Αστυνομία ν. Όλγας Γεωργίου, Αρ. Υποθ: 16038/07, 2 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Αντωνίου, Ε.Δ., Αρ. Υποθ: 16038/07 Αστυνομία, ν. Όλγας Γεωργίου , Kατηγορούμενης . Ημερομηνία: 2 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: Καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 166/
- Δηλαδή, ότι στην οδό Πολύγυρου, στην Λάρνακα, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης . Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ένας μάρτυρας, ο Αστυφύλακας 4851 Π. Αλαμπρίτης. Η Κατηγορούμενη υπερασπίστηκε μόνη της τον εαυτό της . Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να καλέσει μάρτυρα προς υποστήριξη της θέσης της. Ο Αστυφύλακας Αλαμπρίτης κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την δική του κατάθεση. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 21.10.07, γύρω στις 12.30 μ.μ., λήφθηκε παράπονο στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων ότι στην οδό Πολύγυρου, στο Ευανθία Κωρτ, η ένοικος Όλγα Γεωργίου φώναζε έντονα ενοχλόντας τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας . Ο ίδιος επισκεύθηκε το μέρος όπου βρήκε την Κατηγορούμενη στην είσοδο της πολυκατοικίας να φωνάζει έντονα προκαλώντας ανησυχία και διασάλευση της ειρήνης . Όταν της αναφέρθηκε ότι διέπραττε αδίκημα η ίδια συνέχιζε να φωνάζει.Στην συνέχεια συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραττε. Αυτή ήταν η μαρτυρία του. Δεν αντεξετάστηκε. Η Κατηγορούμενη ανέφερε στο Δικαστήριο, στην ανώμοτη δήλωσή της, ότι κάποια Έλενα Ιωάννου είχε ρίξει λάδι στην βενζίνα του αυτοκινήτου της και είχαν έρθει την συγκεκριμένη μέρα η φίλη της Γιώτα με τον σύζυγό της, γύρω στις 13.30μ.μ., για ν' ελέξουν τ' αυτοκίνητο. Στην Αστυνομία, στην οποία είχε καταγγείλει το συμβάν της τοποθέτησης λαδιού στην βενζίνα, της είχε λεχθεί να μην ξεκινήσει τ' αυτοκίνητο. Όμως ο Γιώργος, ο σύζυγος της φίλης της, το συγκεκριμένο μεσημέρι το ξεκίνησε και η ίδια συγχίστηκε γ' αυτό και φώναζε. Ήταν η θέση της ότι είχε λόγο που φώναζε αφού φοβήθηκε μήπως το αυτοκίνητο πάθει περισσότερες ζημιές ή καεί . Το είχε αγοράσει Λ.Κ.
- Στην συνέχεια έδωσε μαρτυρία η κα Σταφυλάρη, μητέρα της Κατηγορούμενης , η οποία ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη είχε συγχιστεί λόγω του ότι είχε έρθει ένας γνωστός της και είχε ξεκινήσει τ' αυτοκίνητο ενώ η Αστυνομία τους είχε πεί να μην το ξεκινήσουν. Λόγω της ματακίνησης του αυτοκινήτου από φόβο η Κατηγορούμενη φώναξε λίγο όχι πολύ και την άκουσαν οι γείτονες . Κατά την αντεξέταση ήταν η θέση της ότι η ίδια είχε αγοράσει τ' αυτοκίνητο και η ίδια το οδηγεί λόγω του ότι η κόρη της δεν έχει άδεια. Ισχυρίστηκε ότι την συγκεκριμένη μέρα φώναζε, με το δίκαιό της η Κατηγορούμενη, λόγω του ότι τους είχε αναφερθεί απο την Αστυνομία να μην ξεκινήσουν τ΄ αυτοκίνητο αλλά ο ισιωτής το ξεκίνησε. Η Κατηγορούμενη συγχύστηκε και άρχισε να φωνάζει. Ερωτηθείσα, απάντησε ότι στην συνέχεια ήρθαν δύο
(2)αστυνομικοί και θύμωσαν της Κατηγορούμενης , η οποία τότε αγρίεψε περισσότερο. Όμως, ήταν η σταθερή της θέση καθ όλη την διάρκεια της μαρτυρίας της ότι είχε δίκαιο η Κατηγορούμενη που φώναζε γιατί είχε λόγο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας η Κατηγορούμενη υποστήριξε για άλλη μιά φορά στην αγόρευσή της την άποψη ότι υπήρχε λόγος που φώναζε και ότι είχε δίκαιο που φώναζε. Ο κος Παπανικολάου εισηγήθηκε ότι θα πρέπει ν' εξεταστεί το θέμα του κατά πόσο η Κατηγορούμενη είχε εύλογη αιτία να φωνάζει. Τί συνιστά εύλογη αιτία είναι θέμα που αποφασίζεται ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, ήταν η εισήγησή του. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή την Κατηγορούμενη καθώς και τον αστυφύλακα και την κα Σταφυλάρη ενώ έδειναν μαρτυρία. Ο Αστυφύλακας φαινόταν να λέει την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ενισχύθηκε απο την μαρτυρία της κας Σταφυλάρι (ΜΥ 1). Δεν αντεξετάστηκε από την Κατηγορούμενη οπόταν η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Η Κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η επιλογή της Κατηγορούμενης, να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδια, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. v. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 115/06 και 125/06, ημερ. 21.2.07. Κατά συνέπεια η ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης και την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης. Όπως αποδεικνύεται στην νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της . Η μάρτυρας Υπεράσπισης, κα Σταφυλάρι, λόγω και του προσωπικού συμφέροντος που είχε ν' εξυπηρετήσει προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η Κατηγορούμενη δεν φώναξα πολύ. Καθώς επίσης και ότι είχε δίκαιο που φώναζε. Όμως καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν πολύ συγχυσμένη. Δεν μπορώ ν΄ αποδεχθώ την μαρτυρία της. Το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 δυνάμει του οποίου κατηγορείται η Κατηγορούμενη διαλαμβάνει τ' ακόλουθα: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης , είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». H Κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε ότι φώναζε στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει, ο οποίος χώρος συνιστά δημόσιο χώρο. Όμως πρόβαλλε την θέση ότι είχε εύλογη αιτία να φωνάζει. Ο όρος εύλογη αιτία είναι όρος ο οποίος συναρτάται με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν είναι ανεξάρτητος απο αυτά. Ο Κατηγορούμενος, σε τέτοιες περιπτώσεις, οφείλει να δείξει ότι είχε το δικαίωμα να φωνάξει και ότι η πεποίθησή του ότι είχε αυτό το δικαίωμα ήταν εύλογη. Βλ Κυριάκου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 499. Η Κατηγορούμενη κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο με τα όσα είχε αναφέρει ότι είχε το δικαίωμα να φωνάζει αφού η ίδια είχε πει στον σύζυγο της φίλης της να μην ξεκινήσει τ΄ αυτοκίνητο και αυτός την αγνόησε. Ενόψει των πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ. .............) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. / ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο