Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Κώστας Οικονόμου, Αριθμό Υπόθεσης: 15581/07, 22.04.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αριθμό Υπόθεσης: 15581/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Κώστας Οικονόμου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.04.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος Κυριακίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 27.06.07 στη συμβολή της λεωφόρου Φανερωμένης με την οδό Δρυάδων στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΝ 111 χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ενώπιον του δικαστηρίου παρουσιάστηκαν τρεις συνολικά μάρτυρες κατηγορούσας αρχής και για την υπεράσπιση ο κατηγορούμενος, ο οποίος έδωσε ένορκο μαρτυρία. Σύνοψη των όσων ανέφεραν έχει ως ακολούθως. Στις 27.06.07 και περί ώρα 23:00 ο Σόλων Παναγή (ΜΚ3) οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής HHP716 (στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα) στη λεωφόρο Φανερωμένης, με κατεύθυνση από φώτα Κ-Cineplex προς Βεργίνα. Σύμφωνα με το μάρτυρα και παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις της υπεράσπισης, η ταχύτητά του ανέρχετο στα 40km. Παρά το φούρνο Περσέας, αριστερά ως η κατεύθυνσή του, είδε εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα να κινείται με κλίση στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του και να έχει μέτωπο προς την πάροδο. Όπως επεξήγησε στη δια ζώσης μαρτυρία του, η απόσταση που τον χώριζε από το προαναφερόμενο όχημα την πρώτη φορά που το αντιλήφθηκε ήταν 30 με 40 μέτρα. Αμφισβητώντας ότι σχετικό του υποβλήθηκε αναφορικά με τις ενέργειες του οχήματος, ο ΜΚ3 ανέφερε πως το όχημα ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε για κλάσματα δευτερολέπτου και τούτος ήταν και ο λόγος που θεώρησε ότι το όχημα θα σταματούσε εντελώς. Το όχημα όμως, το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, κινήθηκε προς την πάροδο, δηλαδή την οδό Δρυάδων και τούτο έγινε ενόσω ο ΜΚ3 ευρισκόταν σε απόσταση μόλις 10 μέτρα μακριά. Παρότι ο ίδιος έκανε κίνηση να αποφύγει το όχημα, εφόσον το όχημα δεν έκαμε καμία κίνηση αποφυγής, η σύγκρουση, η οποία σύμφωνα με το ΜΚ3 ήταν πλευρική, δεν αποφεύχθηκε. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε για τη λειτουργία των φώτων πορείας του κατά τον επίδικο χρόνο. Όπως ανέφερε, πρότερων της σύγκρουσης και συγκεκριμένα ενόσω ευρισκόταν σε χωματόδρομο, τα φώτα πορείας του λειτουργούσαν, όταν όμως έγινε η σύγκρουση, είδε τη μοτοσυκλέτα του η οποία ευρισκόταν χάμω στο οδόστρωμα και διαπίστωσε ότι το φως πορείας του δεν εξέπεμπε φως. Παρόλα ταύτα, κατά τον ίδιο χρόνο φως εξέπεμπαν τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας του. Μετά τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το όχημα στη σκηνή του δυστυχήματος μετέβη ο αστ. 2828 Ορθόδοξος Πέτρου (ΜΚ1). Διαπίστωσε ο ΜΚ1, εξεταστής του δυστυχήματος, ότι πέραν της προαναφερόμενης μοτοσυκλέτας, στο δυστύχημα ενέχετο και το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΝ111 (στη συνέχεια το όχημα), το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατέγραψε τις ζημίες των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων, ενώ ετοίμασε και σχέδιο σκηνής το οποίο παρουσίασε στο δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε επί μακρόν τόσο για τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας όσο και για τον οδικό και άλλο φωτισμό στη σκηνή του δυστυχήματος. Αυτή η πτυχή της αντεξέτασης συναρτήθηκε με την ορατότητα του κατηγορουμένου η οποία, σύμφωνα με το ΜΚ1, ήταν περιορισμένη. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1 η μοτοσυκλέτα εξετάστηκε από τεχνικό της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας και διαπιστώθηκε ότι η λάμπα των φώτων πορείας της ήταν καμένη πριν από το δυστύχημα. Δεν ενθυμόταν εάν τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας ήταν σε λειτουργία όταν ο ίδιος μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος αλλά, ενημερώθηκε από ανεξάρτητο - ως ανέφερε - μάρτυρα, ότι αμέσως μετά το δυστύχημα τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας ήταν αναμμένα όχι όμως και το μπροστινό φως πορείας. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 δεν διενήργησε οιανδήποτε εξέταση για την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ήταν όμως πεπεισμένος ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο, δηλαδή τα 50km. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι σύμφωνα με τις επιτόπιες εξετάσεις που έκανε, οδηγός ως η πορεία του κατηγορουμένου μπορεί να αντιληφθεί εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα σε απόσταση 250 μέτρων έστω και με αναμμένο μόνο το πίσω κόκκινο φως. Ο Μοχάμεντ Ραματάν (ΜΚ2) δεν είδε αυτό καθ΄ εαυτό το δυστύχημα. Κατά τον επίδικο χρόνο ευρισκόταν εντός του οχήματός του παρά το φούρνο Περσέας. Όταν άκουσε το κτύπημα εξήλθε του οχήματός του και έτρεξε προς το μοτοσυκλετιστή για να το βοηθήσει, εφόσον ο δρόμος ήταν σκοτεινός και φοβήθηκε ότι θα τον κτυπούσε κάποιος άλλος. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΝ111 στη λεωφόρο Φανερωμένης με κατεύθυνση προς φώτα τροχαίας K-Cineplex. Προσεγγίζοντας την οδό Δρυάδων, δεξιά πάροδος ως η κατεύθυνσή του, έθεσε το δεξιό δείκτη του οχήματός του σε λειτουργία και ελάττωσε ταχύτητα εφόσον, πρόθεσή του ήταν να στρίψει δεξιά. Έλεγξε το δρόμο απέναντί του, ο οποίος ήταν σκοτεινός, δεν είδε όχημα να κινείται προς το μέρος του και τότε άρχισε να στρίβει δεξιά. Κατά τον επίδικο χρόνο άκουσε ένα κτύπημα στο πίσω αριστερό μέρος του οχήματός του και διαπίστωσε αργότερα το δυστύχημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη φορά που είδε τη μοτοσυκλέτα ήταν μετά το δυστύχημα. Στις σχετικές υποβολές της κατηγορούσας αρχής θέση του ήταν ότι ήλεγξε την εξ αντιθέτου τροχαία κίνηση και εφόσον δεν υπήρχε κανένας φωτισμός, ο δρόμος ήταν ελεύθερος οχημάτων και γι' αυτό έστριψε. Ό,τι προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού είναι πως σε επίδικο θέμα ανάγεται η εξακρίβωση της εξ αντιθέτου ορατότητας του κατηγορουμένου, υπό τις περιβάλλουσες πάντα περιστάσεις. Στις περιβάλλουσες περιστάσεις υπεισέρχονται ως ερωτήματα που χρήζουν απάντησης και τα ακόλουθα. Ποιος ήταν ο κατά τον επίδικο χρόνο οδικός φωτισμός; Κατά τον ίδιο χρόνο, λειτουργούσαν τα φώτα της μοτοσυκλέτας (φώτα πορείας και φώτα κινδύνου); Εάν ναι, σε ποια απόσταση ήταν ορατή η μοτοσυκλέτα από τη θέση του κατηγορουμένου αμέσως πριν το δυστύχημα; Ποια ήταν η θέση της μοτοσυκλέτας αμέσως πριν το δυστύχημα και ποια ήταν η ταχύτητα τούτης; Τούτων λεχθέντων κρίνω ορθό σε αυτό το στάδιο της απόφασης να εντοπίσω και να παραθέσω εκείνη τη πτυχή του μαρτυρικού υλικού που δυνατό να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία. Άλλωστε, ο εντοπισμός αυτού του είδους της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της απόφασης κρίνεται αναγκαίος εφόσον θα συνδράμει στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού διά των αντικειμενικών συμπερασμάτων που δυνατό να προκύπτουν από αντιδιαστολή των εκατέρωθεν θέσεων με την πραγματική μαρτυρία (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51). Σημειώνω ότι ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Πρόκειται για τη διασταύρωση της λεωφόρου Φανερωμένης με την οδό Δρυάδων. Με κατεύθυνση από Βεργίνα προς φώτα Κ-Cineplex η οδός Δρυάδων είναι δεξιά πάροδος. Τέλος, η λεωφόρος Φανερωμένης είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Πέραν όμως τούτων των μορφολογικών της σκηνής του δυστυχήματος χαρακτηριστικών πραγματική μαρτυρία αποτελούν και τα γδαρσίματα επί της ασφάλτου τα οποία στο σχέδιο σκηνής (βλ. τεκμήριο 3) υποδεικνύονται με τα στοιχεία Β1 και Β
- Έχουν τούτα μήκος 2,60μ. και 9,40μ., αντίστοιχα. Ακόμη, πραγματική μαρτυρία αποτελεί ό,τι στο τεκμήριο 3 υποδεικνύεται με το στοιχείο Β2, δηλαδή κηλίδα λαδιού. Πραγματική μαρτυρία συνιστούν βεβαίως και οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων οι οποίες υποδεικνύονται στο τεκμήριο
- Για μεν το όχημα με το στοιχείο Α1, για δε τη μοτοσυκλέτα με το στοιχείο Β
- Τέλος, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και τις ζημίες των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων· για το όχημα, βούλωμα στο πισινό αριστερό φτερό και το πλαστικό κάτω από το ίδιο φτερό, καθώς επίσης σπασμένος πισινός αριστερός τροχός και ζάντα και τρίψιμο στον πισινό αριστερό προφυλακτήρα. Για τη μοτοσυκλέτα τούτες οι ζημίες είναι, σπασμένο καπάκι μηχανής, ζαβωμένο πατίδι ταχυτήτων και τρίψιμο στο μπροστινό αριστερό φτερό, δεξιά εξάτμιση και δεξιό πατίδι. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο εντοπισμός της προαναφερόμενης πραγματικής μαρτυρίας δεν αμφισβητήθηκε. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είμαι πεπεισμένος ότι όλοι οι μάρτυρες, ο κατηγορούμενος συμπεριλαμβανομένου, προσήλθαν στο δικαστήριο με μοναδικό γνώμονα την εξιστόρηση της αλήθειας. Η πεποίθησή μου αυτή, πέραν των εγγενών του περιεχομένου της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών, εδράζεται κατά κόρον στη φυσικότητα που επέδειξαν στη δια ζώσης μαρτυρία τους, στην αληθοφάνεια τους, αλλά ακόμη και στην ελευθερία της μαρτυρίας τους από τυχόν αντιφάσεις. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του ενός δεν συγκρούεται με τη μαρτυρία των υπολοίπων ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, στις οποίες θα αναφέρω στη συνέχεια, υποστηρίζεται. Η ως ανωτέρω όμως πεποίθησή μου, δεν οδηγεί και σε αυτόματη αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας των προαναφερόμενων προσώπων. Συγκεκριμένες μάλιστα πτυχές τούτης, για λόγους που επεξηγώ στη συνέχεια, δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές. Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο κρίνω ορθό να σημειώσω εδώ ότι την απόδοση της πραγματικής μαρτυρίας, στοιχεία Β1, Β2 και Β3 στο τεκμήριο 3, στη μοτοσυκλέτα, την αποδέχομαι ως ορθή. Το ίδιο ισχύει και για το σημείο σύγκρουσης το οποίο στο τεκμήριο 3 υποδεικνύεται με το γράμμα Χ. Πέραν της μη αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, τα ίχνη γδαρσίματος συμφωνούν με την κατεύθυνση που είχε ο μοτοσυκλετιστής προ του δυστυχήματος, δηλαδή από K-Cineplex προς Βεργίνα, τη δεξιά κλίση στην οποία ο ΜΚ3 ανέφερε ότι προέβη, ενώ και η διακοπή της συνέχισης των ιχνών υποδηλώνει ότι στο σημείο Χ η πορεία της μοτοσυκλέτας παρεμβλήθηκε. Ως εκ των πιο πάνω, αποδέχομαι ότι αυτή η πτυχή της πραγματικής μαρτυρίας ανήκει στη μοτοσυκλέτα. Από τη μαρτυρία του ΜΚ3 και παρότι ο μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος, είναι δύο σημεία τα οποία δεν αποδέχομαι. Το πρώτο αφορά την ένταση με την οποία εκπέμπουν τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας. Σταθερή θέση του μάρτυρα ήταν ότι φαίνονται από πολύ μακριά. Η εν λόγω θέση είναι τόσο αστάθμητη όσο και ανυπόστατη. Δεν πρόκειται για οτιδήποτε άλλο πέραν της εντύπωσης του μάρτυρα, εντύπωση όμως η οποία δεν δικαιολογήθηκε και δεν υποστηρίχθηκε από γεγονότα. Ποια είναι η ισχύς του φωτός που εκπέμπουν και η οιαδήποτε περί τούτου γνώση του μάρτυρα συναρτώμενη με τα περιβάλλοντα της υπόθεσης γεγονότα, δεν επεξηγήθηκε ούτε δικαιολογήθηκε. Γι' αυτό το λόγο αυτή τη θέση του ΜΚ3 δεν την αποδέχομαι. Ίδια είναι η κατάληξη και για όσα ο ΜΚ3 ανέφερε εν σχέσει με τον οδικό φωτισμό στη σκηνή του δυστυχήματος. Οι χαρακτηρισμοί του ΜΚ3 "ήταν ολόφωτα" και "φυσιολογικός φωτισμός", δεν συνάδουν με την επίσης αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και κατηγορουμένου. Όλοι αυτοί συμφωνούν ότι ο φωτισμός ήταν περιορισμένος. Ως εκ των πιο πάνω, ούτε αυτή τη θέση του ΜΚ3 την αποδέχομαι. Τα πιο πάνω με οδηγούν στη μαρτυρία του ΜΚ1. Ό,τι αδυνατώ να αποδεχθώ από τη μαρτυρία του ΜΚ1 είναι τις διαπιστώσεις του για την ορατότητα οδηγού ως η πορεία του κατηγορουμένου. Αποδέχομαι, ως πιο πάνω ανέφερα, ότι ο φωτισμός ήταν περιορισμένος. Παρόλα ταύτα, οι επεξηγήσεις του μάρτυρα ότι ήλεγξε τη σκηνή και διαπίστωσε ότι τα πισινά κόκκινα φώτα των διερχόμενων οχημάτων φαίνονταν από πολύ μακριά, δεν το αποδέχομαι και ουδεμία βαρύτητα του αποδίδω. Καταλήγω σε αυτό εφόσον, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, άγνωστη παραμένει η ισχύς, δηλαδή η έντασης του φωτός που εξέπεμπαν τα φώτα που ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε κατά τη διενέργεια των εξετάσεων της υπόθεσης και κατά πόσο τούτη είναι η ίδια με εκείνη των φώτων κινδύνου της μοτοσυκλέτας. Γεγονός είναι ότι ούτε τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας ελέγχθηκαν από το ΜΚ1 όπως ούτε τα φώτα πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, την ως ανωτέρω διαπίστωση του ΜΚ1, δεν την αποδέχομαι. Πρόκειται για θέση η οποία δεν δικαιολογήθηκε με γεγονότα, γεγονότα των οποίων τα στοιχεία ούτως ή άλλως δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν ελέγχονται. Βαρύτητα όμως δεν αποδίδω ούτε στη δήλωση του ΜΚ1 ότι τεχνικός της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας ήλεγξε τη λάμπα των φώτων πορείας της μοτοσυκλέτας και δεν ήταν εις θέση να εκπέμπει φως πριν από το δυστύχημα. Η μη απόδοση βαρύτητας σε αυτή τη δήλωση εδράζεται στο ότι πρόκειται για τεχνική και εξειδικευμένη μαρτυρία της οποίας η παρουσίαση στο δικαστήριο έγινε από άτομο που δεν έχει προσωπική γνώση. Βέβαια σήμερα η εξ ακοής μαρτυρία ενσωματώνεται στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Αυτή όμως η ενσωμάτωση δεν απαλλάσσει το μέρος που προωθεί την εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον πρόκειται για επιστημονική μαρτυρία, από του να διερευνήσει τους λόγους που οδήγησαν στην υπό κρίση κατάληξη και να τους παρουσιάσει στο δικαστήριο. Στη δοσμένη περίπτωση αναιτιολόγητη παρέμεινε η κατάληξη του ειδικού της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας, στοιχείο που δεν παραγνωρίζεται από το δικαστήριο και το οποίο απολήγει στην απόδοση μηδενικής βαρύτητας στην περί ου ο λόγος δήλωση. Από το σύνολο της αξιόπιστης και αποδεχτής μαρτυρίας αλλά και της πραγματικής μαρτυρίας, ό,τι προκύπτει συγκεραστικά των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι πως κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΝ111 στη λεωφόρο Φανερωμένης, με κατεύθυνση από Βεργίνα προς Κ-Cineplex. Περί το ύψος της παρόδου, οδός Δρυάδων, ο κατηγορούμενος διενήργησε δεξιά στροφή. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ο ΜΚ3 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΗΡ716, με κατεύθυνση από Κ-Cineplex προς Βεργίνα. Η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ανέρχετο περί τα 40km. Όταν ο κατηγορούμενος διενήργησε στροφή προς την οδό Δρυάδων η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 ευρισκόταν σε απόσταση περί τα 10μ. μακριά. Ενδεικτικό περί τούτου είναι όχι μόνο η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ3 αλλά και τα ίχνη γδαρσίματος που υποδεικνύονται με το στοιχείο Β1 στο τεκμήριο 3 τα οποία προηγούνται του σημείου σύγκρουσης κατά 2,60μ. Αμέσως μετά τη σύγκρουση το φως πορείας της μοτοσυκλέτας ήταν εκτός λειτουργίας. Κατά πόσο λειτουργούσε τούτο αμέσως πριν τη σύγκρουση, δεν αποδείχθηκε στο δικαστήριο. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι τόσο πριν τη σύγκρουση όσο και μετά τη σύγκρουση τα φώτα κινδύνου της μοτοσυκλέτας λειτουργούσαν δεόντως. Ποια είναι η γραμμή ορατότητας του κατηγορουμένου προς την κατεύθυνση από την οποία ήλαυνε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 δεν αποδείχθηκε. Ό,τι προκύπτει είναι πως ο οδικός φωτισμός ήταν πολύ περιορισμένος εφόσον ο κοντινότερος στο σημείο σύγκρουσης πάσσαλος ηλεκτρικής ευρίσκεται σε απόσταση πέραν των 90 μέτρων (βλ. στοιχείο Δ στο τεκμήριο 3). Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων διερωτάται κανείς ποια είναι η αμέλεια του κατηγορουμένου; Κατ΄ αρχάς, να σημειώσω εδώ ότι η μη λειτουργία των φώτων πορείας της μοτοσυκλέτας ήταν ένα εκ των επίδικων θεμάτων. Άλλωστε, η σχετική αμφισβήτηση της υπεράσπισης προέκυψε όχι μόνο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων αλλά και από τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου. Αναφέρω τούτο για να υποδείξω ότι στη δοσμένη περίπτωση ήταν σταθερή η θέση της υπεράσπισης ότι τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας δεν λειτουργούσαν (βλ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300, 309). Αποτυχία απόδειξης των πιο πάνω καθιστά εύλογη αμφιβολία τη θέση του κατηγορουμένου ότι ήλεγξε το δρόμο και δεν εντόπισε οιονδήποτε φωτισμό και γι' αυτό εξέλαβε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Πρόκειται βεβαίως για ποινική υπόθεση στην οποία το βάρος απόδειξης το φέρει η κατηγορούσα αρχή. Το επίπεδο απόδειξης της κατηγορίας είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι σε αυτή όμως τη διάσταση που η αποτυχία απόδειξης των όσων προανέφερα εμφιλοχωρεί στις πιο πάνω διαπιστώσεις και επενεργεί προς όφελος του κατηγορουμένου. Η εν λόγω υποβόσκουσα αμφιβολία οδηγεί στο πιθανό συμπέρασμα ότι η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 με μόνο τα φώτα κινδύνου δεν ήταν ορατή από τον κατηγορούμενο έστω και από απόσταση περί τα 10 μέτρα (βλ. Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 134 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Ούτως ή άλλως, ήταν υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει κατά θετικό τρόπο ότι ήταν ορατή. Αδυναμία απόδειξης του εν λόγω στοιχείου οδηγεί στην απόρριψη της κατηγορίας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον ύψιστο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος αμελούς οδήγησης. Ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου απορρίπτεται ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο