Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Ioan Nectifer, Αρ. Υπόθεσης: 18879/07, 30 Ιουνίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18879/07 Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α, ν. Ioan Nectifer, Κατηγορούμενου. Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο : κα Μικελλίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες. Οι δύο αφορούν το αδίκημα της απλής επίθεσης και η τρίτη αφορά τ΄ αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος . Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 5.9.07 στην Αθηαίνου παράνομα επιτέθηκε στον Πέτρο Σπόριτζε και τον Βασίλε Ρούσου απο την Ρουμανία καθώς επίσης ότι εισήλθε στην οικία του Βασίλε Ρούσου με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της επίθεσης . Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις
(3)μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 2734 Ν Σατσιάς (Μ.Κ.1) ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο 1 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Επίσης κατέθεσε την γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Παραπονούμενος, Πέτρος Σπόριτζε είχε καταγγείλει ότι ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν σε κατάσταση μέθης παράνομα εισήλθε στην οικία του και του επιτέθηκε αλλά δεν του χτύπησε. Για το συμβάν κατηγορήθηκε ο Παραπονούμενος Βασίλε Ρούσου αλλά και ο Κατηγορούμενος. Ήταν η θέση του ότι είχε πάρει κατάθεση πριν να πάρει κατάθεση από τον Παραπονούμενο Βασίλε Ρούσου. Κατέθεσε την κατάθεση του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο
- Συμφώνησε με την εισήγηση ότι και ο Κατηγορούμενος είχε εξεφράσει παράπονο ότι είχε χτυπηθεί, όμως ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί ότι ήταν χτυπημένος . Όμως του είχε αναφέρει ότι το πρωί είχε επισκευθεί το νοσοκομείο και εναντίον του Βασίλε Ρούσου είχε ανοιχθεί άλλος ποινικός φάκελλος . Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Παραπονούμενος κος Βασίλε Ρούσου
(2)ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 και 4Α την κατάθεσή του την οποία και υιοθέτησε. Σ΄ αυτήν καταγράφει ότι το βράδυ της 5.9.07 ο Κατηγορούμενος είχε επισκευθεί το σπίτι που διέμενε μαζί με τον Πέτρο Σπόριτζε και προσπάθησε να χτυπήσει με τα χέρια τον Πέτρο όμως ο Πέτρος απέφυγε το χτύπημα. Τότε ο ίδιος έσπρωξε τον Κατηγορούμενο με τα δύο του χέρια και αυτός έπεσε στο έδαφος . Ο ίδιος τότε τηλεφώνησε για να έρθει ο εργοδότης του να τον πάρει. Όταν κατάφερε να σηκωθεί, ο Κατηγορούμενος , προσπάθησε να τον σπρώξει αλλά δεν τα κατάφερε και ο ίδιος τον έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος έξω απο το σπίτι. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο και ανέφερε ότι είχε έρθει στο σπίτι τους για να τους χτυπήσει. Ξεκίνησε να χτυπά τον Πέτρο και όταν ο Πέτρος βγήκε έξω πήγε κατά πάνω του. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο απο την Ρουμανία και η σχέση τους ήταν καλή. Όμως μετά που ήρθε στην Κύπρο τον έβριζε συνέχεια και ήθελε να τον κουμαντάρει στην δουλειά. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο βράδυ ο Κατηγορούμενος καθόταν με τον Πέτρο στο καφενείο με τον οποίο όμως δεν είχαν καλές σχέσεις. Κάθε μέρα μάλλωναν όμως δεν γνώριζε αν την συγκεκριμένη νύχτα είχαν μαλώσει γιατί δεν είχε καθίσει μαζί τους . Στο καφενείο ο ίδιος είχε τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο γιατί αυτός ήθελε να του χτυπήσει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος, όταν πήγε στην οικία του, κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί για να πιεί με τον Πέτρο. Επίσης αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε χτυπήσει του Κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε ότι είχε έρθει νευριασμένος για να τους χτυπήσει και ο ίδιος τον είχε σπρώξει με τα χέρια του και έπεσε κάτω γιατί ήταν μεθυσμένος . Όταν σηκώθηκε τον έσπρωξε έξω απο το σπίτι και έκλεισε την πόρτα. Σ' ερώτηση της συνηγόρου της Υπεράσπισης κατά πόσο είχε καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του, το αρνήθηκε για να δεχθεί στην συνέχεια ότι είχε εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης γιατί δεν είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Τελειώνοντας ανέφερε ότι δεν χτύπησε του Κατηγορούμενου αλλά τον έσπρωξε και ότι δεν είχε παράπονο απο αυτόν. Τελευταίος, κατέθεσε ο Πέτρος Σπόριτζε, (ΜΚ3) , ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία έγινε Τεκμήριο 5. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 5.9.07 ήπιε ένα μπουκάλι κρασί με τον Κατηγορούμενο και στην συνέχεια πήγε σπίτι του μαζί με τον Βασίλε. Ο Κατηγορούμενος τους ακολούθησε και προσπάθησε να του χτυπήσει με το χέρι του στο κεφάλι, ο ίδιος έσκυψε και απέφυγε το χτύπημα. Τότε ο Βασίλε σηκώθηκε και έσπρωξε τον Ιοαν με τα χέρια του και εκείνος έπεσε στο πάτωμα. Ο ίδιος φοβήθηκε και βγήκε έξω. Είδε τον Βασίλε να βαστά τον Ιοαν από πίσω από την πλάτη και να τον σπρώχνει έξω από το σπίτι. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είπε αυτά που είπε στην κατάθεσή του γιατί τον ανάγκασε ο Βασίλε να τα πεί όπως ήθελε αυτός . Η πραγματικότητα ισχυρίστηκε είναι ότι είχε πάει να πιεί με τον Ιοαν και ο Βασίλε λογομάχησε με τον Ιοαν. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο Βασίλε είχε σπρώξει τον Ιοαν και ότι ο Ιοαν δεν είχε έρθει στο σπίτι για να του χτυπήσει αφού ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές μαζί του. Αυτά είπε και στην κατάθεσή του που έδωσε μετά στην Αστυνομία όπου ανάφερε ότι ο Βασίλε τον απείλησε και τον έδειρε για να πεί αρχικά αυτά που ήθελε εκείνος . Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δεί τον Ιοαν να επιτήθεται στον Βασίλε αλλά είδε τον Βασίλε να επιτήθεται στον Ιοάν. Ερωτηθείς, απάντησε ότι ο Ιοάν είχε την άδειά του ν' έρχεται στο σπίτι του και το συγκεκριμένο βράδυ του είχε αναφέρει ότι θ' ερχόταν και ο ίδιος δεν είχε φέρει αντίρρηση. Λόγω της μαρτυρίας που δόθηκε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής απέσυρε την πρώτη Κατηγορία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή η κα Μικελλίδου ισχυρίστηκε ότι απο την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής έχει καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε επιτέθηκε εναντίον των Παραπονούμενων και ότι ήταν με πρόσκληση του ΜΚ3 που επισκεύθηκε το σπίτι. Εισηγήθηκε, ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στερείται πειστικότητας και δεν αποκαλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ο κος Παπανικολάου άφησε το θέμα στο Δικαστήριο. Όμως έκαμε αναφορά στο γεγονός ότι με την συμπεριφορά του ο ΜΚ3 σπατάλησε τον χρόνο του Δικαστηρίου. Το νομικό πλαίσιο που καλύπτει το όλο ζήτημα τίθεται από το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι αρχές που διέπουν το φάσμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα έλεγα ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι αποφάσεις R. v. Mustafa Kara Mehmet 16 C.L.R. 46, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Θα παραθέσω απόσπασμα από τις σελίδες 144 και 145 της τελευταίας αυτής απόφασης, μέσα από τ΄ οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψης της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. ............................. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. ............................ Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Borneman & Others
(1967)3 All E.R. 1045. (b) Cozens v. Brutus
(1972)2 All E.R. 1 (c) Ellis v. Jones
(1973)2 All E.R. 893. (d) R. v. Galbrzaith
(1981)2 All E.R. 1061. (e) R. v. Barker
(1975)65 Cr.App. R.287) oριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ...» Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα στη σελίδα 16: «Βέβαια πρέπει ν΄ υπογραμμιστεί ότι το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο μ΄ εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του Κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε ν΄ αποδεικνύεται η ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Παραθέτω επίσης χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515 όπου στην σελίδα 524 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Τα όσα επισημαίνονται στο λόγο αυτό της έφεσης πρέπει να ιδωθούν μέσα στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και του έργου που έχει το Δικαστήριο ν΄ επιτελέσει. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σ΄ αξιολόγηση της μαρτυρίας - (βλ. Παναγιώτου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196) αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στην μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης - (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136).» Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: "Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος .........". Αυτό που αποτιμάται σ΄ αυτό το στάδιο δεν είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων που υποστηρίζουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αλλά κατά πόσο έχει προσαχθεί αρκετή μαρτυρία που ν΄ αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Απο την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν αποκαλύπτεται ότι υπήρξε οποιαδήποτε μορφή επίθεσης απο τον Κατηγορούμενο στον παραπονούμενο Βασίλε Ρούσου. Αντίθετα, υπήρξε μαρτυρία απο τον Βασίλε Ρούσου ότι ήταν αυτός που έσπρωξε πρώτος τον Κατηγορούμενο. Επίσης, δεν υπήρξε μαρτυρία από τον Παραπονούμενο (ΜΚ3) ότι ο Κατηγορούμενος πήγε χωρίς την άδειά του στο σπίτι του. Αντίθετα, είπε ότι πήγε κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στο συγκεκριμένο σπίτι με σκοπό να διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Μη προβαίνοντας σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε αλλά σε αντικειμενική θεώρησή της καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε απο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται απο τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο