← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ian Hug Shepheard, Αρ. Υπόθεσης: 16950/06, 6 Μαΐου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ian Hug Shepheard, Αρ. Υπόθεσης: 16950/06, 6 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16950/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Ian Hug Shepheard Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 6 Μαΐου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΑΠΟ ΕΔΡΑΣ) Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, αδίκημα το οποίο διέπραξε όταν σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επιτέθηκε και τραυμάτισε την Έλενα Ιωάννου στις 6.03.2006 στη Λάρνακα κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την απόδειξη της κατηγορίας κατέθεσαν η παραπονούμενη Έλενα Ιωάννου (Μ.Κ.1) καθώς και τρεις άλλοι μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ). Η ιατρός των Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας κατέθεσε ως Μ.Κ.2, ο Αράν Καραογλαντιάν ως Μ.Κ.3 και ο Αστ. 3823 Π. Κουμή ως Μ.Κ.
  2. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ακόμα δύο μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.) τον Αστ. 240 Ε. Στυλιανού ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ. 1 και την Elisabeth A. Wilkinson ως Μ.Υ.
  3. Κατατέθηκαν από τους μάρτυρες συνολικά δέκα τεκμήρια και εκ συμφώνου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 η απόφαση αδελφού Δικαστηρίου στην υπόθεση 16034/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας με ημερομηνία 12.02.
  4. Στη συνέχεια θα κάμω γενική αναφορά στις εκδοχές που παρουσιάστηκαν εκ μέρους των δύο πλευρών κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας και όπου χρειαστεί θα κάμω ειδικότερη αναφορά σε μαρτυρία των μαρτύρων όπως και στα τεκμήρια. Όπως ανέφερα η μαρτυρία ανέδειξε δύο εκδοχές. Η πρώτη ήταν αυτή που προήλθε ουσιαστικά από την μαρτυρία της Μ.Κ.1 - παραπονούμενης και η οποία υποστηρίζει σε γενικές γραμμές, όπως καταγράφεται στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία, ότι το πρωί της 6.03.2006 γύρω στις 10:30 αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σε χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διέμεναν και όπου είχε σταθμευμένο το όχημα της και να χτυπά πάνω σε αυτό σε διάφορα σημεία του κρατώντας κάτι στα χέρια του. Τον ρώτησε τι έκαμνε εκεί και αυτός τότε πήγε στο πίσω μέρος του οχήματος της και κτυπούσε πάνω σε αυτό στην πίσω αριστερή πλευρά του προφυλακτήρα λέγοντας της, χωρίς να έχει ένα τέτοιο δικαίωμα, να φύγει το όχημα της από εκεί καθώς δεν ήταν δικός της ο χώρος στάθμευσης. Της είπε ότι ήταν της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας και αυτή του ανταπάντησε ότι δεν τον αναγνώριζε και πως ήταν απλώς ένας ένοικος της πολυκατοικίας. Τότε αυτός αντέδρασε γρονθοκοπώντας την στο κεφάλι και με τα δύο του χέρια. Στη συνέχεια πήρε μια τσάντα στην οποία από ότι είχε διαπιστώσει αργότερα υπήρχε μπουκάλα με κρασί και την κτυπούσε και με αυτή. Την έσπρωξε ταυτόχρονα σε μια κολώνα και την κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της. Τότε έβαλε τις φωνές και του είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία και αυτός της είπε ότι δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου και την έπιασε από το λαιμό. Συνέχισε να φωνάζει μέχρι που την άκουσε ο γείτονας της ο Αράμ ο οποίος στη συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Κ.2 όπως και η γυναίκα του. Ο κατηγορούμενος μόλις τους είδε σταμάτησε και έφυγε από το μέρος ενώ η ίδια κατευθύνθηκε προς το σπίτι των γειτόνων της. Στη συνέχεια πήγε στην αστυνομία από όπου παραπέμφθηκε στο Νοσοκομείο για εξετάσεις. Εξέφρασε με την κατάθεση της παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου τόσο για τις ζημιές που της προκάλεσε στο αυτοκίνητο της όσο και για την επίθεση και τον τραυματισμό της. Παρόντες στο επεισόδιο ήταν και οι δύο της κόρες που ήταν τότε 11 και 8 χρονών αντίστοιχα. Είχε προσέξει τον κατηγορούμενο την ώρα που έφευγε από τη σκηνή να πετάει τη τσάντα που κρατούσε μέσα στον κάλαθο των αχρήστων και όταν ήλεγξε τι περιείχε διαπίστωσε ότι υπήρχε μια σπασμένη μπουκάλα του κρασιού με το περιεχόμενο της οποίας είχε λερώσει και τα ρούχα της προηγουμένως όταν ο κατηγορούμενος την κτυπούσε, όπως τα υπέδειξε στον Αστυνομικό 1910 Φραγκούδη που κατέγραψε την κατάθεση της. Παρέδωσε στον ίδιο αστυνομικό την τσάντα με την σπασμένη μπουκάλα. Προέκυψε από την αντεξέταση της ότι η ζημιά που όπως ισχυρίστηκε προκλήθηκε στο όχημα της εκ μέρους του κατηγορουμένου ήταν Λ.Κ.815,00 και για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς είχε καταχωρηθεί άλλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Πρόκειται για την επίθεση για την οποία εξεδόθη η απόφαση που καταχωρήθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
  5. Σε αυτή την υπόθεση ανέφερε ότι δεν γνώριζε την κατάληξη της και όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε χωρίς να κληθεί σε απολογία επανέλαβε ότι δεν γνώριζε την κατάληξη της υπόθεσης εκείνης και δεν ήξερε εάν αθωώθηκε ο κατηγορούμενος. Παραδέχθηκε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος όταν την είχε δει εκείνο το πρωινό άρχισε να της λέγει γιατί να καλέσει βυτιοφόρο όχημα για να αδειάσει του λάκκους όταν γι΄αυτό το ζήτημα θα έπρεπε να αποφάσιζε η διαχειριστική επιτροπή, προέκυψε επίσης και το ζήτημα της καταβολής εκ μέρους της των κοινόχρηστων της πολυκατοικίας όταν ο κατηγορούμενος της έδωσε σχετική επιστολή. Αρνήθηκε υποβολή ότι όταν ο κατηγορούμενος αντίκρισε το βυτιοφόρο και της είπε ότι θα έπρεπε προηγουμένως να ενημέρωνε την επιτροπή εξαγριώθηκε και τον εξύβρισε και ότι ποτέ δεν της επιτέθηκε. Λόγω των κτυπημάτων που δέχθηκε στο κεφάλι και του γεγονότος ότι την έπιασε από το λαιμό ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε στη συνέχεια να φορεί κολάρο καθώς της προκλήθηκε πρόβλημα στον αυχένα της. Δεν αρνήθηκε υποβολή ότι την ίδια ημέρα και πριν το επεισόδιο της είχε δώσει επιστολή ο κατηγορούμενος και την καλούσε να πληρώσει τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας αναφέροντας μάλιστα ότι ήταν κάθε μέρα που της έδιδε τέτοια γράμματα. Αρνήθηκε υποβολές ότι ήταν εκείνη που κρατώντας ένα κεραμικό απειλούσε με αυτό τον κατηγορούμενο και όταν αυτό έσπασε μετά από παρέμβαση του συνέχισε να τον απειλεί με κάποιο από τα κομμάτια του κεραμικού. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ο λόγος που την έπιασε από τα χέρια και την έσπρωξε προς την κολώνα ήταν επειδή τον απειλούσε με ένα κεραμικό το οποίο κουνούσε μπροστά στο κεφάλι του και ήταν για να προστατευθεί. Δεν γνώριζε εάν ο κατηγορούμενος είχε πάρει και αυτός την αστυνομία αμέσως μετά το επεισόδιο. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ο κατηγορούμενος ήταν στη προσπάθεια του να αμυνθεί από την επίθεση που δεχόταν εκ μέρους της που μπλέχτηκε στο επεισόδιο. Ισχυρίστηκε ότι το μπουκάλι από το κρασί έσπασε πάνω από το κεφάλι της πάνω στη κολώνα και γι΄αυτό λούστικε ολόκληρη με κρασί και αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν μόνη της που έχυσε κρασί πάνω της για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ότι αυτός δεν ήθελε μόνο να διαχειρίζεται τα της πολυκατοικίας αλλά και το σπίτι της, την προσωπική της ζωή ακόμα και τον χαρακτήρα της, όπως είπε. Προς τούτο ανέφερε ότι πριν το επίδικο επεισόδιο ο κατηγορούμενος αφαίρεσε το γραμματοκιβώτιο της και της το πέταξε στη βεράντα της. Τον κατάγγειλε γι΄αυτό στην αστυνομία αλλά ζήτησε από την αστυνομία να του κάμει μόνο παρατήρηση. Σε υποβολή ότι είχαν προβλήματα γιατί δεν κατέβαλλε τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας απάντησε διερωτώμενη εάν θα έπρεπε να την δείρει γι΄αυτό. Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι είχε κατηγορηθεί ξανά για επιθέσεις εναντίον άλλων ανθρώπων. Στο Ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εξασφάλισε από το Νοσοκομείο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 καταγράφεται ότι η παραπονούμενη έφερε ερυθρότητα στο αριστερό μέρος του προσώπου της, στον αυχένα, στον αριστερό αντιβραχίωνα και εκδορές στον αριστερό αντιβραχίωνα και στο 3ο δάκτυλο του δεξιού χεριού. Μετά τη παροχή Α΄ Βοηθειών υπέγραψε και έφυγε. Η Μαρία Γεωργιάδου που ήταν η θεράπων ιατρός της και κατέθεσε ως Μ.Κ.2 δεν μπορούσε να ξέρει εάν οι εκδορές προκλήθηκαν με το χέρι της ίδιας της παραπονούμενης γεγονός που δεν απέκλεισε. Ούτε μπορούσε να ξέρει τι της προκάλεσαν τις ερυθρότητες στα σημεία που τις διαπίστωσε. Ούτε και για τον αυχένα μπορούσε να ξέρει εάν το πρόβλημα που είχε διαπιστώσει είχε προκληθεί από κάποιο σπρώξιμο ή κτύπημα. Ο Μ.Κ.3 Αράμ Καραογλικιάν του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 είχε καταγράψει σε αυτή ότι είχε προσέξει κατά τον επίδικο χρόνο την παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο να αλληλοτραβιώνται. Δεν είχε δώσει σημασία στο αρχικό επεισόδιο και στη συνέχεια είχε προσέξει τον κατηγορούμενο να κρατά από το λαιμό με το χέρι του την παραπονούμενη. Έτρεξε προς αυτούς και είδε την παραπονούμενη η οποία ήταν κτυπημένη στο κεφάλι και τη ρώτησε εάν ήθελε βοήθεια. Αυτή του είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία και ο κατηγορούμενος του είπε ότι επρόκειτο για παρεξήγηση. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να έχει τα χέρια του πάνω στην παραπονούμενη αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν την κρατούσε από το λαιμό. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι μεταξύ της αυλής του σπιτιού του, όπου βρισκόταν και του χώρου όπου βρισκόντουσαν η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο μεσολαβεί ένας φράχτης, το πεζοδρόμιο και ο δρόμος, αυτός δε βρισκόταν μέσα στην αυλή του. Κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 4 ανέφερε ότι τα δέντρα δεν είχαν τότε το ύψος που απεικονίζει η φωτογραφία αλλά ήταν κλαδεμένα. Το όλο επεισόδιο ανέφερε ότι έγινε πολύ γρήγορα. Οι φωνές που άκουγε προέρχονταν και από τους δύο. Δεν είχε δει ποιος είχε επιτεθεί πρώτος στον άλλο. Όταν είχε πει ότι είδε την παραπονούμενη κτυπημένη στο κεφάλι διευκρίνισε ότι είχε προσέξει σε αυτή ερυθρότητες χωρίς να θυμάται σε ποιό σημείο ακριβώς. Δεν είχε προσέξει εάν η παραπονούμενη μύριζε ποτό ούτε και εάν ήταν λουσμένη με κρασί. Σίγουρα εάν είχε λουστεί με κόκκινο κρασί θα έδιδε σημασία σε αυτό το γεγονός. Ο Μ.Κ.4 Αστ. 3823 Π. Κουμής του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι υπηρετούσε τότε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Α.Δ.Ε. Λάρνακας. Είχε πάρει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 7.03.2006 καθώς είχε προηγηθεί το παράπονο της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης ή ότι της είχε επιτεθεί. Η κατάθεση του κατηγορουμένου σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Είχε κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο ο οποίος αρνήθηκε τις κατηγορίες και η γραπτή κατηγορία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε πάει από μόνος του στην αστυνομία με σκοπό να κάμει παράπονο εναντίον της Έλενας Ιωάννου και δεν τον είχε καλέσει προς τούτο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε προηγηθεί η καταγγελία της Ιωάννου όταν είχε πάει στον αστυνομικό σταθμό. Δεν γνώριζε εάν ο κατηγορούμενος είχε μιλήσει με τον συνάδελφο του τον Φραγκούδη που ήταν υπηρεσία στις 6.03.2006, την προηγούμενη δηλαδή ημέρα που του πήρε κατάθεση και εάν είχε κάμει σχετικό παράπονο, δεν απέκλεισε όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι είχε και αυτός τραύματα και γι΄ αυτό του έδωσε έντυπο για να πάει στο Νοσοκομείο για εξετάσεις. Σε σχέση με αυτό καθ΄αυτό το επεισόδιο η άλλη εκδοχή προήλθε από την μαρτυρία του κατηγορουμένου ο οποίος κατέθεσε ενόρκως όταν κλήθηκε σε απολογία. Είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία την επόμενη του επεισοδίου την οποία αναγνώρισε και υιοθέτησε (Τεκμήριο 6). Η κατάθεση του λήφθηκε μετά από προειδοποίηση και την επίστηση της προσοχής του στο νόμο ότι υπήρχε καταγγελία εναντίον του από την παραπονούμενη ότι την προηγούμενη είχε προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο της και ότι την χτύπησε και της προκάλεσε σωματικές βλάβες. Στη κατάθεση του αναφέρει ότι είχε κατεβεί στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διέμενε με σκοπό να μεταβεί στον Πρωταρά σε γεύμα όπου ήταν καλεσμένος καθώς ήταν η Καθαρά Δευτέρα. Βρήκε την παραπονούμενη εκεί η οποία κάποια στιγμή άρπαξε ένα τετράγωνο κεραμικό και το κουνούσε απειλητικά μπροστά στο πρόσωπο του. Για να προστατεύσει τον εαυτό του της το πήρε. Δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικά με ζημιές στο αυτοκίνητο της. Επικοινώνησε με το Τμήμα Μικροπαραβάσεων της αστυνομίας αμέσως και ενημέρωσε τον επί καθήκοντι αστυνομικό. Ανέφερε σε αυτόν ότι θα έπρεπε να μεταβεί στον Πρωταρά για κάποιο σημαντικό ραντεβού που είχε και αυτός του είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό την επόμενη το πρωί για να δώσει κατάθεση. Έτσι μετέβη στο προγραμματισμένο του ραντεβού. Δεν είχε χτυπήσει την παραπονούμενη και αντίθετα είχε ο ίδιος παράπονο από αυτή η οποία τον χτύπησε και τον εξύβρισε με φράσεις που δεν θυμόταν εφόσον ήταν και στα ελληνικά. Ζήτησε να παραπεμφθεί στο Νοσοκομείο για εξετάσεις. Εξήγησε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο λόγος που είχε προβεί σε μια τόσο σύντομη κατάθεση ήταν ότι είχε εκπλαγεί όταν μετέβη στο σταθμό και πληροφορήθηκε ότι η παραπονούμενη είχε κάμει καταγγελία εναντίον του καθώς είχε προηγηθεί και άλλο επεισόδιο τρεις βδομάδες προηγουμένως όπου ο ίδιος είχε κάμει παράπονο εναντίον της. Εξέφρασε τότε την επιθυμία να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του τον κ. Κλαϊδη οπότε κάποιος αστυνομικός με το όνομα Πέτρου του είπε ότι θα ήταν καλύτερα να έλεγε όσα λιγότερα μπορούσε σε μια κατάθεση όπως και έκαμε ακολουθώντας και τη συμβουλή του. Είχε κατεβεί στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας μεταφέροντας μια πλαστική σακούλα με δύο μπουκάλια κρασί τα οποία θα έπαιρνε ως δώρο. Παρατήρησε ότι ένα βυτιοφόρο όχημα ήταν σταθμευμένο εκεί και επειδή ήταν Γραμματέας στην Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας όπου είχαν συμφωνήσει ότι το άδειασμα των λάκκων θα ήταν ευθύνη της επιτροπής, όταν αντιλήφθηκε την παραπονούμενη στο χώρο στάθμευσης τη ρώτησε τι συμβαίνει με το βυτιοφόρο λέγοντας της ότι ήταν καλύτερα να το γνώριζε η επιτροπή διότι θα έπρεπε να πληρωθεί με επιταγή της επιτροπής. Όταν τέθηκε το ζήτημα της πληρωμής του βυτιοφόρου, είπε σε αυτή ότι δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα εκείνη τη στιγμή και τότε αυτή άρχισε να φωνάζει ότι δεν τον αναγνώριζε και όταν αυτός της είπε για τα κοινόχρηστα που όφειλε δίδοντας της σχετική επιστολή αυτή εξαγριώθηκε. Η παραπονούμενη πήρε την επιστολή και χωρίς να την ανοίξει την τοποθέτησε στη τσέπη της και τότε άρχισε να τον χτυπά με τις γροθιές της και να τον βρίζει στα ελληνικά τα οποία βέβαια δεν καταλάβαινε. Της είπε να σταματήσει υπενθυμίζοντας της ότι την είχε καταγγείλει και πριν από τρεις εβδομάδες ότι του επιτέθηκε και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Αυτή όμως συνέχισε να τον χτυπά. Στη συνέχεια άρπαξε από το μέρος ένα κεραμικό και άρχισε να το κουνά βίαια μπροστά στο πρόσωπο του. Της άρπαξε το κεραμικό και το έβαλε στο έδαφος. Όταν αυτή προσπάθησε να το πάρει αυτός το πάτησε με το δεξί του πόδι με αποτέλεσμα να σπάσει σε κομμάτια. Αυτή τότε πήρε ένα σπασμένο μέρος του και συνέχισε να το προτείνει προς το μέρος του κοντά στο πρόσωπο του. Απομακρύνθηκε και αυτή έκαμε κινήσεις να γρατσουνίσει το αυτοκίνητο του. Της είπε να μη το κάμει και αυτή συνέχισε να το κουνά μπροστά στο πρόσωπο του. Τότε την άρπαξε από τα μπράτσα και την έσπρωξε στη κολώνα στο χώρο στάθμευσης και της πήρε το κομμάτι του κεραμικού και το πέταξε μακριά με σκοπό να προστατεύσει τον εαυτό του. Αυτή άρχισε να φωνάζει και να καλεί σε βοήθεια. Είχε προσέξει τον Μ.Κ.2 στο μέρος και την άφησε προχωρώντας προς αυτόν και λέγοντας του ότι ήταν η δεύτερη φορά που του επιτέθηκε μέσα σε τρεις βδομάδες. Ανέφερε ότι για την πληρωμή του βυτιοφόρου θα αναλάμβανε η επιτροπή και δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα όπως και έγινε τελικά και προς τούτο παρουσίασε την απόδειξη πληρωμής για εκείνη την ημέρα ως Τεκμήριο
  8. Στη συνέχεια αφού τοποθέτησε τη τσάντα όπου ήταν τα μπουκάλια με το κρασί στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου του ανέβηκε στο διαμέρισμα του για να πλυθεί. Επιστρέφοντας διαπίστωσε ότι είχε σπάσει το ένα μπουκάλι και για τούτο το πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων. Τηλεφώνησε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων στον Αστ. Στυλιανού που είχε αναλάβει την υπόθεση και της προηγούμενης καταγγελίας του. Εξήγησε σε αυτόν για το επείγον του ραντεβού που είχε και αυτός του είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και να περάσει την επόμενη για να κάμει το παράπονο του. Καθ΄οδόν προς τον Πρωταρά είχε τηλεφώνημα από την κ. Wilkinson που ήταν η Ταμίας της Επιτροπής και την ενημέρωσε σε σχέση με το επεισόδιο. Ο ίδιος είχε υποστεί κάποια μελανώματα και κάποιο επιφανειακό γδάρσιμο στο δάκτυλο από το πλακάκι στη προσπάθεια του να το αποσπάσει από τα χέρια της παραπονούμενης. Είχε μεταβεί και εξετάστηκε από ιατρό του Νοσοκομείου στη Λάρνακα μετά την κατάθεση του και το πιστοποιητικό αυτό κατατέθηκε στο φάκελο άλλης υπόθεσης που ανοίχθηκε για παράπονο του εναντίον της παραπονούμενης. Όταν δικάστηκε για την καταγγελία της παραπονούμενης για πρόκληση ζημιάς στο αυτοκίνητο της αθωώθηκε χωρίς να κληθεί σε απολογία. Λόγω της μη καταβολής εκ μέρους της παραπονουμένης των κοινοχρήστων της πολυκατοικίας της είχαν στείλει μέχρι το επίδικο επεισόδιο πέντε επιστολές με τις οποίες την καλούσαν να πληρώσει. Υπήρχε ακόμα και κάποια αντιπαράθεση μεταξύ τους σε σχέση με κάποιο παράνομο κτίσμα που έχτισε, υπόθεση όμως την οποία ανέλαβε ο Δήμος. Η παραπονούμενη έχει αντιδικίες με τους ένοικους της πολυκατοικίας και εφευρίσκει τρόπους για να φιλονικεί με όλους και τον ίδιο τον έχει ταλαιπωρήσει πολύ καθώς αναγκάστηκε να ακυρώσει ακόμα και ετήσιο ταξίδι που κάνει στην Αυστραλία ενόψει των δικαστικών διαδικασιών στις οποίες τον ενέπλεξε. Το μπουκάλι με το κρασί πιθανολόγησε ότι θα έσπασε όταν το είχε τοποθετήσει στο δάπεδο όταν του επιτέθηκε η παραπονούμενη. Ποτέ όμως δεν της χτύπησε με τα μπουκάλια τα οποία υπήρχαν στη τσάντα και ούτε χτύπησε με αυτά πάνω στη κολώνα. Δεν είχε προσέξει σε καμιά στιγμή να υπήρχαν σημάδια από κρασιά στα ρούχα της παραπονούμενης ούτε και τραύματα. Δεν μπορούσε να ξέρει πως προκλήθηκαν τα τραύματα τα οποία αυτή έφερε όταν εξετάστηκε από την ιατρό. Ο Μ.Υ. 1 ήταν ο Αστ. 240 Ε. Στυλιανού του Τμήματος Μικροπαραβάσεων του Αστυνομικού Σταθμού Λάρνακας. Ανέφερε ότι στις 20.02.2006 ο κατηγορούμενος του είχε υποβάλει παράπονο ότι όταν μετάβηκε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης στη παρούσα υπόθεση για να της ζητήσει τα κοινόχρηστα αυτή του επιτέθηκε. Δεν θέλησε να προχωρήσει η υπόθεση αλλά απλώς να καταγραφεί το παράπονο και να γίνουν συστάσεις στην παραπονούμενη όπως και έγιναν. Τα πιο πάνω καταγράφηκαν στο ημερολόγιο του σταθμού αντίγραφο του οποίου σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  9. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν έγιναν οι συστάσεις στην παραπονούμενη αυτή δεν παραδέχθηκε και η ίδια στις 6.03.2006 έκαμε παράπονο ότι της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος αυτό καταγράφηκε στο ημερολόγιο του σταθμού και αντίγραφο του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 και αφορά την παρούσα υπόθεση. Η Μ.Υ. 2 Elisabeth Ann Wilkinson ανέφερε ότι διαμένει στην ίδια πολυκατοικία με τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη και η ίδια ήταν η ταμίας στη διαχειριστική επιτροπή ενώ γραμματέας ήταν ο κατηγορούμενος. Η ίδια δεν ήταν παρούσα στο επεισόδιο γνώριζε όμως ότι είχε σταλεί ειδοποίηση στην παραπονούμενη για να καταβάλει τα κοινόχρηστα και μάλιστα με γράμμα ¨αυστηρό¨ όπως το χαρακτήρισε. Είχε πληροφορηθεί από τον κατηγορούμενο ότι του επιτέθηκε μέσα στο δρόμο και ότι αυτός ενημέρωσε την αστυνομία. Είχε μιλήσει σε σχέση με το γράμμα με την παραπονούμενη η οποία της είχε πει ότι θα ξανακτυπούσε τον κατηγορούμενο εάν αυτός της έδιδε άλλη ειδοποίηση. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας είχε συσταθεί τον Ιανουάριο του 2006 και μέχρι τότε δεν γνώριζε ούτε τον κατηγορούμενο ούτε την παραπονούμενη. Επανέλαβε ότι γνώριζε για το επεισόδιο που είχε προκαλέσει η παραπονούμενη όταν ο κατηγορούμενος της είχε πάρει το πρώτο γράμμα που την καλούσε να καταβάλει τα κοινόχρηστα. Γι΄αυτό όμως δεν είχαν προσαφθεί κατηγορίες. Η παραπονούμενη τότε της είχε πει ότι δεν της είχε αρέσει το γράμμα που της είχαν στείλει. Επιβεβαίωσε ότι είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο ενώ αυτός βρισκόταν καθ΄οδόν προς τον Πρωταρά και ο λόγος που του είχε τηλεφωνήσει ήταν ότι ήθελε ακόμα μια υπογραφή η επιταγή για να πλήρωνε τον οδηγό του βυτιοφόρου. Όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν η αλήθεια και δεν αποσκοπούσαν να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο ούτε και τη διαχειριστική επιτροπή της οποίας ήταν μέλος. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις τελικές αγορεύσεις ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε αντιφάσεις στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ειδικότερα αδυναμίες που παρουσιάζει η εκδοχή της παραπονούμενης για να γίνει πιστευτή και εισηγήθηκε ότι αντίθετα τα όσα προέβαλε στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραδέχτηκε την εμπλοκή του στο επεισόδιο αλλά ενήργησε αμυνόμενος συνιστούν την υπεράσπιση της αυτοάμυνας για τούτο και θα πρέπει να αθωωθεί από την κατηγορία. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα κριθεί από την αξιολόγηση που θα τύχει η μαρτυρία και από την κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και έκαμε και αυτή αναφορά σε διάφορα σημεία επί της μαρτυρίας τα οποία κατά την άποψη της θα έπρεπε να γείρουν τη ζυγαριά προς το μέρος της παραπονούμενης καθ΄όσον φάνηκε ότι και ο κατηγορούμενος ως μέλος τη διαχειριστικής επιτροπής θα μπορούσε να εκτραπεί και να συμπεριφερθεί κατά τον τρόπο που περιέγραψε η παραπονούμενη. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Η κατηγορία βασίζεται στο Άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  10. Σύμφωνα με αυτό: ¨ Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί σωματική βλάβη , είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων¨. Στη συνέχεια θα κάμω αναφορά στο πως αντικρίζεται από τη νομολογία μας το ζήτημα της επίθεσης που δέχεται ένα πρόσωπο καθώς και στο ζήτημα το οποίο άπτεται της καθοδήγησης που πρέπει να τύχω σε σχέση με την προβαλλόμενη υπεράσπιση της αυτοάμυνας εκ μέρους του κατηγορουμένου. Ο όρος ¨επίθεση¨ χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και " battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία " recklessly" να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R v. Venna

(1975)3 All E.R. 788,794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης Archbold and Practice, 39η Έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-2) ούτε και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχουν ξέχωρα αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα αυτό της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής ή και βαριάς σωματικής βλάβης. Στην υπόθεση Πετρόπουλος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. σελ. 574 όπου ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αδίκημα με βάσει το Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, τονίστηκε ότι δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης χρήσης βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως (unlawfully), καθιστά, όμως ο ίδιος ο Νόμος, με τις διατάξεις του Άρθρου 17, συγχωρετέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, όπως ήταν η εκεί περίπτωση με την οικιακή βοηθό, νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται¨. Το ζήτημα της αυτοάμυνας όπως προνοείτε στο άρθρο 7.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στη νομολογία, ως αναφερόμενο σε ενέργεια προς αποφυγή ανάλογης και άλλως αναπότρεπτης συνέπειας, εξετάστηκε σε έκταση στην υπόθεση Νικολάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 482. Παραπέμπω στα ακόλουθα αποσπάσματα: (σελ. 496): «... Εκ των πραγμάτων, η έννοια της «εύλογα» αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος ¨εύλογα¨ εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα: Όχι όμως ασφαλώς υπό την μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπόψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - « .that which was reasonable in the light of the circumstances as they reasonably appeared to the accused..» όπως το διατύπωσε ο Edmund Davies, L.J. (όπως ήταν τότε), στην Mclnnes
(1969)55 Cr. App.R. 551, σελ. 562 στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien
(1969)53 Cr. App. R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer v. R.
(1971)A.C. 814 (p.c.) στις σελίδες 831 - 832..». Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με την κλασσική διατύπωση στην Palmer, είναι ότι σε στιγμές κρίσης για κάποιον που άμεσα κινδυνεύει, αυτός πρέπει να αποκρούσει τον κίνδυνο με κάποια άμεση και στιγμιαία αντίδραση, ότι κάποιος που υπερασπίζεται τον εαυτό του δεν μπορεί να ζυγίσει με ακρίβεια το ακριβές μέτρο της αναγκαίας αμυντικής του ενέργειας και οι ειλικρινείς και ενστικτώδεις σκέψεις του αμυνόμενου. Στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα στης σύνοψης που έγινε από τον Lord Diplock στη Reference under s. 48A of the Criminal Appeal (Northern Ireland) Act 1968 (No. 1 of 1975)
(1976)2 All E.R. 937, 947 ως προς το συσχετισμό του αντικειμενικού κριτήριου προς τις περιστάσεις σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: «The form in which the jury would have to ask themselves the question in a trial for an offence against the person in which this defense was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (
  1. a)with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (
  2. b)in the circumstances and time available to him for reflection (
  3. c)could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using?» . Για τη διατύπωση του εύλογου της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά, αν και μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για τη κρίση του Δικαστηρίου (βλ. R.v. Bird
(1985)2 All E.R. 513 και Hallsbury´s laws of England, 4th Ed., Re- issue, Vol. 11
(1), παρ. 498). Περεταίρω, νοουμένου ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπισθεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του, αλλά ακόμα και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. v. Rose
(1884)15 Cox CC 540, R. v. Duffy
(1996)1 All E.R. 62 και Hallsbury´s laws of England, 4th Ed., Vol. 11
(1), παράγραφος 1180). Το θέμα της αυτοάμυνας σε μια υπόθεση όπως η παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στη Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Milliotis v. Police
(1971)2 C.L.R. σελ. 292 και Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. σελ. 9, Γιάλλουρου κ.ά v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ.320). Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αυτοάμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, κάτω από ορισμένες συνθήκες ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία (βλ. Mαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 251, όπου υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις R v. Wheeler
(1967)3 All E.R. 829,830, Lobell
(1957)1 Q.B.D.547). Το ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος ήταν λογική. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης (βλ. Μαραγκός (πιο πάνω), Miliotis (πιο πάνω), Maifoshis (πιο πάνω), R v. Julien
(1969)2 All E.R. 856, Palmer v.R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, R v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 1970). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι Μ.Κ.2,3 και 4 ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Εξάλλου η βοήθεια που προσέφεραν σε σχέση με τα γεγονότα αυτά καθ΄αυτά από τα οποία προκλήθηκε το αδίκημα ήταν ελάχιστη. Όμως κάποια σημεία της μαρτυρίας βοηθούν στην εξεύρεση της αλήθειας όπως η παραδοχή των αστυνομικών Μ.Κ. ότι ο κατηγορούμενος είχε προβεί διά τηλεφώνου σε παράπονο για το οποίο κλήθηκε να παρουσιαστεί την επόμενη όταν θα μπορούσε να το κάμει με ευχέρεια, περαιτέρω τα όσα ανέφερε ο αστυφύλακας Μ.Υ. 2 για το παράπονο που προηγήθηκε λίγες εβδομάδες πριν για επεισόδιο που προκάλεσε η παραπονούμενη για το οποίο σημειώνω ότι αυτή έκαμε την ανήξερη ενώ ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είχαν μεταβεί αστυνομικοί και της έκαμαν συστάσεις πράγμα που επιβεβαίωσε και η Μ.Υ. 1 ότι δηλαδή είχε δει τους αστυνομικούς. Το ίδιο ειλικρινείς κρίνω και τους Μ.Υ. 1 και 2. Δέχομαι λοιπόν όσα ανέφεραν οι πιο πάνω μάρτυρες ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η δυσκολία έγκειται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επεισόδιο δηλαδή της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Από διάφορα σημεία της μαρτυρίας της παραπονούμενης κρίνω ότι αυτή δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του δικαστηρίου. Παρουσίασε τα γεγονότα με τον τρόπο που ήθελε αυτή έτσι ώστε να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης κάτι που δεν ήταν μέσα στις προσθέσεις του. Αυτό μπορεί να φανεί από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να προκαλέσει ένα τέτοιο σοβαρό επεισόδιο όταν ετοιμαζόταν να μεταβεί σε ένα σημαντικό γι΄αυτόν ραντεβού και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να καθυστερήσει να πάει. Ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα κίνητρο να επιτεθεί στην παραπονούμενη σε αντίθεση με την παραπονούμενη. Ήταν μέλος στη διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας και εκείνο που επιζητούσε ήταν να ανταποκρίνονται οι ένοικοι της στις υποχρεώσεις τους. Μπορεί να ζήτησε τον λόγο από την παραπονούμενη γιατί να καλέσει βυτιοφόρο εκείνο το πρωί, αυτό ήταν όμως μέσα στα καθήκοντα του και σύμφωνα με απόφαση της επιτροπής η οποία αποσκοπούσε στο να υπάρχει κάποια τάξη στα της διαχείρισης των υποθέσεων της πολυκατοικίας. Αποκαλύφθηκε ότι τρεις βδομάδες νωρίτερα στις 20.02.2006 ο κατηγορούμενος προέβη σε παράπονο για επίθεση και πάλι που δέχθηκε από την παραπονούμενη για το οποίο όμως δεν θέλησε να δώσει συνέχεια πλην της παρατήρησης που ζήτησε από την αστυνομία να της γίνει όπως και έγινε. Την πιο πάνω καταγγελία της η παραπονούμενη προσποιήθηκε ότι αγνοούσε ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί από την υπόθεση της κακόβουλης βλάβης στο αυτοκίνητο της. Ήταν φανερό ότι αυτή εψεύδετο στα πιο πάνω σημεία. Επίσης η θέση της ότι είχαν χυθεί κρασιά πάνω της και είχε λουστεί με αυτά δεν συνάδει και με την κατάθεση του Μ.Κ.2 του Αράμ ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Εάν πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο δεν θα περνούσε απαρατήρητο από αυτόν τον μάρτυρα. Από την άλλη είναι περίεργο που δεν παρουσιάστηκε αυτό το τεκμήριο ενώπιον του δικαστηρίου εφόσον σύμφωνα με την κατάθεση της το είχε παραδώσει στον αστυνομικό. Σε σχέση με την αντίληψη του Μ.Κ.2 Αράμ ότι είδε τον κατηγορούμενο να κρατεί από το λαιμό την παραπονούμενη, όπως κατέγραψε στην κατάθεση του, επισημαίνω ότι ανασκεύασε αυτή τη θέση του κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα μπορούσα όμως να δεχθώ αυτή τη θέση του και ένεκα της απόστασης στην οποία βρισκόταν και λόγω των εμποδίων που υπήρχαν και εμπόδιζαν την απρόσκοπτη θέα της σκηνής. Βρίσκω ότι όταν η παραπονούμενη συνάντησε τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα στο χώρο στάθμευσης και όταν αυτός της ζήτησε το λόγο γιατί να ενεργεί από μόνη της και να καλέσει βυτιοφόρο και της έδωσε και πάλι μια από τις επιστολές με την οποία την καλούσε να καταβάλει τα κοινόχρηστα αυτή τότε εξαγριώθηκε και προκάλεσε το επεισόδιο με απώτερο σκοπό να μπλέξει τον κατηγορούμενο. Δέχομαι επ΄αυτού του σημείου την εκδοχή του κατηγορούμενου για το πώς άρχισε και πως εξελίχθηκε το όλο επεισόδιο όπως την παρέθεσα πιο πάνω καταγράφοντας την μαρτυρία του και η οποία καθίσταται αυτούσια εύρημα μου. Από την άλλη τα τραύματα που ισχυρίστηκε ότι υπέστη η παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο δεν συνάδουν με τον βίαιο τρόπο τον οποίον περίγραψε ότι της τα επέφερε ο κατηγορούμενος. Μπορεί κάποια από αυτά να προκλήθηκαν πράγματι όταν αυτός την άρπαξε από τα χέρια με σκοπό να την αφοπλίσει εφόσον κρατούσε αρχικά ένα γερό κεραμικό και στη συνέχεια ένα κομμάτι του τα οποίο πρότεινε κατά τρόπο απειλητικό προς το μέρος του. Εν πάση περιπτώσει εάν ο κατηγορούμενος τη χτυπούσε με τον τρόπο που περίγραψε σίγουρα τα σημάδια από τέτοια χτυπήματα θα ήταν σοβαρότερα και όχι αυτά που περιγράφηκαν πιο πάνω. Κρίνω την παραπονούμενη ως υπερβολική ως προς την περιγραφή που έκαμε του επεισοδίου κλαι τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της διέκρινα να την χαρακτηρίζει ειρωνεία ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και γενικά η όλη συμπεριφορά της όπως προκύπτει από τη μαρτυρία δείχνει μια αυταρχικότητα (βλέπε μαρτυρία σε σχέση με τη διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας) και εμπάθεια εναντίον του κατηγορούμενου. Αντίθετα ο κατηγορούμενος μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν νηφάλιος, και με ηρεμία, σταθερότητα και νηφαλιότητα απαντούσε ευθέως σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και σε καμιά περίπτωση δεν υπερέβαλλε. Η περιγραφή του επεισοδίου που έκαμε χαρακτηριζόταν από συνοχή. Τα όσα ανέφερε σχετικά με την κατάθεση του για την οποία υπήρξε κριτική εκ μέρους της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής τα βρίσκω φυσιολογικά και τον πιστώνω με ειλικρίνεια. Βρίσκω επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατά τον τρόπο που περιέγραψε ευρισκόμενος σε θέση αυτοάμυνας εφόσον εκείνο το οποίο έκαμε ήταν με άσκηση εύλογης εκ μέρους του βίας να προσπαθήσει να αφοπλίσει την παραπονούμενη η οποία όπως ήταν έτσι εξαγριωμένη και κρατώντας το κεραμικό και προτάσσοντας το προς το μέρος του με απειλητικές διαθέσεις συνιστούσε κίνδυνο γι΄αυτόν. Έχοντας λοιπόν υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας και την πιο πάνω αξιολόγηση της καταλήγω στην αποδοχή της μαρτυρίας και εκδοχής του παραπονούμενου ως της αληθινής και ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την κατηγορία πέρα από κάθε αμφιβολία. Το Δικαστήριο παρέμεινε με πολλές αμφιβολίες σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης οι οποίες σίγουρα προσμετρούν υπέρ του κατηγορουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα αθωώσω τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.