← Κύπρος

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Τάσου Κουμπαρή, Αρ. Υπόθεσης: 14518/07, 18 Ιουνίου, 2008

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Τάσου Κουμπαρή, Αρ. Υπόθεσης: 14518/07, 18 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14518/07 Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α, ν. Τάσου Κουμπαρή, Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 18 Ιουνίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου. Κατηγορούμενος παρουσιάζεται αυτοπροσώπως. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια και μοναδική κατηγορία που αφορά την απερίσκεπτη και αμελή πράξη κατά παράβαση του Άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 10.8.07 στην Λάρνακα οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HPE315 εναντίον του Άνας Μπακίρ με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο μ΄ αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του. Η Κατηγορούσα Αρχή για ν΄ αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο

(2)μάρτυρες. Πρώτος, κατέθεσε ο Αστ. 4851 κος Αλαμπρίτης (Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, η οποία έγινε Τεκμήριο
  1. Στην κατάθεσή του κατέγραψε την απάντηση του Κατηγορούμενου όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Επίσης κατέθεσε την γραπτή κατηγορία, την οποία ο Κατηγορούμενος υπέγραψε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ειδοποιήθηκε, η Άμεση Δράση, από τον Κατηγορούμενο και μετέβηκαν αστυφύλακες στο μέρος όπου έγινε το συμβάν. Στην συνέχεια τόσο ο Κατηγορούμενος καθώς και ο Παραπονούμενος προσήλθαν στον Σταθμό και ανάφεραν τα παραπονά τους. Δημιουργήθηκε άλλος αστυνομικός φάκελος που αφορούσε το παράπονο του κου Κουμπαρή αναφορικά με την συμπεριφορά του κου Άνας Μπακίρ. Δεύτερος, κατάθεσε ο κος Άνας Μπακίρ, (Μ.Κ.2), ο οποίος ανέφερε ότι δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο αφού του φτιάχνει τα χαλασμένα ηλεκτρονικά μηχανήματά του. Όταν χάλασε το ραδιοκασετόφωνο του αυτοκινήτου του το πήρε στον Κατηγορούμενο να του το φτιάξει. Του το έφτιαξε και του πλήρωσε το ποσό των £
  3. Όμως, μετά την παρέλευση 10-15 ημερών ξαναχάλασε. Το πήρε του Κατηγορούμενου, ο οποίος τον συμβούλεψε να το πετάξει γιατί δεν μπορούσε ν΄ επιδιορθωθεί. Πήγε σε κάποιον άλλο ο οποίος του είπε ότι μπορεί να φτιαχτεί έναντι του ποσού των £40-£
  4. Επέστρεψε εκ νέου στο μαγαζί του Κατηγορούμενου, ο οποίος ετοιμαζόταν να φύγει και του είπε να του το φτιάξει. Ο Κατηγορούμενος θύμωσε και του είπε καλύτερα να το πετάξει. Τότε ενώ ο Παραπονούμενος βρισκόταν 20-30 εκ. από το παράθυρο του οδηγού, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε τ΄ αυτοκίνητο και σχεδόν να του πατήσει τα πόδια του με τους τροχούς του οχήματός του. Ο ίδιος του έριξε το ραδιοκασετόφωνο από το ανοικτό παράθυρο μέσα στ΄ αυτοκίνητο. Κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι μέσα στ΄ αυτοκίνητο βρισκόταν καθισμένη, στο πίσω κάθισμα, η κόρη του Κατηγορούμενου ηλικίας 9-10 χρονών. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος είχε ρίξει το ραδιοκασετόφωνο από το ανοιχτό παράθυρο είτε για να το φτιάξει ή για να το πετάξει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος γιατί είχε θυμώσει από την συμπεριφορά. Μετά το συμβάν έμεινε εκεί και κάλεσε την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος λόγω του ότι ο ίδιος δεν είχε μπαταρία στο κινητό του. Ερωτηθείς από τον Κατηγορούμενο απάντησε ότι είχε φοβηθεί ότι θα τον πατούσε με τους τροχούς του αυτοκίνητου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο σ΄ απολογία. Αυτός επέλεξε να προβεί σ΄ ανώμοτη δήλωση. Στην ανώμοτη δήλωσή του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος είχε προβεί στην συγκεκριμένη καταγγελία για ν΄ αποφύγει την καταγγελία που ο ίδιος είχε κάνει εναντίον του. Ισχυρίστηκε, ότι τ΄ αυτοκίνητό του ήταν σταματημένο και έθεσε το ερώτημα πως θα μπορούσε ν΄ οδηγεί αμελώς ενώ τ΄ αυτοκίνητο ήταν σταματημένο. Ήταν η θέση του ότι είναι οδηγός για 30 χρόνια χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα. Την συγκεκριμένη μέρα είχε και την κόρη του στ΄ αυτοκίνητο οπόταν δεν θα μπορούσε ν΄ οδηγήσει αμελώς. Αξιολόγηση της μαρτυρίας - Ευρήματα - Συμπεράσματα. Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε θεωρώ σκόπιμο να θέσω τη νομική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο αντικρίζει την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της Υπεράσπισης βλ. R. v. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 390. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι αυτή δεν έγινε με όρκο και ότι επομένως δεν τέθηκε στην βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Τέτοια ανώμοτη κατάθεση βέβαια δεν μπορεί ν΄ έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο, δηλαδή, δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. v. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 115/06 και 125/06, ημερ. 21.2.07. Κατά συνέπεια, η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Όπως αποδεικνύεται στην νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τους μάρτυρες κατηγορίας μπορώ να πω ότι ο Αστ. Αλαμπρίτης (Μ.Κ.1) εξιστόρισε τα γεγονότα τ΄ οποία προέκυψαν από την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο ή συμφέρον να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.2) θα πρέπει ν΄ αναφέρω ότι ήταν ειλικρινής. Χωρίς κανένα ενδοιασμό παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε ρίξει το ραδιοκασετόφωνο από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου γιατί είχε συγχυστεί. Επίσης ισχυρίστηκε ότι αυτή του η πράξη ήταν λανθασμένη γι΄ αυτό και παραδέχθηκε την κατηγορία που αντιμετώπισε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν προσπάθησε να πει ψέματα και ήταν τόση η ειλικρίνειά του που είπε ότι φοβήθηκε ότι θα του πατούσε τα πόδια του. Αυτή η ειλικρίνεια στην μαρτυρία του έπεισε το Δικαστήριο ότι έλεγε την αλήθεια. Η νομική υπόσταση της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου έχει αναφερθεί. Αυτό που προκύπτει είναι η θέση του Κατηγορούμενου ότι τ΄ αυτοκίνητο, την συγκεκριμένη στιγμή, ήταν σταματημένο, θέση η οποία συγκρούεται με την απάντηση που έδωσε και καταγράφηκε στην γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 2. Η απάντηση του ήταν η ακόλουθη: «Δεν παραδέχομαι, εγώ απλώς ξεκίνησα για να φύγω να πάω να πιάσω σουβλάκια για τον γιό μου που θ΄ έμενε στο μαγαζί» Οπόταν, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η δική του παραδοχή ότι είχε ξεκινήσει τ΄ αυτοκίνητο για να φύγει. Είναι καθιερωμένη η αρχή ότι οι προφορικές και γραπτές δηλώσεις ενός Κατηγορούμενου που είναι ενάντια στα συμφέροντά του και συνιστούν ομολογίες μπορούν να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε γεγονότα που περιγράφουν βλ. R. v. Donaldson and Others
(1976)64 Cr. App. R. 59, Ταμ. Πρ. Προσ. Βιομ. (ΣΕΚ) ν. Som. CI Ind. Ltd κ.ά (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619. Θεωρώ ότι η ομολογία του Κατηγορούμενου είναι αληθινή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην νομική πτυχή της υπόθεσης. Το Άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: «Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο - (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή... » Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι πρώτο, η οδήγηση οχήματος, δεύτερο, η οδήγηση με αλόγιστο βεβιασμένο ή αμελή τρόπο και τρίτο ο συγκεκριμένος τρόπος οδήγησης να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή ν΄ είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σ΄ άλλο. Αρχίζοντας από το πρώτο στοιχείο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι ξεκίνησε για να φύγει για να πάει στα σουβλάκια. Οπόταν, το αυτοκίνητο ήταν ξεκινημένο και αυτό αποδεικνύει το πρώτο συστατικό στοιχείο ότι οδηγούσε. Το δεύτερο αφορά τον τρόπο οδήγησης. Το σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice 2002, στην παράγραφο 32-52, επεξηγεί τον συγκεκριμένο όρο και αναφέρει τ΄ ακόλουθα: «Whether a person was driving carelessly raises only a question of fact. If the defendant was not exercising the degree of care and attention that a reasonable competent and prudent driver would exercise in the circumstances, he should be convicted. If the circumstances show that his conduct was not inconsistent with that of a reasonably prudent driver he should be acquitted. » Οπόταν, το κατά πόσο κάποιος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο είναι θέμα των περιβάλλουσων συνθηκών. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί ο Παραπονούμενος στεκόταν 20-30 εκ. απόσταση από τ΄ αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, δηλαδή ήταν πολύ κοντά σ΄ αυτό. Η οποιαδήποτε κίνηση του αυτοκινήτου ενδέχετο να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του ή να του προκαλέσει σωματική βλάβη αφού θα περνούσε, τ΄ αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, πάνω από τα πόδια του αν δεν μετακινείτο προς τα πίσω. Συνεπακόλουθα, από όποια γωνιά και αν ιδωθεί η πράξη του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη στην οποία θα προέβαινε ένας λογικός, συνειδητός οδηγός. Έχοντας προβεί στην πιο πάνω κατάληξη και ενόψει του ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τ΄ οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ. .................) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. / ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.