Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Esther Nketia κ.α., Αρ. Υπόθεσης:17518/2007, 25 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:17518/2007 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v.
- Esther Nketia
- Jonathan Shemupunge Κατηγορουμένων --------------------- Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Κακουλλής Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Η 1η κατηγορούμενη μετά από αναστολή της ποινικής της δίωξης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες 1 και 2 τις οποίες αντιμετώπιζε. Η 1η κατηγορία αφορούσε το αδίκημα ότι είχε συνωμοτήσει με τον 2ο για τη διάπραξη πλημμελήματος δηλαδή ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1.11.2007 -18.11.2007 συμπεριλαμβανομένων στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατηγορία που δεν παραδέχθηκε ο 2ος κατηγορούμενος. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας την οποία αντιμετώπιζε από μόνη της η 1η κατηγορούμενη. Στη 3η κατηγορία ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επιπλέον το αδίκημα της παροχής βοήθειας στη 1η κατηγορούμενη για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Επομένως η απόφαση μου αφορά τα αδικήματα των δύο πιο πάνω κατηγοριών 1 και 3 τις οποίες αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος παρουσίασε τρεις μάρτυρες (Μ.Κ.) οι οποίοι εκτός της προφορικής τους μαρτυρίας παρουσίασαν στο δικαστήριο υπό μορφή τεκμηρίων διάφορα σχετικά έγγραφα στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 2834 Φ. Μανώλη του ΤΑΕ Λάρνακας, ως Μ.Κ. 2 η Γ/Αστ. 2098 Α. Μιλτιάδους η οποία υπηρετούσε όταν διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο Τμήμα Ελέγχου Διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας και ως Μ.Κ.3 η Esther Nketia η οποία ήταν η 1η κατηγορούμενη και συγκατηγορούμενη του 2ου κατηγορούμενου. Ο 2ος κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει κατέθεσε ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον Linus Komla Asenso το όνομα του οποίου ακούστηκε όταν έδωσε μαρτυρία η Μ.Κ.3 όπου σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ήταν παρών σε κάποια από τις συναντήσεις τους. Στη συνέχεια σε πολύ γενικές γραμμές θα προσπαθήσω να δώσω τις βασικότερες θέσεις των δύο πλευρών οι οποίες θα μου επιτρέψουν στη συνέχεια να καταλήξω στα ευρήματα και στα συμπεράσματα μου. Τα αδικήματα αποκαλύφτηκαν όταν η 1η κατηγορούμενη παρουσιάστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και αποπειράθηκε να ταξιδεύσει με πλαστή Βελγική ταυτότητα στις 20.11.2007 με προορισμό την Αθήνα. Η Γ/Αστ. 2098 Α. Μιλτιάδους η οποία αντελήφθη την προσπάθεια της 1ης κατηγορουμένης και τη συνέλαβε κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. και είναι αποσπασμένη στο αεροδρόμιο Λάρνακας στον έλεγχο διαβατηρίων. Η κατάθεση που είχε κάμει σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή κατέγραψε ότι στις 18.11.2007 και περί ώρα 15:30 ήταν καθήκον για έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Κάποια στιγμή προσήλθε κάποια κοπέλα με το όνομα Quisema Eva η οποία κατείχε Βελγική ταυτότητα όπου αναγραφόταν ότι αυτή είχε γεννηθεί στην Kinshasa στις 21.10.
- Εγέρθηκαν υποψίες λόγω της ηλικίας ότι δεν επρόκειτο για την ίδια κοπέλα που είχε μπροστά της και η οποία της είχε παρουσιάσει την ταυτότητα ως δική της. Της ζήτησε περισσότερα στοιχεία σε σχέση με την ταυτότητα της χωρίς να ήταν σε θέση να αποδείξει οτιδήποτε. Σε έρευνα που έγινε στις αποσκευές της βρέθηκε έγγραφο με φωτογραφία της η οποία όπως ανέφερε στην αρχή ανήκε στην αδελφή της αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε προφορικά ότι ανήκε στην ίδια και ότι την ταυτότητα που παρουσίασε την είχε αγοράσει για το ποσό των 1000 Ευρώ από κάποιο άτομο από το Congo που ονομαζόταν Jonathan. Της επέστησε αμέσως την προσοχή στο νόμο και αυτή της απάντησε απλά πως: ¨ήθελε μια καλύτερη ζωή¨. Στη συνέχεια της έδωσε τα πραγματικά της στοιχεία που είχε το όνομα Esther Nketia και ήταν κάτοχος διαβατηρίου της Gana με ημερομηνία γέννησης της 19.07.
- Στη Κύπρο είχε έρθει ως φοιτήτρια στο Κολλέγιο Αμερικάνος. Την συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και όταν της επέστησε τη προσοχή στο νόμο απάντησε ¨λυπάμαι¨. Μετά από εξέταση στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές εντοπίστηκαν τα στοιχεία με τη φωτογραφία του προσώπου το οποίο της πώλησε τη Βελγική ταυτότητα και αναγνωρίστηκε από φωτογραφία του που ήταν καταχωρημένη στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Επρόκειτο για τον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στη Κύπρο με την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου. Η μάρτυρας παρέδωσε τόσο την 1η κατηγορούμενη όσο και τα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή της και αυτά που προέκυψαν κατά την έρευνα στον Μ.Κ.1 Αστ. 2834 Φ. Μανώλη του ΤΑΕ Λάρνακας για τα περαιτέρω. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος δεν αντεξετάσθηκε και του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 την οποία και υιοθέτησε για τους σκοπούς της κύριας εξέτασης του κατέγραψε σε αυτή ότι στις 20.11.2007 μετέβη στο αεροδρόμιο Λάρνακας όταν κλήθηκε από την συνάδελφο του Γ/Αστ. Μιλτιάδους η οποία του παρέδωσε μια Βελγική ταυτότητα με το όνομα Eva Quisema η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 και διάφορα άλλα έγγραφα που σχετίζονταν με αδίκημα πλαστοπροσωπίας και τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή της 1ης κατηγορούμενης. Η 1η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας όπου του παρέδωσε ένα διαβατήριο της Γκάνας και έντυπα προσωρινής διαμονής της στη Κύπρο. Τα έγγραφα αυτά τα κράτησε στη φύλαξη του ενώ την ταυτότητα (Τεκμήριο 2) την παρέδωσε για γραφολογικές εξετάσεις στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Στις 21.11.2007 συνέλαβε τον 2ο κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας μετά την έκδοση εντάλματος συλλήψεως του και όταν τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε τη προσοχή στο νόμο του απάντησε στα αγγλικά: ¨I have nothing to say¨. Την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ίδιο κατηγορούμενο στη παρουσία δικηγόρου αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε και του επέστησε τη προσοχή στο νόμο, η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στη συνέχεια του εξήγησε τα δικαιώματα του σε σχέση με αναγνωριστική παράταξη στην οποία ήθελε να τον υποβάλει και αυτός ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο και πως όποιος επιθυμούσε να τον αναγνωρίσει θα μπορούσε να το κάμει στα γραφεία αστυνομικού σταθμού, η συγκατάθεση του σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια η 1η κατηγορούμενη τον αναγνώρισε ως το πρόσωπο που της πώλησε την Βελγική ταυτότητα που η ίδια χρησιμοποίησε με σκοπό να ταξιδεύσει στην Αθήνα και προς τούτο υπέγραψε σχετική κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ο 2ος κατηγορούμενος όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο μετά την αναγνώριση του, απάντησε στα αγγλικά: ¨ΙI don't Know this woman¨. Η έκθεση της εμπειρογνώμονος για τον έλεγχο της ταυτότητας (Τεκμήριο 2) την οποία παρουσίασε η 1η κατηγορούμενη κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της και ως τέτοια εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το αποτέλεσμα της εξέτασης κατέδειξε ότι επρόκειτο για γνήσιο δελτίο ταυτότητος Βελγίου με τη διευκρίνιση της εμπειρογνώμονος ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή κατά πόσο το εν λόγω δελτίο έχει διεκπεραιωθεί από Αρμόδια Αρχή. Η μαρτυρία η οποία εμπλέκει στην ουσία τον 2ο κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων προήλθε από την Μ.Κ.3 η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8 και στην οποία αναφέρεται κάτω από ποιες συνθήκες γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος ανέλαβε να την προμηθεύσει με τη συγκεκριμένη ταυτότητα έναντι αμοιβής 1.000 Ευρώ, ποσό το οποίο και του έδωσε σε δόσεις κατά τον τρόπο που περιγράφει στην κατάθεση της και όπως επέμενε και κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν φοιτήτρια στο Κολλέγιο Αμερικάνος στη Λευκωσία όπου διέμενε. Στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2007, καταγράφει, βρισκόταν κάπου στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία και κουβέντιαζε με άλλους φίλους της. Είχε πει ότι είχε ένα μεγάλο πρόβλημα καθώς είχε σπουδάσει στη Κύπρο και χρειαζόταν δουλειά καθώς είναι και μητέρα μιας οκτάχρονης θυγατέρας η οποία βρισκόταν στη πατρίδα της την Γκάνα. Κάποιος που δεν ήταν της παρέας της και την είχε ακούσει και έφερε το όνομα Jonathan Shemupunge από το Κόγκο προθυμοποιήθηκε να της βρει ταυτότητα για να μπορέσει να ταξιδεύσει εκτός Κύπρου και να εργαστεί. Κάποια από τις επόμενες ημέρες σε νέα τους συνάντηση του έδωσε φωτογραφία της. Σε λίγες ημέρες της είχε δείξει ένα φωτοανατίγραφο μιας ταυτότητας με άλλο όνομα και φωτογραφία και με διαφορετική ημερομηνία γεννήσεως την οποία συμφώνησαν να την αγόραζε από αυτόν για το ποσό των 1.000 Ευρώ με σκοπό να ταξιδεύσει στην Ελλάδα. Επειδή δεν είχε αυτά τα χρήματα ζήτησε να τη βοηθήσουν οικονομικά ο αδελφός της που βρισκόταν στην Αγγλία και φίλοι της στην Ιταλία και Ελλάδα. Όταν είχε εξασφαλίσει τα χρήματα έδωσε στον κατηγορούμενο αρχικά το ποσό των Λ.Κ.400,00 και αργότερα το ποσό των Λ.Κ.100,00 και στο τέλος Λ.Κ.84,00 στις αρχές του Οκτώβρη. Μετά από μια εβδομάδα ο 2ος κατηγορούμενος της παρέδωσε μια Βελγική ταυτότητα με διαφορετικό όνομα από το δικό της και ημερομηνία γέννησης, το Τεκμήριο 2, όπως την αναγνώρισε στη συνέχεια. Της είχε πει ότι η φωτογραφία στην ταυτότητα της έμοιαζε και πως κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι δεν ανήκε σε αυτή η ταυτότητα η οποία ήταν γνήσια Βελγική ταυτότητα. Δεν είχε το τηλέφωνο του Jonathan καθώς το είχε διαγράψει από τοι κινητό της πριν πάει στο αεροδρόμιο και αυτός από ότι ήξερε δεν είχε αυτοκίνητο. Οι συναντήσεις τους γίνονταν σε δημόσιο μέρος και περίγραψε τον 2ο κατηγορούμενο τον οποίο αναγνώρισε στο εδώλιο και τη φωτογραφία του οποίου είχε αναγνωρίσει στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή όταν της την έδειξε η Μ.Κ.2 και αργότερα διά ζώσης στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Ο κατηγορούμενος συνήθιζε να πηγαίνει στο γραφείο KYSA στη Λευκωσία. Κατά την μακρά αντεξέταση της επέμενε ότι όλη η αλήθεια ήταν αυτή που ανέφερε στην κατάθεση της και ότι ήταν ο 2ος κατηγορούμενος που την προμήθευσε έναντι αμοιβής με την Βελγική ταυτότητα με την οποία προσπάθησε να ταξιδεύσει. Αντεξετάσθηκε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε από κατηγορούμενη να καταθέτει ως μάρτυρας κατηγορίας και μάλιστα όταν η διαδικασία της ακρόασης είχε αρχίσει και γι΄αυτήν. Ανέφερε ότι αρχικά είχε πληροφορηθεί από τον δικηγόρο της ότι θα αναστελλόταν η υπόθεση εναντίον της και θα κατέθετε ως Μ.Κ. και να έλεγε την αλήθεια σε σχέση με την προμήθεια της ταυτότητας από τον 2ο κατηγορούμενο στη συνέχεια όμως άλλαξε η απόφαση της εισαγγελίας όπως και ξανά αργότερα με την αναστολή τελικά των κατηγοριών που την βάρυναν και για τούτο και κατέθεσε ως Μ.Κ. Σε σχέση με τα υπόλοιπα σε γενικές γραμμές επέμενε στα όσα κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση της σε σχέση με την εμπλοκή του 2ου κατηγορούμενου στην υπόθεση δίδοντας στην ουσία διευκρινήσεις για διάφορα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε όπως το κατά πόσο είχε τον αριθμό τηλεφώνου του 2ου κατηγορούμενου ή όχι εάν γνώριζε εάν αυτός είχε αυτοκίνητο ή όχι και τις ημερομηνίες συνάντησης και συνδιαλλαγής της με τον 2ο κατηγορούμενο και για τα ποσά που κατέβαλε σε αυτόν και που τα βρήκε. Αρνήθηκε υποβολές ότι ήταν κατόπιν εξαναγκασμού της αστυνομίας που προέβη στην αναγνώριση δήθεν του 2ου κατηγορούμενου. Ο 2ος κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη του στην υπόθεση και ανέφερε υιοθετώντας τα όσα ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3) ότι πράγματι γνώριζε κάποια κοπέλα από την Γκάνα με το όνομα Esther με την οποία όμως είχε μιλήσει την ίδια ημέρα στο τηλέφωνο και δεν θα μπορούσε αυτή να βρισκόταν υπό κράτηση. Γνώριζε το κινητό τηλέφωνο αυτής της κοπέλας και ότι αυτή διέμενε στη Λεμεσό. Επέμενε ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ την Μ.Κ.3 και ούτε της πώλησε οποιαδήποτε ταυτότητα. Στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε για το ζήτημα της αναγνωριστικής παράταξης ισχυριζόμενος ότι ποτέ δεν του είχαν εξηγήσει στην αστυνομία τη διαδικασία αναγνώρισης. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 και όσα αναφέρονται σε αυτό, ανέφερε ότι δεν είχε καταλάβει το περιεχόμενο του και ότι δεν του είχε εξηγήσει ο αστυνομικός ότι στην αναγνωριστική παράταξη θα συμμετείχαν πάνω από πέντε πρόσωπα. Απέδωσε την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση σε κάποιου είδους σκευωρία την οποία όμως απόφυγε να αποδώσει από πού είχε εξυφανθεί αναφερόμενος μάλιστα και σε κάποιο άρθρο που είχε δημοσιεύσει και αφορούσε θέματα αλλοδαπών που διέμεναν στη Κύπρο και ίσως να θεωρήθηκε από κάποιους κύκλους ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας. Διερωτήθηκε πως η Μ.Κ.3 γνώριζε ότι εργαζόταν στο KYSA όταν είχε φύγει από εκεί ήδη από τον Αύγουστο του 2007 όταν κατ΄ ισχυρισμό της τον είχε συναντήσει τον Σεπτέμβριο. Ο Μ.Υ.1 Linus Komla Asenso από την Γκάνα, γνώριμος από το 2006 με τον 2ο κατηγορούμενο από το κολλέγιο Intercollege όπου είχαν παρακολουθήσει κάποιο πρόγραμμα με τον τίτλο ¨Ίσες ευκαιρίες¨. Γνώριζε κάποια κοπέλα από την Γκάνα με το όνομα Esther από το
- Σε σχετικές ερωτήσεις εάν την είχε συναντήσει ποτέ σε καφετερία στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία ή οπουδήποτε αλλού μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο ανέφερε ότι ποτέ δεν την είχε συναντήσει οπουδήποτε αυτή την κοπέλα μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνώριζε δύο κοπέλες με αυτό το όνομα από την Γκάνα. Μιλούσε για την Esther όμως που διέμενε στην Λευκωσία η οποία διέμενε κάπου κοντά στην πλατεία του ΟΧΙ στη Λευκωσία. Όσες φορές συνάντησε όμως αυτή την κοπέλα ήταν στο σπίτι της όπου διαμένουν άνθρωποι από την Γκάνα. Δεν γνωρίζει εάν αυτή η κοπέλα ήθελε να φύγει από την Κύπρο για να μεταβεί σε άλλη χώρα όπου θα μπορούσε να εργαστεί. Δεν γνωρίζει την οδό Λήδρας παρόλο ότι αυτή, όπως του υποβλήθηκε βρίσκεται πολύ κοντά στην πλατεία ΟΧΙ. Σε ερώτηση πως τότε γνώριζε ότι δεν είχε μεταβεί σε αυτή την οδό με τον 2ο κατηγορούμενο ανέφερε ότι την Esther την γνωρίζει μόνο από τις επισκέψεις του στο σπίτι όπου αυτή διέμενε. Το όνομα του δεν είναι συνηθισμένο στη χώρα του και από ό,τι ξέρει δεν υπάρχει στη Κύπρο άλλος ομοεθνής του που να έχει το ίδιο όνομα. Παραδέχθηκε ότι τον είχε ενημερώσει ο 2ος κατηγορούμενος σχετικά με την εμπλοκή του ονόματος του και επειδή είναι στη Κύπρο νόμιμα για οκτώ χρόνια χωρίς να έχει μπλέξει με την αστυνομία για αυτό ήρθε να καταθέσει για να ξεκαθαρίσει τη θέση του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Κακουλλής κατά την τελική του αγόρευση έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στο τρόπο που εξασφαλίστηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.3 πρώην συγκατηγορούμενης του 2ου κατηγορουμένου όταν δηλαδή είχε τροχιοδομηθεί από τον δικηγόρο της η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σχετικά με την λήψη κατάθεσης από αυτή πριν της εξηγηθούν τα δικαιώματα της εγγράφως. Κάκισε τη στάση της εισαγγελίας να διακόψει τις κατηγορίες που αφορούσαν την αυτουργό των αδικημάτων της οποίας η ενοχή ήταν δεδομένη παρόλο ότι αναγνώρισε πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την άσκηση αυτής της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα. Επεσήμανε όμως σε παραπομπή σε σχετική νομολογία και στο Σύνταγμα μας στο ζήτημα της ισονομίας μεταξύ των πολιτών κατά τρόπο που κατέστησε τη δίκη μη δίκαιη. Η ίδια η στάση της Μ.Κ.3 σε ερωτήσεις σε σχέση με την μαρτυρία της πλην της αντιφατικότητας σε κάποια σημεία της προκαλεί σύγχυση και μόνο με καχυποψία μπορεί να αντικρισθεί και μάλιστα αυτό διαφάνηκε στις σχετικές απαντήσεις που έδωσε οι οποίες αφορούσαν το ζήτημα των οδηγιών της και της ενημέρωσης που τύγχανε σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω στάση της είναι αρκετός λόγος, κατά την άποψη του, να μη γίνει πιστευτή. Η αναγνώριση που έγινε του κατηγορουμένου από τη μάρτυρα πάσχει καθώς δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις αστυνομικές διατάξεις. Ο κατηγορούμενος από την άλλη είπε την αλήθεια σε σχέση με το θέμα αυτό όταν ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι θα συμμετείχε σε αναγνωριστική παράταξη. Ο Μ.Υ. διέψευσε την Μ.Κ.3 ότι είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον 2ο κατηγορούμενο στη παρουσία του. Η κ. Θεμιστοκλέους εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και ως τέτοια θα πρέπει να αντικρισθεί. Ο κατηγορούμενος από την άλλη δεν ήταν ειλικρινής και τούτο διαφάνηκε από την εξήγηση που έδωσε σε σχέση με τη συμμετοχή του σε αναγνωριστική παράταξη. Το Τεκμήριο 4 το λεκτικό του οποίου είναι σαφές το υπέγραψε και έτυχε ανάλογης επεξήγησης των δικαιωμάτων του από την αστυνομία. Η δίκη εντός δίκης αν διεξαγόταν δεν θα αφορούσε την κατάθεση της Μ.Κ. η οποία θα πρέπει να κριθεί ειλικρινής αλλά το έντυπο της επεξήγησης των δικαιωμάτων της. Σε σχέση με την στάση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει τις κατηγορίες εναντίον της Μ.Κ.3 ανέφερε ότι παρόλο ότι αυτή η εξουσία του δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο εντούτοις η εξήγηση που δίδεται είναι ότι ο 2ος κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη της προσπορίζοντας χρήματα και την παρέσυρε στη διάπραξη των αδικημάτων. Η δε εκδοχή του κατηγορουμένου περί σκευωρίας σε βάρος του εφόσον δεν έδωσε κάποια λογική εξήγηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και όσα ανέφερε είναι προϊόν δεύτερης σκέψης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω, να ακούσω, να παρατηρήσω λόγια και αντιδράσεις εκ μέρους των μαρτύρων και του κατηγορουμένου οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση από τους μάρτυρες, τις ευκαιρίες που είχαν αυτοί να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614) θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά, εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία, και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Οι Μ.Κ. 1 και 2 δεν είχαν κανένα λόγο να μη πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ. 1 δεν αντεξετάστηκε καν για όσα κατέγραψε στην κατάθεση του και υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ. 2 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την περιγραφή των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στη συνέχεια σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου τόσο μέσω της φωτογραφίας στον Η/Υ όσο και στη συνέχεια δια ζώσης ήταν νομική και αφορούσε το νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και όχι αυτές καθ΄αυτές τις ενέργειες τους. Επομένως κρίνω ότι οι Μ.Κ.1 και 2 ήταν ειλικρινείς και θα δεχθώ στην ολότητα την μαρτυρία τους για τις ενέργειες που έκαμαν σε σχέση με τη διερεύνηση των αδικημάτων. Για το ζήτημα της ακολουθητέας διαδικασίας αναγνώρισης του 2ου κατηγορουμένου θα κάμω αναφορά πιο κάτω. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια του Μ.Υ. ο οποίος κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξήγησε ευθαρσώς για τον λόγο που αποφάσισε να καταθέσει και ήταν φυσικό μετά από σχετική ενημέρωση που έτυχε από τον 2ο κατηγορούμενο εφόσον δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση από αυτόν από την αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με την παράκληση του 2ου κατηγορουμένου για να έρθει στο Δικαστήριο και να καταθέσει δεν καθιστούν ταυτόχρονα και τη μαρτυρία του τρωτή ή καθοδηγημένη. Όπως ανέφερε ο ίδιος ήταν για να ξεκαθαρίσει τη θέση του, ότι δηλαδή δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διάπραξη των αδικημάτων. Εξάλλου ήταν κατηγορηματικός ότι ποτέ δεν είχε συναντήσει την συμπατριώτισσα του Μ.Κ.3 εκτός της οικίας όπου διέμενε με άλλους συμπατριώτες τους και κατά συνέπεια σε κανένα σημείο στη Λευκωσία μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο. Παρατηρώ επί πλέον ότι η Μ.Κ.3 σε κανένα σημείο της κατάθεσης της δεν ανέφερε το όνομα του μάρτυρα και για πρώτη φορά έκανε αναφορά σε αυτόν κατά την αντεξέταση της. Για το ζήτημα το οποίο τέθηκε από την Υπεράσπιση του 2ου κατηγορουμένου και αφορά την αναγνώριση του από την Μ.Κ.3 θα πρέπει να πω ότι αυτή η διαδικασία διαχωρίζεται σε δύο διακριτά στάδια. Το πρώτο όταν έγινε η αναγνώριση του μέσω αρχείου του Η/Υ όπου βρέθηκαν τα στοιχεία του προσώπου από την Gongo με το όνομα Jonathan αμέσως μετά τη σύλληψη της στο αεροδρόμιο Λάρνακας και το δεύτερο στα γραφεία του αστυνομικού σταθμού Ορόκλινης. Είναι φανερό ότι από τη μελέτη της αστυνομικής διάταξης Αρ. 8 που αφορά την αναγνώριση προσώπων και περιουσίας, η διαδικασία της αναγνώρισης του 2ου κατηγορουμένου που ακολουθήθηκε αρχικά μέσω φωτογραφίας του που ήταν καταχωρημένη στον Η/Υ που επεδείχθη στη μάρτυρα, όπως ανέφερε η Μ.Κ.2, είναι παράτυπη. Επισημαίνω περαιτέρω ότι αυτή η φωτογραφία που ήταν καταχωρημένη στον Η/Υ δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 160 στις σελ. 163-164) Στη παράγραφο 3 της πιο πάνω αστυνομικής διάταξης καθορίζονται τα ακόλουθα σε υπο0παραγράφους της, όταν αποφασιστεί να γίνει αναγνώριση με φωτογραφίες: (α) πρέπει να επιδεικνύονται στο μάρτυρα τουλάχιστο δώδεκα φωτογραφίες με σχετική ομοιότητα μεταξύ τους, (β) Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν, να σημειωθούν, ώστε να μπορούν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, αν χρειαστεί, (ζ) Να ζητούνται οι συμβουλές και οι οδηγίες του υπεύθυνου του Επαρχιακού ΤΑΕ, πριν γίνει αναγνώριση με φωτογραφίες. Τα πιο πάνω σαφώς και δεν τηρήθηκαν εκ μέρους της Μ.Κ.2 όταν υπέδειξε στη μάρτυρα τη συγκεκριμένη φωτογραφία του μοναδικού προσώπου που έφερε το όνομα Jonathan και βρέθηκε στον Η/Υ της την ώρα στη συλλήψεως της για το αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Επομένως η αναγνώριση του 2ου κατηγορουμένου με την πιο πάνω διαδικασία που ακολουθήθηκε (απουσία παντελώς του στοιχείου σύγκρισης) καθίσταται τρωτή κατά τρόπο που την καθιστά αναξιόπιστη και δεν είμαι διατεθειμένος να την αποδεχθώ, για τη σημασία που προσδίδεται στις αστυνομικές διατάξεις (βλ. ανωτέρω Θεοδωρίδης σελ. 164,165). Στην υπόθεση Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 258 στις σελ. 266 και 267 σε αναφορά στην υπόθεση R v. Turnbull
(1976)63 Cr. App. R. 132 και στον Archbold 41η Έκδοση στις παρ. 1403 στην οποία γίνεται εκτεταμένη αναφορά ως προς την επίδειξη από την Αστυνομία φωτογραφιών και ότι δεν είναι απρεπές για την Αστυνομία όταν βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς το πρόσωπο που διέπραξε ένα συγκεκριμένο έγκλημα να δείξει αριθμό φωτογραφιών σε πρόσωπα που μετέπειτα γίνονται μάρτυρες στη δίκη ενός από εκείνους στους οποίους ανήκαν οι φωτογραφίες για να βοηθηθούν στις προσπάθειες τους να βρουν ποιος ήταν ο δράστης. Δεν είναι όμως ορθό για ένα αστυνομικό ο οποίος ασχολείται με μάρτυρες οι οποίοι μετέπειτα θα κληθούν σε αναγνωριστική παράταξη να τους δείξουν φωτογραφίες των προσώπων που θα κληθούν να αναγνωρίσουν. Επακολούθησε η αναγνώριση του κατηγορουμένου δια ζώσης από την ίδια μάρτυρα στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης στις 21.11.2007 όπου εκρατείο μετά την σύλληψη του και μετά από τρεις ημέρες από την σύλληψη της Μ.Κ.3 και την αναγνώριση του μέσω φωτογραφίας του που έγινε στις 18.11.
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ότι δεν αποδέχομαι τη θέση του 2ου κατηγορουμένου ότι δεν του είχε εξηγηθεί η διαδικασία αναγνώρισης του ως υπόπτου για τη διάπραξη αδικημάτων εφόσον στο Τεκμήριο 4 γίνεται σαφής και λεπτομερής επεξήγηση αναφορικά με την οργάνωση αναγνωριστικής παράταξης στην οποία είχε κληθεί να συμμετάσχει και όμως αρνήθηκε. Η θέση του ότι δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι θα συνέβαινε ή πως θα διεξαγόταν η διαδικασία δεν μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον ο ίδιος στη κατάθεση του που προηγήθηκε χρονικά (Τεκμήριο 3) δηλώνει ότι γνωρίζει να μιλά να διαβάζει και να γράφει την αγγλική γλώσσα και όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 4 ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη παρόλο ότι του ειπώθηκε ότι ήταν προς το συμφέρον του να το κάμει, υπέγραφε με πλήρη τη συνείδηση και όσα ανέφερε αντεξεταζόμενος δεν είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι εάν με το τρόπο που χειρίστηκε η αστυνομία τη διαδικασία αναγνώρισης του την καθιστά αποδεκτή μαρτυρία. Τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σάββα (ανωτέρω) πιστεύω ότι καθιστούν την αποδοχή αυτής της μαρτυρίας επισφαλή. Επομένως δεν θα αποδεχτώ ως μαρτυρία την αναγνώριση του 2ου κατηγορούμενου στα γραφεία του αστυνομικού σταθμού Ορόκλινης παρόλο ότι δεν παρουσιάζει τα ακραία στοιχεία που χαρακτήριζαν την διαδικασία που ακολουθήθηκε στην υπόθεση Σάββα όπου η παραπονούμενη είχε πληροφορηθεί από την αστυνομία ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στο διαμέρισμα της ανήκαν στο πρόσωπο του οποίου τη φωτογραφία είχε υποδείξει και ότι ο πρόσωπο εκείνο είχε στο παρελθόν διαπράξει παρόμοια αδικήματα. Είναι γεγονός ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 3 παρουσιάζει κάποια δυσκολία. Ήταν πρώην συγκατηγορούμενη του 2ου κατηγορούμενου οι κατηγορίες οι οποίες την αφορούσαν διακόπηκαν μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και όταν η υπόθεση θα συνέχιζε με η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε σχέση με τη επίδοση σε αυτή του εντύπου όπου αναγράφονται τα δικαιώματα ενός κρατουμένου ως υπόπτου για τη διάπραξη αδικημάτων μετά τη σύλληψη της. Κλήθηκε στη συνέχεια να καταθέσει ως Μ.Κ. Στη μαρτυρία της στηρίζεται αποκλειστικά και η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του 2ου κατηγορουμένου εφόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τον συνδέει με τα αδικήματα. Κατά την άποψη μου αυτή η αμφιταλάντευση που παρουσιάστηκε σε σχέση με την συνέχιση ή όχι των κατηγοριών εναντίον της Μ.Κ.3 και ο χρόνος κατά τον οποίο επιλέγηκε η διακοπή των κατηγοριών εναντίον της καθιστά τη μαρτυρία της επισφαλή καθώς εμβάζει σε υποψίες της σκοπιμότητας τήρησης αυτής της στάσης. Κατά την αντεξέταση της ήταν ολοφάνερη η αμηχανία της όταν ρωτήθηκε σε σχέση με την επιλογή της να αμφισβητήσει το νομότυπο της λήψης κατάθεσης από αυτή εφόσον δεν είχε τηρηθεί η νενομισμένη διαδικασία πληροφόρησης της για τα δικαιώματα της ως ύποπτης για τη διάπραξη των αδικημάτων και κατά συνέπεια όσων επακολούθησαν ότι αυτά συνιστούσαν προϊόν παρατυπιών που οδήγησαν και στην ίδια την κατάθεση της. Ως προς αυτό το σημείο θα διαφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι η διαταγή για τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης και η τύχη της δεν θα πρέπει να έχει την επίδραση στην αξιοπιστία της μάρτυρος την οποία προσέδωσε η Υπεράσπιση εφόσον αφορούσε το αποκλειστικό ζήτημα της επεξήγησης αμέσως μετά τη σύλληψη της των δικαιωμάτων της, και τούτο γιατί είναι φανερό πλέον ότι όσα επακολούθησαν έχουν πλέον μολυνθεί από την παρατυπία που τυχόν είχε επισυμβεί και προηγήθηκε της λήψης της κατάθεσης της. Χωρίς δε αυτή την κατάθεση σίγουρα η Κατηγορούσα Αρχή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει την υπόθεση εναντίον του 2ου κατηγορούμενου εφόσον δεν θα είχε πλέον οποιανδήποτε μαρτυρία εναντίον του. Η πιο πάνω στάση της Μ.Κ. 3 προσδίδει σε αυτή μια εικόνα ως μη αξιόπιστου προσώπου αυτό έγινε ολοφάνερο από την αμηχανία της και την αμφιταλάντευση της κατά το στάδιο της αντεξέτασης της που αφορούσε αυτό ο ζήτημα και όπου ήταν ολοφάνερη η προσπάθεια της να καλύψει ανώδυνα τη στάση που είχε τηρήσει. Είναι φανερό ότι εξ αρχής εκείνο το οποίο επεδίωκε ήταν η κατά το δυνατό ελάφρυνση της δικής της θέσης φτάνοντας ακόμα μέχρι το σημείο που θα αμφισβητούσε και την ομολογία της παρόλο ότι συνελήφθη να διαπράττει τα αδικήματα επ΄ αυτοφόρω. Κρίνω λοιπόν ότι η αποδοχή της μαρτυρίας της είναι ακροσφαλής καθ΄όσον η συνολική αντίκριση της μαρτυρίας της και η όλη στάση της στο εδώλιο αφήνει αμφιβολίες στο μυαλό μου κατά πόσον υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και μάλιστα όταν εμπλέκει τον 2ο κατηγορούμενο στην όλη υπόθεση. Η εμφιλοχώρηση στο μυαλό μου αμφιβολιών περί της αξιοπιστίας της Μ.Κ.3 ως της μοναδικής μάρτυρος από την οποία εκπορεύεται η εμπλοκή του 2ου κατηγορούμενου προσμετρούν υπέρ του. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά της Μ.Κ.3 στο όνομα Jonathan επίσης η περιγραφή του στη κατάθεση της όμως και αυτά τα στοιχεία συμπαρασύρονται από τη συνολική αντίκριση της μαρτυρίας της και από μόνα τους δεν θα συνιστούσαν στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας στη βάσει της οποίας θα μπορούσε να υπάρξει καταδίκη. Ο 2ος κατηγορούμενος από την άλλη επέμενε στην αρχική του θέση την οποία πρόβαλε εξ αρχής στην κατάθεση του στην αστυνομία. Αρνήθηκε κάθε ανάμιξη στη διάπραξη των αδικημάτων ακόμα και ότι ήταν γνωστός με την Μ.Κ.
- Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσω ότι παρέμεινε σκοτεινή πτυχή το κατά πόσο υπήρχε ή υπάρχει ακόμα μια κοπέλα από την Γκάνα στη Κύπρο στη Λεμεσό που είχε το ίδιο όνομα με την Μ.Κ.3 και ήταν η μόνη την οποία γνώριζε όπως ισχυρίστηκε, της οποίας ο κατηγορούμενος διέθετε το τηλέφωνο και το έδωσε στην αστυνομία. Δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο υπήρξε διερεύνηση αυτού του ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση διέκρινα ότι αυτός υποστήριξε με συνέπεια τη θέση του, απαντούσε ευθέως και χωρίς δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του και δεν διέκρινα οποιαδήποτε αντίφαση τέτοιας υφής η οποία θα μπορούσε να με οδηγήσει στην απόρριψη της θέσης του. Σίγουρα όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν γίνεται δεκτή η θέση του σε σχέση με τη διαδικασία αναγνώρισης του στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης αλλά σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν είναι μεμπτό η απόρριψη μέρους μαρτυρίας και αποδοχή άλλου (βλ. Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 1) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Επομένως εφόσον η μαρτυρία η οποία προήλθε από την Μ.Κ.3 αντικρίζεται όπως κατέγραψα πιο πάνω δεν ενδείκνυται ούτε και η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας όπως θα άρμοζε εν προκειμένω λόγω της ιδιότητας της ως πρώην συγκατηγορουμένης του 2ου κατηγορουμένου (βλ. Κλεάνθους v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 31, Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 24, Τεβλετιάν κ.ά v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. σελ.512), η οποία - ενισχυτική μαρτυρία - εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει. Είναι η κατάληξη μου ότι δεν έχει τεκμηριωθεί η συνεργασία του 2ου κατηγορούμενου με τη Μ.Κ. 3 στη διάπραξη των αδικημάτων πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω στη νομική πτυχή των αδικημάτων. Κατάληξη μου είναι η αθώωση του 2ου κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο