας της. Όπως επεξήγησε η πρόσοψη της οικίας της είναι στην οδό Παιδείας αλλά η βεράντα στην οποία βρισκόταν την ώρα του δυστυχήματος βλέπει προς την οδό 1ης Οκτωβρίου. Δεν είδε το δυστύχημα αλλά άκουσε ένα δυνατό θόρυβο. Ένεκα του θορύβου κοίταξε και είδε μια μοτοσυκλέτα να σέρνεται στην άσφαλτο μπροστά από ένα όχημα το οποίο ήταν ακινητοποιημένο στο αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου. Δεν ήταν εις θέση να πει εάν το εν λόγω όχημα ήταν σταματημένο πριν ή μετά το αλτ, όταν όμως μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι το όχημα ήταν σταματημένο στο σημείο που το είδε όταν η ίδια αντιλήφθηκε το δυστύχημα, δηλαδή στο αλτ. Ήταν η θέση της ότι το όχημα δεν απέκοψε την πορεία της μοτοσυκλέτας και ότι το όχημα μετακινήθηκε από την οδό 1ης Οκτωβρίου προς την οδό Παιδείας μετά το δυστύχημα, όταν εμπόδιζε. Έχοντας παραθέσει σύνοψη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού κρίνω χρήσιμο να αναφέρω το εξής. Διαπιστώνω κατ΄ αρχάς ότι επίδικο θέμα είναι μόνο η αμέλεια. Τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, λόγου χάριν οδήγηση και δη επί οδού, δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ό,τι εξάγεται μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (ιδιαίτερα την αντεξέταση των μαρτύρων), είναι η αμφισβήτηση των ενεργειών των δύο ενεχόμενων οδηγών. Εν προκειμένω, ως επίδικα θέματα τίθενται τα εξής ερωτήματα. Ακινητοποίησε ο κατηγορούμενος το όχημά του στο αλτ της διασταύρωσης των οδών 1ης Οκτωβρίου και Παιδείας ή εισήλθε στην τελευταία οδό χωρίς να συμμορφωθεί στο σήμα αλτ της πορείας του; Εάν συμμορφώθηκε στο σήμα αλτ της πορείας του, αργότερα εισήλθε στην οδό Παιδείας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή των δύο αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας; Εάν η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι καταφατική, κατά τον ίδιο χρόνο, πού ευρίσκετο η μοτοσυκλέτα των ΜΚ3 και ΜΚ4; Πρέπει να παρεμβάλω εδώ ότι η κατ' ισχυρισμό των ΜΚ3 και ΜΚ4 είσοδος του οχήματος του κατηγορουμένου στην οδό Παιδείας έχει περιοριστεί στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά περιορισμένη είσοδο στην οδό Παιδείας και ενδεχόμενη απόφραξη της πορείας της μοτοσυκλέτας. Τουναντίον, η επί του προκειμένου θέση των ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημά του εντός της οδού Παιδείας όχι λίγο, αλλά μέχρι την προαναφερόμενη διαχωριστική γραμμή. Έκρινα ορθό να διευκρινίσω τούτον τον επίδικο ισχυρισμό εφόσον, η ανακοπή πορείας στοιχειοθετείται όχι μόνο όπου υπάρχει πραγματική απόφραξη πορείας αλλά και όπου οι ενέργειες του οδηγού εκλαμβάνονται ως ενδεχόμενη απόφραξη. Σχετικά είναι τα όσα ειπώθηκαν από το Lord Parker CJ στην απόφαση Nagy v. Weston
(1965)1 All ER 78, δηλαδή "whether it caused an actual as opposed to a potential obstruction". Παρόλα ταύτα, στη δοσμένη περίπτωση οι δύο αντίθετοι ισχυρισμοί, κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης, είναι πολύ πιο απλουστευμένοι. Ό,τι αφορούν είναι μόνο κατά πόσο το όχημα του κατηγορουμένου οδηγήθηκε πέραν της γραμμής του αλτ και έφθασε μέχρι τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της οδού Παιδείας και όχι οτιδήποτε άλλο. Τούτη αντιλαμβάνομαι να είναι η κατ΄ ισχυρισμό αμελής οδήγηση του κατηγορουμένου και μόνο τούτη ανάγεται σε επίδικο θέμα. Μαρτυρία για περιορισμένη είσοδο του κατηγορουμένου στην οδό Παιδείας, άλλη από την προαναφερόμενη, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Προς αποφυγή παρερμηνείας των πιο πάνω ας σημειωθεί εδώ ότι στο εν λόγω επίδικο θέμα υπεισέρχονται και οι οιοιδήποτε ισχυρισμοί των μαρτύρων, ως μέρος της ευρύτερης μαρτυρίας τους το οποίο χρήζει εξέτασης και αξιολόγησης. Τούτων λεχθέντων κρίνω ορθό σε αυτό το στάδιο της απόφασης να εντοπίσω και να παραθέσω εκείνη τη πτυχή του μαρτυρικού υλικού που δυνατό να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, ο εντοπισμός αυτού του είδους της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της απόφασης κρίνεται αναγκαίος εφόσον θα συνδράμει στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού διά των αντικειμενικών συμπερασμάτων που δυνατό να προκύπτουν από αντιδιαστολή των εκατέρωθεν θέσεων με την πραγματική μαρτυρία (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51). Σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Πρόκειται για τη διασταύρωση των οδών Παιδείας και 1ης Οκτωβρίου. Κύριος δρόμος είναι η οδός Παιδείας ενώ, με κατεύθυνση ως η πορεία της μοτοσυκλέτας, η οδός 1ης Οκτωβρίου είναι αριστερή πάροδος. Η οδός Παιδείας είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Οι δύο αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας διακρίνονται μεταξύ τους με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Το συνολικό πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας είναι 6,50μ. εκ δεξιών της οδού 1ης Οκτωβρίου και 6,90μ. εξ αριστερών της οδού 1ης Οκτωβρίου. Ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που στο τελικό σχέδιο σκηνής (βλ. τεκμήριο 2) υποδεικνύονται με το γράμμα Α
  1. Τούτα τα ίχνη είναι συνολικού μήκους 7,50μ., ευρίσκονται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της μοτοσυκλέτας και απέχουν από την άσπρη διαχωριστική γραμμή 1,80μ. Ακόμη, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης της μοτοσυκλέτας που στο τεκμήριο 2 υποδεικνύονται με το γράμμα Α2, καθώς επίσης τα ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας τα οποία στο ίδιο σχέδιο σκηνής υποδεικνύονται με το γράμμα Α
  2. Τέλος, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι ό,τι στο τεκμήριο 2 υποδεικνύεται με το γράμμα Γ δηλαδή, χώματα επί της ασφάλτου. Σημειώνω εδώ ότι η προαναφερθείσα πραγματική μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε καμία εκ των δύο διαστάσεών της. Δηλαδή, δεν αμφισβητήθηκε ούτε ο εντοπισμός τούτης αλλά ούτε και η απόδοσή της στη μοτοσυκλέτα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για ότι αφορά τους ΜΚ1 και ΜΚ2 παρεμβάλλω ότι τούτοι δεν είναι κομιστές γεγονότων που αφορούν τη στιγμή του δυστυχήματος εφόσον δεν βίωσαν τούτο. Η συνδρομή τους στην όλη υπόθεση περιορίζεται στις έρευνές τους μετά την πρόκληση του δυστυχήματος, δηλαδή περισυνέλεξη της πραγματική μαρτυρίας, διαπίστωση της ορατότητας του κατηγορουμένου, καθώς επίσης εξακρίβωση της ταυτότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Όλα τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και, ως πιο κάτω επεξηγείται, σε συνδιασμό με την όλη παρουσία των εν λόγω μαρτύρων στο δικαστήριο, είμαι πεπεισμένος για την ορθότητα και την αλήθεια τούτης της μαρτυρίας, την οποία και αποδέχομαι. Περαιτέρω, αποδέχομαι και το σημείο πτώσης της μοτοσυκλέτας, ως τούτο υποδείχθηκε από το ΜΚ1, ένεκα της συνάρτησης τούτου του σημείου με την πραγματική μαρτυρία. Ο εν λόγω συσχετισμός, δηλαδή ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας επί της ασφάλτου (Α3 στο τεκμήριο 2), τα οποία ακολουθούν τα ίχνη τροχοπέδησης και πλάγιας ολίσθησης (Α1 και Α2 αντίστοιχα στο τεκμήριο 2), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μοτοσυκλέτα έχασε την ισορροπία της και έπεσε στην άσφαλτο στο σημείο που στο τεκμήριο 2 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ. Περαιτέρω, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τόσο ο ΜΚ1 και ο ΜΚ2, όσο και κατηγορούμενος και η ΜΥ1, είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια. Εν πρώτοις, η φυσικότητά τους κατά την εξιστόρηση της μαρτυρίας τους, αλλά και η σταθερότητα και η αληθοφάνειά τους, προσέδωσαν στη μαρτυρία τους, μαρτυρία απαλλαγμένη αντιφάσεων, επιπρόσθετο κύρος. Αναφέρομαι σε επιπρόσθετο κύρος εφόσον και τα εγγενή του περιεχομένου της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά, όχι μόνο δεν υπολείπονται αξίας αλλά τονίζουν και την ειλικρίνεια των περί ων ο λόγος προσώπων. Πιο κάτω σχολιάζω το περιεχόμενο της μαρτυρίας των ΜΥ1 και κατηγορουμένου υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Αντίθετη είναι η άποψη που απεκόμισα για τους ΜΚ3 και ΜΚ
  1. Εν πρώτοις, έχοντας ως δεδομένο ότι οι δύο μάρτυρες ευθύς μετά την πρόκληση του δυστυχήματος δεν είπαν την αλήθεια για το ποιος ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, η μαρτυρία τους καλύπτεται από πέπλο καχυποψίας. Η απόκρυψη αυτού του στοιχείου δεν είναι ανεξάρτητη της στιγμής του δυστυχήματος. Στις αρχικές γραπτές καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία (βλ. τεκμήρια 6 και 8 για ΜΚ3 και ΜΚ4, αντίστοιχα) συνάρτησαν τις παρατηρήσεις αλλά και τις γνώσεις τους για τα πεπραγμένα του δυστυχήματος με τη θέση που ευρίσκονταν επί της μοτοσυκλέτας. Τούτο καταδεικνύει τόσο την πρόθεση τους να ψευσθούν ενώπιον των διωκτικών αρχών αλλά και το μέγεθος και την εμβέλεια του ψεύδους. Ακόμη και ο λόγος που δεν είπαν την αλήθεια μεγεθύνει την καχυποψία που προανέφερα. Μεγεθύνει τούτην εφόσον πρόκειται για εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων, ήτοι απαλλαγή οιασδήποτε δικής τους ποινικής ευθύνης εν σχέσει με το ασφαλιστήριο έγγραφο. Παρότι αυτός ο λόγος δεν αφορά αυτό καθ΄ εαυτό το αντικείμενο της επίδικης κατηγορίας, αναδεικνύει την προδιάθεση των εν λόγω μαρτύρων για μη αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων ένεκα ιδιοτελών και ασυμβίβαστων της αλήθειας λόγων. Πέραν των πιο πάνω και το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους που αφορά το επίδικο θέμα, ως το έχω ήδη καθορίσει, διαπιστώνω ότι παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες. Επαναλαμβάνω ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ4 δεν ισχυρίστηκαν ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε λίγο εντός της δικής τους λωρίδας κυκλοφορίας. Θέση τους ήταν ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Παιδείας σχεδόν μέχρι την διαχωριστική γραμμή των δύο αντίθετων κατευθύνσεων. Αξίζει εδώ να σημειωθεί η εξής διάσταση η οποία προκύπτει από αυτό τον ισχυρισμό των δύο επιβατών της μοτοσυκλέτας. Ο μεν ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι είδε το όχημα του κατηγορουμένου να ευρίσκεται αρχικά σταματημένο πίσω από τη γραμμή του αλτ και να εισέρχεται στην οδό Παιδείας όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν 15 με 20 μέτρα μακριά ενώ, ο ΜΚ4 ισχυρίστηκε ότι το όχημα ουδέποτε σταμάτησε στο αλτ. Προσπάθησε ο ΜΚ4 κατά τη μαρτυρία του να διαφοροποιήσει τούτη τη θέση αναφέροντας ότι το όχημα ελάττωσε ταχύτητα και μετά εισήλθε στην οδό Παιδείας. Δεν είναι όμως τούτο που ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του, τεκμήριο
  2. Ό,τι ανέφερε εκεί είναι πως το όχημα ουδέποτε σταμάτησε στο αλτ. Οι όποιες προσπάθειες του στη δια ζώσης μαρτυρία του να προσαρμόσει τη θέση που πρόβαλε στη γραπτή κατάθεσή του με ότι εκ των υστέρων ανάφερε, δεν δικαιολογήθηκαν. Δεν επεξηγήθηκε δηλαδή λογικά και ικανοποιητικά αυτή η εκ των υστέρων της γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα διαφορετική θέση. Πέραν αυτής της διάστασης, ακόμη και αν έτσι είχαν τα πράγματα, δηλαδή ως ο ΜΚ4 ανάφερε στην ένορκο μαρτυρία του, η θέση του και πάλιν διίσταται από τη θέση του ΜΚ3, γεγονός το οποίο προσθέτει στην αναλήθεια του αναφερόμενου ισχυρισμού. Επί του προκειμένου, δηλαδή εάν ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο αλτ, αναληθή κρίνω τη θέση του ΜΚ4 και όχι του ΜΚ3, εφόσον η θέση του τελευταίου ταυτίζεται με τα όσα ανέφερε και ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, η θέση των ΜΚ3 και ΜΚ4 ότι το όχημα του κατηγορουμένου κινήθηκε και κατέληξε σχεδόν μέχρι την άσπρη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της οδού Παιδείας, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται αλλά και αντικρούεται από τη μαρτυρία της ΜΥ
  3. Όσον αφορά τη ΜΥ1, πέραν των όσων προανέφερα, αξίζει να λεχθεί εδώ ότι τίποτα δεν έπληξε την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της μαρτυρίας της αναφορικά με οιανδήποτε σχέση ή συμφέρον με τα ενεχόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα. Η ΜΥ1 δεν γνωρίζει ούτε τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και τους ΜΚ3 και ΜΚ
  4. Μοναδική έγνοια της ήταν η εξιστόρηση των γεγονότων που η ίδια βίωσε δίχως οιανδήποτε παραποίηση τούτων. Αυτή η διαπίστωση ανάγει τις παρατηρήσεις της σε μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Η ΜΥ1, παρότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα να πέφτει και δεν ήταν εις θέση να γνωρίζει εάν τη δεδομένη στιγμή το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν πριν ή μετά τη γραμμή του αλτ, όπως ούτε εάν πριν την πτώση της μοτοσυκλέτας το όχημα κινήθηκε προς την οδό Παιδείας, ανέφερε ότι όταν μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορουμένου ήταν εκεί όπου το πρωτοείδε, δηλαδή στο αλτ. Αυτή η θέση της δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ό,τι αντικειμενικά προκύπτει από αυτή τη θέση είναι πως το όχημα του κατηγορουμένου ουδέποτε οδηγήθηκε μέχρι τη διαχωριστική γραμμή των δύο αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας στην οδό Παιδείας αλλά παρέμεινε στο αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου. Αυτή η θέση και πάλιν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 αναφορικά με τον τρόπο οδήγησης του οχήματος από τον κατηγορούμενο ενόσω ο τελευταίος ευρισκόταν στη διασταύρωση των οδών 1ης Οκτωβρίου και Παιδείας, δεν την αποδέχομαι. Επί του προκειμένου ορθή και αληθή κρίνω τη μαρτυρία της ΜΥ1 και του κατηγορουμένου. Ας σημειωθεί εδώ ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του κατηγορουμένου ως αξιόπιστης δεν σημαίνει και αποδοχή της θέσης του ότι η μοτοσυκλέτα οδηγείτο με ταχύτητα 90km. Αυτή η θέση παρέμεινε μετέωρη εφόσον καμία μαρτυρία και δη επιστημονική δεν αποδεικνύει αυτό το συμπέρασμα του κατηγορουμένου. Ό,τι προκύπτει από το σύνολο της αξιόπιστης και πραγματικής μαρτυρίας, συγκεραστικά των πιο πάνω ευρημάτων, είναι πως ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του στη διασταύρωση των δύο οδών. Στη συνέχεια και ενόσω η μοτοσυκλέτα των ΜΚ3 και ΜΚ4 ευρισκόταν περί τα 15 με 20 μέτρα μακριά, ο κατηγορούμενος έκανε να εκκινήσει το όχημά του αλλά, αντιλαμβανόμενος τη μοτοσυκλέτα που ειρήσθω εν παρόδω οδηγούσε ο ΜΚ3, ευθύς ακινητοποίησε το όχημά του. Η μόνη περί τούτου αξιόπιστη μαρτυρία είναι εκείνη του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το όχημα του κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε στο αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου. Όπως προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου όσο και της ΜΥ1, κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα του κατηγορουμένου δεν πέρασε τη γραμμή του αλτ και δεν οδηγήθηκε μέχρι την άσπρη διαχωριστική γραμμή των δύο αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας εντός της οδού Παιδείας. Ότι η ανακοπή πορείας συνιστά αμέλεια, εάν και εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν, επεξηγείται στην απόφαση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, 1439. Περαιτέρω, η είσοδος οχήματος από πάροδο σε κύριο δρόμο δεν είναι απαλλαγμένη υποχρεώσεων. Τούτες οι υποχρεώσεις έχουν επεξηγηθεί στην απόφαση Adamis ν. Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751. Εκείνο όμως που πρέπει να απαντηθεί σε αυτό το στάδιο, είναι κατά πόσο οι πιο πάνω διαπιστώσεις, αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος, εντάσσουν την οδήγηση του κατηγορουμένου στην κατηγορία αμελούς οδήγησης. Είμαι της γνώμης πως τέτοιο συμπέρασμα δεν προκύπτει. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο ακινητοποίησε το όχημά του στο αλτ της οδού 1ης Οκτωβρίου αλλά, αντιλήφθηκε και την παρουσία της μοτοσυκλέτας στην οδό Παιδείας. Περαιτέρω, η κατά τον επίδικο χρόνο μη είσοδος του οχήματος του κατηγορουμένου εντός της διασταύρωσης αποδεικνύει, όχι μόνο την παρατηρητικότητά του, αλλά και το σεβασμό του στην προτεραιότητα της μοτοσυκλέτας που εκινείτο στον κύριο δρόμο. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει αμέλεια εκ μέρους του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου, η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.