← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υποθέσεως: 914/08, 22.5.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υποθέσεως: 914/08, 22.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 914/08 Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Αρχής ν. Ανδρέας Ανδρέου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.5.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος Κύρου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, δηλαδή οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 26.9.07 στην οδό Ναϊάδων στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακος, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής HΒK955, χωρίς να καταβάλλει προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Αφότου η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ο κος Κύρου περιόρισε το αίτημά του σε ένα και μοναδικό λόγο. Τούτος είναι η μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος και δη εκείνου της αμελούς οδήγησης. Στον αντίποδα, η κα Παντελή για την κατηγορούσα αρχή ισχυρίστηκε ότι πληρούνται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και ότι το δικαστήριο πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια εν σχέσει με το υπό κρίση αίτημα. Το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτο (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Μείζονος σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Σημαντικό ρολό στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος διαδραματίζει και η κατάθεση του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. Μενέλαος Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, 45). Βέβαια, τούτο έχοντας πάντα υπόψη τα λεχθέντα στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννης Χ"Κωνσταντίνου
(1989)2 Α.Α.Δ. 99, 103 ότι δηλαδή η παρουσίαση τέτοιας κατάθεσης στο δικαστήριο από μέρους της αστυνομίας δεν συνιστά αναπόφευκτη υιοθέτηση του περιεχομένου της, εφόσον αυτή η παρουσίαση γίνεται καθηκόντως και όχι κατ' επιλογή. Για καλύτερη αντίληψη της όλης υπόθεσης αλλά και του υπό κρίση αιτήματος πιο κάτω παραθέτω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού. Ο Mohamand Ahmad Asfour (ΜΚ2) είναι ο πατέρας του Abdul Pahman Asfour (στη συνέχεια ο πεζός). Ελληνική μετάφραση της κατάθεσης του ΜΚ2 κατατέθηκε εκ συμφώνου και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός (βλ. έγγραφο Α). Ό,τι προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο είναι πως σε άγνωστο χρόνο ο ΜΚ2 ευρισκόμενος στην οικία του άκουσε ίχνη τροχοπέδησης και στη συνέχεια κτύπημα. Εξερχόμενος της οικίας του είδε ακινητοποιημένο στο δρόμο ένα μπλε όχημα και κάτω από το μπροστινό μέρος τούτου τον πεζό. Μετά το δυστύχημα μεταξύ του οχήματος και του πεζού στη σκηνή μετέβησαν ο αν. λοχίας 838 Σ. Μηλιώτης (ΜΚ1) και ο λοχίας 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ3). Ο μεν ΜΚ1, ο οποίος είναι φωτογράφος, έλαβε φωτογραφίες της σκηνής, δέσμη των οποίων κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 2. Ο δε ΜΚ3 επιθεώρησε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε σχετικό σχέδιο (βλ. τεκμήριο 6). Σύμφωνα με το ΜΚ3 χρόνος πρόκλησης του δυστυχήματος είναι η 26.9.07 ενώ τόπος πρόκλησης είναι η οδός Ναϊάδων, δρόμος δύο κατευθύνσεων με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μέγιστο όριο ταχύτητας τα 50km. Στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε το όχημα με αριθμό εγγραφής HBK955 στην τελική του θέση, το οποίο δεν έφερε εμφανή ζημία. Οδηγός του οχήματος ήταν ο Ανδρέας Ανδρέου. Ο ΜΚ3 τοποθέτησε στο σχέδιο σκηνής (τεκμήριο 6) το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ) και το σημείο εισόδου του πεζού στο δρόμο (σημείο Β). Και τα δύο, ως ανέφερε του υπεδείχθησαν από τον κατηγορούμενο. Επίσης, στο τεκμήριο 6 τοποθέτησε και ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου τα οποία εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος, συνολικού μήκους 21,05μ. Με το γράμμα Γ απεικόνισε στο σχέδιο σκηνής όχημα το οποίο, τόσο κατά τον επίδικο χρόνο όσο και όταν ο ίδιος έφθασε στη σκηνή, ευρίσκετο αριστερά ως η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου. Τέλος, ο αστ. 173 Α. Ττοφή (ΜΚ4), ειδικός σε θέματα διαπίστωσης ταχύτητας, την ίδια ημέρα του δυστυχήματος διεξήγαγε εξέταση εξακρίβωσης της τριβής της ασφάλτου στην οδό Ναϊάδων (βλ. τεκμήριο 10). Τοποθετώντας το αποτέλεσμα του τεκμηρίου 10 και το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου σε συγκεκριμένη φόρμουλα την οποία επεξήγησε στο δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου αμέσως πριν τη σύγκρουση ανέρχετο σε 54,46km. Η θέση του κατηγορουμένου, ως προκύπτει από τη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 7), εν συντομία έχει ως ακολούθως. Κατά τον επίδικο χρόνο η ταχύτητα του οχήματός του κυμαίνετο μεταξύ 50 και 55 χιλιόμετρα. Οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΚ955 στην οδό Ναϊάδων και παρά το ύψος της οδού Γοργόνων είδε ξαφνικά ένα αγοράκι να μπαίνει στην πορεία του τρέχοντας, από αριστερά προς δεξιά. Ευθύς μόλις είδε το νεαρό πεζό φρέναρε το όχημά του, αλλά λόγω της κοντινής απόστασης τον κτύπησε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η ορατότητά του προς την πορεία του νεαρού πεζού εμποδίζετο από σταθμευμένο όχημα το οποίο η αστυνομία σημείωσε στο σχέδιο σκηνής. Παρότι το αίτημα της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής εντούτοις, δεν αίρεται η υποχρέωση του δικαστηρίου για εξέταση του μαρτυρικού υλικού και διαπίστωση ότι δεν είναι αντινομικό. Άλλωστε, η υποχρέωση του δικαστηρίου για διαπίστωση πλήρωσης των νομολογημένων προϋποθέσεων υφίσταται ακόμη και στην απουσία σχετικού αιτήματος (βλ. άρθρο 74
(1)(γ), Κεφ. 155). Ως εκ τούτου, έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω εξετάζω πρώτα την ικανότητα της ενώπιον μου μαρτυρίας. Είμαι της γνώμης ότι στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εντοπίζονται τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να εκθεμελιώνουν την όποια λογική προσδοκία θετικής αξιολόγησης στο κατάλληλο περί τούτου στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Ως εκ τούτου, κρίνω πως αυτή τουλάχιστον η προϋπόθεση πληρούται. Περαιτέρω, από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού είναι αντιληπτό ότι μοναδικό υπό αμφισβήτηση συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η τυχόν αμέλεια του κατηγορουμένου και όχι οιονδήποτε άλλο, φερειπείν οδήγηση σε οδό. Ούτως ή άλλως κρίνω πως τα λοιπά του αδικήματος συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, εστιάζω την εξέτασή μου μόνο στο υπό κρίση συστατικό στοιχείο, δηλαδή αμελή οδήγηση. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, τόσο το σημείο σύγκρουσης όσο και το σημείο εισόδου του πεζού στο δρόμο προκύπτουν μόνο από τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου. Καμία άλλη μαρτυρία ενώπιον μου δεν δίδει οιονδήποτε στοιχείο σχετικό των πιο πάνω σημείων. Άλλωστε, ο νεαρός πεζός δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Ούτε και οιονδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δυνατό να θεωρείτο αυτόπτης μάρτυρας παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Κατ' ουσίαν η όλη υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σύγκειται σε υπαγωγή των ευρημάτων της αστυνομίας στη σκηνή του δυστυχήματος (ίχνη τροχοπέδησης οχήματος κατηγορουμένου, ορατότητα κατηγορουμένου και ταχύτητα του οχήματός του) στα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του, διεργασία από την οποία, σύμφωνα με τη θέση της αστυνομίας, προκύπτουν ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο συμπεράσματα. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ειπωθεί ότι το σημείο Β στο τεκμήριο 6 δεν απεικονίζει τη θέση στην οποία ευρισκόταν ο πεζός πριν το δυστύχημα αλλά την πορεία που τούτος ακολούθησε. Δεν πρόκειται για ένα σταθερό σημείο αλλά για νοητή γραμμή κατεύθυνσης. Περαιτέρω, η αναφορά του ΜΚ3 στην ορατότητα του κατηγορουμένου έγινε ως ακολούθως. Ό,τι επί λέξει ανέφερε ο μάρτυρας είναι πως "Η ορατότητα από το σημείο εκκίνησης του πεζού 18,40 μέτρα εμποδίζεται από το σταθμευμένο σαλούν KPY633." Το αναφερόμενο από το ΜΚ3 όχημα είναι εκείνο που στο τεκμήριο 6 απεικονίζεται με το γράμμα Γ. Από την πιο πάνω αναφορά του ΜΚ3 προκύπτει ότι η αστυνομία δεν εξέτασε την ορατότητα του κατηγορουμένου αλλά την ορατότητα του πεζού προς την κατεύθυνση του οχήματος του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, τούτη η ορατότητα δεν επεξηγήθηκε από ποιο σημείο μετρήθηκε όπως ούτε γιατί μετρήθηκε από το εν λόγω άγνωστο για το δικαστήριο σημείο. Επαναλαμβάνω ότι το σημείο Β δεν απεικονίζει ένα σταθερό σημείο στο οποίο βρισκόταν ο πεζός αλλά το σύνολο της πορείας του πεζού προ του δυστυχήματος. Ποιο σημείο τούτης της πορείας, δηλαδή της πορείας Β, έλαβε η αστυνομία υπόψη της για να καταλήξει στην προαναφερόμενη ορατότητα του πεζού, παραμένει άγνωστο για το δικαστήριο. Τέλος, από τη δήλωση του ΜΚ3 είναι ηλίου φαεινότερον ότι η απόσταση των 18,40 μέτρων που αναφέρθηκε ως ορατότητα του πεζού είναι πλασματική εφόσον, σύμφωνα με την ίδια αναφορά του ΜΚ3, διακόπτεται από το όχημα με αριθμό εγγραφής KPY633. Ποια είναι η απόσταση μεταξύ οχήματος κατηγορουμένου και πεζού στην οποία δεν παρενέβαλλε το εν λόγω όχημα δεν αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, η όποια αναφορά σε ορατότητα και δη από το μέρος του πεζού προς την κατεύθυνση από την οποία ήλαυνε το όχημα του κατηγορουμένου, εν τη απουσία ακριβές και σταθερού σημείου στο οποίο ευρισκόταν ο πεζός πριν εισέλθει στο δρόμο, ανάγεται στη σφαίρα των υποθέσεων και όχι των διαπιστώσεων. Περαιτέρω, η αναφορά του ΜΚ3 σε εξέταση της ορατότητας του πεζού και όχι του κατηγορουμένου, δεν μπορεί άνευ οιουδήποτε άλλου στοιχείου να εκληφθεί ότι η απόσταση είναι η ίδια και ότι οι δύο, ουσιαστικά, ορατότητες δεν διαφέρουν σε μέγεθος. Ούτως ή άλλως, ακόμη και αν θεωρηθεί ταυτόσημη η εν λόγω απόσταση, ανυπέρβλητο εμπόδιο παραμένει η παρεμβολή σε αυτή του σταθμευμένου οχήματος με αριθμό εγγραφής KPY633. Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι άγνωστη παραμένει η ακριβής θέση του πεζού όταν ο κατηγορούμενος τον είδε για πρώτη φορά όπως και η απόσταση που τον χώριζε από το όχημα του τελευταίου. Ακόμη, άγνωστη παραμένει η μέγιστη ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος προς το μέρος του πεζού αμέσως μετά που το οπτικό του πεδίο ελευθερώθηκε από το σταθμευμένο όχημα και κατά πόσο τούτη είναι ίση ή μεγαλύτερη από την απόσταση που χώριζε τον πεζό από το όχημα του κατηγορουμένου. Ακόμη, αξιοσημείωτο είναι ότι και η αμέσως προηγούμενη της εισόδου στο δρόμο συμπεριφορά του πεζού, δεν προκύπτει από οιονδήποτε άλλο μάρτυρα παρά μόνο από τον κατηγορούμενο. Όπως ο τελευταίος ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 7) ξαφνικά είδε τον πεζό να τρέχει προς το δρόμο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4 "το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού" Δοθέντος ότι και το καθήκον επιμέλειας δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας (βλ. Νικολαΐδης ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422, 428), καθίσταται αντιληπτό ότι για τη γέννηση καθήκοντος επιμέλειας, προϋπόθεση αποτελεί η δυνατότητα όρασης του επηρεαζόμενου προσώπου. Εάν για τον οποιοδήποτε λόγο τέτοια ορατότητα παρεμβάλλεται και διακόπτεται, ο οδηγός δεν επωμίζεται καθήκον εικασίας και υπόθεσης ότι δυνατόν άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο να πράξουν τούτο ξαφνικά και απροσδόκητα ανακόπτοντας μάλιστα την πορεία του. Στη δοσμένη περίπτωση η απουσία διαπίστωσης αναφορικά με τη γραμμή ορατότητας του κατηγορουμένου σε συνδιασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία (ακριβές σημείο στο οποίο ευρισκόταν ο πεζός πριν την είσοδό του στο δρόμο), δεν επιτρέπει συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής. Παρεμβάλλω εδώ ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι πλασματικοί αριθμοί που πρόσφερε η κατηγορούσα αρχή γίνονταν αποδεχτοί από το δικαστήριο και πάλιν η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια. Καταλήγω σε τούτο εφόσον ο ΜΚ3 επεξήγησε ότι το σημείο σύγκρουσης μεταξύ πεζού και οχήματος απέχει από την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης 14,65μ. Παρότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στο τεκμήριο 7 ότι φρέναρε μόλις είδε τον πεζό, η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αναγνωρίζει ότι χωρίς επιστημονική επεξήγηση το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και να συνυπολογίσει και κάποια απόσταση σκέψης (thinking distance) (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 748, 752). Ως εκ τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που η ορατότητα των 18,40 μέτρων ευσταθούσε, τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με προσθήκη μερικών μέτρων απόσταση σκέψης, δηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την είσοδο του πεζού στο δρόμο το ενωρίτερο δυνατό και ότι πάραυτα έλαβε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Τέτοια διαπίστωση θα οδηγούσε και πάλιν στην απαλλαγή του κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου, συνιστά υπό τις περιβάλλουσες περιστάσεις (δηλαδή την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου και την παρουσία του πεζού στο δρόμο) αμέλεια, κρίνω ότι είναι άστοχη. Εμμέσως πλην σαφώς επιχειρήθηκε σύνδεση της παρούσας με τα λεχθέντα στην απόφαση Δαυίδ ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 169. Είμαι της γνώμης ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την απόφαση Δαυίδ. Στη δοσμένη περίπτωση κανένα στοιχείο της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος είδε το νεαρό πεζό σε πρώτο στάδιο και στη συνέχεια αδιαφόρησε για την ασφάλειά του. Μια και ενιαία χρονικά ήταν η στιγμή που ο κατηγορούμενος είδε τον πεζό, ως προκύπτει από την κατάθεσή του, μοναδική πτυχή του μαρτυρικού υλικού η οποία διαφωτίζει το δικαστήριο επί τούτου. Ο κατηγορούμενος είδε τον πεζό μόνο όταν ο τελευταίος έτρεχε κάθετα προς την κατεύθυνση του κατηγορουμένου. Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια πτυχή του μαρτυρικού υλικού, κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος έλαβε και μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης. Ως εκ των πιο πάνω, ούτε αυτή η θέση της κατηγορούσας αρχής κρίνω ότι μπορεί να οδηγήσει την υπόθεση στο επόμενο στάδιο. Είναι άλλωστε βασική αρχή στο δίκαιο της αμέλειας ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν συνιστά αμέλεια (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομία
(1999)2 ΑΑΔ 113). Εν τη απουσία διαπίστωσης ότι πρότερων της σύγκρουσης ο πεζός κινείτο στην άκρια του δρόμου ή στο πεζοδρόμιο και ότι κατά τον ίδιο χρόνο έγινε αντιληπτός από τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί η ταχύτητα να οδηγήσει σε εύρημα υποχρέωσης του κατηγορουμένου για αυξημένη προσοχή όπως ούτε ότι παρέλειψε να εκπληρώσει αυτό το εξειδικευμένο καθήκον του. Η εισήγηση για τέτοιο αυξημένο καθήκον δεν προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εφόσον άγνωστη παραμένει η όλη συμπεριφορά του πεζού προτού γίνει αντιληπτός από τον κατηγορούμενο να τρέχει προς το δρόμο. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου και μόνο δεν δίδει δικαίωμα για τέτοια κατάληξη. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το δικαστήριο δεν καλεί κατηγορούμενο σε απολογία εάν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, στον ύψιστο βαθμό, δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη, εφόσον έτσι θα ήταν ως εάν ο κατηγορούμενος καλείτο να ενισχύσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου τούτης βαρύνει εξολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365). Ενόψει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή αμελούς ενέργειας. Ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.