Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χρυσοβαλάντης Πούλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης:3656/07, 23 Μαίου,2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:3656/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν -
- Χρυσοβαλάντης Πούλος
- Κυριάκος Δημητρίου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 23 Μαίου,2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τους κατηγορούμενους: κα Οικονόμου Κατηγορούμενοι παρόντες E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις τρεις πρώτες κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Η 1η αφορά το αδίκημα της αλόγιστης διακυβέρνησης σκάφους κατά παράβαση του άρθρου 236 (β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτού του αδικήματος ο 1ος κατηγορούμενος στις 9.08.2006 στη θαλάσσια περιοχή της παραλίας των Φοινικούδων στη Λάρνακα διακυβερνούσε ταχύπλοο σκάφος με τέτοιο αλόγιστο τρόπο ώστε να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλα πρόσωπα. Στη 2η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της οδήγησης ταχύπλοου σκάφους χωρίς να καταβάλει τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση των άρθρων 2,3,5
(2),24
(1)και 19 του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου αρ. 56
(1)/92 και παραγράφου 4 του επισυνημμένου πίνακα όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 60
(1)/99 και Κ.Δ.Π. 37/93. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτού του αδικήματος ο 1ος κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στη 1η κατηγορία ενώ ήταν χειριστής ταχύπλοου σκάφους παρέλειψε να καταβάλει την μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια και προσοχή για την ασφάλεια των προσώπων που βρίσκονταν στο ρυμουλκούμενο πλωτό ψυχαγωγίας τύπου ¨μπανάνα¨. Στην 3η κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράλειψης μεταφοράς επί Ταχύπλοου Σκάφους, που χρησιμοποιεί ιπτάμενο ρυμουλκούμενο αντικείμενο, δεύτερου προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 2 του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου 56
(1)/92 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 60
(1)/99 Κ.Δ.Π. 37/93 και των Κανονισμών 2,3,26
(1)
(11),34 και 35 του περί Ταχύπλοων Σκαφών Κανονισμών του 1999, Κ.Δ.Π. 121/
- Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ως ο ιδιοκτήτης του εν λόγω σκάφους την ίδια πιο πάνω 3η κατηγορία ότι δηλαδή δεν μερίμνησε για τη μεταφορά επί του σκάφους δεύτερου προσώπου ως υπεύθυνου για την επιτήρηση της πτήσης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ: Προς απόδειξη των κατηγοριών κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή ο αστυνομικός που ανέλαβε τη διερεύνηση των αδικημάτων και τρεις από τις κοπέλες που επέβαιναν εκείνη την ημέρα στο εν λόγω σκάφος, δηλώθηκε επίσης ένα παραδεκτό γεγονός. Ο Αστ. 2189 Λ. Αντωνίου υπηρετούσε τότε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Α.Δ.Ε. Λάρνακας. Υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 και σε αυτή είχε καταγράψει ότι την 9.08.2006 και περί ώρα 15:45 ενημερώθηκε το τμήμα του ότι υπήρξε ένα ατύχημα στη θαλάσσια περιοχή των Φοινικούδων στη Λάρνακα όταν νεαρά άτομα επέβαιναν σε φουσκωτό ρυμουλκούμενο σκάφος τύπου ¨μπανάνα¨ το οποίο ρυμουλκούσε ταχύπλοο σκάφος. Ήταν η πληροφόρηση του ότι κάποια από αυτά τα άτομα τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας για περίθαλψη. Μετέβη στη παραλία όπου συνάντησε τον διευθυντή της ιδιοκτήτριας εταιρείας θαλάσσιων σπόρ στην οποία ανήκαν τα εν λόγω σκάφη που είναι ο 2ος κατηγορούμενος και τον οδηγό του ταχύπλοου σκάφους που ήταν ο 1ος κατηγορούμενος. Πήρε τις αναγκαίες πληροφορίες από αυτούς και διενήργησε έλεγχο σε σχέση με τη νομιμοποίηση της χρήσης των συγκεκριμένων σκαφών εκ μέρους των κατηγορουμένων και στη συνέχεια τους κάλεσε στο σταθμό για ανάκριση όπου μάλιστα εναντίον του 1ου κατηγορουμένου φρόντισε να εκδοθεί δικαστικό ένταλμα σύλληψης του. Στη συνέχεια τους κατηγόρησε γραπτώς και κατέθεσε τις γραπτές κατηγορίες ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα όπου οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν. Τρεις από τις επιβαίνουσες στο εν λόγω σκάφος κοπέλες προσήλθαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν. Πρόκειται για την Τζιοβάννα Τζιοβάννη, τη Μαρία Γεωργίου και την Έλενα Καρουλλά οι οποίες κατέθεσαν ως Μ.Κ.2,3 και 4 αντίστοιχα. Αναφέρθηκαν και οι τρεις για την απόφαση τους μαζί με άλλες φίλες τους και φίλους τους, επτά τον αριθμό, να μεταβούν στη θαλάσσια περιοχή των Φοινικούδων στη Λάρνακα και να διασκεδάσουν εφόσον ήταν και τα γενέθλια της Τζιοβάννας (Μ.Κ.2) κάνοντας μάλιστα κάτι διαφορετικό από ότι συνήθιζαν. Το διαφορετικό που επεδίωκαν τους οδήγησε στην απόφαση να ανέβουν για βόλτα στη θάλασσα σε πλωτό και ρυμουλκούμενο σκάφος τύπου ¨μπανάνα¨. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της βόλτας η Έλενα (Μ.Κ.4) έχασε την ισορροπία της και έπεσε στη θάλασσα. Όταν ανέβηκε ξανά στο φουσκωτό η Έλενα συνεννοήθηκαν όλοι μαζί και σε συνεννόηση με τον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος θα οδηγούσε το ταχύπλοο και ρυμουλκό σκάφος κατά τρόπο που να έπεφταν οι επιβαίνοντες στο ρυμουλκούμενο στη θάλασσα. Έτσι και έγινε και ο 1ος κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα με το ταχύπλοο σκάφος του και όταν αυτός έστριψε οι νεαροί που επέβαιναν επί του ρυμουλκούμενου έπεσαν στη θάλασσα όπως είχαν συνεννοηθεί. Όπως είναι το παραδεκτό γεγονός και ενώ ευρίσκονταν κάτω από το νερό ο Μάριος και η Κατερίνα συγκρούστηκαν τα κεφάλια τους που ως αποτέλεσμα είχε το σπάσιμο των δοντιών του Μάριου και το σκίσιμο της κεφαλής της Κατερίνας. Με αυτό τον τρόπο έληξε και η βόλτα και διασκέδαση των νεαρών εφόσον βγαίνοντας από τη θάλασσα με τη βοήθεια βέβαια του 1ου κατηγορουμένου που τους περισυνέλλεξε ο Μάριος τουλάχιστον, όπως είναι η μαρτυρία, κατέληξε στο νοσοκομείο για περίθαλψη. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ήταν η εισήγηση της κ. Οικονόμου ότι δεν αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας καθώς δεν δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με το τι είναι σκάφος και εάν αυτό στο οποίο επέβαιναν οι Μ.Κ.2,3 και 4 συνιστούσε τέτοιο στην έννοια του νόμου. Η μαρτυρία δε που προήλθε από τις επιβαίνουσες του σκάφους Μ.Κ.2,3 και 4 είναι αντιφατική σε σχέση με το εάν υπήρχε ενδεχόμενο να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλα πρόσωπα. Ο τραυματισμός τελικά που επήλθε δεν ήταν συνεπεία της πτώσης στη θάλασσα αλλά ενεργειών των δύο ατόμων που συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 ανέφερε ότι ο τύπος του σκάφους που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε και εν πάση περιπτώσει ήταν πλωτό και όχι ιπτάμενο και δεν εμπίπτει στην έννοια που του δίδει ο νόμος. Η κ. Μιχαήλ παραδέχθηκε ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 υπάρχει κενό και αοριστία στο νόμο. Σε σχέση με τις δύο πρώτες κατηγορίες εισηγήθηκε ότι το όλο ζήτημα θα πρέπει να αξιολογηθεί στο τέλος της δίκης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο κ. Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Η 1η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 236(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο διακυβερνά ή συμμετέχει της διακυβέρνησης ή της λειτουργίας σκάφους είναι ένοχος πλημμελήματος¨. Σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να διαβάζεται η πιο πάνω μετάφραση από το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του πιο πάνω άρθρου παραπέμπω στην υπόθεση Μαυρομμάτης v. Αστυνομίας
(1996)στις σελ. 77 και 78. Επισημαίνεται σε αυτή την απόφαση ότι η λέξη ¨αλόγιστη¨ συμπεριφορά, που έχει παρεισφρήσει στην ελληνική μετάφραση δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο. Οι άλλες τρεις κατηγορίες βασίζονται σε διατάξεις του περί Ταχύπλοων Σκαφών Νόμου (Ν. 56
(1)/1992. Στο άρθρο 2 του νόμου δίδονται οι διάφοροι ορισμοί εκ των οποίων κρίνω ότι έχουν σημασία στη παρούσα υπόθεση οι ακόλουθοι: « Ιδιοκτήτης» σημαίνει το πρόσωπο, στο όνομα του οποίου είναι εγγεγραμμένο ταχύπλοο σκάφος σύμφωνα με τους περί Εκτάκτων Εξουσιών (Έλεγχος Μικρών Σκαφών) Κανονισμούς του 1955 ή οποιαδήποτε νομοθεσία που τους τροποποιεί ή τους αντικαθιστά, ενώ όσον αφορά ταχύπλοο σκάφος που αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας ή ενοικιαγοράς, ή που δεν είναι ακόμα εγγεγραμμένο όπως αναφέρεται πιο πάνω, σημαίνει το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται το σκάφος με βάση τη συμφωνία αυτή. «Ρυμουλκούμενο αντικείμενο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο δεν έχει δική του ανεξάρτητη μηχανική ενέργεια, αλλά σύρεται από ταχύπλοο σκάφος, και για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο σύρεται από το σκάφος». «Ταχύπλοο σκάφος» σημαίνει μηχανοκίνητο σκάφος μήκους όχι μεγαλύτερο από δεκαπέντε
(15)μέτρα που μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα δεκαπέντε
(15)τουλάχιστον κόμβων. Ο ίδιος ορισμός δίδεται και στην Κ.Δ.Π. 121/1999. «Χειριστής» περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο, που χειρίζεται ταχύπλοο σκάφος σε συγκεκριμένο χρόνο καθώς και κάθε πρόσωπο που φέρει την ευθύνη του σκάφους για σκοπούς χειρισμού του ενόσω αυτό είναι αγκυροβολημένο οπουδήποτε, ενώ στην περίπτωση ρυμουλκούμενου αντικειμένου, σημαίνει το χειριστή του σκάφους από το οποίο σύρεται το ρυμουλκούμενο αντικείμενο.¨ Το άρθρο 5 παρ.
(2)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Ο χειριστής ταχύπλοου σκάφους πρέπει να καταβάλλει τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια και προσοχή για την ασφάλεια και τη μη παρενόχληση άλλων προσώπων που βρίσκονται πάνω στο σκάφος ή στη θάλασσα ή στην παραλία ή σε άλλα σκάφη καθώς και για τη μη προξένηση ζημιάς σε ξένη περιουσία γενικά¨. Στη παρ. 4 του Πρώτου Πίνακα του ίδιου νόμου γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: ¨Απαγορεύεται ο χειρισμός ταχύπλοου σκάφους με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή την περιουσία οποιουδήποτε προσώπου με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει οχληρία¨. Στο άρθρο 3 της Κ.Δ.Π. 121/1999 γίνεται πρόνοια για τις κατηγορίες των ταχύπλοων σκαφών. Στην υπόθεση μας θα μπορούσε να ενταχθεί το σκάφος που ενοικίασαν τα επτά νεαρά άτομα στο (β) όπου : Ταχύπλοα σκάφη κατηγορίας Β΄ είναι τα δημόσιας χρήσης ταχύπλοα σκάφη, που διατίθενται από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες τους σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής. Στη παρ.
(1)του άρθρου 26 των ίδιων πιο πάνω Κανονισμών προβλέπει τα ακόλουθα: Ιπτάμενο ρυμουλκούμενο αντικείμενο σημαίνει οποιοδήποτε ρυμουλκούμενο αντικείμενο με πτητική δυνατότητα. Στην παρ. 11 του ίδιου άρθρου διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: ¨Σε κάθε χρήση ιπτάμενου ρυμουλκούμενου αντικειμένου, ο ιδιοκτήτης και χειριστής ταχύπλοου σκάφους μεριμνούν όπως επιβαίνει στο σκάφος και δεύτερο πρόσωπο, υπεύθυνο για την επιτήρηση της πτήσης, εφόσον η κατασκευή του σκάφους το απαιτεί¨. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: Στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 98 γίνεται μια εκτενής ανάλυση του ζητήματος της αμέλειας προς θεμελίωση της ποινικής ευθύνης όπου αναφέρθηκε ότι οι αρχές οι οποίες αναδύονται από διάφορες αποφάσεις στις οποίες έγινε λόγος και οι οποίες αφορούσαν αδικήματα ανθρωποκτονίας ή τροχαίων αδικημάτων τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τονίζεται στην υπόθεση αυτή ότι: ¨Μια πρόδηλη προέκταση αυτών των αρχών υπαγορεύει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ποια ήταν η αμέλεια που έχει επιδείξει ο κατηγορούμενος. Να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας με το να υποδείξει ποιες είναι οι πράξεις, οι παραλείψεις του κατηγορουμένου οι οποίες συνιστούν αμέλεια. Στη συνέχεια της απόφασης μου θα παραθέσω αυτούσια αποσπάσματα της πιο πάνω απόφασης όπου γίνεται παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία για το ίδιο ζήτημα: Στον Russel on Crime, Vol. 1, σελ. 44, υποδεικνύεται ότι οι λέξεις ¨αμέλεια¨ και ¨αμελής¨ δεν είναι πρόσφορες για να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη. Έτσι τα δικαστήρια έχουν δυστυχώς επιδιώξει να μεταβάλουν το νόημα του ουσιαστικού ¨αμέλεια¨ με το να συνοδεύουν επίθετα όπως ¨υπαίτια¨, ¨ποινική¨ ¨κατάφωρη¨ κ. λπ. Στη συνέχεια το Εφετείο αντλεί καθοδήγηση από αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος όπως το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου ¨λόγω ελλείψεως προφυλάξεως ή εξ απροσεξίας¨ κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και το έγκλημα της ανθρωποκτονίας (βλ. άρθρο 205 του Κεφ. 154). Η απόφαση στη Mcleod v. Police
(1973)2 C.L.R. 63 αφορούσε καταδίκη δυνάμει του άρθρου 210 του κεφ. 154. Το Εφετείο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Lord Atkin στην Andreas v. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία με αυτοκίνητο: ¨In order to establish criminal liability the facts must be such as to show that the negligence of the accused wend beyond a mere matter of compensation between subjects and was 'such disregard for the life and safety of others as to amount to a crime against thw state and conduct deserving punishment". Σε μετάφραση: ¨Για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδείχνουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης μεταξύ ατόμων και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί με έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί¨. Στην R v. Bateman
(1925)L.J.K.B. 791,793, η οποία αφορούσε ανθωποκτονία, ο Lord Heward C.J. πραγματεύεται την διάκριση ανάμεσα στην αστική αμέλεια και την ποινική αμέλεια. Έθεσε το θέμα ως εξής: " If A has caused the death of B by alleged negligence, then, in order to establish civil liability, the plaintiff must prove (in addition to pecuniary loss caused by the death) that A owed a duty to B to take care, that that duty was not discharged, and that such default caused the death of B. To convict A of manslaughter, the prosecution must prove the three things above mentioned and must satisfy the jury, in addition, that A's negligence amounted to a crime. In the civil action, if it is proved that A fell short of the standard of reasonable care required by law, it matters not how far he fell short of that standard. The extent of his liability depends not on the degree of negligence, but on the amount of damage done. In the criminal Court, on the contrary, the amount and degree of negligence are the determining question. There must be mens rea¨. Σε μετάφεραση: ¨Αν ο Α έχει προκαλέσει το θάνατο του Β με ισχυριζόμενη αμέλεια τότε για να θεμελιωθεί αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να αποδείξει (πρόσθετα με την χρηματική απώλεια που προκλήθηκε από το θάνατο) ότι ο Α είχε υποχρέωση έναντι του Β να είναι προσεκτικός, ότι εκείνη η υποχρέωση δεν έχει εκπληρωθεί και ότι η παράλειψη προκάλεσε το θάνατο του Β. Για να καταδικαστεί ο Α για ανθρωποκτονία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω 3 στοιχεία και πρόσθετα πρέπει να ικανοποιήσει τους ενόρκους ότι η αμέλεια του Α ισοδυναμούσε με έγκλημα. Στην αστική αγωγή εάν αποδειχθεί ότι ο Α υστέρησε από το επίπεδο της εύλογης επιμέλειας που απαιτείται από το Νόμο δεν έχει σημασία το πόσο υστέρησε από εκείνο το επίπεδο. Η έκταση της ευθύνης του δεν εξαρτάται από το βαθμό αμέλειας αλλά από το ποσό της ζημιάς. Τουναντίον στο ποινικό δικαστήριο η έκταση και ο βαθμός της αμέλειας είναι καθοριστικοί παράγοντες. Πρέπει να υπάρχει mens rea.¨ Σύμφωνα με τον Charlesworth & Percy on Negligence,8η έκδοση, παργρ. 1-14, χρήση του όρου ¨αμέλεια¨ παρόμοια με την πιο πάνω έχει γίνει από τον Lord Atkin στην Αndrews v. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, στην οποία τονίστηκε: ¨Simple lack of care such as will constitute civil liability is not enough: for purposes of the criminal law there are degrees of negligence: and a very high degree of negligence is required to be proved before the felony is established". Σε μετάφραση: ¨Απλή έλλειψη επιμέλειας οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή: για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας: και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα¨. Το τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια το πραγματεύεται ο Glanville Williams στο βιβλίο του Textbook of Criminal Law" σελ. 44: ¨What should prosecutor do to prove negligence? In an action in tort for negligence the plaintiff must give particulars of the alleged negligence in his statement of claim. For example, in a running -down case he will say that the defendant drove too fast, on the wrong side of the road, without keeping a proper look -out, and so on. There are no similar pleadings in criminal cases, but the prosecutor who alleges negligence must be prepared to say what the defendant could and should have done (or refrained from doing) in order to avoid the accident or other occurrence. The evidence given on the negligence issue is almost exclusively evidence of what the defendant did (or failed to do). After that, it is for the jury (or magistrates) to say whether the defendant's behavior showed a lack of due caution¨. Σε μετάφραση: Τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια; Σε αγωγή για αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας στην έκθεση απαίτησης. Για παράδειγμα σε υπόθεση τραυματισμού πεζού από αυτοκίνητο θα πει ότι ο ενάγων οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα, στην εσφαλμένη μεριά του δρόμου, χωρίς να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα κ.λπ. Δεν υπάρχουν παρόμοια δικόγραφα στις ποινικές υποθέσεις, αλλά ο κατήγορος που ισχυρίζεται αμέλεια πρέπει να είναι έτοιμος να πει τι μπορούσε να κάμει και έπρεπε να κάμει ο κατηγορούμενος (ή να απείχε από το να το κάμει) για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. Η μαρτυρία που δίδεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τι έκαμε ο κατηγορούμενος (ή παρέλειψε να κάμει). Μετά από αυτό εναπόκειται στους ενόρκους (ή τους πταισματοδίκες) να πουν κατά πόσο η συμπεριφορά του εναγομένου αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής¨. Γίνεται επίσης στην πιο πάνω υπόθεση παραπομπή στις αποφάσεις Βιττή v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30,39, στην οποία υποδείχθηκε ότι ¨η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων¨ (βλ. και Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160,163). Στην υπόθεση Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 69 γίνεται επίσης μια ανάλυση της έννοιας της αμέλειας σε σχέση ειδικότερα με το Άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα. Η υπόθεση αυτή βέβαια αφορούσε ιατρική αμέλεια και για τούτο το αδίκημα βασιζόταν στο άρθρο 236(ε). Τα όσα όμως αναφέρονται σε αυτή την απόφαση έχουν τη σημασία τους και στη παρούσα υπόθεση μας σε σχέση με το βαθμό αμέλειας που απαιτείται να επιδειχθεί. Αφού γίνεται μια ιστορική αναφορά του θέματος της ποινικής αμέλειας και πως εισήχθη στη Κυπριακή νομολογία το εφετείο αναφέρεται ειδικότερα στην αμέλεια του άρθρου 236. Θα παραθέσω αυτούσια κάποια αποσπάσματα: ¨Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114,131,134). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη )civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Ν. 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas (ανωτέρω). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. . Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός. Όπως είδαμε πιο πάνω, ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται με το άρθρο 236 είναι ανώτερος της αμέλειας που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις αλλά κατώτερος από την αλόγιστη συμπεριφορά και τη βαριά αμέλεια η οποία ας σημειωθεί , είναι έννοια άγνωστη στο δικό μας δίκαιο¨. ΠΩΣ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΤΑΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙA ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με την αντίκριση της μαρτυρίας σε αυτό ο στάδιο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσω ποια είναι η μαρτυρία που υπάρχει σχετικά με την εμπλοκή και ευθύνη των κατηγορουμένων και εάν με αυτή τη μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να στοιχειοθετήσει τα αδικήματα. Ξεκινώντας από τα αδικήματα της 1ης και της 2ης κατηγορίας παρατηρώ ότι φάνηκε από τη μαρτυρία ότι χειριστής του σκάφους το οποίο ρυμουλκούσε το ρυμουλκούμενο αντικείμενο την ¨μπανάνα¨ επί της οποίας επέβαιναν οι Μ.Κ.2,3 και 4 οι οποίες κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο 1ος κατηγορούμενος τον οποίο και αναγνώρισαν. Παρατηρώ εξ αρχής ότι, όπως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο το σκάφος που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος εμπίπτει στην έννοια του ¨Ταχύπολου Σκάφους¨ όπως την κατέγραψα πιο πάνω. Επομένως συστατικό στοιχείο των δύο πρώτων κατηγοριών ότι δηλαδή ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε ταχύπλοο σκάφος δεν έχει αποδειχθεί. Δεν ήταν αρκετό προς απόδειξη αυτού του στοιχείου ο χαρακτηρισμός που του έδωσε ο Μ.Κ.
- Εάν όμως ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω άποψη μου σε σχέση με αυτό το συστατικό στοιχείο είναι λανθασμένη θα προχωρήσω στη συνέχεια και θα εξετάσω τα υπόλοιπα στοιχεία των αδικημάτων εκλαμβάνοντας ότι το εν λόγω σκάφος εμπίπτει στην έννοια του ταχύπλοου σκάφους κατηγορίας Β εφόσον οι Μ.Κ.2,3 και 4 ανέφεραν ότι κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.4,00 η κάθε μια για να κάνουν βόλτα με το ¨ρυμουλκούμενο αντικείμενο¨ που εν προκειμένω ήταν τύπου ¨μπανάνα¨. Επομένως θα πρέπει να εξετάσω εάν οι ενέργειες του 1ου κατηγορουμένου όπως τις περιέγραψαν οι Μ.Κ. 2,3 και 4 οι οποίες επέβαιναν επί του σκάφους τον επίδικο χρόνο ήταν τέτοιες που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ότι δηλαδή αυτός το διακυβερνούσε κατά τρόπο βεβιασμένο ή αμελή ή ακόμα ότι το οδηγούσε χωρίς να καταβάλει την μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια και προσοχή για την ασφάλεια όσων βρίσκονταν πάνω στο σκάφος και τέλος εάν ο χειρισμός που είχε κάμει του σκάφους ήταν τέτοιος που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή τη περιουσία οποιουδήποτε προσώπου ή με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει οχληρία. Οι Μ.Κ.2,3 και 4 ανέφεραν ότι πριν την επιβίβαση τους επί του σκάφους τους δόθηκαν σωσίβια τα οποία φόρεσαν, τους υποδείχθηκαν οι θέσεις τους έτσι ώστε να υπάρχει ισορροπία επί του ρυμουλκουμένου τους συστήθηκε να μη σηκώνονται από τις θέσεις τους για να μη γλιστρήσουν στο νερό. Έκαμαν αναφορά επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν όλοι οι επιβαίνοντες επί του ρυμουλκουμένου στη θάλασσα. Αρχικά, όπως ανέφεραν, υπήρξε κάποιος ενδοιασμός κυρίως από τα κορίτσια της παρέας για να πέσουν στη θάλασσα, εφόσον τα αγόρια είχαν προηγούμενη σχετική εμπειρία. Στη συνέχεια όμως συμφώνησαν όλοι όπως το επιχειρήσουν και με τη θέληση τους βούτηξαν στο νερό όταν ο 1ος κατηγορούμενος σε συνεννόηση τους ανέπτυξε ταχύτητα και έκαμε μάλιστα κάποια στροφή. Ενώ δύο εξ αυτών βρίσκονταν κάτω από το νερό συγκρούστηκαν μεταξύ τους και χτύπησαν τα κεφάλια τους με αποτέλεσμα να τραυματιστούν. Τα δύο αυτά νεαρά άτομα οι οποίοι φαίνονται στον πίνακα των μαρτύρων ως μάρτυρες 1 και 3 αντίστοιχα δεν κλήθηκαν για να καταθέσουν σχετικά με τις συνθήκες που τραυματίστηκαν. Επομένως διακρίνω ένα δυσαναπλήρωτο κενό, κατά την άποψη μου, στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προς στοιχειοθέτηση των πιο πάνω συστατικών στοιχείων η μη πλήρωση του οποίου είναι καταλυτική για την απόδειξη των κατηγοριών. Φάνηκε από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2,3 και 4 ότι ήταν σύνηθες κατά τη διάρκεια της βόλτας με ένα τέτοιο σκάφος οι επιβαίνοντες του ρυμουλκούμενου να πέφτουν στη θάλασσα όπως το είχαν κάμει προηγουμένως τα αγόρια της παρέας και επομένως ήταν μέρος της όλης διασκέδασης που τους πρόσφερε η ενασχόληση τους με αυτό το θαλάσσιο άθλημα, όπως περιγράφηκε, για την οποία και πλήρωσαν. Έχοντας αυτή τη μαρτυρία υπόψη κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας εναντίον του 1ου κατηγορουμένου καθ΄ότι ούτε βεβιασμένη ούτε και αμελής διακυβέρνηση του σκάφους αποδείχθηκε αλλά ούτε και οδήγηση του χωρίς να καταβάλει τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια για τους επιβαίνοντες. Εάν θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή την περιουσία των επιβατών του, που είναι ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει να εξετασθεί, θα πρέπει να πω ότι εφόσον υπήρχες μεταξύ του χειριστή του σκάφους και των επιβατών του συνεννόηση για το πότε θα ρίχνονταν στη θάλασσα και αυτό εξαρτιόταν από την απόφαση των επιβατών πότε θα το έκαναν σε συνεννόηση και πάλι μεταξύ τους θα φτάναμε σε παράλογα, κατά την άποψη μου, αποτελέσματα εάν επιρριπτόταν ευθύνη για αμέλεια στον κάθε επαγγελματία του είδους, και μάλιστα αυτών που ασχολούνται με αθλήματα που εμπεριέχουν και κάποια δόση κινδύνου, όταν αυτοί λαμβάνουν τα στοιχειώδη και απαραίτητα μέτρα ασφάλειας. Ο 1ος κατηγορούμενος φάνηκε από τη ίδια την μαρτυρία των Μ.Κ.2,3 και 4 ότι είχε λάβει έναντι των επιβατών του ρυμουλκούμενου αντικειμένου τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας τους όπως τα σωσίβια και η τοποθέτηση τους στις θέσεις τους. Κατά τα άλλα εκείνο το οποίο έκαμε ήταν με προτροπή των ίδιων των επιβατών του να αναπτύξει ταχύτητα έτσι που η πτώση τους στη θάλασσα να είναι πιο εντυπωσιακή όπως το επιζητούσαν. Δεν υπάρχει απαγορευτική διάταξη στο νόμο ή στους σχετικούς κανονισμούς που να αποτρέπει τον χειριστής ενός τέτοιου σκάφους από του να επιτρέπει σε επιβαίνοντες σε αυτό, εάν το επιθυμούν, να πέφτουν στη θάλασσα. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία των Μ.Κ. κάτι τέτοιο συνηθίζεται με τέτοιου είδους σκάφη και σε τέτοιου είδους ¨βόλτες¨ με αυτά. Η μαρτυρία των Μ.Κ. δεν καταδεικνύει ότι ο όλος χειρισμός εκ μέρους του 1ου κατηγορουμένου του σκάφους έγινε με τρόπο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή την περιουσία των επιβαινόντων στο ρυμουλκούμενο αντικείμενο ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή ότι με τις ενέργειες του προκάλεσε οχληρία. Ενήργησε μέσα στα συνήθη πλαίσια της προσφοράς διασκέδασης στους πελάτες τους και μάλιστα με προτροπή των ίδιων οδήγησε κατά τέτοιο τρόπο το σκάφος έτσι ώστε η βουτιά τους στη θάλασσα να είναι πιο εντυπωσιακή. Οι ενέργειες του δηλαδή δεν ήταν έξω από τη συνήθη πρακτική που ακολουθείται όταν μάλιστα αυτό γίνεται κατ΄επιθυμία των πελατών. Δεν αποκαλύφτηκαν οι συνθήκες τραυματισμού των δύο νεαρών και το παραδεκτό γεγονός δεν προσθέτει οτιδήποτε σχετικά με αυτό και σε καμιά περίπτωση δεν καταδεικνύει ευθύνη του 1ου κατηγορουμένου. Επομένως το κενό που υπάρχει αφήνει τις κατηγορίες 1 και 2 ατεκμηρίωτες και έκθετες σε απόρριψη. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω ότι δεν αποδείχθηκε εάν το σκάφος ήταν ταχύπλοο εντός της έννοιας του νόμου, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το εν λόγω αντικείμενο η ¨μπανάνα¨ στο οποίο επέβαιναν οι Μ.Κ.2,3 και 4 ήταν ¨ιπτάμενο ρυμουλκούμενο αντικείμενο¨ στην έννοια που του δίδει και πάλιν ο νόμος δηλαδή να έχει πτητική δυνατότητα πράγμα που δεν αποδείχθηκε εφόσον καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι το πιο πάνω αντικείμενο είχε πτητική δυνατότητα. Ούτε επιπλέον αποδείχθηκε ότι η κατάσταση του σκάφους απαιτούσε την ύπαρξη δεύτερου προσώπου το οποίο θα ήταν υπεύθυνο για την επιτήρηση της πτήσης. Δεν καθορίζεται π.χ. πουθενά ότι η επιβίβαση κάποιου αριθμού επιβατών απαιτεί την ύπαρξη δεύτερου προσώπου. Επομένως δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο των πιο πάνω κατηγοριών. Επί πλέον σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο δεν αποδείχθηκε και η ιδιοκτησιακή του σχέση με το εν λόγω σκάφος εφόσον ο Μ.Κ.1 αναφέρεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ότι ιδιοκτήτρια του σκάφους ήταν κάποια εταιρεία με το όνομα K & L FINIKOUDES WATER SPORTS LTD και ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της εν λόγω εταιρείας. Επομένως και ως προς αυτό το στοιχείο υπάρχει κενό στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την 4η κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα που προκύπτουν από την μαρτυρία τα οποία δεν οδηγούν στην απόδειξη των στοιχείων των αδικημάτων καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει τα αδικήματα και των τεσσάρων κατηγοριών και έτσι θα τους αθωώσω από αυτό το στάδιο. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο