← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Έλενας Ιωάννου, Αρ. Υποθέσεως: 17218/06, 16.5.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Έλενας Ιωάννου, Αρ. Υποθέσεως: 17218/06, 16.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 17218/06 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Έλενας Ιωάννου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 16.5.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: Αυτοπροσώπως Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με την έκθεση του αδικήματος η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορουμένη στις 6.3.06 στην οδό Ανδριανού στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος επιτέθηκε στον Ian Hugh Shepherd και του προξένησε πραγματική σωματική βλάβη. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο πέντε συνολικά μάρτυρες. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη, η οποία υπερασπίστηκε την αθωότητά της αυτοπροσώπως και χωρίς τη βοήθεια συνηγόρου, αφότου κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, πέραν της μαρτυρίας του ιατρού Κ. Κυριακίδη (ΜΚ1), ουσιαστική σημασία έχουν τόσο η μαρτυρία του Ian Hugh Shepherd (MK3) όσο και της κατηγορουμένης. Ο αστ. 3823 Π. Κουμή (ΜΚ2) ανέφερε ότι στις 7.3.06 έλαβε ανακριτική κατάθεση από το ΜΚ3 και τούτο εφόσον ο τελευταίος, ένεκα προσωπικών υποχρεώσεων, αδυνατούσε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό στις 6.3.06, ημερομηνία του επίδικου επεισοδίου, για να δώσει κατάθεση. Ο αστ. 1910 Π. Φραγκούδη (ΜΚ5) ανέφερε ότι στις 6.3.06 έλαβε, τηλεφωνικώς, παράπονο από το ΜΚ3 ότι η Έλενα Ιωάννου του επιτέθηκε και τον κτύπησε. Ο ΜΚ3 ανέφερε στο μάρτυρα ότι ένεκα προσωπικών υποχρεώσεων δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση την ίδια ημέρα και ότι θα παρουσιαζόταν στον αστυνομικό σταθμό την επομένη. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 στις 6.3.06 έλαβε κατάθεση από την κατηγορουμένη η οποία του ανέφερε ότι ενωρίτερα την ίδια ημέρα ο ΜΚ3 προέβη σε κακόβουλη ζημία στο όχημά της και ότι της επιτέθηκε. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως τεκμήριο
  2. Τέλος, ο ΜΚ5 στις 14.5.06 κατηγόρησε την κατηγορουμένη γραπτώς (βλ. τεκμήριο 6) δια το ότι στις 6.3.06 επιτέθηκε στον Ian Hugh Shepherd και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η Ann Wilkinson (ΜΚ4) ανέφερε ότι την 6.3.06 βρήκε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας ένα σπασμένο πλακάκι το οποίο πέταξε στο σκυβαλλοδοχείο. Δεν είδε η ίδια το υπό κρίση συμβάν ενώ όταν μίλησε με το ΜΚ3 ο τελευταίος δεν της είπε ούτε και της έδειξε οιαδήποτε σημάδια. Ο ΜΚ1, ιατρός στο επάγγελμα, εξέτασε το ΜΚ3 στις 8.3.
  3. Εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 1) στο οποίο αναγράφονται διάφορες κακώσεις που εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή των χεριών του ΜΚ
  4. Δεν ήταν εις θέση να γνωρίζει πότε προκλήθηκαν οι εν λόγω κακώσεις, ενώ καταφατική ήταν η απάντηση του σε ερώτηση εάν είναι πιθανόν να προήλθαν από άμυνα. Ο Ian Hugh Shepherd (ΜΚ3) διαμένει στην ίδια πολυκατοικία με την κατηγορουμένη. Όπως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο κατήλθε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας για να λάβει το όχημά του και να αναχωρήσει. Εκεί συνάντησε την κατηγορουμένη και σε συζήτηση που είχαν αναφορικά με την αποπληρωμή του υπευθύνου εκκένωσης της αποχέτευσης, τον οποίο είχε καλέσει η κατηγορουμένη, η τελευταία του επιτέθηκε, αρχικά με τα χέρια και στη συνέχεια με ένα πλακάκι που βρίσκετο στο χώρο στάθμευσης. Ο ΜΚ3 περιέγραψε τη δική του εκδοχή του όλου περιστατικού αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι, αμυνόμενος των κτυπημάτων της κατηγορουμένης υπέστη εκδορές στα χέρια και κόψιμο σε ένα εκ των δακτύλων του. Ανέφερε ότι δεν επισκέφθηκε την αστυνομία αυθημερόν εφόσον είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις παρόλα ταύτα, αμέσως μετά το συμβάν ενημέρωσε την αστυνομία για ότι είχε συμβεί και διευθέτησε όπως την επαύριον του επεισοδίου μεταβή στον αστυνομικό σταθμό για καταγγελία του παραπόνου που γνωστοποίησε τηλεφωνικώς, όπως και έπραξε. Αντίθετη ήταν η εκδοχή της κατηγορουμένης η οποία ανέφερε ότι βγαίνοντας από την οικία της είδε το ΜΚ3 να κτυπά το όχημά της το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Σπρώχνοντας το ΜΚ3 να φύγει μακριά από το όχημά της ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε ότι δεν τον αναγνωρίζει ως μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας και τότε άρπαξε την κατηγορουμένη από το λαιμό και άρχισε να την κτυπά. Σύμφωνα με την κατηγορουμένη αιτία διακοπής της επίθεσης που δέκτηκε από το ΜΚ3 ήταν οι δυνατές κραυγές της οι οποίες προσέλκυσαν το ενδιαφέρον ενός ζευγαριού σε γειτονικό σπίτι. Αμέσως μετά στο συμβάν η κατηγορουμένη μετέβη τόσο στην αστυνομία για καταγγελία όσο και στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λάρνακος. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, εφόσον έχω διαπιστώσει ότι μέρος τούτου δυνατό να θεωρηθεί ως πραγματική μαρτυρία, κρίνω ορθό να πραγματευθώ πρώτο αυτό το σκέλος της μαρτυρίας. Άλλωστε, η τυχόν αποδοχή μαρτυρίας ως πραγματικής θα παράσχει στη συνέχεια την ευχέρεια αντιδιαστολής των εκατέρωθεν θέσεων με αυτού του είδους τη μαρτυρία συνεισφέροντας έτσι στην αξιολόγηση του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού (βλ. Knell ν. Αστυνομίας

(1993)2 ΑΑΔ 51). Ως πραγματική μαρτυρία λοιπόν εκλαμβάνω τις διαπιστώσεις του ιατρού Κυριακίδη (ΜΚ1). Οι κακώσεις που ο ΜΚ1 διαπίστωσε στις 8.3.06 επί των χεριών του ΜΚ3 είναι στοιχεία τα οποία ομιλούν αφεαυτών (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 439, 443). Η παρουσία τούτων στις 8.3.06 αλλά και ο εντοπισμός τους από το ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορουμένη. Ως εκ τούτου, ως πραγματική μαρτυρία εκλαμβάνω ότι ο ΜΚ3 στις 8.3.06 έφερε γραμμοειδής εκδορές δέρματος έσω επιφάνειας πηχεοκαρπικής, πολλαπλές γραμμοειδής εκδορές δέρματος έξω επιφάνειας πήχεως δεξιά, και μικρή εκδορά δέρματος δείκτου χειρός πλαγιοτελικής φάλαγγος προς τον αντίχειρα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Έρεισμα για την εν λόγω διαπίστωση δίδει η θετική εντύπωση που απεκόμισα ενόσω μαρτυρούσαν, εφόσον η μαρτυρία τους ήταν αυθόρμητη, σταθερή και ελεύθερη αντιφάσεων. Οι όποιες μικροδιαφορές, λόγου χάριν ό,τι η ΜΚ4 ανέφερε πως ο ΜΚ3 δεν της είπε ούτε και της έδειξε οιεσδήποτε κακώσεις, δεν θεωρώ ότι αλλοιώνουν τη θετική εικόνα των δύο τούτων μαρτύρων. Άλλωστε, η σχετική ερώτηση ως είχε τεθεί από την κατηγορουμένη ήταν διττού περιεχόμενου και καθοδηγητική. Εν πάση περιπτώσει, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού ενισχύει τη θετική παρουσία στο δικαστήριο των δύο αυτών μαρτύρων όσο και των άλλων μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Αντίθετη όμως είναι η εντύπωση που απεκόμισα από την κατηγορουμένη. Άλλοτε οι απαντήσεις της επεκτείνονταν αχρείαστα σε αοριστολογίες, ενώ άλλοτε κομπιάζοντας απέφευγε να απαντήσει. Εν ολίγοις, η φυσική της παρουσία στο δικαστήριο ήταν φτωχή και καθόλου θετική. Παρόλα ταύτα, η φυσική παρουσία των μαρτύρων δεν είναι το μόνο στοιχείο που καθοδήγησε την κρίση μου αναφορικά με την αξιοπιστία τούτων. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και ιδιαίτερα η τυχόν ταύτιση της εκδοχής ενός έκαστου ως και η καθοιονδήποτε άλλο τρόπο ενίσχυση της θέσης του από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, είναι ό,τι με καθοδήγησε στην αναδίφηση των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν το υπό κρίση επεισόδιο. Προτού όμως αναφέρω όλα εκείνα τα σημεία τα οποία θεωρώ ότι αναδεικνύουν το αξιόπιστο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής κρίνω ορθό να παρεμβάλω ότι οι ΜΚ1, 2, 4 και 5, δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορουμένη. Η μη αμφισβήτηση των όσων ανέφεραν δεν σημαίνει και αυτόματη αποδοχή της θέσης τους από το δικαστήριο. Εφόσον όμως η μαρτυρία τους κρίνεται λογική και πειστική και εφόσον παρέμεινε αναμφισβήτητη και αδιάψευστη, είναι τούτο άλλο ένα στοιχείο το οποίο προσθέτει στο αξιόπιστο της μαρτυρίας των εν λόγω προσώπων (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία
(1999)2 ΑΑΔ 260, 267). Επανερχόμενος στην τυχόν αλληλοϋποστήριξη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής διαπιστώνω τα ακόλουθα. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η επίθεση που δέχθηκε από την κατηγορουμένη διενεργήθηκε, πέραν των κτυπημάτων που του κατάφερε με τις γροθιές της, με ένα πλακάκι το οποίο εντόπισε στο χώρο στάθμευσης. Τούτο μάλιστα το πλακάκι έσπασε κατά τη διάρκεια του υπό κρίση επεισοδίου. Αυτή η θέση του ΜΚ3 υποστηρίζεται από την αναμφισβήτητη θέση της ΜΚ4 ότι στις 6.3.06, δηλαδή την ημέρα του επεισοδίου, εντόπισε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, δηλαδή στο σημείο της ισχυριζόμενης επίθεσης, ένα σπασμένο πλακάκι, δηλαδή ως το επιθετικό όργανο που χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη εναντίον του ΜΚ3, το οποίο πήρε και τοποθέτησε στο σκυβαλοδοχείο. Περαιτέρω, η ΜΚ4 ανέφερε ότι κατέβηκε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας γιατί είδε ότι εκεί βρισκόταν ο οδηγός του βυτιοφόρου εκκένωσης των βοθρολυμάτων. Αυτή η αναμφισβήτητη και πάλιν θέση της ΜΚ4 είναι άλλο ένα στοιχείο το οποίο υποστηρίζει την εκδοχή του ΜΚ
  1. Σύμφωνα με τον τελευταίο, αφορμή πρόκλησης του επεισοδίου με την κατηγορουμένη έδωσε η παρουσία του εν λόγω βυτιοφόρου, το οποίο κλήθηκε από την κατηγορουμένη, σε συνάρτηση με τον τρόπο αποπληρωμής τούτου. Πέραν όμως της ΜΚ4, τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ5 επεξηγούν γιατί ο ΜΚ3 δεν παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό την ίδια ημέρα του επεισοδίου, ενώ τούτες οι επεξηγήσεις τους υποστηρίζουν τα όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΚ
  2. Παρότι θέση της κατηγορουμένης ήταν πως ο ΜΚ3 μετέβη στον αστυνομικό σταθμό μετά από την ίδια και εφόσον φοβήθηκε ότι τον κατήγγειλε εκείνη, η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ5, ταυτόσημη με τη μαρτυρία του ΜΚ3, αποδεικνύει ότι ο ΜΚ3 αμέσως μετά το επεισόδιο επικοινώνησε με την αστυνομία, τους ενημέρωσε για το συμβάν (δηλαδή ότι δέχθηκε επίθεση από την κατηγορουμένη) και τους ανέφερε ότι ένεκα άλλων προσωπικών υποχρεώσεων δεν μπορούσε να δώσει γραπτή κατάθεση αυθημερόν και αφότου εξασφάλισε την έγκριση της αστυνομίας να παρουσιαστεί την επομένη για κατάθεση, τότε μόνο αναχώρησε. Τέλος και η μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία ενωρίτερα κρίθηκε ως πραγματική μαρτυρία, υποστηρίζει την εκδοχή του ΜΚ3 αναφορικά με την επίθεση. Έχω ήδη αναφέρει ό,τι αποδέχομαι ως πραγματική μαρτυρία. Στη γραπτή δήλωση που ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (βλ. τεκμήριο 4) αναφέρεται ότι "I managed to ward off the blows with my hands and arms, sustaining some small cuts and bruised forearm in the process». Προκύπτει έτσι ότι οι κακώσεις που ο ΜΚ3 αναφέρει (κοψίματα-cuts) καθώς και τα σημεία που αναφέρει (αντιβραχίονας-forearm) υποστηρίζονται από τις διαπιστώσεις του ΜΚ
  3. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ΜΚ3 στο ίδιο τεκμήριο σε ματωμένο δάκτυλο (bleeding finger). Όλα τα πιο πάνω είναι εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας που διαπιστώνω ότι η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής ταυτίζεται και αλληλοϋποστηρίζεται. Η εν λόγω αλληλοϋποστήριξη επαρκεί βεβαίως για να αναδείξει την αληθοφάνεια και το αξιόπιστο της μαρτυρίας τούτων των μαρτύρων. Εν πάση όμως περιπτώσει, στον αντίποδα η φτωχή μαρτυρία της κατηγορουμένης παρέμεινε εντελώς μόνη να υποστηρίζει μια εκ διαμέτρου αντίθετη και ανυποστήρικτη από οιονδήποτε άλλο μάρτυρα, πλην της κατηγορουμένης, εκδοχή. Η θέση της κατηγορουμένης ότι ο ΜΚ3 ήταν αυτός που της επιτέθηκε, μετά που τον είδε να κτυπά το όχημά της το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, δεν υποστηρίζεται από κανένα άλλο πρόσωπο. Ούτε οποιοδήποτε μέρος αυτής της εκδοχής της κατηγορουμένης υποστηρίζεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Το μόνο που προεξέχει από τη μαρτυρία της κατηγορουμένης είναι, πέραν της αοριστολογίας, η αντίφαση. Παρεμβάλω εδώ ότι ως αντίφαση κρίνω τη θέση της κατηγορουμένης κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 ότι εκείνος ήταν που την κτύπησε, αποφεύγοντας όμως να υποβάλει στο μάρτυρα ότι πρότερων της κατ' ισχυρισμό επίθεσης προέβη και σε κακόβουλη ζημία στο όχημά της. Αναφέρω τούτο εφόσον διαπιστώνω ότι το σύνολο της αντεξέτασης που η κατηγορουμένη υπέβαλε το ΜΚ3 δεν είναι άμεσα συναρτημένο με ότι η κατηγορουμένη ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 7). Περαιτέρω, αν και η κατηγορουμένη αποδέχεται ότι υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ της ιδίας και του ΜΚ3 αναφορικά με τη διαχείριση της πολυκατοικίας, απέφυγε να κάνει οιανδήποτε αναφορά στο βυτιοφόρο βοθρολυμάτων καθώς και κατά πόσο ο οδηγός του ευρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο στη σκηνή του επεισοδίου. Μάλιστα, η κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ3, δηλαδή την παρουσία του φορτηγού. Όλα τα πιο πάνω είναι οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι με οδήγησαν στην απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούμενης ως αναξιόπιστης και στην αποδοχή της εκδοχής των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής ως αληθινής και αξιόπιστης. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων και στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι στις 6.3.06 η κατηγορουμένη επιτέθηκε στον Ian Hugh Shepherd ενόσω ευρισκόταν στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διαμένουν στην οδό Ανδριανού. Η κατηγορουμένη αρχικά επιτέθηκε στο ΜΚ3 κτυπώντας τον με γροθιές, ενώ στη συνέχεια του επιτέθηκε με ένα αιχμηρό κομμάτι από πλακάκι. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κατηγορούσα αρχή δεν υπέβαλε το ΜΚ1, τον ιατρό που εξέτασε το ΜΚ3, σε ενδελεχή εξέταση. Ο μάρτυρας απλώς αναγνώρισε το πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε, το περιεχόμενο του οποίου και το υιοθέτησε. Παρόλα ταύτα, διαπιστώνω ότι τούτο δεν δημιουργεί ρήγματα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Όπως ο ΜΚ3 ανέφερε, από την επίθεση της κατηγορουμένης υπέστη εκδορές, μώλωπες και κοψίματα. Σύμφωνα με το ΜΚ3 αυτές είναι οι κακώσεις που διαπίστωσε ο ΜΚ1 στις 8.3.
  4. Η κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ3 οδηγεί στην αναπόφευκτη σύνδεση των όσων ανέφεραν και στο συμπέρασμα ότι οι δύο μάρτυρες αναφέρονταν στις ίδιες κακώσεις οι οποίες προκλήθηκαν από την επίθεση. Συγκεραστικά λοιπόν των πιο πάνω διαπιστώνω ότι από την επίθεση της κατηγορουμένης ο ΜΚ3 υπέστη τις κακώσεις που ο ΜΚ1 εντόπισε στις 8.3.06 και κατέγραψε στο τεκμήριο
  5. Εκείνο που απομένει πλέον να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κακώσεις που διαπίστωσε ο ΜΚ1 συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Καθοδήγηση λαμβάνω από την απόφαση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR 56, 64 όπου αναγνωρίστηκε ότι οι εκδορές συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Έχοντας τούτο κατά νου καταλήγω ότι οι κακώσεις που προκλήθηκαν στο ΜΚ3 από την κατηγορουμένη και οι οποίες διαγνώσθηκαν στις 8.3.06 από το ΜΚ1, συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Προτού όμως ολοκληρώσω την όλη απόφαση κρίνω ορθό να σχολιάσω άλλη μια πτυχή τούτης. Μπορεί μεν η κατηγορουμένη να δήλωσε ενόρκως ότι ούτε ως αυτοάμυνα δεν κατόρθωσε να σπρώξει και να κτυπήσει το ΜΚ3 παρόλα ταύτα, μέρος της αντεξέτασης στην οποία υπέβαλε τους μάρτυρες κατηγορούσας αρχής (βλ. αντεξέταση ΜΚ1), δυνατό να εκληφθεί ως έμμεση έγερση ισχυριζόμενης αυτοάμυνας. Αξίζει να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι καθοδήγηση αντλώ από την απόφαση Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251, 255. Προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτοάμυνας δεν συνιστά υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Δεν συνιστά υπεράσπιση εφόσον αποτελεί ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο η κατηγορουμένη να αμύνθηκε και όχι της υπεράσπισης να αποδείξει κάτι τέτοιο. Τούτων λεχθέντων διαπιστώνω ότι κανένα μέρος του μαρτυρικού υλικού, πλην της αναξιόπιστης μαρτυρίας της κατηγορουμένης, δεν αναφέρεται και δεν δίδει έρεισμα για τέτοια διαπίστωση. Η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ3 δεν αφήνει κανένα ενδοιασμό ότι η κατηγορουμένη δεν αμυνόταν αλλά επιτείθετο. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι κανένα εκ των ενώπιον μου στοιχείων αλλά και εκ των προαναφερόμενων διαπιστώσεων δίδει έρεισμα για εξαγωγή συμπεράσματος αυτοάμυνας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.