← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ντανιέλα Ιορτάτσε, Αρ. Υποθέσεως: 13855/07, 6.5.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ντανιέλα Ιορτάτσε, Αρ. Υποθέσεως: 13855/07, 6.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 13855/07 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Ντανιέλα Ιορτάτσε Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 6.5.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος Β. Κωνσταντίνου Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορουμένη στις 11.12.05 στη λεωφόρο Ελευθερίας στη Δρομολαξιά οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΡΖ306 και κατά την οδήγηση, λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο εις τον Παναγιώτη Πολυβίου από τη Δρομολαξιά. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές, υπεράσπιση και κατηγορούσα αρχή, έκαναν χρήση των προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (άρθρο 19) και προέβηκαν σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Παρουσίασαν στο δικαστήριο γραπτές καταθέσεις οι οποίες σημειώθηκαν και κατατέθηκαν ως έγγραφα Α μέχρι και Θ. Σύνοψη των παραδεκτών γεγονότων έχει ως ακολούθως. Η Έλενα Βλίγκα (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Ζ) διαμένει στη λεωφόρο Ελευθερίας 4 στη Δρομολαξιά. Το βράδυ μεταξύ 10.12.05 και 11.12.05 και ενόσω ευρισκόταν στην οικία της, άκουσε θόρυβο όμοιο με θόρυβο τροχοπέδησης και στη συνέχεια εκκωφαντικό θόρυβο. Όταν βγήκε έξω από την οικία της διαπίστωσε ότι ένα όχημα με αναμμένα φώτα ευρισκόταν στην αυλή παρακείμενης κατοικίας και από το σημείο έβγαινε πολλή σκόνη. Άκουσε τότε μια κοπέλα η οποία βρισκόταν στη θέση του οδηγού του περί ου ο λόγος οχήματος να καλεί σε βοήθεια και να φωνάζει "βοήθεια επέθανε το μωρό μου". Πλησιάζοντας στο όχημα διαπίστωσε ότι στη θέση του συνοδηγού καθόταν ένας νεαρός άνδρας το σώμα του οποίου βρισκόταν στον κενό χώρο μεταξύ των μπροστινών καθισμάτων. Ερώτησε την κοπέλα, οδηγό του οχήματος, εάν η αναφορά της σε μωρό εννοούσε το αγόρι της και η τελευταία απάντησε καταφατικά. Προσπάθησε να ανοίξει τη θύρα του οδηγού χωρίς όμως επιτυχία. Προσπάθησε τότε να σταθεροποιήσει το κεφάλι του νεαρού και διαπίστωσε ότι ήταν ζωντανός και αιμορραγούσε. Όταν πλέον στο χώρο έφθασε η αστυνομία, η πυροσβεστική και το ασθενοφόρο, η Έλενα Βλίγκα απομακρύνθηκε από το όχημα. Δεν αναγνώρισε το συνοδηγό του οχήματος, όπως όμως ενημερώθηκε αργότερα, ήταν ο Παναγιώτης Πολυβίου. Ο Κυριάκος Κώστα (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Η) είναι οδηγός ασθενοφόρου στο γενικό νοσοκομείο Λάρνακος. Στις 11.12.05 και περί ώρα 1:30 έλαβε μήνυμα μέσω ασυρμάτου για σοβαρό δυστύχημα στη Δρομολαξιά. Αφότου πέρασε από το γενικό νοσοκομείο Λάρνακος και παρέλαβε το νοσοκόμο Μιχάλη Λάμπρου, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος η ώρα 1:

  1. Από τη σκηνή του δυστυχήματος παρέλαβαν άγνωστο άνδρα ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Τον τραυματία παρέδωσαν στον επί καθήκοντι ιατρό των Α' βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λάρνακος η ώρα 2:
  2. Στις 11.12.05 ο αστ. 1966 Σ. Σταύρου (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Α), κατόπιν πληροφορίας ότι προκλήθηκε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα, μετέβη στη λεωφόρο Ελευθερίας στη Δρομολαξιά. Εκεί διαπίστωσε ότι στο δυστύχημα ενέχετο το όχημα με αριθμό εγγραφής EPZ306 το οποίο βρισκόταν στην τελική μετά το δυστύχημα θέση του, δηλαδή εντός της αυλής της οικίας υπ' αριθμό 3 στη λεωφόρο Ελευθερίας. Διαπίστωσε ότι οδηγός του οχήματος ήταν η Ντανιέλα Ιορτάτσε και συνοδηγός ο Παναγιώτης Πολυβίου ο οποίος ήταν σοβαρά τραυματισμένος. Παρεμβάλλω εδώ ότι πέραν των προναφερόμενων εγγράφων οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός και ότι "ο θάνατος του Παναγιώτη Πολυβίου που επήλθε στις 11.12.05, ήταν κατόπιν του τροχαίου δυστυχήματος της ίδιας ημέρας". Τη σορό του Παναγιώτη Πολυβίου αναγνώρισε ο θείος του Πανίκος Λοίζου (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Θ) στις 12.12.
  3. Επανέρχομαι όμως στα παραδεκτά γεγονότα ως τούτα προκύπτουν από τις γραπτές καταθέσεις που κατατέθηκαν στο δικαστήριο. Στη λεωφόρο Ελευθερίας στη Δρομολαξιά, στον αριθμό 5, διαμένει ο Παναγής Ττεκκής (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Ε). Κατά τον επίδικο χρόνο άκουσε δυνατό θόρυβο σαν έκρηξη. Διαπίστωσε τότε ότι έγινε τροχαίο δυστύχημα ενώ από έλεγχο που διενήργησε αργότερα διαπίστωσε ότι ένεκα του δυστυχήματος έχουν καταστραφεί 12 μέτρα από το μπροστινό περιτοίχισμα της οικίας του και 4 μέτρα από το διαχωριστικό περιτοίχισμα τούτης με τη διπλανή κατοικία. Ως έχει πληροφορηθεί οι ζημίες ανέρχονται στο ποσό των ΛΚ
  4. Αναφορικά με τις ζημίες ανάλογες είναι και οι διαπιστώσεις της Κατερίνας Ανδρέου (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Β), η οποία είναι διαχειρίστρια της κατοικίας υπ' αριθμό 3 στη λεωφόρο Ελευθερίας στη Δρομολαξιά. Σε αυτή την περίπτωση οι ζημίες ένεκα του δυστυχήματος ανέρχονται σε ΛΚ
  5. Ο Λευτέρης Ελευθερίου (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Στ) είναι φίλος του Παναγιώτη Πολυβίου. Η κατάθεση του είναι επεξηγηματική των κινήσεων του αποβιώσαντα, της κατηγορουμένης και του ιδίου μέχρι την στιγμή που οι τρείς τους έφυγαν από το νυκτερινό κέντρο Lounge και κατέληξαν στη Δρομολαξιά όπου άφησαν τον Λευτέρη Ελευθερίου στην οικία του. Περιορισμένης σχετικότητας είναι και η κατάθεση του Χριστάκη Πολυβίου (βλ. γραπτή κατάθεση - έγγραφο Γ), πατέρα του αποβιώσαντα Παναγιώτη Πολυβίου. Πέραν των επεξηγήσεων του αναφορικά με τη σχέση του αποβιώσαντα με την κατηγορουμένη αναφέρει ότι ξημερώματα Κυριακής τον ξύπνησε ο αποβιώσας και του ζήτησε τα κλειδιά του οχήματος Hyundai. Όταν του είπε που ευρίσκονταν τον άκουσε που μιλούσε με κάποιο άλλο πρόσωπο και στη συνέχεια άκουσε κλειδιά να πέφτουν. Άνοιξε τότε το παράθυρο και ρώτησε τον Παναγιώτη Πολυβίου που θα πήγαινε και ο τελευταίος του απάντησε ότι θα επέστρεφε σε πέντε λεπτά. Κατά τον ίδιο χρόνο μαζί με τον Παναγιώτη Πολυβίου ήταν και η Ντανιέλα Ιορτάτσε η οποία ήταν εντός του οχήματος στη θέση του συνοδηγού. Αργότερα την ίδια ημέρα, περί ώρα 3:30 π.μ., ο Χριστάκης Πολυβίου ενημερώθηκε ότι ο υιός του Παναγιώτης Πολυβίου ενεπλάκη σε δυστύχημα. Όταν πλέον μετέβη στο νοσοκομείο πληροφορήθηκε το θάνατο του Παναγιώτη Πολυβίου. Αναφορικά με το όχημα Honda Prelude με αριθμό εγγραφής EPZ306 η έκθεση του Α. Οικονόμου (βλ. έγγραφο Δ) αποκαλύπτει ότι το σύστημα διεύθυνσης, το σύστημα πέδησης καθώς και τα ελαστικά του οχήματος εξετάστηκαν στις 14.12.05 και ήταν σε καλή κατάσταση. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων, τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και η υπεράσπιση, παρουσίασαν περαιτέρω μαρτυρία. Για μεν την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία έδωσαν οι υπαστυνόμος Γ. Φουκκαρή (ΜΚ1) και αστ. 2228 Δ. Δημητρίου (ΜΚ2), για δε την υπεράσπιση η κατηγορουμένη, η οποία κατέθεσε ενόρκως. Σύνοψη της μαρτυρίας των προσώπων που παρήλασαν ενώπιον του δικαστηρίου έχει ως ακολούθως. Ο ΜΚ1, ο οποίος κατά το χρόνο διερεύνησης του δυστυχήματος έφερε το βαθμό του λοχία, είναι ειδικευμένος φωτογράφος. Μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος, έλαβε φωτογραφίες (βλ. τεκμήριο 6) και ετοίμασε τόσο πρόχειρο όσο και τελικό σχέδιο σκηνής (βλ. τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα). Επεξήγησε στο δικαστήριο τόσο τα όσα απεικονίζονται στο τεκμήριο 3 όσο και τις σχετικές τούτου φωτογραφίες. Παραδέχθηκε ο μάρτυρας ότι τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης που εντόπισε προεκτείνονται και επί του πεζοδρομίου και τούτο παρότι αυτή η προέκταση δεν απεικονίζεται στο τεκμήριο 3 . Παρά την εν λόγω παράλειψη ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι στο σχέδιο σκηνής που ετοίμασε υπάρχουν λάθη ενώ τέλος, εξέφρασε άγνοια ως προς τη μέθοδο εξακρίβωσης της ταχύτητας οχήματος μέσω των ιχνών πλάγιας ολίσθησης. Τη μαρτυρία του ΜΚ1 ακολούθησε η μαρτυρία του αστ. 2228 Δ. Δημητρίου (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ειδικευμένος χειριστής της συσκευής SKIDMAN, συσκευή η οποία υπολογίζει το συντελεστή τριβής με δοκιμή τροχοπέδησης. Ανέφερε ότι κατόπιν εξέτασης στην οποία προέβη εξακρίβωσε την τριβή του δρόμου στο χώρο του δυστυχήματος, την οποία και εφάρμοσε σε συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο, δυνάμει του οποίου διαπίστωσε τελικά την ταχύτητα του οχήματος της κατηγορουμένης αμέσως προ του δυστυχήματος. Ο ΜΚ2 παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήριο τόσο το αποτέλεσμα της μηχανής SKIDMAN (βλ. τεκμήριο 9), όσο και τη μέθοδο εντοπισμού της ταχύτητας (βλ. τεκμήριο 8). Η αμφισβήτηση της οποίας έτυχε από την υπεράσπιση εστιάστηκε στο ότι το τεκμήριο 9 (αποτέλεσμα μηχανής SKIDMAN) δεν αφορά την παρούσα υπόθεση αλλά άλλη. Δόθηκαν περί τούτου τρείς λόγοι οι οποίοι υποβλήθηκαν στο μάρτυρα. Τούτοι είναι, ο διαφορετικός αριθμός εγγραφής του οχήματος που χρησιμοποιήθηκε για την εξέταση, η διαφορετική αρίθμηση των δύο αποτελεσμάτων SKIDMAN και ο λανθασμένος αριθμός της μηχανής με την οποία ο ΜΚ2 διενήργησε την εξέταση. Όλες οι πιο πάνω διαφορές εντοπίστηκαν από την υπεράσπιση μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του ΜΚ2 (βλ. τεκμήριο 7) και του αποτελέσματος SKIDMAN (βλ. τεκμήριο 9). Τέλος, ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε και για την ορθότητα της ταχύτητας που ανέφερε εφόσον, σύμφωνα με την υπεράσπιση, χρησιμοποίησε εσφαλμένα στοιχεία. Η υπεράσπιση συγκεκριμενοποίησε το σφάλμα στην ακτίνα των ιχνών πλάγιας ολίσθησης και δή στο ότι ο ΜΚ2 χρησιμοποίησε αριθμό μικρότερο σε μέγεθος απ' ότι ήταν στην πραγματικότητα. Στον αντίποδα η κατηγορουμένη υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 4) ως την κυρίως εξέτασή της. Ό,τι προκύπτει από το εν λόγω τεκμήριο είναι πως κατά τον επίδικο χρόνο οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής EPZ306 ήταν η κατηγορουμένη. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη δεν γνώριζε καλά την περιοχή όπου επεσυνέβη το δυστύχημα και δεν ήταν βέβαιη για την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε. Μετά την ένορκο μαρτυρία της κατηγορουμένης οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Δεν παραθέτω αυτολεξεί καθετί που ειπώθηκε, χωρίς τούτο βέβαια να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο των αγορεύσεων. Πιο κάτω, εκεί όπου κρίνω σκόπιμο σχολιάζω τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Από όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό πως σε επίδικο θέμα ανάγεται η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης αμέσως πριν το δυστύχημα. Προκύπτει τούτο ως το μόνο επίδικο θέμα εφόσον, τόσο η οδήγηση του οχήματος από την κατηγορουμένη, όσο και ο θάνατος του Παναγιώτη Πολυβίου συνεπεία του δυστυχήματος, είναι παραδεκτά γεγονότα. Εν σχέσει με την οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης διεφάνη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ότι η κατηγορούσα αρχή εδράζει την υπόθεση της στην υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας σε συνδυασμό με την περιορισμένη γνώση της κατηγορουμένης για τη λεωφόρο όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Τούτη αντιλαμβάνομαι να είναι η μεμπτή, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, συμπεριφορά της κατηγορουμένης. Έχω εντοπίσει και προσδιορίσει τούτη τόσο για απλούστευση των όσων θα ακολουθήσουν, όσο και για διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων που δυστυχώς απουσιάζουν από τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου. Κρίνω ορθό προτού ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο να παραθέσω εδώ το νομικό καθεστώς αναφορικά με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. Πλειάδα αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου έχει κατ' επανάληψη πραγματευθεί τους όρους απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση (βλ. Gavalas v. Police

(1985)2 CLR 114, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 και Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Ο όρος απερίσκεπτη οδήγηση έχει επεξηγηθεί στην απόφαση Gavalas (πιο πάνω), με αναφορά στην αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)1 All ER 974 και αποφασίστηκε ότι, απόδειξης χρήζει όχι μόνο η οδήγηση η οποία θα πρέπει, κρινόμενη αντικειμενικά, να ενέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημίας, αλλά και η ένοχη διάνοια (mens rea) του αδικοπραγούντα. Τέτοια ένοχη διάνοια προκύπτει από τα συμπεράσματα που εξάγονται από απόδειξη οδήγησης κατά την οποία ο οδηγός παραλείπει να λάβει υπόψη του την εξ' αντικειμένου ορατή πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημίας ή εάν τη λάβει υπόψη του, την αγνοεί και προβαίνει στη διενέργεια της πράξης ή συμπεριφοράς. Αναφορικά με τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, αντικείμενο της παρούσας (βλ. λεπτομέρειες αδικήματος), χαρακτηριστική είναι η αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, η οποία υιοθετήθηκε στις αποφάσεις Πέτρου και Σάββα (πιο πάνω). Όπως επεξήγησε ο Λόρδος Megaw, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχειοθετείται όχι μόνο με απόδειξη συμπεριφοράς ή πράξης η οποία εξ αντικειμένου κρίνεται επικίνδυνη (ούτως ή άλλως συστατικό στοιχείο του αδικήματος), αλλά και με απόδειξη σφάλματος από μέρους του οδηγού. Η αναφερόμενη απόφαση διευκρίνισε μάλιστα πως επικίνδυνη οδήγηση ή συμπεριφορά για την οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται άμεμπτος (blameless), δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη. Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο τον εντοπισμό της πραγματικής μαρτυρίας. Το αταλάντευτο και αδιαμφισβήτητο τούτης τη μετατρέπει σε αλάνθαστο κριτή των θέσεων που προβάλλονται και τούτος είναι άλλωστε και ο λόγος που το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αντιδιαστέλλεται με την πραγματική μαρτυρία για εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 51, 56). Σημειώνω εξαρχής ότι ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Πρόκειται για τη λεωφόρο Ελευθερίας στη Δρομολαξιά η οποία είναι δρόμος δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανα κατεύθυνση. Συνολικό πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας είναι 7,30 μέτρα. Δεξιά και αριστερά της λεωφόρου ευρίσκεται πεζοδρόμιο το οποίο έχει πλάτος 3,00 μέτρα. Στη λεωφόρο Ελευθερίας ευρίσκονται και οι δύο σχετικές με το δυστύχημα κατοικίες που στο τεκμήριο 3 απεικονίζονται με τα ψηφία Γ και Δ. Πραγματική μαρτυρία συνιστούν βεβαίως και η δέσμη φωτογραφιών, τεκμήριο
  1. Τουλάχιστον οι φωτογραφίες 9 και 16, των οποίων η λήψη είναι αντίθετη, αποκαλύπτουν ότι η λεωφόρος Ελευθερίας με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, πριν το επίδικο σημείο, σχηματίζει δεξιά στροφή. Είναι τούτο άλλο ένα στοιχείο το οποίο αποδέχομαι ως πραγματική μαρτυρία. Περαιτέρω, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και την τελική θέση του οχήματος με αριθμό εγγραφής EPZ306, η οποία στο τεκμήριο 3 απεικονίζεται με το ψηφίο Α1, ενώ στο τεκμήριο 6 φαίνεται στις φωτογραφίες 1 μέχρι και
  2. Επίσης, τα ψηφία Γ1 και Δ.2 στο τεκμήριο 3 απεικονίζουν πραγματική μαρτυρία ήτοι, χαλασμένο περιτοίχισμα. Το ίδιο ισχύει και για τα ψηφία Β1 έως και Β4 στο τεκμήριο 3 τα οποία απεικονίζουν μαυρίσματα επί λίνιας. Τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης που στο τεκμήριο 3 απεικονίζονται με τα ψηφία Α2, Α3 και Α4 τα οποία έχουν μήκος 22, 24 και 26 μέτρα αντίστοιχα, αποτελούν επίσης πραγματική μαρτυρία. Τέλος, οι ζημιές που υπέστη το όχημα με αριθμό εγγραφής EPZ306, ολική καταστροφή, οι οποίες παρουσιάζονται στις φωτογραφίες 4 έως και 7 στο τεκμήριο 6, αποτελούν πραγματική μαρτυρία. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ1 είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Η εν λόγω διαπίστωση εδράζεται όχι μόνο στη φυσική παρουσία του μάρτυρα στο δικαστήριο, παρουσία η οποία χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, απαντήσεις χωρίς περιστροφές και αληθοφάνεια, αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Ας σημειωθεί εδώ ότι η μαρτυρία του, παρότι τυπικής μορφής, εφόσον συνίσταται σε μεταφορά στο δικαστήριο των όσων διαπίστωσε στη σκηνή του δυστυχήματος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σοβαρότητα εφόσον είναι αυτές τις διαπιστώσεις του ΜΚ1 που χρησιμοποίησε ο ΜΚ2 για εξακρίβωση της ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε η κατηγορουμένη. Ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε ως προς την ορθότητα του τελικού σχεδίου που ετοίμασε (βλ. τεκμήριο 3) και ιδιαίτερα ότι τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης επί του οδοστρώματος συνεχίζονται και στο πεζοδρόμιο αλλά δεν αποτυπώνονται στο σχέδιο. Δεν διαπιστώνω να πλήττεται το κύρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 ένεκα αυτής της παράλειψης. Δεν πρόκειται για στοιχείο που προσπάθησε ο μάρτυρας να αποκρύψει. Όπως ο ίδιος επεξήγησε, στο τεκμήριο 3 αποτύπωσε μόνο τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης στο οδόστρωμα. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο μάρτυρας είναι αναξιόπιστος, όπως η υπεράσπιση εισηγήθηκε. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν διαπίστωσα αναλήθεια ή παραποίηση των πραγματικών γεγονότων. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία πέραν του σημείου που προανέφερα δεν αμφισβητήθηκε, την αποδέχομαι ως ορθή και ειλικρινή. Παρεμβάλλω εδώ ότι ως ορθές αποδέχομαι και τις υποδείξεις του ΜΚ1 για τα σημεία σύγκρουσης του οχήματος τα οποία στο τεκμήριο 3 υποδεικνύονται με τα ψηφία Χ1, Χ2 και Χ
  1. Πέραν της μη αμφισβήτησης τούτων των σημείων από την υπεράσπιση, διαπιστώνω ότι τούτα συνάδουν με και ως εκ τούτου ενισχύονται από το σύνολο της πραγματικής μαρτυρίας. Εν προκειμένω, τα χαλασμένα περιτοιχίσματα, η τελική θέση του οχήματος, αλλά και τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης, συνηγορούν στις υπο κρίση υποδείξεις του ΜΚ
  2. Ως εκ τούτου, ως σημεία σύγκρουσης αποδέχομαι ό,τι στο τεκμήριο 3 υποδεικνύονται με τα ψηφία Χ1,Χ2 και Χ
  3. Η έντονη αμφισβήτηση της υπεράσπισης στράφηκε προς το ΜΚ
  4. Κρίνω σκόπιμο προτού αναφέρω οτιδήποτε σχετικό με την αξιολόγηση τούτου του μάρτυρα να σημειώσω ότι η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε το ΜΚ2 ως ειδικό για την εξακρίβωση ταχύτητας. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας απέκτησε την εν λόγω ειδικότητα αφότου παρακολούθησε δίμηνο πρόγραμμα διερεύνησης οδικών δυστυχημάτων στην αστυνομική ακαδημία Κύπρου. Δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση ούτε οι σχετικές γνώσεις του μάρτυρα όπως ούτε η επάρκεια τούτων αναφορικά με τον εντοπισμό ταχύτητας. Ένεκα της μη σχετικής αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, αλλά και των επεξηγήσεων του ΜΚ2 αναφορικά με τα ακαδημαϊκά του προσόντα, καθοδηγούμενος από τις αρχές που τέθηκαν στην απόφαση Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1ΑΑΔ 534, το ΜΚ2 τον αποδέχομαι ως εμπειρογνώμονα και συγκεκριμένα, ειδικό στην εξακρίβωση ταχυτήτων. Παρόλα ταύτα, η αποδοχή του ΜΚ2 ως ειδικού δεν σημαίνει και αυτόματη αποδοχή των όσων ισχυρίστηκε στο δικαστήριο. Τούτο είναι θέμα το οποίο σχολιάζω πιο κάτω. Γι' αυτό το στάδιο έκρινα σκόπιμο να εξετάσω την αποδοχή ή μη του ΜΚ2 ως εμπειρογνώμονα και μόνο τότε να προχωρήσω σε περαιτέρω αξιολόγησή του. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης από το δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, καθοδηγητική είναι η απόφαση Yiannis N. Erimoudis Estates Ltd v. Χριστοδουλίδου
(1995)1ΑΑΔ 926 όπου στη σελίδα 930 λέχθηκε ότι: «Στην ίδια υπόθεση είχε λεχθεί ότι η εκτίμηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτυριών, εκτός του ότι η στάση των συγκεκριμένων μαρτύρων στο εδώλιο δεν έχει τόση σημασία για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας τους όσο με τους μάρτυρες επί των γεγονότων, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης τους.» Έχοντας ως γνώμονα όλα τα πιο πάνω επανέρχομαι στη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση εκείνα τα σημεία που η γραπτή κατάθεση του μάρτυρα (βλ. τεκμήριο 7), συγκρούεται με το αποτέλεσμα της μηχανής SKIDMAN (βλ. τεκμήριο 9). Δεν αποδέχομαι τη θέση της υπεράσπισης ότι το αποτέλεσμα της μηχανής SKIDMAN αφορά άλλη και όχι την παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός πως η μαρτυρία του ΜΚ2 (βλ. τεκμήριο 7), αναφορικά με το όχημα που διενήργησε την εν λόγω εξέταση, τον αριθμό του μηχανήματος με το οποίο διενήργησε την εξέταση, όσο και την αρίθμηση των εξετάσεων που διενήργησε, διαφέρουν από το τεκμήριο 9 που είναι το αποτέλεσμα της εξέτασης. Παρόλα ταύτα, τόσο η φυσικότητα, ο αυθορμητισμός αλλά και η επεξήγηση του μάρτυρα, τόσο για την υποδειχθείσα αντίφαση, όσο και για το σύνολο της μαρτυρίας του, με ικανοποιούν ότι δεν πρόκειται για παραποίηση στοιχείων, παρά μόνο για τυπογραφικά λάθη στην γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, τεκμήριο
  2. Ενδελεχής εξέταση των στοιχείων που υπέδειξε η υπεράσπιση φανερώνει και την αλήθεια των επεξηγήσεων του ΜΚ2 για τη διάσταση που παρατηρείται. Το πρώτο ψηφίο του αριθμού εγγραφής του οχήματος με το οποίο ο ΜΚ2 διενήργησε την περί ου λόγος εξέταση αναγράφεται λανθασμένα στο τεκμήριο 7, ενώ το ορθό είναι ως αναγράφεται στο τεκμήριο
  3. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2 η αστυνομία δεν έχει όχημα με αριθμό εγγραφής EPE
  4. Ο ορθός αριθμός είναι HPE044, όπως αναφέρεται στο τεκμήριο
  5. Ανάλογα ισχύουν και για τον αριθμό της μηχανής SKIDMAN. Ενώ ο ορθός αριθμός
(11154)αναγράφεται στο τεκμήριο 9, στη γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 αναγράφεται
  1. Τέλος, η ορθή αρίθμηση των δύο εξετάσεων που διενήργησε ο ΜΚ2 είναι ως αναφέρεται στο τεκμήριο 9, δηλαδή υπ' αριθμό 2 και 3 και όχι ως αναγράφεται στη γραπτή κατάθεση (βλ. τεκμήριο7) υπ' αριθμό 1 και
  2. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2, η μηχανή SKIDMAN έχει μνήμη αποθήκευσης προηγούμενων εξετάσεων και επειδή δεν διέγραψε τούτα, στο τεκμήριο 9 τα δύο αποτελέσματα των εξετάσεων που διενήργησε, ακολούθησαν εξέταση που προϋπήρχε στη μνήμη της μηχανής και γι' αυτό αριθμούνται ως δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα. Οι πιο πάνω επεξηγήσεις εξ' αντικειμένου αποδεικνύουν τόσο την έκταση της διάστασης στη μαρτυρία του ΜΚ2, όσο και το ασήμαντο τούτης. Δεν διαπιστώνω λογικό έρεισμα στη θέση της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο 9 ανήκει σε άλλη υπόθεση και όχι στην παρούσα. Κρίνω τις επί του προκειμένου επεξηγήσεις του ΜΚ2 όχι μόνο λογικές και ικανές να άρουν οποιαδήποτε αμφιβολία, αλλά και ειλικρινείς. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω το ΜΚ2 αξιόπιστο και ειλικρινή. Παρόλα ταύτα, ούτε ακόμη και αυτή η διαπίστωση περί της ειλικρίνειας του ΜΚ2 δεν είναι ικανή, από μόνη της, να καθορίσει την τύχη των επιστημονικών ευρημάτων του αναφορικά με την ταχύτητα του οχήματος της κατηγορουμένης πρότερων της σύγκρουσης. Ως εκ τούτου, αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 αλλά και την τυχόν ορθότητα των διαπιστώσεών του, ως η αμφισβήτηση της υπεράσπισης, την εξετάζω πιο κάτω, μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν είναι μόνο η φτωχή φυσική παρουσία της στη δια ζώσης μαρτυρία της, κόμπιαζε και αοριστολογούσε, αλλά και η αντίφαση που παρατηρείται στη μαρτυρία της μεταξύ κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης. Ενώ η κατηγορουμένη στη γραπτή κατάθεσή της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, ρητά ανέφερε ότι δεν ήξερε καλά τους δρόμους όπως ούτε θυμόταν την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, στην αντεξέταση διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι ξανά οδήγησε στον εν λόγω δρόμο και ότι η ταχύτητα της δεν υπερέβαινε τα 40 με 50 χιλιόμετρα. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε τούτη την ταχύτητα στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, απάντησε ότι δεν ήταν καλά ψυχολογικά και ότι δεν ερωτήθηκε. Η εν λόγω επεξήγηση που έδωσε η κατηγορουμένη είναι εσφαλμένη και ανυπόστατη. Ακόμη και αν δεν ερωτήθηκε για την ταχύτητά της, η ίδια ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της ότι δεν θυμόταν ποια ήταν τούτη κατά τον επίδικο χρόνο. Ως εκ τούτου, το θέμα ταχύτητα ηγέρθηκε όταν έδιδε κατάθεση και η ίδια ανέφερε ότι δεν θυμόταν τούτη. Πώς όμως είναι δυνατόν να ενθυμάται σήμερα η κατηγορουμένη τούτην την ταχύτητα. Αυτή η διάσταση στη μαρτυρία της κατηγορουμένης, διάσταση η οποία αφορά το επίδικο θέμα, αναδεικνύει την πρόθεση της κατηγορουμένης να παραποιήσει τα γεγονότα με μοναδικό γνώμονα την απαλλαγή της από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όλα τα πιο πάνω είναι εκείνα τα στοιχεία τα οποία με οδηγούν στην απόρριψη των θέσεων της κατηγορουμένης στη δια ζώσης μαρτυρία της ως αναξιόπιστων. Αποδέχομαι όμως ό,τι η κατηγορουμένη ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της αναφορικά με τη γνώση της περί της λεωφόρου Ελευθερίας. Αποδέχομαι τούτο εφόσον πρόκειται για δήλωση αυθόρμητη και εναντίον συμφέροντος, η αξιοπιστία της οποίας δεν έχει πληγεί. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ΜΚ2 επαναλαμβάνω ότι η ειλικρίνεια του δεν καθορίζει και την τύχη των ευρημάτων του. Κατ' αρχάς, κρίνω ορθό να σημειώσω εδώ ότι έχοντας απορρίψει ως ανυπόστατη τη θέση της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο 9 δεν ανήκει στην παρούσα υπόθεση αλλά σε άλλη, σημειώνω ότι εκλαμβάνω τα αποτελέσματα του τεκμηρίου 9 ως πραγματική μαρτυρία. Κρίνω ότι τα δύο αποτελέσματα της μηχανής SKIDMAN εμπίπτουν στην κατηγορία της πραγματικής μαρτυρίας εφόσον μιλούν αφ' εαυτών κατά πανομοιότυπο τρόπο ως μια φωτογραφία. Για την εν λόγω απόφαση νομικό έρεισμα αλλά και καθοδήγηση παρέχει η απόφαση Έπαρχος Λεμεσού v. Γιωργαλλά
(2003)2ΑΑΔ 298, 301 έως 304. Τα αποτελέσματα της μηχανής SKIDMAN είναι μέρος των όσων ο ΜΚ2 χρησιμοποίησε για την εξακρίβωση της ταχύτητας της κατηγορουμένης. Όπως ο ΜΚ2 ανέφερε, στη συνέχεια χρησιμοποίησε τον τύπο του Νεύτωνα αφότου πρώτα εξακρίβωσε το μήκος της ακτίνας πλαγιολίσθησης. Οι δύο μαθηματικοί τύποι που χρησιμοποίησε αποτυπώνονται στο τεκμήριο 8, τις λεπτομέρειες των οποίων επεξήγησε στο δικαστήριο. Τούτα ήταν εν ολίγοις όλα όσα ο ΜΚ2 ανέφερε στο δικαστήριο. Εγείρεται όμως εδώ το ερώτημα· η εν λόγω ενημέρωση και επεξήγηση του ΜΚ2 πληρεί τα αναγκαία κριτήρια για δυνατότητα έκφρασης γνώμης; Η απάντηση πιστεύω ότι εντοπίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1ΑΑΔ 746. Στη σελίδα 750 αναφέρεται ότι: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works ν. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1). Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic ν. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται». (Η υπογράμμιση δική μου) Στη δοσμένη περίπτωση ο ΜΚ2 δεν ερωτήθηκε και δεν επεξήγησε στο δικαστήριο γιατί χρησιμοποίησε τον τύπο του Νεύτωνα. Υπάρχουν άλλοι τύποι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει; Εάν ναι, τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε να επιλέξει τον τύπο του Νεύτωνα και όχι οιονδήποτε άλλο. Περαιτέρω, ποία είναι η ευρύτερη επιστημονική άποψη τόσο για τον τύπο του Νεύτωνα όσο και για τυχόν άλλους σχετικούς τύπους, αναφορικά πάντα με εξέταση για εξακρίβωση ταχύτητας; Όλα τα πιο πάνω παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα τα οποία γυροφέρνουν το επιστημονικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 και αφαιρούν από το δικαστήριο όχι μόνο το δικαίωμα αποδοχής αυτού του μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ2 αλλά πρωτίστως, την υποχρέωση δικανικού ελέγχου τούτου. Εν προκειμένω, σχετικό είναι και το απόσπασμα της απόφασης Κυπριακή Δημοκρατία v. Αγιώτου
(2000)1ΑΑΔ 1020 όπου στη σελίδα 1027 λέχθηκε ότι: «Έχουμε τη γνώμη ότι τα στοιχεία που υπήρχαν και αποτέλεσαν το έρεισμα της πείρας της μάρτυρος έπρεπε να είχαν προσκομισθεί. Διαφορετικά η κρίση του δικαστηρίου θα ήταν αιχμάλωτη γυμνών δηλώσεων από εμπειρογνώμονες ότι υπήρξε επαύξηση ή μείωση της αξίας απαλλοτριουμένου κτήματος χωρίς την παραμικρή δυνατότητα ελέγχου είτε από το δικαστήριο είτε τον αντίδικο. Οι καταστροφικές επιπτώσεις από την αποδοχή αυτής της φύσεως μαρτυριών μπορεί να φανούν στην πλήρη έκταση τους στις περιπτώσεις που τα ποσοστά αύξησης ή μείωσης, για τα οποία μιλά ο εμπειρογνώμονας, είναι μεγάλα και συνδυάζονται με απαλλοτριωθείσα περιουσία μεγάλης αξίας. Ως εκ των πιο πάνω, καθίσταται αντιληπτό ότι την κατάληξη του ΜΚ2 αναφορικά με την ταχύτητα του οχήματος της κατηγορουμένης προτέρων του δυστυχήματος δεν μπορώ να την αποδεχθώ, εφόσον εδράζεται σε στοιχεία των οποίων την επιστημονική ορθότητα αδυνατώ να ελέγξω. Παρότι άνευ πλέον αντικειμένου, ας σημειωθεί εδώ ότι ένεκα αυτής της πλημμελούς παρουσίας των διαπιστώσεων του ΜΚ2 στο δικαστήριο, αδυνατώ να ελέγξω και τη θέση της υπεράσπισης ότι η χρησιμοποίηση από το ΜΚ2 ακτίνας ολίσθησης μικρότερης απ' ότι στην πραγματικότητα, επηρεάζει το αποτέλεσμα στο οποίο ο μάρτυρας κατέληξε. Δυνάμει όλων των πιο πάνω και συγκεραστικά των οιονδήποτε αναφερόμενων μέχρι στιγμής ευρημάτων μου, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, διαπιστώνω ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορουμένη οδηγούσε το όχημα EPZ306 στη λεωφόρο Ελευθερίας. Άγνωστη παραμένει η ταχύτητα της κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο ενώ διαπιστώνω ότι η κατηγορουμένη δεν είχε καλή γνώση του χώρου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα. Περαιτέρω, ενόσω η κατηγορουμένη οδηγούσε το εν λόγω όχημα, η πραγματική μαρτυρία αποκαλύπτει ότι, μετά από δεξιά ως η πορεία της στροφή το όχημα πλαγιολίσθησε, κινήθηκε λοξώς δεξιά, για να καταλήξει στη συνέχεια σε αυλή παρακείμενης οικίας, δεξιά ως η προηγούμενη πορεία του. Η εν λόγω πορεία αποκαλύπτεται από την πραγματική μαρτυρία ενώ το ίδιο ισχύει και για την τελική θέση του οχήματος. Επί τη βάσει των πιο πάνω διαπιστώσεων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτή η οδήγηση συνιστά επικίνδυνη οδήγηση εν τη εννοία των όσων έχω ήδη επεξηγήσει. Είμαι της γνώμης πως η ερώτηση χρήζει καταφατικής απάντησης. Καταλήγω σε αυτό εφόσον όλα τα στοιχεία οδηγούν στη διαπίστωση ότι ενώ η κατηγορουμένη ήλαυνε κλειστής στροφής, για την οποία δεν είχε προηγούμενη εμπειρία, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος της το οποίο κινήθηκε λοξώς δεξιά και αφότου κτύπησε στη λίνια του πεζοδρομίου, σε δύο περιτοιχίσματα και σε πάσσαλο της ηλεκτρικής, κατέληξε στην αυλή παρακείμενης κατοικίας. Σε αυτή την εξ αντικειμένου επικίνδυνη οδήγηση εντοπίζω το σφάλμα της κατηγορουμένης στη στιγμιαία απώλεια ελέγχου του οχήματός της, σε ένα άγνωστο για εκείνη δρόμο και ενόσω ήλαυνε κλειστής στροφής. Όχι ταυτόσημα αλλά παρόμοια και ως εκ τούτου καθοδηγητικά είναι πιστεύω τα γεγονότα της απόφασης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409. Στη σελίδα 413 λέχθηκε ότι "Ως προς το κατά πόσο η μαρτυρία δικαιολογούσε ευρήματα που να θεμελιώνουν την καταδίκη, θεωρούμε κατ' αρχήν χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι εκείνο για το οποίο ο εφεσείων είναι εν τέλει υπόλογος είναι το ότι, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε θα έπρεπε να παρέμενε στη δική του μεριά του δρόμου, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά όταν εξ αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο, χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αυτό βέβαια συνέβηκε διότι ο εφεσείων απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του." Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Η διαπιστωμένη απώλεια ελέγχου του οχήματος από την κατηγορουμένη είναι εκείνη η ενέργεια η οποία υπό τις περιβάλλουσες πάντα περιστάσεις, κρίνεται επικίνδυνη. Δυνάμει όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.