← Κύπρος

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Χαράλαμπος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 17856/07, 11 Ιουλίου, 2008

Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α ν. Χαράλαμπος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 17856/07, 11 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17856/07 Α Σ Τ Υ Ν Ο Μ Ι Α, ν. Χαράλαμπος Ιωάννου, Κατηγορούμενος . Ημερομηνία: 11 Ιουλίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο : κος Χ' Παναγιώτου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Οι δύο αφορούν το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ενώ οι άλλες δύο αφορούν τ' αδικήματα της αντίστασης για την ματαίωση νόμιμης σύλληψης και της επίθεσης κατα οργάνου της τάξης κατα παράβαση των άρθρων 99,244(α) και 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 28.11.07 στην οδό Άρτας, στην Λάρνακα, ενώ βρισκόταν σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τους αστυφύλακες 3066 Α. Γιωργαλλή, 3580 Λ. Λεοντή με την φράση «Ήντα που κάμνετε ρε κολόπαιδα» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο αντιστάθηκε στην νόμιμη σύλληψή του και επιτέθηκε στον Αστ. 3066 Α. Γιωργαλλή. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο

(2)μάρτυρες. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 3580 Λ. Λεοντή (Μ.Κ.1). Κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο 1 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σ' αυτήν αναφέρει ότι στις 28.11.07 γύρω στις 21.15 είχε πάει στο σπίτι του Βάσου Ιωάννου για να εισπράξει ένα ένταλμα διατροφής που εκκρεμούσε και αφορούσε τον υιό του, Ανδρέα Ιωαννίδη, ο οποίος διέμενε μαζί του. Όταν αναφέρθηκε στον ενδιαφερόμενο, Ανδρέα Ιωάννου, ότι αν δεν πληρώσει το ένταλμα θα συλληφθεί τότε αυτός αδιαφόρισε και βγήκε έξω απο το σπίτι, μπήκε στο αυτοκίνητο του αδελφού του και έφυγαν. Τους ακολούθησαν μαζί με τον Ε/Α 5588 με το περιπολικό αυτοκίνητο μέχρι την Λάρνακα ενώ παράλληλα ζήτησαν και βοήθεια απο τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Έκανε σήμα στο αυτοκίνητο να σταματήσει παρά το «ΠΕΛΕΤΙΚΟ» αλλά ο οδηγός, Χαράλαμπος Ιωάννου , αρνήθηκε. Παρα το κατάστημα «ΚΛΙΜΑ» ο οδηγός του αυτοκινήτου, του ζήτησε να μιλήσει στο κινητό του τηλέφωνο με τον δικηγόρο του ενώ οδηγούσε και αυτός αρνήθηκε. Το όχημα ακινητοποιήθηκε στο αδιέξοδο της οδού Άρτας και στο μέρος έφθασε και περιπολικό του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου. Όταν ο Αστ.3036 πλησίασε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου τον άκουσε να ξεστομίζει την φράση που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο και στην συνέχεια τον είδε να σπρώχνει και να χτυπά με την πόρτα του τον Αστ . 3036, Γιωργαλλή. Κατά την αντεξέτασή του, ήταν η θέση του, ότι ο λόγος της επίσκεψης στην οικία του πατέρα του Κατηγορούμενου, ήταν για να εισπραχθεί ένα ένταλμα διατροφής. Επέμενε στη θέση του ότι λόγω της άρνησης της πληρωμής, ο Αντρέας Ιωαννίδης μπήκε στο αυτοκίνητο του αδελφού του, του Κατηγορούμενου και έφυγαν από το σπίτι, οπόταν αναγκάστηκαν να τον ακολουθήσουν με το αστυνομικό όχημα. Του έκαμαν σήμα να σταματήσει στο "ΠΕΛΕΤΙΚΟ", ακολούθησε η συνομιλία στον κυκλικό κόμβο του Γ.Σ.Ζ. και τελικά το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στην οδό Άρτας. Ερωτηθείς απάντησε ότι το χαρτί, δηλαδή το ένταλμα για την διατροφή, ήταν στο αστυνομικό όχημα. Δεν μπορούσαν να το δείξουν στον πατέρα του Ιωαννίδη λόγω του ότι τους έσπρωξε έξω από το σπίτι. Μετά την παρέλευση δύο, τριών λεπτών ήρθε στο μέρος ο Κατηγορούμενος. Δεν έγινε οποιοσδήποτε διάλογος απλά ο αδελφός του μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγαν μαζί. Ισχυρίστηκε, ότι όταν ήταν στο σπίτι του πατέρα του Κατηγορούμενου ο αδελφός του Κατηγορούμενου του είχε ζητήσει να μιλήσει με το δικηγόρο του, πλην όμως όταν του τηλεφώνησε αυτός δεν απαντούσε. Όσον αφορά το τηλεφώνημα που έγινε στον κυκλικό κόμβο του Γ.Σ.Ζ. και πάλι στο δικηγόρο του αδελφού του Κατηγορούμενου, ήταν η θέση του ότι εκεί που είχε σταματήσει ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ επικίνδυνα και δεν μπορούσε να μιλήσει με οποιονδήποτε στο τηλέφωνο. Του ζήτησε, του Κατηγορούμενου, να σταματήσει πιο κάτω αλλά ο ίδιος επέλεξε να συνεχίσει το δρόμο του. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και είχε ζητήσει βοήθεια. Ο ίδιος όμως βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν είδε και αστυνομικούς σε μοτοσικλέτες να είναι σταματημένοι στο μέρος. Εκεί είδε τους συναδέλφους του, του Σταθμού Αραδίππου, που άνοιξαν την πόρτα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και άκουσε τον Κατηγορούμενο να τους βρίζει. Όταν πληροφορήθηκε, ο Κατηγορούμενος, ότι θα συλληφθεί έσπρωξε τον αστυφύλακα που ήταν κοντά στην πόρτα και στην προσπάθειά του να την κλείσει του κτύπησε στο δεξί του χέρι. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν είχε δει να ακινητοποιούν ή να περνούν χειροπέδες στον Κατηγορούμενο. Δεύτερος, κατέθεσε ο Αστυφύλακας 3066 Γιωργαλλής (Μ.Κ.2) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και την κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ενώ ήταν σε έλεγχο τροχαίας στις 28.11.07, του ζητήθηκε να μεταβεί για βοήθεια για ν΄ ανακοπεί το όχημα ΚRS
  2. Το συγκεκριμένο όχημα εντοπίστηκε στα φώτα της πυροσβεστικής Λάρνακος και στη συνέχεια ακινητοποιήθηκε σε ένα αδιέξοδο. Το περιπολικό που οδηγούσε ο ίδιος κατευθύνθηκε προς το μέρος του συγκεκριμένου οχήματος. Όταν άνοιξαν τις πόρτες του οχήματος ο Κατηγορούμενος τους εξύβρισε και τον ίδιον τον έσπρωξε με τα χέρια του προς τα πίσω, τράβηξε την πόρτα του οχήματος για να κλείσει χτυπώντας τον στο δεξί του χέρι. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι η αρχική πληροφορία λήφθηκε στο Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και αφορούσε το αυτοκίνητο KRS136, του οποίου οι επιβαίνοντες είχαν διαπράξει ποινικά αδικήματα. Ήταν η θέση του ότι δεν ανέκοψαν οι ίδιοι το όχημα αλλά είχε ακινητοποιηθεί λόγω του ότι ο οδηγός του το είχε οδηγήσει σε αδιέξοδο. Όταν ακινητοποιήθηκε το όχημα τότε έφθασαν στο μέρος δύο αστυφύλακες με μοτοσικλέτες. Ο ειδικός Αστυφύλακας 5588 με τον Αστυφ. 3580 άνοιξαν την πόρτα του συνοδηγού και ο ίδιος πήγε στη πόρτα του οδηγού για να την ανοίξει. Τότε ήταν που τον έσπρωξε ο Κατηγορούμενος, όταν τον εξύβρισε με την συγκεκριμένη φράση και ο ίδιος τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη. Ερωτηθείς, είπε ότι η φράση του Κατηγορούμενου δεν τον έθιξε προσωπικά αλλά ένιωσε να θίγεται ο θεσμός τον οποίον αντιπροσώπευε. Λόγω και της εξύβρισης ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια συνελήφθηκε και πληροφορήθηκε τους λόγους για τους οποίους τέθηκε υπό σύλληψη. Το όλο επεισόδιο διάρκεσε 10 λεπτά. Ερωτηθείς εξήγησε πως χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Ό,τι λόγω του ότι βρισκόταν μεταξύ της ανοικτής πόρτας και του οδηγού του αυτοκινήτου, ο Κατηγορούμενος απλώνοντας το χέρι να τραβήξει την πόρτα του χτύπησε στο δεξί του χέρι, στον αγκώνα. Δεν πήγε στο Νοσοκομείο γιατί δεν είχε οποιαδήποτε εξωτερική κάκωση. Ήταν η θέση του ότι οι χειροπέδες περάστηκαν στον Κατηγορούμενο λόγω του ότι αντιστάθηκε στη σύλληψή του και μετά που ολοκληρώθηκε το όλο επεισόδιο. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του κάλεσε τον Κατηγορούμενο σ΄ απολογία. Επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να καλέσεις μάρτυρες. Ενώπιον του Δικαστηρίου διάβασε την γραπτή δήλωσή του, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Σ΄ αυτήν κατέγραψε την δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε βγάλει δική του επιταγή για τη διατροφή των παιδιών του αδελφού του, η οποία παραδόθηκε στον δικηγόρο Χρίστο Πουτζιουρή στις 26.11.
  4. Όμως, στις 28.11.07 το βράδυ του είχε τηλεφωνήσει ο αδελφός του να του πάρει μετρητά γιατί τον είχαν επισκεφθεί αστυνομικοί του Αστυνομικού Σταθμού Αθηαίνου για να τον συλλάβουν λόγω του ότι δεν είχε καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό. Τότε ο ίδιος πήγε στο σπίτι του πατέρα τους, που ήταν και ο αδελφός του, και λόγω του ότι οι Αστυνομικοί ήταν αρνητικοί σ΄ αυτά που τους έλεγε ο αδελφός του του είπε να μπει στ΄ αυτοκίνητο για να έρθουν στον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Στην διαδρομή διατηρούσε ταχύτητα 80-100 χλμ και σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις σταμάτησε τ΄ αυτοκίνητο και παρακάλεσε την πρώτη φορά τον ένα αστυνομικό να επικοινωνήσει με άλλο συνάδελφό του για να επιβεβαιώσει ότι τους είχε αναφερθεί ότι είχαν χρόνο μέχρι τέλος του μηνός για την πληρωμή της και την δεύτερη, για να μιλήσει με τον κο Χρίστο Πουτζουρή για να του διαβεβαιώσει ότι ο ίδιος κρατούσε στα χέρια του την επιταγή της διατροφής. Και τις δύο φορές η στάση των αστυνομικών ήταν αρνητική. Όταν διαπίστωσε ότι τον ακολουθούσαν, στα φώτα της Πυροσβεστικής, ένα περιπολικό και δύο αστυνομικοί μοτοσυκλεττιστές μπήκε σε κάποιο αδιέξοδο και τότε έτρεξαν όλοι στ΄ αυτοκίνητό του, τον έπιασαν από τον λαιμό και του πέρασαν χειροπέδες. Δεν πρόλαβε καν να βγάλει την ζώνη ασφαλείας και χρειάστηκε να του αφαιρέσουν τις χειροπέδες για να μπορέσει να το πράξει. Ήταν η θέση του ότι ο αδελφός της πρώην νύφης του, που είναι αστυνομικός στον συγκεκριμένο Αστυνομικό Σταθμό, είχε διατάξει την εκτέλεση του εντάλματος. Το ένταλμα ουδέποτε τους υποδείχθηκε. Παραδέχθηκε ότι είχε αναφέρει την φράση, η οποία καταγράφεται στο Κατηγορητήριο, όμως την ανέφερε λόγω της συμπεριφοράς των αστυνομικών. Ενώπιον του Δικαστηρίου εξέφρασε το παράπονο ότι θα μπορούσαν να τηλεφωνήσουν του συναδέλφου τους για να διαπιστώσουν την αλήθεια των λεχθέντων του. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ουδέποτε είχε χτυπήσει τον Αστ. Γιωργαλλή (Μ.Κ.2) αφού δεν θα μπορούσε να το πράξει λόγω του ότι εκείνος στεκόταν 1 μέτρο μακριά ενώ ο ίδιος καθόταν στ΄ αυτοκίνητο. Και εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του, ότι έγιναν όλα τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πήγε στο σπίτι του πατέρα του γιατί του είχε τηλεφωνήσει ο αδελφός του και του είχε αναφέρει ότι ήταν εκεί αστυνομικοί του Σταθμού Αθηαίνου για να τον συλλάβουν. Ο ίδιος κρατούσε μετρητά γι΄ αυτό και πήγε. Παραδέχθηκε, ότι ο αδελφός του μπήκε στ΄ αυτοκίνητο και έφυγαν γιατί παρακαλούσαν τους αστυνομικούς να τηλεφωνήσουν στον συνάδελφό τους κο Ν. Σατσιά ή τον δικηγόρο Χρ. Πουτζιουρή και αυτοί αρνούντο. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε δώσει δική του επιταγή για την διατροφή στ΄ όνομα της γυναίκας του αδελφού του. Η επιταγή παραδόθηκε στον δικηγόρο Χρ. Πουτζιουρή. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι είχε αναφέρει την συγκεκριμένη φράση για την οποία κατηγορείται όταν ένοιωσε κάποιον πίσω από την πόρτα να τον αρπάζει από τον λαιμό. Ισχυρίστηκε, ότι οι αστυνομικοί είχαν ανοίξει και τις τέσσερις πόρτες και ο Αστυφ. Γιωργαλλή είχε ανοίξει την πόρτα του οδηγού. Δεν του ανέφεραν ότι θα τον συλλάβουν απλά του πέρασε χειροπέδες ο Αστ. Γιωργαλλή (Μ.Κ.2) και για να κατεβεί από το αυτοκίνητο έπρεπε να του τις αφαιρέσουν για να μπορέσει να βγάλει την ζώνη. Ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να σπρώξει τον συγκεκριμένο αστυνομικό αφού ο ίδιος έχει ύψος 1.60 ενώ ο αστυνομικός 1.80 και βρισκόταν σ΄ απόσταση καθήμενος ενός μέτρου από αυτόν. Ούτε και έφτανε το στήθος του για να τον σπρώξει αλλά ούτε και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα. Ο λόγος που έφυγε μαζί με τον αδελφό του ήταν για να βρει στην Λάρνακα κάποιο αστυνομικό γιατί αντιλήφθηκε ότι οι συγκεκριμένοι δύο αστυνομικοί δεν είχαν πρόθεση να τον βοηθήσουν. Στον κυκλικό κόμβο του Γ.Σ.Ζ. μέχρι την Πυροσβεστική μιλούσε με τον δικηγόρο Χρ. Πουτζιουρή, ο οποίος του είπε να πάνε στο σπίτι του. Στην συνέχεια κατέθεσε ο κος Πουτζιουρής, (Μ.Υ.2), δικηγόρος του αδελφού του Κατηγορούμενου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την δική του γραπτή εκδοχή για το τι είχε συμβεί. Ο αδελφός του Κατηγορούμενου του είχε παραδώσει την επιταγή για την πρώτη διατροφή που θα πληρωνόταν. Στις 28.11.07 του τηλεφώνησε αργά το βράδυ ο Κατηγορούμενος και του ανέφερε τι είχε συμβεί. Ζήτησε να μιλήσει ο ίδιος στους αστυφύλακες για να τους εξηγήσει όμως αρνήθηκαν να του μιλήσουν και ο ίδιος μπορούσε ν΄ ακούσει τι συνέβαινε. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το Τεκμήριο 4 είχε ετοιμαστεί καθ΄ υπόδειξη του Αν. Αστυν. Φελλά ο οποίος διερευνούσε υπόθεση ενάντιον των δύο αστυνομικών. Όσον αφορά την επιταγή, ήταν η θέση του, ότι την είχε στην κατοχή του μέρες πριν. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για το παράπονο εναντίον των αστυνομικών. Είχε επικοινωνήσει μαζί του ο Αστυνόμος Φελλάς και του είχε ζητήσει να του αναφέρει τι είχε συμβεί. Ο ίδιος του είχε αναφέρει στην συζήτηση ότι ένα ένταλμα πρέπει ν΄ εκτελεστεί εκτός εάν δοθούν άλλες οδηγίες από τον Υπεύθυνο Σταθμού. Αναφορικά με το συγκεκριμένο βράδυ, της 28.11.07, αντεξετασθείς ανέφερε ότι του είχε τηλεφωνήσει αρκετές φορές ο Κατηγορούμενος αλλά ο ίδιος είχε απαντήσει μόνο δύο φορές. Την πρώτη φορά ο Κατηγορούμενος του είχε πει ότι πήγαινε στον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας και τότε ο ίδιος του είπε να σταματήσει το αυτοκίνητο για να τους εξηγήσει. Την δεύτερη φορά ενώ του μιλούσε λόγω του ότι το τηλέφωνο ήταν ανοικτό τον άκουσε να λέει ότι φορούσε την ζώνη του και άκουσε τον Κατηγορούμενο ν΄ αποκαλεί τους αστυνομικούς «Κοτσινόκολους». Του είπε στο τηλέφωνο ότι δεν είχαν δικαίωμα να τον συλλάβουν και του είπε να πάει σπίτι του για να τους εξηγήσει ο ίδιος. Όσον αφορά την συγκεκριμένη επιταγή, ο ίδιος την παρέδωσε στην Αστυνομία. Τελευταίος, κατέθεσε ο Αστ. Σατσιάς (Μ.Υ.3), ο οποίος τον Νοέμβριο 2007 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου. Γνωρίζει τόσο τον κ. Α. Ιωαννίδη καθώς και τον Κατηγορούμενο. Στις 15.11.07 παραλήφθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου εντάλματα είσπραξης μεταξύ των οποίων και η διατροφή εναντίον του κου Α. Ιωαννίδη. Τηλεφώνησε στον κο Α. Ιωαννίδη, ο οποίος του είπε ότι θα πλήρωνε μέχρι τις 20.11.
  5. Στις 20.11.07 ο κος Α. Ιωαννίδης του τηλεφώνησε και του είπε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και του ζήτησε παράταση μέχρι τέλος του μηνός για την πληρωμή. Ο ίδιος τότε του είπε ότι θ΄ έπρεπε να γίνει η πληρωμή μέχρι 29.11.
  6. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι λόγω του ότι του το είχε ζητήσει ο κος Α. Ιωαννίδης, δέχθηκε να πληρωθεί το ένταλμα μέχρι 29.11.
  7. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προέβηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Ο κος Χατζηπαναγιώτου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε εξοργιστεί από την συμπεριφορά των Αστυνομικών. Τους είπε την συγκεκριμένη φράση, η οποία δεν τους είχε θίξει αλλά θίχτηκε η στολή που φορούσαν. Στο μέρος την συγκεκριμένη στιγμή βρίσκονταν μόνο οι Αστυνομικοί οπόταν δεν υπήρχε το ενδεχόμενο ανταπόδοσης. Ως εκ τούτου, ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν αποδείχθηκε. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του, ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στις αντιφάσεις που κατά την άποψή του υπήρχαν στην μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας. Για να καταλήξει ότι η πρόθεση του Κατηγορούμενου δεν είχε αποδειχθεί αφού η αντίδρασή του ήταν στιγμιαία. Ο κος Παπανικολάου με αναφορά στο σύγγραμμα του Archbold ανέφερε ότι έχει αποδειχθεί η πράξη μαζί με την πρόθεση. Ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα ξεκίνησαν από εγωϊστική συμπεριφορά που δεν θέλει ν΄ υποκύψει στους Νόμους. Λόγω της εκπαίδευσης που είχε τύχει ο κος Γιωργαλλής, (Μ.Κ.2), ισχυρίστηκε ότι δεν θίχθηκε ο ίδιος αλλά η στολή που φορούσε. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης δεν απαιτεί να προκληθεί κάποιος από τις συγκεκριμένες φράσεις. Αυτό που απαιτεί είναι να μην αποκλείεται το ενδεχόμενο κάποιος να προκληθεί από τις συγκεκριμένες φράσεις. Έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές και στις εκατέρωθεν θέσεις έρχομαι τώρα στο δύσκολο και λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εξετάζεται μικροσκοπικά αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Η αξιολόγηση είναι ατομική πλην όμως τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα θα πρέπει να συναρτώνται και ν΄ αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας καθώς επίσης και τους μάρτυρες για την Υπεράσπιση ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν μου. Κατέγραψα σε κάθε περίπτωση νοητικά την εντύπωσή μου από την εικόνα τους κατά το χρόνο που έδιναν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και της ευκαιρίας που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Θα πρέπει ευθύς εξ΄ αρχής ν΄ αναφέρω ότι πραγματικά με ξενίζει το γεγονός ότι δύο περιπολικά κυνηγούσαν ένα αυτοκίνητο με πολίτες γιατί ο ένας από αυτούς δεν είχε καταβάλλει την διατροφή προς την σύζυγό του, την οποία διατροφή ήταν η πρώτη φορά που θα κατέβαλλε. Αρχίζοντας μ΄ αυτό το σχόλιο θα πρέπει ν΄ αναφέρω ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ήταν φτωχή και αντιφατική. Αρχίζοντας από τον Αστυφ. Λεοντή (Μ.Κ.1), θα πρέπει ν΄ αναφερθεί ότι στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, παρέλειψε ν΄ αναφέρει ότι ο Α. Ιωάννου του είχε ζητήσει να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο Χρ. Πουτζιουρή, ούτε και κατέγραψε ότι είχε σπρωχθεί έξω από το σπίτι από τον Ιωάννου και τον πατέρα του. Αυτά τα θυμήθηκε στο Δικαστήριο. Εκτός από αυτά η κατάθεσή του διέφερε από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του. Στην κατάθεσή του κατέγραψε ότι πρώτα άκουσε τον Κατηγορούμενο ν΄ εκστομίζει την συγκεκριμένη φράση και μετά τον είδε ν΄ ανοίγει την πόρτα και να χτυπά του Αστυφ. Γιωργαλλη (Μ.Κ.2). Στην αντεξέτασή του ανάφερε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή όταν ο ίδιος πλησίασε και τότε ήταν που άκουσε την φράση, μετά που του ανέφερε ο Αστυφ. Γιωργαλλής (Μ.Κ.2) ότι ήταν υπό σύλληψη. Τότε, έσπρωξε την πόρτα και τον χτύπησε στο δεξί χέρι. Και ενώ παραδέχθηκε ότι παραχωρείται κάποιος χρόνος για ν΄ ανευρεθούν τα λεφτά που αφορούν το οποιοδήποτε ένταλμα πληρωμής δεν ανέφερε πότε εκδόθηκε το συγκεκριμένο ένταλμα έτσι ώστε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι ο αδελφός του Κατηγορούμενου είχε καθυστερήσει τόσο πολύ να το πληρώσει που δικαιολογούσε την συγκεκριμένη συμπεριφορά. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του κου Λεοντή, (Μ.Κ.1), έρχεται σ΄ αντίθεση με την μαρτυρία του Αστυφ. Γιωργαλλή, (Μ.Κ.2). Ο Αστ. Λεοντή, (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι είδε τους συναδέλφους του που άνοιξαν την πόρτα και ότι η πόρτα ήταν ανοικτή όταν ο ίδιος πλησίασε εκεί ενώ ο Αστυφ. Γιωργαλλής (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι ο Αστ. Λεοντή είχε ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού πρώτα. Ο Αστυφ. Λεοντή, (Μ.Κ.1), είπε ότι στο μέρος έφθασε πρώτα ο Αστυ. Γιωργαλλή και μετά ο ίδιος ενώ ο Αστυφ. Γιωργαλλή λέει ακριβώς το αντίθετο. Ότι πρώτοι έφθασαν ο Λεοντή και ο Ε/Αστ. 5588 γιατί προπορευόταν τ΄ αυτοκίνητό τους. Και ενώ ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το όλο επεισόδιο διάρκεσε μερικά λεπτά, ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι διάρκεσε 10 λεπτά. Όσον αφορά τον Αστυφ. Γιωργαλλή (Μ.Κ.2) έχω ήδη αναφερθεί στις αντιφάσεις που προκύπτουν από τις δύο μαρτυρίες που υποστήριζαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Επιπρόσθετα, ενώ παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος φορούσε την ζώνη του υποστήριξε ότι μπορούσε να τον χτυπήσει. Η θέση του, ότι τραβώντας την πόρτα του είχε χτυπήσει στον δεξί αγκώνα και στο στήθος και στην κοιλιά, είναι εκτός πραγματικότητας αφού ο ίδιος σύμφωνα με την μαρτυρία του, στεκόταν πρόσωπο με τον Κατηγορούμενο, δηλαδή τον έβλεπε και βρισκόταν μεταξύ της πόρτας και του οδηγού οπόταν λογικό θα ήταν η πόρτα να του χτυπήσει στην πλάτη ή στο πλευρό και όχι στο στήθος και την κοιλιά. Επίσης η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος φορούσε την ζώνη ασφαλείας αποκλείει το γεγονός να τον έσπρωξε πρώτα με τα χέρια ο Κατηγορούμενος και στην συνέχεια να τράβηξε την πόρτα του αυτοκινήτου γιατί όταν κάποιος οδηγός φορά την ζώνη ασφαλείας οι ενέργειές του είναι περιορισμένες. Όσον αφορά τους αστυφύλακες οι οποίοι επέβαιναν μοτοσυκλέττας ήταν η θέση του ότι προσέγγισαν το μέρος μετά που συνελήφθη ο Κατηγορούμενος ενώ ο Μ.Κ.1 είχε αναφέρει ότι όταν πήγε ο ίδιος στην οδό Άρτας ήταν ήδη εκεί. Αναφορικά δε με τις χειροπέδες ήταν η θέση του ότι τοποθετήθηκαν χειροπέδες στον Κατηγορούμενο σ΄ αντίθεση με τον Μ.Κ.1 ο οποίος ενώ ήταν παρών δεν είδε να του περνούν χειροπέδες. Όλες αυτές οι αντιφάσεις στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής την καθιστούν αναξιόπιστη και κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την μαρτυρία την καταδίκη του Κατηγορούμενου πιστεύοντάς την. Όμως, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εξύβρισε τους αστυνομικούς οπόταν με την δική του παραδοχή το Δικαστήριο θα πρέπει ν΄ εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αδίκημα της εξύβρισης. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση. Ο κος Σατσιάς (Μ.Υ.3), σε βάρος των συμφερόντων του ήρθε και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος είχε δώσει παράταση στην πληρωμή του συγκεκριμένου εντάλματος μέχρι το τέλος του μηνός. Δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω. Και ο κος Πουτζουρής (Μ.Υ.2) δεν είχε οποιονδήποτε συμφέρον να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Ούτε και αυτόν έχω λόγο να μην τον πιστέψω. Ο Κατηγορούμενος ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο αφού παραδέχθηκε ότι είπε την συγκεκριμένη φράση στους αστυφύλακες. Το παράπονό του ήταν ότι οι ίδιοι οι αστυφύλακες αρνήθηκαν να τηλεφωνήσουν του συνάδελφού τους για να διαπιστώσουν κατά πόσο τα όσα τους είχε αναφέρει ήταν αλήθεια, πράγμα που παραδέχθηκε ο Μ.Κ.
  2. Ένοιωσε ότι έπρεπε να πάει σ΄ αστυνομικό σταθμό στην Λάρνακα για να προστατέψει τον αδελφό του γι΄ αυτό και τράπησε σε φυγή. Ήταν ειλικρινής, τον πιστεύω. Με βάση την μαρτυρία, όπως την έχω αποδεχθεί, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Το βράδυ της 28.11.07 δύο αστυφύλακες του Αστ. Σταθμού Αθηαίνου, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.1, επισκέφθηκαν το σπίτι στ΄ οποίο διέμενε ο κος Α. Ιωάννου για ν΄ εισπράξουν το ένταλμα πληρωμής της διατροφής. Λόγω του ότι είχε ήδη δοθεί επιταγή στον δικηγόρο κο Πουτζιουρή (Μ.Υ.2) για να διαβιβαστεί, τους είπε, ο Α. Ιωάννου, τους αστυφύλακες να τηλεφωνήσουν του κου Χρ. Πουτζιουρή για να το διαπιστώσουν. Τηλεφώνησαν του κου Πουτζιουρή, ο οποίος δεν απαντούσε το τηλέφωνό του σύμφωνα και με την δική του μαρτυρία γιατί έβλεπε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα. Τότε τηλεφώνησε του αδελφού του, του Κατηγορούμενου, για να του φέρει τα λεφτά. Ο Κατηγορούμενος προσερχόμενος στο μέρος και διαπιστώνοντας ότι οι αστυφύλακες παρά τα όσα τους είχε αναφέρει ο αδελφός του δεν θα έφευγαν αν δεν συνελάμβαναν τον Α. Ιωάννου αποφάσισε να καταφύγει στην Αστυνομία Λάρνακας για να ξεκαθαρίσει το σκηνικό. Οι αστυφύλακες τον καταδίωξαν και κάλεσαν και ενισχύσεις από τον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου για να επιτύχουν πάση θυσία την σύλληψη, προφανώς και των δύο αδελφών Ιωάννου. Ακόμα και όταν τελικά επιτεύχθηκε η επικοινωνία με τον κο Πουτζιουρή αρνήθηκαν να του μιλήσουν με την πρόφαση ότι εκεί που είχε σταματήσει ο Κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνα. Όταν τελικά ακινητοποιήθηκε τ΄ αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, σ΄ ένα αδιέξοδο έτρεξαν και οι έξι
(6)αστυνομικοί για να συλλάβουν τους δύο πολίτες. Δεν θέλω να χαρακτηρίσω την συμπεριφορά των αστυνομικών. Όμως πραγματικά αφήνει αναπάντητα ερωτηματικά ενόψει και της παραδοχής του Μ.Κ.1 ότι ο αδελφός της πρώην συζύγου του αδελφού του Κατηγορούμενου είναι αστυνομικός και την δεδομένη στιγμή υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιονδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Σύμφωνα με την αγγλική υπόθεση Brutus ν. Cozens
(1972)2 All E.R. 1997, το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98, πρέπει ν΄ αποδίδεται στις λέξεις το συνηθισμένο τους νόημα και το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), τονίστηκε επίσης ότι δεν χρειάζεται ν΄ αποδειχθεί ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος ν΄ επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπεται από το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση ν΄ αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κοζίνα
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Η φράση που είπε ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα ενέχει υβριστικό χαρακτήρα. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και πιο συγκεκριμένα βρισκόταν επί της οδού Άρτας. Η συγκεκριμένη φράση ήταν τέτοια που υπήρχε ενδεχόμενο, αντικειμενικά κρινόμενη, να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Οπόταν, τ΄ αδικήματα που καταγράφονται στις Κατηγορίες 1 και 3 έχουν αποδειχθεί και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτές. Ερχόμενη τώρα στις κατηγορίες 5 και 6 που αφορούν την αντίσταση, για ματαίωση νόμιμης σύλληψης. Το Άρθρο 244(α) και (β) του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει: «Όποιος - (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό ....... ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή » Ενόψει της αντιφατικής μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του αξιόπιστη μαρτυρία για να μπορεί να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε επίθεση για ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του Κατηγορούμενου ή κατά πόσο υπήρξε επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης. Η ποιότητα της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτήν την καταδίκη του Κατηγορούμενου, όσον αφορά τις Κατηγορίες 5 και
  2. Οπόταν, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. (Υπ. .............) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.